"Έλθετε προς εμέ πάντες, οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς"

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Η παραβολή του ασώτου υιού


Λουκ. ιε’ 11-32
11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.



«Πατέρα, συγχώρεσέ με»!
Είχε πέσει στ’ αλήθεια πολύ χαμηλά. Είχε αμαρτήσει βαριά. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη του Πατέρα. Είχε ξεστρατίσει σε άτακτη ζωή. Να ο γκρεμός, η τελική καταστροφή έχασκε μπροστά του.
Αλλά πώς να γυρίσει πίσω;
Αυτός με τόση αυτοπεποίθηση, όσο και αυθάδεια, είχε απαιτήσει: «πάτερ, δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας »! Πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει! Κι όταν ο φιλόστοργος πατέρας του «διεῖλε», μοίρασε σ’ αυτόν και τον αδελφό του «τόν βίον», την περιουσία, αυτός άρπαξε το μερίδιο του και αμέσως «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ταξίδεψε σε μακρινή χώρα. Με τι πρόσωπο ν’ αντικρίσει τώρα το πατρικό βλέμμα;
Αλλά ήταν και οι φίλοι του, με τους οποίους «διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας βίο άσωτο. Δε θα τον ειρωνεύονταν, αν τον έβλεπαν ν’ αλλάζει γνώμη;
Ήταν κι εκείνος ο μεγάλος του αδελφός, ο οποίος είχε μείνει στο σπίτι, άψογος, τυπικός απέναντι στον Πατέρα. Τι θα έλεγε, όταν τον έβλεπε να επιστρέφει;
Ποια δικαιολογία άραγε θα μπορούσε να επιστρατεύσει, τι πρόσχημα να βρει, για να γυρίσει πίσω, να ξεφύγει επιτέλους από την αθλιότητα εκείνη, όπου είχε καταντήσει;
Αλλά όχι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψει. Χωρίς δικαιολογίες και προσχήματα. Τώρα, που ήρθε στα συγκαλά του, πήρε αμετάκλητα και την απόφασή του. Θα επιστρέψει έτσι όπως είναι. Αποτυχημένος, άθλιος, αξιοθρήνητος και ταπεινωμένος. Θα προβάλλει ένα και μόνο επιχείρημα. Τη μετάνοιά του. Θα πει:
«Πάτερ, ἥμαρτον»! Έκανα σφάλμα μεγάλο, που αποστάτησα από σένα! Αμάρτησα βαριά! «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν», λύπησα τον ουράνιο κόσμο, που μπροστά του διέπραξα κακό. «Ἥμαρτον… καί ἐνώπιόν σου»! Σε πότισα φαρμάκι, σε πρόσβαλα, σπίλωσα το όνομά σου! «Πάτερ, ἥμαρτον»!
«Οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου», δεν το αξίζω πια να ονομασθώ γιος σου!
Ούτε ζητώ κάτι τέτοιο. Απλώς, σε παρακαλώ να ευδοκήσεις και να με δεχθείς «ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», σαν έναν από τους μισθωτούς σου. Να βρίσκομαι στη δούλεψή σου και να εξασφαλίζω ένα κομμάτι ψωμί μόνο. Και πάνω απ’ όλα τη γαλήνη, την εμπιστοσύνη, την αγάπη που βασιλεύουν εδώ μέσα…
Το είπε και το έκανε. «Ἀναστάς ἤλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ». Σηκώθηκε και ήλθε στον πατέρα του.
Ασφαλώς στο δρόμο η καρδιά του γοργοκτυπούσε από αγωνία. Ήταν τόσο δύσκολο το εγχείρημά του. Ταπεινωμένος, συντετριμμένος, εξουθενωμένος, βάδιζε βυθισμένος στις σκέψεις του, κρατώντας γερά ως οδηγό του και σωσίβιο τον εξομολογητικό λόγο: «Πάτερ, ἥμαρτον».
Αλλά τι βλέπει; Όνειρο μήπως; Ο πατέρας του τον διέκρινε από μακριά και τρέχει προς το μέρος του για να τον συναντήσει, να τον υποδεχθεί θερμά. Έρχεται, πέφτει γεμάτος πόνο και πόθο και ευσπλαχνία «ἐπί τόν τράχηλον αυτοῦ» και τον «καταφιλεῖ», τον πνίγει με ασπασμούς πατρικής αγάπης!
Ο άσωτος γιος όμως δε χάνει τα λόγια του, ούτε ξεθαρρεύει. Με το κεφάλι σκυμμένο από ντροπή, με δάκρυα καυτά στα μάτια, κράζει σπαραχτικά και ομολογεί: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου»! Είμαι ένοχος, άσωτος, αποστάτης! Είμαι ανάξιος, να λέγομαι γιος σου! Πατέρα μου, συγχώρεσέ με!…
Ο πατέρας δε δίνει απόκριση άλλη από εκείνη, που ήδη έμπρακτα είχε δώσει. Γυρίζει μόνο «πρός τούς δούλους αὐτοῦ» και με φωνή που τη ραγίζει λυγμός χαράς τους παραγγέλνει:
— Φέρετε γρήγορα «τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν»! θέλω να πάρει καινούργια όψη το παιδί μου! Ακόμη, «δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ», να φαίνεται ότι είναι άρχοντας εδώ μέσα! Και «ὑποδήματα εἰς τούς πόδας» να του βάλετε! Και «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», το θρεφτάρι μας, που το φυλάγουμε για τις μεγάλες γιορτές, τώρα να το σφάξετε και να στρώσετε τραπέζι, για να «εὐφρανθῶμεν»!
Ποια άλλη μέρα θα βρεθεί πιο γιορτινή απ’ αυτή; Ο γιος μου, «νεκρός ἦν καί ἀνέζησε»! «Ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη»! Ήταν πεθαμένος και ξαναζωντάνεψε και χαμένος και βρέθηκε.
Θα μπορούσε ο άσωτος να βρει πολλές δικαιολογίες, να προσκομίσει πολλά ελαφρυντικά. Θα μπορούσε να πει: «Πατέρα, λάθος έγινε. Ήταν η κακιά ώρα, οι φίλοι που με παρέσυραν, η δύσκολη ηλικία… ήρθαν και αλλεπάλληλες οι αναποδιές… ποιος μπορεί να προβλέψει ένα λιμό; Ατύχησα…»
Αλλά όχι. Ο άσωτος είχε το θάρρος και την τιμιότητα να αναλάβει τις ευθύνες του, να ομολογήσει ξεκάθαρα την ενοχή του, να αντιμετωπίσει κατάματα την πραγματικότητα και τις όποιες συνέπειες των πράξεων του. Είχε τον ηρωισμό να κλάψει, να μετανοήσει, να ταπεινωθεί, να πει το «ήμαρτον».
Κι έτσι σώθηκε. Γιατί είχε διαλέξει το σωστό δρόμο. Το μονό δρόμο του λυτρωμού.
Πολλοί νέοι σήμερα μπροστά σε κάποιες πτώσεις τους τα χάνουν. Ή απελπίζονται ή προσπαθούν να ξεφύγουν και να ξεχάσουν ή επιστρατεύουν δικαιολογίες και επεξηγήσεις, για να κατοχυρωθούν. Όμως, όλοι αυτοί οι τρόποι — διέξοδοι φυγής — ψευτοβολεύουν και μπαλώνουν τις καταστάσεις. Δε γιατρεύουν, δεν εξιλεώνουν την ψυχή.
Μία είναι η σωστή αντιμετώπιση της ενοχής. Η τίμια αποδοχή της. Και στη συνέχεια η κατανυκτική μετάνοια, η συντριβή, η Εξομολόγηση, η επανόρθωση, η επιστροφή.
«Πάτερ, ήμαρτον»! Έφταιξα, Θεέ μου! Πέφτω στα γόνατα και Σου ζητώ συγγνώμη! Επικαλούμαι ταπεινά το άπειρο έλεός Σου! «Ήμαρτον»!
Όλη η ευθύνη είναι δική μου. Κανείς άλλος δε φταίει. Εγώ προκάλεσα το τραύμα που με βασανίζει, εγώ δημιούργησα την πληγή. Δική μου η ενοχή.
Δε μου φταίξανε οι συνάνθρωποί μου, οι καταστάσεις, ο διάβολος… Εγώ θέλησα και διέπραξα την αμαρτία. Εγώ φταίω. Και δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. «Πάτερ, ήμαρτον»!…
Ω! Μόλις αρθρώσουμε την ευλογημένη αυτή φράση, όλα μεταμορφώνονται, επανορθώνονται, τακτοποιούνται. Θεία χάρη και έλεος φωτίζει την ψυχή. Μας ανακουφίζει. Ενθουσιασμός ιερός μας συνεπαίρνει, να επανορθώσουμε κάθε παλιά εκτροπή, ζημιά, αδικία… να κερδίσουμε το χαμένο δρόμο, το χαμένο χρόνο…
Κι ο στοργικός Πατέρας μας ακούγεται ν’ απαντά: «Ἐνδύσατε αὐτόν τήν στολήν τήν πρώτην»! «Ὁ υἱός μου οὗτος… ἀνέζησε»! Ξαναβρήκε τη ζωή!
http://www.xfd.gr Χριστιανική Φοιτητική Δράση

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ







Καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες «τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι» ὑπῆρξαν ἄνθρωποι πού συνδύασαν ἄριστα ἐπιστήμη καί ἀρετή, μόρφωση καί δράση, θεωρία καί πράξη, ἀλήθεια καί ἀγάπη. Ετρεφαν μεγάλη ἐμπιστοσύνη στήν ἀναμορφωτική δύναμη τῆς ἀγωγῆς καί τῆς παιδείας. «Τῆς τέχνης ταύτης οὐκ ἔστιν ἄλλη μείζων· τί γάρ ἴσον τοῦ ρυθμίσαι ψυχήν καί διαπλάσαι νέου διάνοιαν» (P.G. 58, 584), διερωτᾶται ὁ Χρυσόστομος. Ὁ Γρηγόριος ἐξ ὀνόματος καί τῶν ἄλλων δύο διακηρύσσει: «Οἶμαι (=νομίζω) πᾶσιν ἀνωμολογῆσθαι τῶν νοῦν ἐχόντων,παίδευσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀγαθόν εἶναι τό πρώτον». Πράγματι, πόση ἀλήθεια κρύβει αὐτή ἡ θέση τοῦ Γρηγορίου, ὅτι τό ἔργο τῆς ἀγωγῆς καί παιδείας τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων, ἰδιαίτερα σήμερα εἶναι «τέχνη τεχνῶν» καί «ἐπιστήμη ἐπιστημῶν» καί ἀκόμη ὅτι οἱ δάσκαλοι «καθαρθῆναι πρῶτον καί εἶτα καθᾶραι, σοφισθῆναι καί εἶτα σοφίσαι». Παρότρυνε τούς δασκάλους «ἤ μή διδάσκειν ἤ διδά_σκειν τῷ τρόπῳ». Ὁ Βασίλειος δέ ὑπογράμμιζε: «Ὁ τόν κειμένον ἐγείρειν βουλόμενος ὑψηλότερος εἶναι τοῦ πεπτωκότος ὀφείλει»πού σημαίνει ὅτι ὁ δάσκαλος παιδαγωγεῖ ἤ διδάσκει τόσο μέ τίςγνώσεις του, ὅσο καί μέ τό παράδειγμά του.
Ὁ δάσκαλος καί γιά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες ἔχει συνείδηση τῶν λόγων καί πράξεών του καί γι’ αὐτό «οὐδέν ἀνάρμοστον οὐδέ ἐκμέλει ἑαυτῷ συνειδώς», πού πάει νά πεῖ ὅτι πρέπει νά ἔχει ἐπίγνωση τοῦ ὑψηλοῦ λειτουργήματός του. Οἱ παιδαγωγικές ἰδέες, γνῶμες καί ἀντιλήψεις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἐκείνης τῆς μακρινῆς ἐποχῆς εἶναι σύμφωνες μέ τίς
σύγχρονες περί ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων θέσεις τῆς ἐπιστήμης τῆς παιδαγωγικῆς. Ὁ Χρυσόστομος ἦταν θιασώ της μιᾶς ἀγωγῆς τῶν νέων «ἐν ἐλευθερίᾳ», χωρίς καταπίεση καί αὐταρχισμό. Τά λόγια του εἶναι καθαρά: «Μή παροργίζετε τά τέκνα ἡμῶν, οἷον οἱ πολλοί ποιοῦσιν … οὐχ ὡς ἐλευθέροις ἀλλ’ ὡς ἀνδραπόδοις»
Ὁ σκοπός τῆς παιδείας κατά τόν Βασίλειο εἶναι ἡ ἀνύψωση τοῦ παιδαγωγούμενου, τοῦ μαθητῆ, στόν κατά φιλο σοφίαν βίον. Μορφωμένος καί σοφός δέν εἶναι ἐκεῖνος πού εἶναι πολύξερος, ἀλλά ὁ τελειωμένος κατά Χριστόν ( Ἑρμ. εἰς τόν Προφ. Ἡσ. Α΄ 5070).Ὁ Χρυσόστομος δίδει ἐπιγραμματικά τά βασικά στοιχεῖα μιᾶς ἀποτελεσματικῆς παιδείας καί συνοψίζει σέ τέσσερα σημεῖα ὀργανικά συνδεδεμένα μέ τήν ἀγάπη καί τό σκοπό τῆς ἀγωγῆς. 1. Τό «χαλινοῦν μετ’ ἀκριβείας», δηλ. ἡ ἀκρίβεια τῆς χαλιναγώγησης τῶν νέων. Νά γνωρίζουν τί ἐπιδιώκουν, νά θέτουν στόχους, νά ἔχουν προοπτικές. 2. Τό «ἐθίζειν πρός τά δέοντα». Ὁ ἐθισμός σ’ ἕναν τρόπο ζωῆς. 3. Τό «ρυθμίζειν». Ἡ παιδεία εἶναι ἀγωγή μέ τή διδασκαλία καί ἐπιβάλλεται νά υἱοθετεῖ τέτοιες στάσεις καί συμπεριφορές στόν παιδαγωγούμενο, ὥστε νά γνωρίζει μέ τό «κριτικό πνεῦμα» καί τήν «κριτική συνείδηση» ὅ,τι εἶναι καλύτερο γιά τόν ἴδιο καί τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας. 4. Τό «κολάζειν τά νοσήματα τῆς ψυχῆς». Ἡ προσπάθεια νά θεραπεύσει τά νοσηρά ψυχικά συμπτώματα τοῦ νέου.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὅπως καί ὅλοι οἱ πνευματικοί συνοδοιπόροι τῆς Ἐκκλησίας, πίστευαν ὅτι τό μεγαλύτερο σχολεῖο εἶναι τό σχολεῖο τῆς ἀγάπης καί ὅτι ἡ ἀγωγή τῶν νέων εἶναι ἡ πιό σπουδαία τέχνη. Ἡ ἀγάπη γιά τούς μαθητές του εἶναι τό βασικό γνώρισμα τοῦ παιδαγωγοῦ, ὅπως εἶναι καί τό κύριο γνώρισμα τοῦ Χριστιανισμοῦ (P.G. 63,213).Ἕνα τέτοιο σχολεῖο παροτρύνει τούς μαθητές μέ τά λόγια του Ἀποστόλου Παύλου, τοῦ Ἀποστόλου τῆς Εὐρώπης καί τοῦ κόσμου στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του: «Ὅσα ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις
ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε».
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ι.ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ Ἡ ΟΔΟΣ"

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Ταπείνωση Αγίου Εφραίμ του Σύρου

…σημάδια και γνωρίσματα εκείνου που έχει
την αληθινή ταπείνωση είναι αυτά:

Το να θεωρεί τον εαυτό του ότι είναι
αμαρτωλότερος απ’ όλους τους αμαρτωλούς
και δεν έκανε κανένα καλό μπροστά στο Θεό.
Το να μέμφεται τον εαυτό του σε κάθε ευκαιρία
και σε κάθε τόπο και σε κάθε πράξη.
Το να μην κατηγορήσει κάποιον
ούτε να νομίζει ότι υπάρχει πάνω στη γη
κάποιος αισχρότερος απ’ αυτόν ή …αμελέστερος,
αλλά να τους επαινεί
και να τους δοξάζει όλους πάντοτε.
Το να μην κατακρίνει ή να εξευτελίσει
ή να κακολογήσει ποτέ κάποιον.
Το να σιωπά πάντοτε και να μη λέει κάτι
χωρίς εντολή ή επιτακτική ανάγκη
….να μιλά ή να απαντά ατάραχα και ήσυχα και σπάνια
σαν να εξαναγκάζεται και να ντρέπεται να μιλήσει.
Το να μη μετρά τον εαυτό του σε κάτι.
Το να μη φιλονικήσει με κάποιον
…αλλά αν λέει σωστά να λέει και ο ίδιος, ναι.
Αν όμως λέει λαθεμένα, να λέει εσύ ξέρεις!
Το να έχει υπακοή
και να απεχθάνεται το θέλημά του
σαν καταστρεπτικό πράγμα.
Το να έχει πάντοτε το βλέμμα του στραμμένο κάτω.
Το να έχει μπροστά στα μάτια του το θάνατο.
Το να μη λέει λόγια ανώφελα
ή να μιλά ανόητα ή να λέει ψέματα.
Το να μην αντιμιλά στον μεγαλύτερο.
Το να υπομένει με χαρά τις προσβολές,
τους εξευτελισμούς, τις τιμωρίες.
Το να μισήσει την ανάπαυση και να αγαπήσει τον κόπο.
Και το να μην παροργίσει κάποιον
ή να πληγώσει τη συνείδηση κάποιου.

…είναι μακάριος εκείνος που τα έχει,
διότι από εδώ έγινε σπίτι και ναός του Θεού!
Και ο Θεός κατοίκησε μέσα του
και έγινε κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών!»

Εφραίμ ο Σύρος

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Η νήψη στο έργο του αγίου Εφραίμ του Σύρου



Δεν μπορείς να εφησυχάζεις, όταν ο εχθρός άγρυπνος πολεμάει. Δεν μπορείς αμέριμνος να καθεύδεις, όταν τα «πεπυρωμένα βέλη» του πονηρού και των παθών βάλλουν καταιγιστικά και αδιάκοπα.

Σκληρός και αδυσώπητος τούτος ο πόλεμος. Δε γνωρίζει ανακωχή. Τα πάθη ξεσπούν σαν ηφαίστειο και καίνε σαν την πυρακτωμένη λάβα. Συγκλονίζουν την ύπαρξη εξουθενωτικά και παραλυτικά. Πολύ οδυνηρό για πάντα το ερωτηματικό: «Τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ΄ 24).

Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος – ένας απ’ τους έξοχους Πατέρες της Εκκλησίας και σύγχρονος των τριών Καππαδοκών – υπήρξε διδάσκαλος της μετάνοιας και της νήψης (εγρήγορσης). Η άριστη γνώση της ανθρώπινης ψυχής, οι άγιες προσωπικές εμπειρίες της μακαρίας απάθειας και το ύψος της αγιότητός του, τον αναδεικνύουν μοναδικό οδηγό της νήψης και της πνευματικής ζωής. Ο λόγος του – γεμάτος χάρη και δύναμη – εμπνέει, οικοδομεί, ενισχύει, στηρίζει αλλά και αφυπνίζει συνειδήσεις.

Έχοντας επίγνωση των σχεδίων και των παγίδων του πολυμήχανου διαβόλου και της αέναης εσωτερικής τρικυμίας των παθών και της αμαρτίας, ο άνθρωπος πρέπει πολύ να κοπιάσει και ν’ αθλήσει για τη σωτηρία του. «Πολλού καμάτου χρεία εις τό σωθήναι καί πολλού αιώνος» (χρόνου).

Η νήψη είναι νίκη, και η νίκη προϋποθέτει συνεχή άσκηση. «Ου γάρ παίγνιον εστιν η άσκησις», λέγει ο άγιος Εφραίμ, «αλλ’ εν πολλή ακριβεία η της ψυχής σωτηρία κατορθούται». Χρειάζεται πολλή επιμέλεια και προθυμία ψυχής. Εάν χαλαρώσουμε τον αγώνα, τότε ο διάβολος «ολόκληρον καταπίνει τόν μή νήφοντα».

Βρισκόμαστε σ’ εμπόλεμη κατάσταση. «Εν μεγάλω πολέμω εσμεν εν τώδε τω βίω καί ο εχθρός μαίνεται· αλλ’ ου παραιτητέον τόν αγώνα». Μέγας ο πόλεμος και λυσσαλέος ο εχθρός, αλλά καμιά υποχώρηση, καμιά λιποταξία. Εγκατάλειψη του αγώνα ισοδυναμεί με προδοσία.

Είναι στιγμές που ο πνευματικός αγωνιστής μέσα στη φωτιά και την αντάρα της μάχης, παθιασμένος θ’ αναφωνήσει: «ω, τι δεινός ο πόλεμος! Ω, τι χαλεπός!»… Αλλά ο άγιος Πατέρας με τις άγιες διδαχές του, μεταγγίζει θάρρος και αισιοδοξία, ιδιαίτερα στους νέους. «οξυπόδησον εν τω αγώνι της ασκήσεώς σου, ω νεότης», λέει. Τρέξε γρήγορα και γενναία το δρόμο της πνευματικής σου άσκησης. Και μ’ ένα τόνο ηρωικό θα προσθέσει: «Μή συνηθίσης ήτταν εν τω πολέμω. η γάρ συνήθεια δευτέρα φύσις». Η συνήθεια, για πάντα, είτε στο καλό είτε στο κακόμ είναι «δευτέρα φύσις». Εδώ «ήτταν εν τω πολέμω» εννοεί την υποχώρηση, την πτώση, την αμαρτία. Κι όπως είναι γνωστό, η μια πτώση φέρνει την άλλη.

Όποιος πολεμάει, προσέχει απ’ όλες τις μεριές και κατοπτεύει τα πάντα. Δεν αφήνει κερκόπορτες ανοιχτές και διόδους αφύλακτες. Οι απροσεξίες πολύ κοστίζουν. Κάποτε και μικρές λεπτομέρειες επιφέρουν πανωλεθρία και συντριβή. «Μικρά αμέλεια τίκτει μεγάλην αμαρτίαν». Όπως και αντίθετα, «μικρά νήψις αποστρέφει πολλήν ζημίαν».

Ο άνθρωπος, βέβαια, είναι αδύνατος και ο συνεχής και τραχύς αγώνας τον κουράζςι. Σε τούτες ακριβώς τις στιγμές της ανθρώπινης αδυναμίας παραμονεύει ο μεγάλος κίνδυνος της ακηδίας και της ραθυμίας. Μειώνονται οι πνευματικές δυνάμεις, η αντίσταση αδυβατίζει και ο εχθρός είναι «προ των πυλών». Γι’ αυτό, συμβουλεύρι ο όσιος Εφραιμ, «εάν πνεύμα ακηδίας ελθη επί σέ, διά της υπομονής αντίστηθι πρός αυτήν». Συχνά στον αγώνα επιβάλλεται αντίσταση και άμυνα «μέχρις αίματος». Αντίσταση κατά της ραθυμίας και της ακηδίας και της χαυνότητας. «Φεύγε τήν χαυνότητα… άσκησον ησυχίαν, μελέτα ψαλμωδίαν».

Απόρθητο για να παραμείνει το κάστρο της ψυχής, χρειάζεται άγρυπνο μάτι, δύναμη θέλησης και άριστη χρήση των πνευματικών όπλων. «Έχεις όπλα, ω άνθρωπε, κατά παντός εναντίου. Έχεις όπλα, διάφορα προς τας μηχανάς του αντιπάλου». Κι είναι τούτα τα όπλα πανίσχυρα και συντριπτικά. Όσες κι αν είναι οι «μηχανές» (τα τεχνάσματα) του εχθρού διαβόλου, τα όπλα της δικής μας στρατείας είναι «δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων» (Β΄ Κορ. ι΄ 4).


Όπως συμβαίνει στο σύγχρονο πόλεμο με τους αντιβαλλιστικούς πυραύλους που σημαδεύουν και καταρίπτουν τους πυραύλους του εχθρού μετά την εκτόξευσή τους, έτσι και ο νηπτικός άνθρωπος με τ’ αντιβαλλιστικά όπλα της χάριτος του Θεού, εξουδετερώνει κάθε εχθρική επίθεση.

Η νήψη – αληθινή έκφραση ελευθερίας και υπέρβαση κάθε νωθρότητας και ακηδίας –συντελεί στην «εν Χριστώ» τελείωση του ανθρώπου. Τρόποι και μέσα μιας αυξημένης επαγρύπνησης είναι η «φυλακή του νοός», ο φόβος του Θεού, η αδιάλειπτη προσευχή, η μνήμη του θανάτου, ο θείος έρωτας και ο επίμονος και επίπονος προσωπικός αγώνας.

Ο φόβος του Θεού, κατά τον όσιο Εφραίμ, είναι «φυλακτήριον ψυχής», είναι «κυβερνήτης ψυχής», είναι «παιδευτήριον ψυχής». «ο έχων φόβον Θεού ουκ αμεριμνά· νήφει γάρ πάντοτε». Δηλαδή όποιος ολόθερμα ευλαβείται και αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορος στο μέγα θέμα της σωτηρίας. Βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση εγρήγορσης.. Αντίθετα, «ο μή έχων τόν φόβον του Θεού εν εαυτώ, ο τοιούτος ευάλωτος εστι τοις του διαβόλου επιχειρήμασιν… Μετεωρίζεται· αδιαφορεί· καθεύδει αμερίμνως». Δίχως φόβο Θεού, εύκολα ο άνθρωπος πέφτει στις πλεκτάνες του διαβόλου... «Κτήσαι φόβον Θεού, όπως καί οι δαίμονες φοβηθήσονταί σε».

Άγιος τούτος ο φόβος. Είναι φόβος θείος και ιερός. Είναι υπερφυσικό δώρο της θείας Χάριτος. Είναι ενδεικτικό παρουσίας του Αγίου Πνεύμαοτς. Είναι φόβος άφοβος, γιατί δε φοβάται τον εχθρό. Όπου «φόβος Θεού», εκεί και η παρουσία του Θεού· και όπου η παρουσία του Θεού, εκεί και η απουσία του διαβόλου και κάθε κακού.

«Μακάριος ο αεί έχων εν εαυτώ μνήμην Θεού». Όσο ψυχοζημιογόνος είναι η «λήθη», τόσο ωφέλιμη και προστατευτική είναι η «μνήμη Θεού». Αλλά «μνήμη Θεού» δεν μπορεί να υπάρξει δίχως αδιάλειπτη προσευχή. Αυτή μονάχα είναι «όπλον κατά του διαβόλου». Κατά τον όσιο Εφραίμ, «ο προσευχόμενος νηφόντως καίει τούς δαίμονας».

Θερμές προσευχές είναι φωτιές, που καίνε. Τέτοιες προσευχές τις τρέμουν οι δαίμονες. Μακάριος ο άνθρωπος της ζωντανής και αδιάλειπτης προσευχής. Έχει πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του. «Προσευχή άοκνος» είναι προσευχή νηπτική, προσευχή δυνατή. «Γρηγορείτε καί προσεύχεσθε, ίνα μή εισέλθητε εις πειρασμόν», είχε πει ο Κύριος στους Μαθητές Του. Η εγρήγορση ποτίζει την προσευχή, αλλά και η προσευχή διατηρεί την εγρήγορση. Προσευχή και νήψη πάνε μαζί. Συνυπάρχουν. Είναι αδελφές.

Ανάμεσα στους συντελεστές της καρδιακής νήψεως και της εν Χριστώ ζωής, είναι και η μνήμη θανάτου, για την οποία ο άγιος Εφραίμ – καθώς και άλλοι Πατέρες – κάνουν ιδιαίτερο λόγο.

Η μνήμη θανάτου είναι κατάφαση της πίστης και της ελπίδας. Είναι κάθαρση λογισμών και υπαρξιακή αυτοσυνειδησία. Είναι μετάθεση της καρδιάς απ’ τα γήινα στα ουράνια και αιώνια. Κατασιγάζει τα πάθη και κρατάει άγρυπνη και αγωνιστική την ψυχή. Διώχνει κάθε ανησυχία και κάθε εσωτερική ταραχή. Γι’ αυτό, «μακάριος ο μελετάν καθ’ εκάστην τόν θάνατον». Είναι εξαιρετικά σπουδαίο τούτο το μάθημα για κάθε πνευματικό αγωνιστή. Μάθημα που το μελετάει «καθ’ εκάστην». Μάθημα με πολλές αγίες προεκτάσεις. Αλλά και μάθημα κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. «Μακάριος, λοιπόν, ο έχων πρό οφθαλμών τήν ημέραν της εξόδου».



Πηγή: Χριστιανική Φοιτητική Δράση

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

Το ενδιαφέρον του ιερού Χρυσοστόμου για τους νέους

κ. Ιωήλ, Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας,
Χρυσοστομικό
Συμπόσιο,
εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σελ. 137-145.

1. Εισαγωγικά

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στα πολυπληθή έργα του πολλές φορές κάνει λόγο για τους νέους. Έχει πάρα πολλούς χαρακτηρισμούς που αφορούν τη νεότητα και αναφέρεται συχνά στις διάφορες εκδη- λώσεις των νέων. Ας αναφέρουμε γενικές επισημάνσεις του ιερού Χρυσοστόμου για την ηλικία της νεότητος. Λέγει π. χ. πως ο πνευματικός αγώνας είναι πάντοτε ίδιος σε όλες τις ηλικίες. Δεν υπάρχει ηλικία που να μην έχει αγώνα και ιδρώτες και πόνους. Η ένταση του αγώνος όμως είναι διαφορετική σε κάθε ηλικία. Μπορεί κάποιος να δει νέους να αγωνίζονται με συνέπεια και γέροντες να ζουν μέσα στα πάθη τους∙ «Μη τοίνυν μηδείς προβαλλέσθω μήτε νεότητα μήτε γῆρας εἰς ἀπολογίαν ῥαθυμίας∙ ἐπί καί νῦν πολλοί παρ' ἡμῖν νέοι τό πνευματικόν τοῦτο πληροῦσι θέατρον, οἱ δέ γεγηρακότες ἐν ἱπποδρομίαις ἀσχημονοῦσι∙ ἕτεροι δ' αὖ πάλιν γέροντες μετά τῆς πολιᾶς καί τῇ ἀκροάσει κοσμοῦνται, νέοι δε τήν νεότητα διά τῆς θεωρίας τῆς ἐκεῖσε ἀλογωτέραν κατασκευάζουσιν...»( PG 63, 518). Αναφέρει μάλιστα τους τρεις παίδες που κατεπάτησαν την κάμινον, όταν «νέοι σφόδρα και μειράκια ἦσαν κομιδῇ » ( οπ.π. ). Σε άλλη ομιλία του θα μιλήσει αυστηρά στους νέους που προβάλλουν την ηλικία τους για να πέσουν στην αμαρτία. Εάν δεν υπάρχει κανείς στην νεαρή ηλικία που να αγωνίζεται, τότε ίσως είχαν κάποια δικαιολογία∙ όμως « εἰ δε εἰσί, πόθεν ἕξετε εἰπεῖν (εσείς δηλαδή οι νέοι) ὅτι οὐκ ἠδυνήθημεν κατασχεῖν τήν φλόγαν τῆς ἐπιθυμίας » ( PG 62, 427). Μπορεί κάποιος να είναι νέος και να έχει φρόνηση πολιού ανθρώπου και να σκέπτεται συνετά και σοφά όπως ο Δαυίδ∙ « οὗτος τοίνυν ὁ Δαυΐδ, νέος ὤν και μειράκιον κομιδῇ, καί πατρός ἀσήμου καί τῇ γῇ προσέχων καί τοῖς ποιμνίοις,... οὐδέν κοινόν ἔχων μετά τῶν βιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλ ' ἐκ πρώτης ἡλικίας τῇ συντρόφῳ τῆς ἀρετῆς ἡσυχία συζῶν... τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἐμελέτησεν. Οὗτος τοίνυν νέος ἦν, κομιδῇ μειράκιον, νέος μέν τῇ ἡλικίᾳ, πεπολιωμένος δε τῇ διανοίᾳ » ( PG 55, 567). Δεν είναι η διαφορά της ηλικίας που δημιουργεί την αρετή στον άνθρωπο. Η επισήμανση του Χρυσοστόμου βρίσκεται « ἐν τῇ διαφορᾷ τῆς γνώμης∙ κἄν ἧς ῥάθυμος, οὐδέν σε ὠφελήσει τό γῆρας » (ο. οπ ).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πολλές φορές αφού κάνει τις σπουδαίες αυτές παρατηρήσεις, δεν παραλείπει να περιγράψει και τους κινδύνους που διατρέχει η ηλικία της νεότητος, που είναι μάλιστα και πάρα πολλοί και υπέρ το δέον επικίνδυνοι.

2. Οι κίνδυνοι της νεότητας

Κατ' αρχήν πρέπει να πούμε πως τονίζει κατά κόρον σε πολλές ομιλίες του πως η νεότης είναι χαλεπή και δυσκολοκυβέρνητη∙ « χαλεπόν ἡ νεότης, ὅτι εὐρίπιστον, εὐεξαπάτητον, εὐόλισθον καί σφοδροτέρου δεῖται τοῦ χαλινοῦ∙ πυρά γάρ τις ἐστι τῶν ἔξωθεν ἐπιλαμβανομένη ἁπάντων, ῥαδίως ἐκκαιομένη » ( PG 49, 21). Θα κάνει ο άγιος πολλές σωστές διαπιστώσεις για την επικίνδυνη ηλικία της νεότητας. Επειδή λείπει η πείρα που μας κάνει να αποφεύγουμε τους κινδύνους και επειδή είναι ακμαίες οι δυνάμεις του σώματος και επειδή οι εσωτερικές ροπές του νέου είναι ισχυρότατες, πέφτει σε πολλά σφάλματα και μάλιστα καταμολύνει την ψυχή με αμαρτήματα. Η ευφάνταστη ψυχή του νέου τον κάνει να κυνηγάει φαντάσματα που τα περνάει για πραγματικότητες. Δίνει αξία σε καταστάσεις που είναι παροδικές και εφήμερες. Ας αφήσουμε όμως να τα περιγράψει ο ίδιος σε μια θαυμαστή αποστροφή της ομιλίας του: « ποῦ τό κάλλος τῆς νεότητος τό πολυφάνταστον∙ νεότης ἡ ἀναίσθητος, ἡ μακρᾶς ἐλπίδας ζωῆς ἔχουσα∙ νεότης, ἡ στασιώδης καρδία, ἡ πολυμέριμνος ἡδονή∙ νεότης, ἡ πολλά καί πολλάκις συμπίπτουσα, ἡ κακῶς τήν σάρκα κολακεύουσα∙ νεότης, ἡ πρός πρός ἀπάτην κολακευομένη, ἡ πηλός, ἡ ταλαίπωρος, ὁ χόρτος ὁ εὐμάραντος, ὁ στάχυς ὁ ἑτοιμόφθορος∙ νεότης, τό ἐνύπνιον τό εὐληθάργητον, ἡ σκιά ἡ ἀνυπόστατος∙ νεότης,... ἡ ἄπονος καρδία, ὁ ἀνατεταμένος ὀφθαλμός, ὁ λύχνος ὁ ἑτοιμόσβεστος∙ νεότης, ὁ βρασμός τῶν αἱμάτων καί συνήθεια τῶν σπιλωμάτων∙ νεότης, ὁ δυσήνιος ἵππος καί πρός πᾶσαν ἐξολόθρευσιν ἐπιτήδειος » ( PG 60, 725). Πολύ χαρακτηριστική και γενική είναι η γνώμη του ιερού πατρός για τη νεότητα. Οι έφηβοι μοιάζουν με τους ονοκένταυρους « καί γάρ ἀγρίας ἔχοντες ἐπιθυμίας, οὕτω πηδῶσιν, οὕτω λακτίζουσιν, ἀχαλίνωτοι περιϊόντες καί τῇ σπουδῇ πρός οὐδέν τῶν δεόντων χρώμενοι » ( PG 58, 582). Οι νεανικές ορμές πολλές φορές είναι ακατάσχετες.

3. Οι επιθυμίες των νέων

Ας αναφέρουμε επιγραμματικά ορισμένες γνώμες του ιερού πατρός που έχουν σχέση με τις επιθυμίες των νέων και τις επιδιώξεις τους.

Οι νέοι κατά κανόνα θέλουν να ζουν μέσα στην τρυφή και στην καλοπέραση. Θέλουν να είναι ντυμένοι με τα καλύτερα ρούχα και να πραγματοποιούν κάθε επιθυμία βλαβερή και αισχρή. Έτσι ενδίδουν σε πολλές συνειδησιακές παραχωρήσεις και μηχανεύονται τα πάντα για να αποκτήσουν το επιθυμητό. « Ἐντεῦθεν πολλοί τῶν νέων καί τήν ὥραν ἀπέδοντο, καί παράσιτοι τοῖς εὐπόροις ἐγένοντο, καί ἑτέρας δουλοπρεπεῖς ὑπέμειναν διακονίας, ἀντί τούτων ὠνούμενοι, τό τοιαύτας ἐπιθυμίας πληροῦν ( PG 58, 503).

Οι νέοι κατά κανόνα ρέπουν στα σαρκικά αμαρτήματα. Ο άγιος προτρέπει τους γονείς να περιφρουρούν τα παιδιά τους από σαρκικούς κινδύνους και μάλιστα εισηγείται να νυμφεύονται ενωρίς οι νέοι, για να αποφεύγουν την πορνεία. Οφείλουν από την παιδική ηλικία να βάλουν καλά θεμέλια στα παιδιά τους. « Ἄν τοίνυν ἄνωθεν καί ἐκ πρώτης ἡλικίας ὅρους αὐτῇ πήξωμεν καλῶς, οὐ δεηθόμεθα πολλῶν μετά ταῦτα πόνων, ἀλλ ' ἡ συνήθεια νόμος αὐτοῖς ἔσται λοιπόν. Μηδέν ἐῶμεν αὐτούς τῶν ἡδέων καί βλαβερῶν ποιεῖν, μηδέ ὡς παισί χαριζώμεθα∙ ἐν σωφροσύνῃ μάλιστα διατηρῶμεν αὐτούς∙ τοῦτο γάρ πάντων πλέον τήν νεότητα λυμαίνεται. Πρός τοῦτο πολλῶν δεῖται τῶν ἀγώνων, πολλῆς τῆς προσοχῆς. Ταχέως αὐτοῖς γυναῖκας ἄγωμεν, ὥστε καθαρά αὐτῶν καί ἀνέπαφα τά σώματα δέχεσθαι τήν νύμφην∙ οὗτοι οἱ ἔρωτες θερμότεροι. Ὁ πρό τοῦ γάμου σωφρονῶν, πόλλῳ μᾶλλον μετά τόν γάμον∙ ὁ δέ μαθών πορνεύειν πρό τοῦ γάμου, καί μετά τόν γάμον ποιήσει» ( PG 62, 546). Βλέπουμε πως η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση, όταν μάλιστα αποκτηθεί κατά τη νεαρή ηλικία. Τα παιδιά είναι μεγάλη παρακαταθήκη. Οφείλουμε να τα φροντίζουμε για να μην τα κλέψει ο πονηρός και τα οδηγήσει σε αμαρτωλές καταστάσεις∙ « μή ὁ πονηρός ἡμᾶς αὐτούς ἀφελήται » ( οπ.π. ). Στο θέμα των σαρκικών πειρασμών των νέων μεγάλη ευθύνη αποδίδει ο άγιος στα πονηρά θεάματα. Τα θέατρα της εποχής εκείνης ήταν θέατρα πορνικά που κατέστρεφαν την ψυχή των νέων. Ας δούμε τι λέγει πάνω σε αυτό το σημείο: « Εἰ βούλεσθε τήν αἰτίαν ἐγώ λέγω. Οὐ γάρ ἡ νεότης αἰτία∙ ἐπεί ἔμελλον πάντες οἱ νέοι ἀκόλαστοι εἶναι∙ ἀλλ ' ἡμεῖς ἑαυτούς ὠθοῦμεν εἰς τήν πυράν. Ὅταν γάρ ἀνέλθῃς εἰς θέατρον καί καθίσῃς γυμνοῖς μέλεσι γυναικῶν τούς ὀφθαλμούς ἑστιῶν, πρός μέν καιρόν ἥσθης, ὕστερον δέ πολύν ἐκεῖθεν ἔθρεψας τόν πυρετόν » ( οπ.π. 428). Οι άτοποι έρωτες, όπως λέγει, καταστρέφουν την ψυχή του νέου.

Ο ιερός Χρυσόστομος γνωρίζει άριστα πως τα χρήματα διαφθείρουν την ψυχή των νέων και την οδηγούν σε διάφορα αμαρτήματα. Ξέρει πως ο πλούτος συμβαδίζει με την πορνεία και την ανηθικότητα ή διευκολύνει άλλες αμαρτωλές καταστάσεις: « ὅταν δε καί χρημάτων περιουσίαν προσλάβῃ (εννοείται η νεότης ) καθάπερ πυράν τήν ὕλην τῶν χρημάτων δεξαμένη, τοσαύτην ἀνάπτει τήν κάμινον, ὡς ὁλόκληρον ἐμπρῆσαι τοῦ νέου τήν ψυχήν. Πότε γάρ ὁ τοιοῦτος δυνήσεται σωφροσύνης ἐπιμελήσασθαι καί ἀκολασίαν φυγεῖν, καί τούς ὑπέρ τῆς ἀρετῆς πόνους ἀναδέξασθαι ἤ τι ἕτερον πνευματικόν;» ( PG 54, 515). Κανένα πνευματικό έργο δεν μπορεί να φέρει εις πέρας ένας νέος που δέθηκε με την επιθυμία της επιδιώξεως των χρημάτων.

Ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση που κάνει ο άγιος μεταξύ των γερόντων έναντι των νέων και το αντίθετο. Υπάρχουν γέροντες που έχουνε νεανικό φρόνημα και « ὥσπερ ἐν γήρᾳ νέοι εἰσίν, οὕτω καί τοὐναντίον » ( PG 63, 66). Εκείνο που κάνει τον νέο να είναι αξιοπρεπής και τον γέροντα ομοίως είναι η συμπεριφορά και η προαίρεσή τους. Δεν ανέχεται ο άγιος να σύρεται ο νέος στην αμαρτία λόγω της ηλικίας του. Εκεί που βλέπει πολλά ελαφρυντικά είναι όταν ένα νέο τον βάλει κάποιος να διοικήσει. Επειδή δεν έχει πείρα μπορεί να πέσει έξω: «Νέος γάρ ἐκεῖ δύναται συγγνώμην ἔχειν μόνον, ὅταν εἰς διοίκησιν πραγμάτων καλῆται, ὅταν ἄπειρος ᾖ, ὅταν χρόνου δεῖται καί πείρας, ὅταν δέ δέῃ σωφροσύνην καί ἀνδρείαν ἐπιδείξασθαι, οὐκέτι, οὐδέ ὅταν δέῃ χρημάτων κρατεῖν » ( οπ.π. ). ’λλο πράγμα η διοίκηση των πραγμάτων και άλλο πράγμα η αντιμετώπιση των αμαρτημάτων και των παθών. Στο πρώτο ο Χρυσόστομος βρίσκει πολλά ελαφρυντικά, ενώ στο δεύτερο μάλλον είναι αυστηρός. Προχωρεί ο άγιος και τονίζει πως ένας γέροντας λόγω των εξασθενημένων δυνάμεών του δεν μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό του και μπορεί να παραφερθεί. Αντίθετα « οὖτος δυνάμενος, ἐάν θέλῃ, ἀρκεῖν ἑαυτῷ, ποίας ἄν τύχοι συγνώμης, μη βουλόμενος, ὅταν ἁρπάζῃ μᾶλλον τοῦ γέροντος, ὅταν μνησικακῇ, ὅταν ἐξουθενῇ, ὅταν μή προΐστηται μᾶλλον τοῦ γέροντος, ὅταν πολλά φθέγγηται ἀκαίρως, ὅταν ὑβρίζῃ, ὅταν λοιδορῆται, ὅταν μεθύῃ ;» ( οπ.π. ). Μάλιστα για να κάνει πιο πειστικό τον λόγο του, αναφέρει πως μέσα στην Εκκλησία που μιλούσε, έβλεπε πολλούς νέους να παρακολουθούν, εν αντιθέσει με πολλούς γέροντες που πήγαν να παρακολουθήσουν ιπποδρομίες: « ἐπεί καί νῦν πολλοί παρ' ἡμῖν νέοι, τό πνευματικόν τοῦτο πληροῦσιν θέατρον, οἱ δε γεγηρακότες ἐν ἱπποδρομίαις ἀσχημονοῦσι∙ ἕτεροι δ' αὖ πάλιν γέροντες μετά ταῆς πολιᾶς και τῇ ἀκροάσει κοσμοῦνται, νέοι δε τήν νεότητα διά τῆς θεωρίας τῆς ἐκεῖσε ἀλογωτέραν κατασκευάζουσιν. Εἰ γάρ καί πολλοί οἱ παρόντες ἡμῖν, ἀλλ ' οὐκ ἔχω κόρον∙ οὐ γάρ πολλούς ἠβουλόμην παρεῖναι μόνον, ἀλλά πάντας καί μηδένα τῆς ἐκκλησίας ἀπολιμπάνεσθαι∙ ὥστε, ἕως ἄν τις φάνηται κἄν εἷς ἀποβουκολουμένος, διαρρήγνυμαι καί διακόπτομαι ταῖς ὀδύναις » ( οπ. π.). Ήθελε ο άγιος όλοι να είναι στην εκκλησία. Εάν κάποιος νέος απεκόπτετο από τη σύναξη της εκκλησίας, στεναχωριόταν και τον καταλάμβαναν οδύνες.

Οι θεραπείες των παθών των νέων είναι ολόκληρη επιστήμη. Ο άγιος λέγει πως η τέχνη της διαπαιδαγωγήσεως και διαπλάσεως των νέων είναι μεγάλη. Ας δούμε πώς τεκμηριώνει την άποψή του αυτή. «Υπάρχουν ακόμη (στις Παροιμίες Σολομώντος ) αινίγματα και λόγια ασαφή, τα οποία ενώ εκ πρώτης όψεως είναι τόσο καθαρά, στεναχωρούν εκείνον που τα διαβάζει, γιατί δεν φανερώνουν αμέσως τίποτε, ούτε δίνουν και κάποια υπόνοια. Όταν όμως εξετασθούν με προσοχή, τότε δείχνουν το βαθύ νόημά τους. Όπως λέγει «Τρία πράγματα μου είναι αδύνατο να εννοήσω. Το δε τέταρτο ακόμη περισσότερο μου μένει ακατάληπτο. Τα ίχνη του αετού που πετά, τα ίχνη του πλοίου που ταξιδεύει στην θάλασσα και τις σκέψεις, τις ενέργειες και τις παρεκτροπές του νέου ανθρώπου ( PG 56, 373).

4.H διαπαιδαγώγηση των νέων

Μεγάλη βαρύτητα δίνει ο άγιος στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Επισημαίνει πως μετά την ηλικία του μειρακίου ο νέος εισέρχεται στην εφηβεία. Είναι τρικυμισμένη η ηλικία αυτή και οι άνεμοι που πνέουν είναι βίαιοι. Όπως στο Αιγαίο πέλαγος πνέουν σφοδροί άνεμοι, έτσι και ο άνεμος των επιθυμιών ταλαιπωρεί την νεότητα. Στην ηλικία αυτή δεν βλέπει διόρθωση ο άγιος: « καί αὕτη μάλιστα ἡ ἡλικία διορθώσεως ἔρημος∙ οὐ διά τό ἐνοχλῆσθαι μόνον σφοδρότερον, ἀλλά καί διά τό τά ἁμαρτήματα μή ἐλέγχεσθαι » ( PG 58, 737). Αυτό φέρνει τους παιδαγωγούς και τους δασκάλους σε αμηχανία.

Οι νέοι λόγω της ηλικίας τους μοιάζουν με ακαλλιέργητη γη, η οποία βλαστάνει από παντού πολλά αγκάθια: « πολλάς πολλαχόθεν ἐκφέρουσα τάς ἀκάνθας » ( PG 58, 504). Τους νέους παιδαγωγούμε με σύστημα. Η αγωγή να είναι ανάλογη με την ηλικία. «Στην περίπτωση των παιδιών, για εκείνα μεν που είναι πολύ μικρά ακόμη, οι γονείς παρέχουν βέβαια πράγματα, όπως παπούτσια, φορέματα, χρυσαφικά και βραχιόλια, όταν όμως μεγαλώσουν, αφού τους αφαιρέσουν αυτά, δίνουν άλλα μεγαλύτερα, δηλαδή φροντίζουν για την επιτυχία τους στο δικηγορικό βήμα, για την κατάληψη λαμπρής θέσης στην πολιτεία, για τη δημιουργία φιλικών δεσμών με τα βασιλικά ανάκτορα, τους προσφέρουν υψηλές θέσεις και αξιώματα, απομακρύνοντας έτσι αυτά από κάθε παιδική φιλοδοξία» ( PG 55, 55).

Στις γενικές του παρατηρήσεις για τους νέους ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει πως πρέπει να παρασκευάσουμε τους νέους « ὥστε δύνασθαι πρός τούς πάντας ἀντέχειν καί μή ξενίζεσθαι τοῖς ἐπιοῦσιν∙ ἐκτρέφωμεν αὐτούς ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου καί πολύς ἡμῖν ὁ μισθός ἀποκείσεται » (Προς Εφεσίους, 21 η Ομιλία, εκδ. ΕΠΕ, τ. 21, 265-266). Να μάθουμε τους νέους να μην είναι μαλθακοί αλλά και να σκληραγωγούνται. Να τους διαπαιδαγωγήσουμε να περιμένουν και τα λυπηρά στη ζωή τους. Εάν οι αγαλματοποιοί που φτιάχνουν τους αδριάντες των βασιλέων, απολαμβάνουν μεγάλης τιμής « ἡμεῖς τήν βασιλικήν εἰκόνα καλλωπίζοντες ( εἰκών γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος )» ( οπ.π. ). Μάλιστα τονίζει πως θα απολαύσουμε μύρια αγαθά. Είναι δυνατό να κάνεις τα πάντα, λέγει ο άγιος στον πατέρα, να στέλνεις το παιδί σου σε τέχνες και σε διδασκαλείο και να προβαίνεις σε πολλές άλλες ενέργειες, « ἐν δε παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου μή ἐκτρέφειν τά παιδία;» ( οπ.π. 21, 252).

Πολύ αυστηρός είναι ο ιερός Χρυσόστομος για εκείνους που παραμελούν την αγωγή των παιδιών τους. Μάλιστα λέγει πως είναι χαρακτηριστικό εσχάτης ανοίας να επιμελούμεθα τα κτήματά μας και να παραμελούμε τα παιδιά μας. « Ὅτι τῶν οἰκείων ἀμελοῦμεν, καί τῶν κτημάτων αὐτῶν ἐπιμελούμεθα, τῆς δε ψυχῆς καταφρονοῦμεν, ἐσχάτης ἀνοίας πρᾶγμα ὑπομένομεν »( PG 51, 237). Κατ' επανάληψη θα τονίσει πως η διαπαιδαγώγηση των παιδιών αρχίζει από την απαλή ηλικία, για να επιτύχει. « Ὅτε εὐήνιος ἦν, καί κομιδῇ νέος, χαλινοῦν μετ ' ἀκριβείας, ἐθίζειν πρός τά δέοντα, ῥυθμίζειν, κολάζειν αὐτοῦ τά νοσήματα τῆς ψυχῆς » ( οπ.π. ). Φέρνει κι άλλο επιχείρημα. Λέγει πως ο Θεός, για να προφυλάξει τους γονείς από την θρασύτητα των παιδιών τους, έχει νομοθετήσει το θάνατο για κείνους που κακολογούν τον πατέρα και την μητέρα τους. Πολλές φορές οι νέοι στρέφονται εναντίον του Θεού και οι γονείς δε διαμαρτύρονται. Όποιος είναι αγνώμων απέναντι στο Θεό, θα είναι και απέναντι στους γονείς∙ « Ὁ γάρ περί τόν Θεόν ἀγνώμων γενόμενος καί ἀναίσθητος, πολλῷ μᾶλλον εἰς τόν γεγεννηκότα καί εἰς τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ἐμπαροινῆσαι δυνήσεται » ( οπ.π. στηλ., 238). Βέβαια, συμβαίνει και το αντίθετο∙ « οὕτως οἱ τόν πεποιηκώτα θεραπεύοντες ἐν πολλῇ καί τούς γεγεννηκότας ἔχουσι τῇ τιμῇ » ( οπ.π. ). Θα καταλήξει ο άγιος Χρυσόστμος πως όποιος παραμελεί τα παιδιά του « διά ταύτην τήν ἁμαρτίαν τήν ἐσχάτην ὑποστήσεται δίκην » ( οπ.π. ). Αναφέρει την ιστορία του Ηλεί, για τονίσει πως η αδιάκριτη επιείκεια που έδειξε στα παιδιά του, του έφερε το θάνατο. Επίσης αναφέρει και το παράδειγμα του Αβραάμ που πάνω από την επιμέλεια των κτημάτων έβαζε την σπουδή για την ανατροφή των εκγόνων του∙ « Μίμησαι τόν Ἀβραάμ∙ καί γάρ καί ἐκεῖνος οὐχ ὑπέρ χρημάτων καί κτημάτων ἐσπούδαζεν, ἀλλ ' ὑπέρ θείων νόμων, ὅπως αὐτῶν τήν φυλακήν τοῖς ἐκγόνοις μετά ἀκριβείας παρακαταθοῖτο » ( οπ.π. στηλ. 329). Ακόμη τονίζει πως η έλλειψη αυστηρότητας απέναντι στα παιδιά και στους νέους μπορεί να τους προκαλέσει δεινά και να δεχθούν την τιμωρία των νόμων της πολιτείας και να «κολάζονται πάντων ὁρώντων », αφού βέβαια θα δεχθούν οι γονείς την κριτική των πάντων και θα τους δακτυλοδείχνουν ως υπεύθυνους για το κατάντημα των παιδιών τους ( οπ. π. στηλ. 329). Για τον Χρυσόστομο τα παιδιά είναι χρυσά αγάλματα που στολίζουν το σπίτι∙ « Νόμισον ἀγάλματα χρυσᾶ ἔχειν ἐπί τῆς οἰκίας τούς παῖδας » ( οπ.π. ).

Σε μια άλλη ομιλία του για τους γονείς και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους λέγει∙ «Θρέψε αθλητή για το Χριστό. Δεν λέγω να του στερήσεις το γάμο και να τον στείλεις στις ερημιές και να τον παρασκευάσεις να προτιμήσει το βίο των μοναχών∙ « οὐ τοῦτο λέγω». Επιθυμώ αλήθεια, κι αυτό θα το ευχόμουνα σε όλους, αλλά επειδή μου φαίνεται φορτίο, δεν αναγκάζω κανένα. « Θρέψον ἀθλητήν τῷ Χριστῷ καί ἐν κόσμ ῳ ὄντα δίδαξον εὐλαβῆ ἐκ πρώτης ἡλικίας » (ΕΠΕ, 30, 640). Πολλοί ακούγοντας τα λόγια αυτά του Χρυσοστόμου έλεγαν∙ «μήπως πρόκειται να κάνουμε το παιδί μου μοναχό;» «Τι δέδοικας δέος πολλοῦ κέρδους ἀνάμεστον ;» Γιατί φοβάσαι φόβο που είναι γεμάτος από κέρδος; « Χριστιανόν αὐτόν ποίησον. Μάλιστα γάρ τοῖς κοσμικοῖς ἀναγκαῖον τά ἐντεῦθεν εἰδέναι διδάγματα, μάλιστα τοῖς παισί » (ΕΠΕ, 21, 250).

Πάρα πολύ σπουδαίες παρατηρήσεις κάνει ο άγιος και για την ειδική παιδεία των νέων. Μάλιστα συνιστά πράγματα ανάλογα με την ηλικία τους. Τα παιδιά στην πολύ μικρή ηλικία δεν είναι καλό να μαθαίνουν «γραώδεις και ληρώδεις μύθους» (ΕΠΕ 30, 654). Μάλιστα κατακρίνει τους άθεσμους έρωτες που περιγράφονται στους αρχαίους μύθους. Απευθύνεται στον πατέρα και του λέγει να αφηγείται διηγήματα. « Καταγλύκανε τά διηγήματα ὥστε τινα εἶναι τῷ παιδί καί τερπνότητα καί μή ἀποκάμνειν αὐτῷ τήν ψυχήν »( οπ. π. 656) δηλ. να παρουσιάζει διηγήματα από την Αγία Γραφή με χάρη, ώστε και να χαίρεται το παιδί και να μην κουράζεται. Π. χ. να διηγούνται οι γονείς την ιστορία του Κάιν και του ’βελ. Να αφηγηθούν το περιστατικό άλλοτε ο πατέρας και άλλοτε η μητέρα. Όταν μάλιστα το καταλάβει το παιδί, να του λένε και το κέρδος∙ « ὁρᾷς ὅσον κακόν ἡ γαστριμαργία; ὁρᾷς ὅσον κακόν ἐστίν φθονεῖν τόν ἀδελφόν »( οπ. π. σελ. 660). Επίσης δεν πρέπει ο πατέρας να αρκείται σ' αυτό, « ἀλλά καί ἐν ἐκκλησίᾳ χειραγωγῶν ἄγε∙ καί σπούδασε αὐτόν ἄγειν, ὅταν μάλιστα αὕτη ἡ διήγησις ἀναγιγνώσκεται » ( οπ. π. σελ. 662). Προφανώς ο άγιος προτείνει αυτό, επειδή ξέρει πως οι ιστορίες της Γραφής είναι αληθινές και πρέπει οπωσδήποτε το παιδί να τις παραδεχθεί και να τις αξιολογήσει σωστά για την πνευματική του πρόοδο.

Ο άγιος Χρυσόστομος είναι αντίθετος να δίνονται στα παιδιά ονόματα του πατέρα ή της μητέρας ή του παπού και του επιπάπου, « ἀλλ ' εἰς τά τῶν δικαίων, καί τῶν μαρτύρων, τῶν ἀποστόλων, τῶν ἐπισκόπων. Ἔστω αὐτοῖς καί τοῦτο ζῆλος∙ ὁ μέν Πέτρος καλείσθω, ὁ δέ Ἰωάννης, ὁ δέ ἑτέραν τινα προσηγορίαν ἑνός τῶν ἁγίων...( οπ. π. σελ. 668).

Ο μέγας Διδάσκαλος της Εκκλησίας δικαιολογεί την προτροπή του για τις διηγήσεις από τις Γραφές με τα ακόλουθα επιχειρήματα. Αν εντυπωθούν τα καλά διδάγματα στην απαλή ηλικία, κανείς δεν θα μπορέσει να τα βγάλει, « ὅταν σκληρά γένηται ὡς τύπος ὥσπερ καί ὁ κηρός» (ΕΠΕ 30, 640). Το παιδί στην μικρή ηλικία έχει μέσα του το φόβο και μπροστά στους γονείς του είναι συνεσταλμένο. Αυτό οφείλει ο πατέρας να το καλλιεργήσει, για να βάλει στην ψυχή του τα καλά διδάγματα. « Σύ δε πρῶτος ἀπολαύεις τῶν ἀγαθῶν, ἐάν υἱόν ἔχῃς καλόν» ( οπ.π. ).

’λλη τακτική ακολουθούμε, όταν φθάσουν στην ήβη. Γράφει σχετικά: « Ἡμεῖς τούς παῖδας τούς ἡμετέρους ὅταν ἡβήσωσι, πολλῷ μείζονα ἀπαιτοῦμεν τά κατορθώματα, καί ἅ ποιοῦντας πρότερον ἐπῃνοῦμεν κατά τήν πρώτην ἡλικίαν, ταῦτα γενομένους ἄνδρας καί κατορθοῦντας οὐκέτι ὁμοίως θαυμάζομεν, ἀλλ ' ἕτερα πολλῷ μείζονα ἐκείνω κελεύομεν ἐπιδείκνυσθαι ». ( PG 48, 594), δηλ. όταν τα παιδιά μας γίνουν έφηβοι, εμείς του ζητάμε πολύ μεγαλύτερα κατορθώματα. Και αυτά που έκαναν κατά την παιδική ηλικία και για τα οποία τα επαινούσαμε, αυτά τα ίδια όταν τα κατορθώνουν τώρα που έγιναν άνδρες, δεν τα θαυμάζουμε καθόλου το ίδιο, αλλά τους δίνουμε εντολή να παρουσιάσουν άλλα πολύ ανώτερα από εκείνα.

Σωστό είναι, λέγει ο Χρυσόστομος, όταν αυξηθεί η ηλικία του να λέμε στο παιδί και « φοβερώτερα διηγήματα» (ΕΠΕ 30, 670). Στα δεκαπέντε περίπου χρόνια του νέου να του λέμε « τά περί γεένης » ( οπ.π. ). Στα δεκαοχτώ του να του μιλήσουμε για τον κατακλυσμό, για τα Σόδομα και την καταστροφή τους, τα γεγονότα της Αιγύπτου, «πάντα ὅσα κολάσεως γέμει, μετά πολλῆς τῆς πλατύτητος » ( οπ.π. ). Θέλει ο άγιος με λεπτομέρειες να αναπτύσσουμε στο παιδί και στο νέο θέματα της Αγίας Γραφής. Όταν μεγαλώσει πιο πολύ να του μιλήσουμε για τη Καινή Διαθήκη. Οφείλουμε να περιφράττουμε « αὐτοῦ τήν ἀκοήν τοῖς διηγήμασι καί μυρίοις ἑτέροις καί οἴκοθεν παρεχόμενοι τά ὑποδείγματα » ( οπ. π.).

Την ψαλμωδία και την εκκλησιαστική μελωδία ο άγιος Χρυσόστομος την προτείνει και για τους νέους. « Μανθανέτω τοίνυν ( ὁ νέος) τῷ Θεῷ ψάλλειν, ἵνα μή σχολάζῃ αἰσχραῖς ὠδαῖς καί διηγήμασιν ἀκαίροις » ( οπ.π., σελ. 652). Κάνει και την πικρή διαπίστωση για την εποχή του πως οι νέοι ξέρουν όλα τα κοσμικά και τους χορούς, ενώ αγνοούν τα ψάλματα και τις ωδές. « Νῦν δε σατανικάς μέν ὠδάς καί ὀρχήσεις ἐροῦσιν οἱ παῖδες οἱ ὑμέτεροι, καθάπερ οἱ μάγειροι καί οἱ ὀψῶναι καί οἱ χορευταί∙ ψαλμόν δε οὐδείς οἶδεν, ἀλλά καί αἰσχύνη τό πρᾶγμα δοκεῖ εἶναι καί χλευασία καί γέλως » (ΕΠΕ, 22, 266).

Ο σοφός Παιδαγωγό τη Εκκλησίας άγιος Χρυσόστομος προτείνει κι άλλη παιδεία για τους νέους. « Ἔπειτα ἑτέρας ἐπινοῶμεν αὐτῷ τέρψεις ἀβλαβεῖς. Πρός ἄνδρας ἁγίους ἀπάγωμεν, ἄνεσιν παρέχωμεν...» (ΕΠΕ 30, 690). Πολύ σπουδαία η προτροπή του αγίου για τα παιδιά. Να τα πάμε να γνωρίσουν αγίους άνδρας που βιώνουν το Ευαγγέλιο. Να δουν με τα μάτια τους πως δεν είναι ανεφάρμοστα τα λόγια του Χριστού και της Γραφής. Αυτό είναι το πιο ισχυρό όπλο που προσφέρει στους γονείς για τα παιδιά τους. Αρκεί να δει κάποιος έναν άγιο να ζει με συνέπεια το Ευαγγέλιο και να αλλάξει γνώμη για την καθημερινή του ζωή. Πολλοί έτσι πίστεψαν στο Χριστό και βγήκαν μέσα από την αμαρτία και έβαλαν πνευματική αρχή. Γνώρισαν κάποιον άγιο άνθρωπο και τον αντέγραψαν. Έγιναν μιμητές του, όπως κι εκείνος του Χριστού.

5. Επιλογικά

Τελειώνοντας όλες αυτές τις παρατηρήσεις, τις οποίες ο ιερός Πατήρ κάνει για τους νέους, καταλαβαίνουμε πόσο σπουδαία είναι η παιδεία που προσφέρουμε σε αυτούς. Οφείλει να είναι επιμελημένη, κατά Χριστόν, να μην είναι πρόχειρη, να είναι συστηματική και αποτελεσματική. Οι γονείς, ό,τι πιο πολύτιμο έχουν μετά το Θεό είναι τα παιδιά τους. Δεν είναι μέριμνα των γονέων σωστή να τους αφήσουν περιουσίες και χρήματα, αλλά να τους κάνουν, όπως λέγει ο Χρυσόστομος, καλούς Χριστιανούς, που θα ενδιαφέρονται για το Θεό και την εικόνα του Θεού που είναι ο άνθρωπος.


http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=patr&contents=contents.asp&main=katixisi&file=Dialogoi/page3.htm

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» - Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Δεν χρειάζεται να δώση ο άνθρωπος άλλο τίποτε σάν αντάλλαγμα για την ψυχή του παρά το να γνωρίζη τον εαυτό του πως είναι μηδέν. Και με αυτό θα προσφέρη στον Θεό «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην», η οποία είναι η μόνη θυσία που αρμόζει να προσφέρεται στο Θεό από κάθε ευσεβή άνθρωπο.

Και αυτήν μόνο την θυσία δεν πρόκειται να εξουδενώση ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τον άνθρωπο πως δεν έχει άλλο τίποτε δικό του να του προσφέρη σάν θυσία, καθώς λέγει και ο Δαυΐδ: «Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα άν? ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον? καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει».

Με αυτήν την θυσία και σώθηκαν και σώζονται και θα σωθούν βασιλείς, δυνάστες, ευγενείς, δυσγενείς, σοφοί, αμαθείς, πλούσιοι, φτωχοί, ζητιάνοι, άδικοι, πλεονέκτες, άνομοι, ασελγείς, φονιάδες και κάθε είδος αμαρτωλών. Και το βάθος αυτής της θυσίας πρέπει να μετράται με το μέτρο των αμαρτημάτων? δηλαδή κατά τις αμαρτίες που έκανε ο άνθρωπος, ανάλογη να έχη και την ταπείνωσι και την συντριβή.

Aλλά ακόμη και όσιοι και δίκαιοι και καθαροί τή καρδία και όλοι γενικά διά μέσου αυτής μόνο της θυσίας σώζονται. Και η ελεημοσύνη και η πίστις και η φυγή του κόσμου και αυτός ο μεγάλος αγώνας του μαρτυρίου από τα κάρβουνα αυτής της θυσίας, δηλαδή της συντριβής, παίρνουν φωτιά.

Και αυτή είναι η θυσία στην οποία δεν βρίσκεται αμαρτία και η οποία νικά την φιλανθρωπία του Θεού. Γι? αυτήν την θυσία μόνο έρχονται οι αρρώστιες, οι θλίψεις, οι στενοχώριες, τα πταίσματα, τα πάθη τα ψυχικά και τα συνακόλουθα σωματικά? για να προσφέρη αυτήν την θυσία στον Θεό κάθε θεοσεβής.

Διότι εκείνος που θα αποκτήση αυτήν την θυσία, την συντριβή και ταπείνωσι, δεν είναι δυνατόν να πέση από κανένα μέρος, γιατί βρίσκεται πιό κάτω από όλους. Και ο Θεός δεν κατέβηκε στην γή και δεν ταπείνωσε τον εαυτό του μέχρι θανάτου για τίποτε άλλο παρά μόνο, για να εμφυτεύση σε όσους πιστεύουν σ? αυτόν «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην».

Αν υποθέσουμε ότι κάποιος σκορπίζει όλα του τα υπάρχοντα και τα δίνει σε πτωχούς και νηστεύει και αγρυπνεί και χαμευνεί και προσεύχεται στο Θεό νύκτα και μέρα, και δεν ζητήση από το Θεό να αποκτήση καρδιά από φυσικού της συντετριμμένη και τεταπεινωμένη (διότι «πάν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον εκ του Πατρός των φώτων»), αυτός ο άνθρωπος δεν πρόκειται να ωφελήση καθόλου τον εαυτό του. Πρέπει λοιπόν να επιζητούμε εκείνη και μόνο την οδό διά της οποίας εμφυτεύεται μέσα μας καρδιά από φυσικού της συντετριμμένη και τεταπεινωμένη.

Συμεών ο Νέος Θεολόγος


http://www.gerontas.com/content/view/1967/167/

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390 μ.Χ.)

Γεννήθηκε το 329 μ.Χ. στην Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας, από τον Γρηγόριο, επίσκοπο Ναζιανζού (†1η Ιανουαρίου) και την Νόννα (†5 Αυγούστου). Έχει δύο αδέρφια: τον Καισάρειο και τη πασίγνωστη για την ευσέβειά της αδερφή Γοργονία.




Στη Ναζιανζό, διδάσκεται τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ τη μέση στη Καισάρεια, όπου γνωρίζεται με το συμμαθητή του Μ. Βασίλειο. Έπειτα, πηγαίνει κοντά σε περίφημους διδασκάλους της ρητορικής στη Παλαιστίνη και στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στα Πανεπιστήμια της Αθήνας. Οι σπουδές του διήρκεσαν 13 ολόκληρα χρόνια (από 17 έως 30 ετών).


Μετά τις σπουδές στην Αθήνα ο Γρηγόριος επιστρέφει στη πατρίδα του μονολότι του πρόσφεραν έδρα Καθηγητή Πανεπιστημίου. Εκεί, ο πατέρας του, επίσκοπος Ναζιανζού, τον χειροτονεί πρεσβύτερο. Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος προτιμά την ησυχία του αναχωρητηρίου στο Πόντο, κοντά στο φίλο του Βασίλειο, για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή.


Μετά, όμως, από θερμές παρακλήσεις των δικών του, επιστρέφει στην πατρίδα του και μπαίνει στην ενεργό δράση της Εκκλησίας. Στα 43 του χρόνια ο Θεός τον ανύψωσε στο επισκοπικό αξίωμα. Έδρα του ορίστηκε η περιοχή των Σασίμων την οποία ποτέ δεν ποίμανε λόγω των Αρειανών κατοίκων της.


Όμως, ο θάνατος έρχεται να πληγώσει τη ψυχή του, με αλλεπάλληλους θανάτους συγγενικών προσώπων. Πρώτα του αδερφού του Καισαρείου, έπειτα της αδερφής του Γοργονίας, μετά του πατέρα του και, τέλος, της μητέρας του Νόννας. Μετά απ’ αυτές τις θλίψεις, η θεία Πρόνοια τον φέρνει στην Κωνσταντινούπολη (378), όπου υπερασπίζεται με καταπληκτικό τρόπο την Ορθοδοξία και χτυπά καίρια τους Αρειανούς, που είχαν πλημμυρίσει την Κωνσταντινούπολη.




Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ήταν στα χέρια των αιρετικών. Όμως ο Άγιος δεν απελπίζεται. Μετατρέπει ένα δωμάτιο στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν σε ναό και του δίνει συμβολικό όνομα. Ονομάζει το ναό Αγία Αναστασία δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της Ορθόδοξης Πίστης.


Οι αγώνες είναι επικίνδυνοι. Οι αιρετικοί ανεβασμένοι πάνω στις σκεπές των σπιτιών του πετούν πέτρες και έτσι ο Άγιος Γρηγόριος δοκιμάζεται πολύ. Στο ναό της Αγίας Αναστασίας εκφωνεί τους περίφημους πέντε θεολογικούς λόγους που του έδωσαν δίκαια τον τίτλο του Θεολόγου.



Μετά το σκληρό αυτό αγώνα, ο Μ. Θεοδόσιος τον αναδεικνύει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (381). Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον αναγνώρισε ως Πρόεδρό της. Όμως μια μερίδα επισκόπων τον αντιπολιτεύεται για ευτελή λόγο. Τότε ο Γρηγόριος, αηδιασμένος, δηλώνει τη παραίτησή του, αναχωρεί στη γενέτειρά του Αριανζό και τελειώνει με ειρήνη τη ζωή του, το 390.


Άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φιλοσοφημένα 408 ποιήματά του 18.000 περίπου στίχων. Είναι από τα μεγαλύτερα πνεύματα του Χριστιανισμού και από τους λαμπρότερους αθλητές της ορθόδοξης πίστης.


Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, στο Άγιο Όρος.


Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 25 Ιανουαρίου.

Απολυτίκιο
«Ο ποιμενικός αυλός της θεολογίας σου, τας των ρητόρων ενίκησε σάλπιγγας· ως γαρ τα βάθη του Πνεύματος εκζητήσαντι, και τα κάλλη του φθέγματος προσετέθη σοι. Αλλά πρεύσβευε Χριστω τω Θεω, Πάτερ Γρηγόριε, σωθηναι τας ψυχάς ημων».

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου.

A. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από σήμερα μπαίνει ή Εκκλησία μας στην περίοδο του Τριωδίου. Είναι μια περίοδος προσευχής και μετάνοιας των χριστιανών από σήμερα μέχρι τη γιορτή του Πάσχα. Η Εκκλησία μας διαβάζει σήμερα την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Θέλει να μας δείξει πως η αληθινή μετάνοια του ανθρώπου αρχίζει με την αρετή της ταπεινοφροσύνης, που τελικά οδηγεί τον άνθρωπο κοντά στο Θεό. Αντίθετα η υπερηφάνεια απομακρύνει τον άνθρωπο από το Θεό και τον οδηγεί στην αιώνια καταστροφή.

Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή. Δυο άνθρωποι ανέβηκαν στο Ναό για να προσευχηθούν ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος ήταν τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν στον εαυτό του με αυτά τα λόγια:

«Θεέ μου, σ' ευχαριστώ, γιατί εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους τους ανθρώπους, που είναι κλέφτες, άδικοι, άτιμοι ή και σαν αυτόν τον τελώνη· νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα, δίνω το ένα δέκατο απ' όλα τα εισοδήματα μου.

Και ο τελώνης στεκόταν από μακριά και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, μόνο χτυπούσε στο στήθος του και έλεγε· Θεέ μου, συχώρεσε με τον αμαρτωλό.

Σας λέγω πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συχωρεμένος παρά ο άλλος. Γιατί όποιος υπερηφανεύεται θα ταπεινωθεί, ενώ όποιος ταπεινώνεται θα ανυψωθεί.

1. Οι Φαρισαίοι, όπως ξέρουμε, ήταν άνθρωποι γεμάτοι εγωισμό και υπερηφάνεια. Πίστευαν στον εαυτό τους και μάλιστα νόμιζαν πως μόνον αυτοί ήταν δίκαιοι και άγιοι. Τους άλλους ανθρώπους τους περιφρονούσαν, γιατί όλους τους έβλεπαν ως αμαρτωλούς. Τέτοιοι Φαρισαίοι δεν υπήρχαν μόνο στην εποχή του Κυρίου, αλλά βρίσκονται μέχρι σήμερα. Ο Φαρισαίος της παραβολής δείχνει υπερηφάνεια και απέναντι στο Θεό. Στην προσευχή του αναφέρει τα καλά έργα του και μάλιστα περισσότερα από εκείνα που ζητούσε ο μωσαϊκός Νόμος. Στο τέλος της παραβολής ο Κύριος μας υπογραμμίζει ότι ο Θεός απόρριψε το Φαρισαίο και επομένως και τα έργα του, γιατί ήταν εγωιστής και υπερήφανος.

2. Ο Τελώνης από την άλλη μεριά προσευχόταν με σκυμμένο κεφάλι, γιατί πίστευε πως είναι πολύ αμαρτωλός. Ο Τελώνης είχε μέσα του την αρετή της ταπεινοφροσύνης. Δε δικαιολογούσε τον εαυτό του. Ζητούσε διαρκώς τη συχώρεση του Θεού: « Ο Θεός, ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ». Ο Κύριος στο τέλος της παραβολής μας λέγει πως ο Τελώνης έγινε δεκτός από το Θεό και δικαιώθηκε, δηλαδή έγινε άξιος μέτοχος της Βασιλείας των Ουρανών.

3. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πρώτη αρετή του χριστιανού, που πρέπει να την αποκτήσει από την παιδική του ηλικία. Ταπείνωση σημαίνει να έχουμε πάντα αληθινή και σωστή γνώμη για τον εαυτό μας. Να αναγνωρίζουμε τα σφάλματα μας και τις παραλείψεις μας και να ζητούμε το έλεος και τη συχώρεση του Θεού. Γι’ αυτό και στην Εκκλησία μας παρακαλούμε αδιάκοπα το Θεό: «Κύριε ελέησον». Είναι η προσευχή των ταπεινών ανθρώπων, και ο Χριστός τελικά μας δικαιώνει και μας ανυψώνει στην πιο υψηλή θέση. Μας χαρίζει με το έλεος και τη συχώρεση του τη Βασιλεία των Ουρανών, δηλαδή να είμαστε αιώνια μαζί Του.

4. Με τέτοια ταπείνωση και σωστή προσευχή πρέπει να αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε στην περίοδο του Τριωδίου και της Μεγάλης Σαρακοστής. Με την κατάλληλη προετοιμασία θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε τη σταυρική θυσία του Κυρίου μας. Να νιώσουμε την αγάπη του Χριστού, που μας την προσφέρει για να απολαύσουμε κοντά του τη σωτηρία μας. Μόνον έτσι μπορούμε να πάρουμε μέρος και στη δόξα της Αναστάσεως του Κυρίου. Η Ανάσταση θα μας οδηγήσει στην πραγματική υπερύψωση, όπως μας διαβεβαιώνει σήμερα ο Χριστός στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου.

Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:

«Ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκά κεφ. ιη' στίχος 14).

Πηγή: http://www.xfd.gr

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ



(22 Ιανουαρίου)

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα



Ο Απόστολος Τιμόθεος ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Γεννήθηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ιουδαία. Ο πατέρας του έφυγε από την πρόσκαιρη αυτήν ζωή πολύ νωρίς και ο άγιος Τιμόθεος μεγάλωσε με την μητέρα του Ευνίκη και την γιαγιά του Λωΐδα, που τον ανέθρεψαν με το ανόθευτο γάλα της πίστης και του έμαθαν από τα παιδικά του χρόνια να προσεύχεται και να μελετά τον λόγο του Θεού. Όταν ο Απόστολος Παύλος πέρασε από τα Λύστρα εκτίμησε τα πνευματικά χαρίσματα του νεαρού Τιμοθέου και στο πρόσωπό του είδε τον άξιο αποστολικό εργάτη. Τον πήρε μαζί του στην δεύτερη αποστολική του περιοδεία του και αργότερα τον τοποθέτησε στην Έφεσο, για να ποιμάνη το ποίμνιο της Τοπικής αυτής Εκκλησίας ως Επίσκοπός της. Ο Απόστολος Παύλος του απέστειλε δύο επιστολές, οι οποίες ευρίσκονται στην Καινή Διαθήκη. Πρόκειται για θαυμάσια συμβουλευτικά κείμενα που πρέπει να μελετούμε όλοι οι πιστοί και κυρίως οι πνευματικοί ποιμένες.

Μετά το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου Παύλου στην Ρώμη, ο Απόστολος Τιμόθεος συνέχισε το ποιμαντικό του έργο στην Έφεσο μέχρι το δικό του μαρτυρικό τέλος. Σύμφωνα με την Παράδοση υπέστη μαρτυρικό θάνατο από τους εξαγριωμένους ειδωλολάτρες, επειδή επέκρινε τα όργιά τους σε μια σειρά γιορτών της Αρτέμιδος της Εφεσίας.

Στις δύο Επιστολές του προς τον άγιο Τιμόθεο ο Απόστολος Παύλος του δίνει διάφορες συμβουλές για την προσωπική του προκοπή, αλλά και για την προκοπή του ποιμνίου του. Του γράφει μεταξύ των άλλων:

- «Εντρεφόμενος τοις λόγοις της πίστεως και της καλής διδασκαλίας η παρηκολούθηκας» (Α Τιμ. δ 6)

Τον προτρέπει να τρέφεται με τους λόγους της πίστεως και της καλής διδασκαλίας που παρακολούθησε, για να είναι σε θέση, στην συνέχεια, να θρέψη ως καλός ποιμένας και το λογικό του ποίμνιο.

Ο λόγος του Θεού είναι πραγματικά πνευματική τροφή που στηρίζει και δυναμώνει και παράλληλα ξεκουράζει και παρηγορεί τον άνθρωπο, αλλά είναι και ζωντανό πνευματικό νερό που δροσίζει και ξεδιψά την ψυχή του. Βέβαια όταν είναι καθαρός και ανόθευτος, γιατί και σήμερα, όπως και στην εποχή του αγίου Τιμοθέου, αλλά και σε κάθε εποχή, υπάρχουν οι αιρετικοί, οι οποίοι νοθεύουν την πίστη και μαζί με την πνευματική τροφή προσφέρουν και πνευματικό δηλητήριο.

Στην σημερινή εποχή της υπερκατανάλωσης οι ανθρώπινες κοινωνίες μαστίζονται κυρίως από την πνευματική πείνα. Παρ’ όλον που κυκλοφορούν σήμερα πολλά πνευματικά βιβλία και ακούονται πολλά κηρύγματα, σε όλη σχεδόν την γη, εν τούτοις εξακολουθεί να υπάρχη πνευματική πείνα, «λιμός του ακούσαι λόγον Κυρίου». Αφ’ ενός μεν γιατί οι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους δυστυχώς δεν μελετούν και για το γεγονός αυτό ευθύνονται πολλοί παράγοντες, όπως η τηλεόραση, η χαλάρωση των ηθών, η αδιαφορία για την πνευματική ζωή λόγω της αφθονίας των υλικών αγαθών κ.λ.π., αφ’ ετέρου δε γιατί τις περισσότερες φορές, ακόμη και εκεί που αφθονούν τα βιβλία και τα κηρύγματα, αυτό που προσφέρεται ως λόγος Θεού και ως τροφή πνευματική δεν είναι παρά θεολογία των παθών. Δηλαδή, εμπαθής ανθρώπινος λόγος που δεν έχει την δύναμη να παρηγορήση, να στηρίξη και να αναγεννήση τον άνθρωπο.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η εκκοσμίκευση έλαβε επικίνδυνες διαστάσεις και κατατρώει το μεδούλι της Ορθόδοξης θεολογίας και ζωής. Πολλά κηρύγματα είναι, δυστυχώς, άχροα, άοσμα, άγευστα και είναι οτιδήποτε άλλο παρά λόγος Θεού. Επίσης, άλλο πράγμα είναι ο λόγος περί του Θεού και άλλο ο λόγος του Θεού, που είναι καρπός εμπειρίας και θεοπτίας. Και αν ο κήρυκας του Θείου λόγου δεν έχει μεγάλη προσωπική πείρα και εμπειρία, ωστόσο έχει την δυνατότητα να «εκμεταλλεύεται» την πείρα και την εμπειρία των θεοπτών Αγίων και πρέπει να το κάνη και να μη λέγη δικές του σκέψεις και στοχασμούς, επειδή υπάρχει ενδεχόμενο να κάνη σοβαρά λάθη. Και ασφαλώς κανένας δεν έχει το δικαίωμα να παίζη με την σωτηρία την δική του, αλλά και των συνανθρώπων του. «Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να τονίζεται και το πως είναι δυνατόν κανείς να πραγματοποιήση τον σκοπό της ζωής του και να επιτύχη την σωτηρία του, ποιό τρόπο και ποιά μεθοδο θα πρέπη να ακολουθήση» (Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος).

- «ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού» (Β Τιμ. α 7)

Προτρέπεται ο Απόστολος Τιμόθεος να αναζωπυρώνη την φλόγα του χαρίσματος του Θεού, που του δόθηκε δια της επιθέσεως των χειρών του Αποστόλου Παύλου, επειδή ο Θεός δεν μας έδωσε πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση σε πολλούς ανθρώπους ότι όλοι εκείνοι που αγωνίζονται να βιώνουν το θέλημα του Θεού στην ζωή τους είναι δειλοί, απόκοσμοι, αποκομμένοι από την κοινωνία, αποτυχημένοι της ζωής και χωρίς την δύναμη να αντιμετωπίσουν την καθημερινότητα και τα προβλήματά της. Αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, επειδή χρειάζεται να διαθέτη κανείς μεγάλη ανδρεία, εσωτερική δύναμη και πνευματική λεβεντιά για να μπορέση να απαρνηθή το θέλημά του, να βιώση την υπακοή στο θέλημα του Θεού και να ζη με παρθενία, αγνεία και σωφροσύνη σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες μέσα στον κόσμο ως έγγαμος η ως ασκητής στην έρημο με εκούσιες στερήσεις, με άσκηση και προσευχή, μακριά από αγαπημένα πρόσωπα, «μόνος μόνω Θεώ». «Το να προσεύχεσαι για όλο τον κόσμο είναι σαν να χύνης αίμα» (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης).

Όσοι έχουν μάθει να τρέφονται με το ανόθευτο γάλα της πίστης από τον ζωντανό μαστό της Εκκλησίας και όχι από κακέκτυπα υποκατάστατά της, αυτοί αποκτούν πνευματικά αντισώματα, πνευματική υγεία, ανδρεία και ευρωστία και αληθινή λεβεντιά.–

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ




(21 Ιανουαρίου)

του Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα



Ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής γεννήθηκε το 580 μ. Χ. στην Κωνσταντινούπολη από οικογένεια ευγενή και έκανε λαμπρές θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές. Γύρω στο 610 ο αυτοκράτορας Ηράκλειος του εμπιστεύθηκε την θέση του πρώτου γραμματέα του, την οποία ο άγιος ετίμησε και ελάμπρυνε με την εντιμότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Μετά από τρία – τέσσερα χρόνια, όμως, εγκατέλειψε αυτήν την περιζήτητη θέση και έγινε μοναχός σε Μοναστήρι στην Χρυσούπολη (Σκούταρι), στην άλλη όχθη του Βοσπόρου, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Το 618 απέκτησε έναν αφοσιωμένο μαθητή, τον μοναχό Αναστάσιο, ο οποίος έμεινε κοντά του σε όλη του την ζωή κι ακόμα είχε τον ίδιο με αυτόν μαρτυρικό θάνατο.

Ο άγιος Μάξιμος πέρασε όλη την ζωή του ως απλός μοναχός, παρά το ότι υπήρξε η πιο λαμπρή διάνοια της εποχής του. Αγωνίστηκε με ανδρεία και ζήλο εναντίον των αιρετικών μονοθελητών. Η σύγκληση της Συνόδου του Λατερανού το 649 από τον πάπα Μαρτίνο τον Α , που κατεδίκασε τον μονοθελητισμό, οφείλεται στον αγώνα και τις προσπάθειες του αγίου Μαξίμου, ο οποίος πήγε στην Ρώμη γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι αποφάσεις της Συνόδου αυτής στάλθηκαν σε όλον τον κόσμο. Ο άγιος Μάξιμος, όμως, συνελήφθη, βασανίσθηκε σκληρά και εξορίσθηκε στην Βιζύη της Θράκης. Στην συνέχεια, του έκοψαν την γλώσσα και το δεξί του χέρι και τον έστειλαν σε καινούργια εξορία στην Λαζική, στην ανατολική παραλία της Μαύρης θάλασσας. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών, εξαντλημένος από τα μαρτύρια και τα γεράματα. Εξακολουθεί όμως να διδάσκη και να εμπνέη με τα συγγράμματά του, τα οποία αποπνέουν την ευωδία του Αγίου Πνεύματος. Σημαντικότερα από αυτά είναι: «Λόγος ασκητικός», «400 Κεφάλαια Περί Αγάπης», «Ερωτήσεις και Αποκρίσεις», «100 Γνωστικά Κεφάλαια», «Περί Διαφόρων Αποριών των Αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου», «Εις την Προσευχή του Πάτερ ημών», «Μυσταγωγία» και άλλα.

Ο βίος και η πολιτεία του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Σημαντικά και αξιοπρόσεκτα είναι τα όσα γράφει ο άγιος Μάξιμος στον πρόλογο του λόγου του περί ασκητικού βίου και περί αγάπης, που απευθύνει προς «Ελπίδιον Πρεσβύτερον», ο οποίος, όπως φαίνεται, του εζήτησε αυτόν τον λόγο? «παρακαλώ δε τούτο? μη εις όχλησιν ηγείσθαι τα ειρημένα? επιταγήν γαρ πεπλήρωκα».

Στην αρχή, διασαφηνίζει ότι όλα όσα αναφέρονται σ’ αυτό το κείμενο δεν είναι στοχασμοί της διανοίας του, αλλά απόσταγμα της σοφίας των αγίων Πατέρων, των οποίων εμελέτησε τους λόγους και στην συνέχεια, υποδεικνύει στον παραλήπτη του λόγου τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπη να μελετά, για να ωφελήται πνευματικά. Μελετώντας, θα πρέπη να προσπαθή να θηρεύη την ωφέλεια που προέρχεται από τους λόγους παραβλέποντας το ακαλλές των λέξεων και να εύχεται και για τον συγγραφέα. Από ταπείνωση δε προσθέτει ότι ο συγγραφέας του εν λόγω πονήματος είναι έρημος πάσης πνευματικής ωφελείας. Επίσης, τονίζει ότι η μελέτη των πνευματικών πονημάτων πρέπει να γίνεται όχι από περιέργεια, αλλά με φόβο Θεού και αγάπη, επειδή χωρίς την Χάρη του Θεού δεν θα μπορέση να αντιληφθή το βάθος των αναγινωσκομένων, προκειμένου να ωφεληθή από αυτά. «Εάν κάτι το οποίο ανακαλύπτεται από τα αναγινωσκόμενα φανή χρήσιμο στην ψυχή, θα φανή σίγουρα χρήσιμο μόνον με την Χάρη του Θεού σε εκείνον ο οποίος μελετά με φόβο Θεού, αγάπη και χωρίς περιέργεια. Όποιος, όμως, μελετά αυτό το πόνημα η και οποιοδήποτε άλλο, όχι για να ωφεληθή πνευματικά, αλλά για να θηρεύση λέξεις προκειμένου να κατηγορήση αυτόν που το συνέγραψε και να παραστήση, ως υπερήφανος, τον εαυτό του σοφότερο του συγγραφέως, αυτός δεν πρόκειται ποτέ να βρη κάτι ωφέλιμο από οποιοδήποτε βιβλίο».

Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και με τους ακροατάς των πνευματικών λόγων. Όσοι επιθυμούν να τραφούν πνευματικά, να στηριχθούν και να παρηγορηθούν, θα πρέπη να ακροώνται με ταπείνωση και φόβο Θεού. Επίσης, θα πρέπη να προσεύχονται για τον εξ ύψους φωτισμό του ομιλητή, αλλά και για να ανοίξη ο Θεός τον νουν τους, ούτως ώστε να καταλάβουν όσα θα ακούσουν. Αντίθετα, εάν προσπαθούν να θηρεύσουν λέξεις, να τις απομονώσουν και να κατακρίνουν τον ομιλητή, δεν πρόκειται ποτέ να ωφεληθούν.

Δεύτερον. Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρει ο άγιος Μάξιμος, σχετικά με τον λόγο του Θεού, στο τέλος της πρώτης εκατοντάδος των Κεφαλαίων περί Θεολογίας. «Το μάννα, που δόθηκε στον Ισραηλιτικό λαό στην έρημο είναι ο λόγος του Θεού, ο οποίος επαρκεί προς κάθε ηδονή αυτών οι οποίοι τον τρώγουν και αλλάζει γεύση ανάλογα με την διαφορά της επιθυμίας τους, επειδή έχει ποιότητα κάθε πνευματικής τροφής. Γι’ αυτό και σε αυτούς που είναι αναγεννημένοι πνευματικά γίνεται λογικό άδολο γάλα. Στους ασθενείς γίνεται λάχανο και ενισχύει την δύναμη της ψυχής που ασθενεί. Σε αυτούς δε, που έχουν γυμνασμένα τα αισθητήρια της ψυχής προς διάκριση καλού και κακού, δίδει στερεά τροφή». Και καταλήγοντας λέγει ότι «τα χαρίσματα, τα οποία λαμβάνει κανείς στην παρούσα ζωή, έστω και αν τα λάβη σε τέλειο βαθμό, και πάλι είναι κάτι το ελάχιστο και μέτριο σε σύγκριση με τα μελλοντικά αγαθά».

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι ο λόγος του Θεού είναι το πνευματικό μάννα, το οποίο έχει την δυνατότητα να τρέφη όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, αφού έχει την ιδιότητα να μεταβάλλεται σε γάλα η στερεά τροφή, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση αυτού που τον μελετά η τον ακούει.
Τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ερμηνεύουν αλάνθαστα την Αγία Γραφή, δεν τους κρίνουμε, αλλά ακροώμεθα η μελετούμε τους λόγους τους με ταπείνωση, φόβο Θεού και αγάπη. Έτσι, έχουμε την δυνατότητα να τραφούμε πνευματικά, να στηριχθούμε, αλλά και να αποκτήσουμε πνευματικά αντισώματα, για να μπορούμε να αντέχουμε στα δύσκολα

Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση"

http://www.gerontas.com/content/view/2023/166/

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Μακάριος Ανήρ




ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄

Η επί του όρους ομιλία.

Στιχ.1-12 . Οι μακαρισμοί.

Ιδών δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ,
2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων·

3 μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
4 μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.

5 μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.

6 μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.

7 μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.

8 μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.

9 μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.

10 μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

11 μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.

12 χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν.

Μετάφραση


Όταν δε είδε τους όχλους ,ανέβη εις το γειτονικόν προς την λίμνην όρος και αφού εκάθισεν, ήλθαν πλησίον του οι μαθηταί του.

2 Και αφού ήνοιξε το στόμα του με την απόφασιν να ομιλήση, τους εδίδασκε λέγων.

3 Μακάριοι και πανευτυχείς είναι εκείνοι, που ταπεινώς συναισθάνονται την πνευματικήν πτωχείαν των και την εξάρτησιν ολόκληρου του εαυτού των από τον Θεόν, διότι είναι ιδική των η βασιλεία των ουρανών.
4 Μακάριοι είναι εκείνοι, που πενθούν δια τας αμαρτίας των και δια το κακόν,που επικρατεί εις τον κόσμον, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν υπό του Θεού.
5 Μακάριοι είναι οι πράοι, που συγκρατούν τον θυμόν τους και δεν παραφέρονται ποτέ, διότι αυτοί θα λάβουν ως κληρονομίαν από τον Θεόν την γην της επαγγελίας και θα απολαύσουν από την παρούσαν ζωήν τα αγαθά της ουρανίου κληρονομίας.
6 Μακάριοι είναι εκείνοι, που με σφοδρόν εσωτερικόν πόθον σαν πεινασμένοι και διψασμένοι επιθυμούν την δικαιοσύνην και τελειότητα, διότι αυτοί θα χορτασθούν δια πλήρους ικανοποιήσεως του πόθου των.
7 Μακάριοι είναι οι ευσπλαχνικοί και επιεικείς, που συμπονούν εις την δυστυχίαν του πλησίον, διότι αυτοί θα ελεηθούν από τον Θεόν εν τη ημέρα της κρίσεως.
8 Μακάριοι είναι εκείνοι , που έχουν την καρδίαν τους καθαράν από κάθε μολυσμόν αμαρτίας, διότι αυτοί θα ίδουν τον Θεόν.
9 Μακάριοι είναι εκείνοι , που έχουν μέσα τους την εκ του αγιασμού ειρήνην και μεταδίδουν αυτήν και εις τους άλλους ,ειρηνεύοντες τούτους και μεταξύ των και προς τον Θεόν, διότι αυτοί θα αναγνωρισθούν και θα διακηρυχθούν εις τον ουράνιον κόσμον υιοί Θεού.
10 Μακάριοι είναι εκείνοι , που εδιώχθησαν ένεκα της αρετής και της χριστιανικής των τελειότητος, διότι είναι ιδική των η βασιλεία των ουρανών.

11 Μακάριοι γίνεσθε σεις οι μαθηταί μου, όταν σας υβρίσουν οι άνθρωποι και σας διώξουν και σας είπουν ψευδόμενοι παντός είδους κακολογίας και κατηγορίας εναντίον σας δι’ εμέ.

12 Χαίρετε και ζωηρά εκδηλώσατε την χαράν σας ,διότι η ανταμοιβή σας εις τους ουρανούς θα είναι μεγάλη. Διότι έτσι κατεδίωξαν και τους προφήτας, τους οποίους έστειλεν ο Θεός προτήτερα από σας.

"Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΜΕΤΑ ΣΥΝΤΟΜΟΥ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ
ΥΠΟ + ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ"
Έκδοσις πεντηκοστή
ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ «Ο ΣΩΤΗΡ»
ΑΘΗΝΑΙ 2005

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Θαύμα του Αγίου Νεκταρίου στην Ιορδανία




Σύμφωνα με όσα μας ανακοίνωσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας κ. Βενέδικτος, ένα αγοράκι τριών μηνών αρρώστησε πολύ βαριά με τρύπα στον πνεύμονα και μπήκε στην εντατική υποστηριζόμενο με οξυγόνο.
Οι γονείς του μικρού αγοριού ήταν πολύ απελπισμένοι, όταν οι γιατροί τους ανακοίνωσαν ότι το παιδί τους δεν είχε καμία ελπίδα σωτηρίας.
Μόλις πληροφορήθηκε το θλιβερό γεγονός ο Μητροπολίτης Βενέδικτος, έδωσε αμέσως εντολή στον π. Νεκτάριο που μαζί με τη νεολαία επισκέπτονται κάθε Σάββατο τα νοσοκομεία για να δώσουν παρηγοριά στους αρρώστους.
Σε κάθε έναν ασθενή πηγαίνουν από ένα Ιερό Ευαγγέλιο, τον βίο του Αγίου Νεκταρίου και λαδάκι από το καντήλι του Αγίου.
Σύμφωνα με εντολή του κ. Βενέδικτου, ο π. Νεκτάριος άλειψε με λάδι το παιδάκι από το καντήλι του Αγίου, και Ω του θαύματος! το τριών μόνο μηνών αγοράκι την άλλη ημέρα ήταν υγιέστατο και οι γονείς του το πήραν σπίτι τους.
Να σημειωθεί, ότι οι γονείς του αγοριού ήταν άγνωστοι στη Μητρόπολη, παρόλα αυτά τηλεφώνησαν αμέσως στον π. Νεκτάριο και ήρθαν στην εκκλησία του Αγίου που βρίσκεται στη Μητρόπολη για να προσκυνήσουν.
Με δάκρυα στα μάτια, ευχαρίστησαν τον Άγιο και δήλωσαν ότι θα βαπτίσουν το παιδί, και θα του δώσουν το όνομα του Αγίου Νεκταρίου του Θαυματουργού.
Ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας κ. Βενέδικτος, επισκέφθηκε την οικογένεια και το αγοράκι και έδωσε την ευλογία του.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι ο Άγιος Νεκτάριος ευλαβείται ιδιαιτέρως στην Ιορδανία, ύστερα από την πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου μητροπολίτου να τον κάνει γνωστόν στη χώρα αυτή, επίσης έχει κάνει άλλα επτά θαύματα που είναι καταγεγραμμένα από αυτούς που έλαβαν τη χάρη του.
Τέλος, να σημειωθεί, ότι το γεγονός αυτό είχε μεγάλη απήχηση στον κόσμο και μαρτυρεί την αλήθεια και τη δύναμη της χριστιανικής πίστης.





Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ (17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)



Ο Μέγας Αντώνιος γεννήθηκε περί το 251 μ.Χ. στην πόλη Κομά της Άνω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από γονείς ευλαβείς και εύπορους. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.) και Μαξιμιανού (285-305 μ.Χ.) μέχρι και την εποχή του ευσεβούς αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και των παιδιών του.
Από την παιδική του ηλικία ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης, «μόνοις δε οις εύρισκεν ηρκείτο και πλέον ουδέν εζήτει». Σε νεαρή ηλικία, περίπου 20 ετών, έχασε τους γονείς του. Έξι μήνες μετά την κοίμηση των γονέων του, άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή του πλουσίου νεανίσκου, στην οποία αναφέρεται, ότι ο Χριστός είπε στον πλούσιο νέο : «πώλησον τα υπάρχοντά σου και δος πτωχοίς». Τόση μεγάλη εντύπωση προξένησε η Ευαγγελική αυτή προτροπή στην ψυχή του Αντωνίου, ώστε αμέσως διένειμε τα υπάρχοντά του στους πτωχούς και ενδεείς, αφού φύλαξε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρηση αυτού και της μικρής του αδελφής, την οποία φρόντισε να παραδώσει σε Χριστιανές νέες παρθένους που είχαν αφιερωθεί στη χριστιανική αρετή, βέβαιος ότι κοντά τους θα είναι κατά πάντα ασφαλής.
Από τότε ο Άγιος Αντώνιος άρχισε να ζει ασκητικό βίο, εργαζόμενος αδιάκοπα και υποβαλλόμενος σε αυστηρή νηστεία, για να κατανικήσει τους πειρασμούς της σάρκας, αγρυπνώντας ολόκληρη τη νύχτα και τρώγοντας ελάχιστα.
Στη συνέχεια απήλθε σε τόπο έρημο και μακρινό όπου υπήρχαν μνήματα και αφού εισήλθε σε ένα από αυτά έκλεισε τη θύρα. Η τροφή του ήταν ελάχιστη και του την πήγαινε σε καθορισμένες ημέρες ένας συνασκητής του. Εκεί υπερνίκησε, με τη χάρη του Θεού, νέους πειρασμούς. Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανένα παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο.
Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια ασκήσεως και αφού έφθασε σε ύψη πνευματικής τελειώσεως, εμφανίσθηκε στον κόσμο και τότε άρχισαν να συρρέουν περί αυτόν πολλοί που τον θαύμαζαν ως ασκητή και θαυματουργό. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν. Το γεγονός αυτό είναι πολύ θαυμαστό, αφού μια τέτοια δυνατότητα είναι γνώρισμα μόνο νοερής και ασώματης φύσεως.
Το έτος 311 μ.Χ., κατά τον διωγμό του αυτοκράτορα Μαξιμίνου (307-313 μ.Χ.), κατήλθε στην Αλεξάνδρεια, για να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τους πιστούς, τους Ομολογητές και τους Μάρτυρες. Όταν έπαυσε ο διωγμός, ο Όσιος επανήλθε στην έρημο, αλλά επειδή αισθανόταν ενοχλημένος από την παρουσία πολλών, που πήγαιναν για να τον συναντήσουν, έφυγε από εκεί και ήλθε σε τόπο έρημο, ο οποίος βρισκόταν σε όρος ψηλό, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Και εκεί όμως προσέρχονταν πολλοί για να λάβουν την ευλογία του, να διδαχθούν και να θεραπευθούν. Θεράπευσε δε τους ασθενείς «ου προστάζων, αλλ’ ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων».
Η φήμη του Οσίου Αντωνίου έφθασε μέχρι τους βασιλείς, τόσο ώστε ο Μέγας Κωνσταντίνος και οι υιοί του, Κωνστάντιος και Κώνστας, έγραφαν σε αυτόν, σαν να ήταν πατέρας τους και τον παρακαλούσαν να τους απαντήσει.
Κατά την διάρκεια του ασκητικού του βίου ποτέ δεν άλλαξε ένδυμα και ποτέ δεν ένιψε το σώμα ή τα πόδια του με νερό. Ο Όσιος, αν και αγράμματος στην ανθρώπινη σοφία, ήταν σοφός κατά Θεόν. Είχε λόγο «ηρτυμένον τω θείω άλατι και χαρίεντα». Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι, επειδή απέχουν από τα κοσμικά αγαθά, στερούνται κάτι αξιόλογο. Το να αφήνει κανείς τα επίγεια αγαθά είναι σαν να καταφρονεί μια δραχμή από χαλκό, για να κερδίσει εκατό χρυσές. Δεν πρέπει, έλεγε, να λησμονάμε ότι ο ανθρώπινος βίος είναι πρόσκαιρος, συγκρινόμενος προς το μέλλοντα αιώνα. Γι’ αυτό δεν πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών, τα οποία δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας, αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, δηλαδή της φρονήσεως, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης, της ανδρείας, της συνέσεως, της αγάπης.
Ο Μέγας Αντώνιος, αφού έζησε εκατόν πέντε έτη, κοιμήθηκε οσίως το 356 μ.Χ. Αν και, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου Αντωνίου ήταν να μείνει κρυφός ο τόπος της ταφής του, οι μοναχοί που μόναζαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Απολυτίκιο. Ήχος δ'.
Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος, τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος, Πάτερ Αντώνιε, της ερήμου γέγονας οικιστής, και την οικουμένην εστήριξας ευχαίς σου. Διό πρέσβευε Χριστώ τω θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Κοντάκιον Ήχος β'. Τα άνω ζητών
Τους βιωτικούς θορύβους απωσάμενος, ησυχαστικώς τον βίον εξετέλεσας, τον Βαπτιστήν μιμούμενος, κατά πάντα τρόπον Οσιώτατε, συν αυτώ ουν σε γεραίρομεν, Πατέρων Πάτερ Αντώνιε.

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

Διδαχές Μεγάλου Αντωνίου

9. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΡΕΤΗΣ
Αὐτοὶ ποὺ λένε ὅτι θέλουν νὰ ζήσουν τὴν ἐνάρετη καὶ εὐλαβῆ καὶ ἔνδοξη ζωή, δὲν πρέπει νὰ κρίνονται ἀπὸ τὸ πλαστὸ ἦθος (ἐξωτερικὴ συμπεριφορά), οὔτε ἀπὸ τὴν ψεύτικη πολιτεία, ἀλλὰ νὰ κρίνονται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἔργα τους, ὅπως οἱ τεχνίτες, ζωγράφοι καὶ ἀνδριαντοπλάστες, διότι αὐτὰ δείχνουν θετικὰ τὴν ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ πολιτεία τους καὶ ἀπὸ τὸ ἐὰν ἀποστρέφονται σὰν παγίδες ὅλες τὶς πονηρὲς ἡδονὲς (πράγμα ποὺ δείχνει ἀρνητικὰ τὴν ἐνάρετη πολιτεία τους).
13. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ἄνθρωπος λέγεται ἢ ὁ λογικὸς ἢ ἐκεῖνος ποὺ ἀνέχεται (δέχεται) νὰ διορθωθεῖ. Ὁ ἀδιόρθωτος καλεῖται ἀπάνθρωπος, διότι αὐτὸ (ἡ ἀδιορθωσιά) εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀπάνθρωπων. Κάτι τέτοιους καλὸν εἶναι νὰ τοὺς ἀποφεύγομε. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ συζοῦν μὲ τὴν κακία, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταταγοῦν ποτὲ μεταξὺ τῶν ἀθανάτων (πνευματικῶν ἀνθρώπων - ἡ κακία εἶναι ὑλική, θνητὴ κατάσταση).
16. ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Ὅπως οἱ κυβερνῆτες κατευθύνουν σκόπιμα τὸ πλοῖο ὥστε νὰ μὴ τὸ προσαράξουν σὲ ὕφαλο, πέτρα ἢ σὲ κάποιον σκόπελο, ἔτσι καὶ ὅσοι ἔχουν ζῆλο γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή, ἂς ἐξετάζουν μὲ ἐπιμέλεια ποιὰ πρέπει νὰ κάνουν καὶ ποιὰ ν᾿ ἀποφεύγουν· καὶ νὰ θεωροῦν ὅτι τοὺς συμφέρουν οἱ ἀληθινοὶ καὶ θεῖοι νόμοι, ὥστε νὰ κόψουν τὶς πονηρὲς ἐνθυμήσεις (λογισμούς) τῆς ψυχῆς.
23. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ
(Ἀκόμη καί) αὐτοὶ ποὺ ἀσκητεύουν λίγο καὶ ὄχι τέλεια καὶ ἀπὸ κινδύνους ἀπαλλάσσονται καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ φύλακες. Νικώντας δὲ τὴν ἐπιθυμία στὸ κάθε τί βρίσκουν τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεὸ εὔκολα κι εὐτυχισμένα.
24. ΟΙ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ
Οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ δίνουν προσοχὴ στὶς πολλὲς συναναστροφές, ἀλλὰ στὶς ὠφέλιμες, τὶς ὁποῖες κατευθύνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι ἔτσι προχωροῦν πάλιν οἱ ἄνθρωποι σὲ ζωὴ καὶ σὲ φῶς αἰώνιο.
30. Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΠΟΝΤΩΝ
Οἱ ἀγαθοὶ καὶ θεοφιλεῖς (ἀγαπημένοι ἀπὸ τὸ Θεό) ἄνδρες, ἐλέγχουν περὶ τοῦ κακοῦ κατὰ πρόσωπον παρόντος τοὺς ἀνθρώπους. Ἐὰν δὲν εἶναι παρόντες, δὲν τοὺς κακολογοῦν. Ἀλλ᾿ οὔτε καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ εἰποῦν κάτι (κακὸ κατὰ τῶν ἀπόντων) τὸ ἐπιτρέπουν.
39. Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
Οἱ φρόνιμοι ἄνθρωποι πρέπει νὰ ἐξετάζουν καλὰ τὴ δύναμη καὶ τὸν καταρτισμὸ τῆς ψυχικῆς ἀρετῆς ποὺ ὑπάρχει μέσα τους καὶ ἔτσι νὰ προετοιμάζονται γιὰ ν᾿ ἀντιστέκονται στὰ πάθη ποὺ ἀπανταίνουν, ἀνάλογα μὲ τὴν (ἠθικὴ καὶ πνευματική) δύναμη ποὺ ὑπάρχει στὸν ἑαυτό τους, δωρισμένη σ᾿ αὐτοὺς ἐκ φύσεως ἀπὸ τὸν Θεόν.
Ἡ δύναμις ποὺ ἀντιστέκεται πρὸς μὲν τὸ κάλλος καὶ πρὸς κάθε ἐπιθυμία ψυχοβλαβὴ εἶναι ἡ ἐγκράτεια πρὸς τοὺς κόπους καὶ τὴ φτώχεια, ἡ καρτερία καὶ πρὸς τὴν κοροϊδία καὶ τὸ θυμό, ἡ ἀνεξικακία καὶ τὰ παρόμοια.
40. ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ Η ΣΟΦΙΑ
Νὰ γίνει ξαφνικὰ κανεὶς ἀγαθὸς καὶ σοφὸς εἶναι ἀδιανόητο, ἀλλὰ (εἶναι δυνατόν) μὲ κουραστικὴ μελέτη, συνεργασία καὶ συναναστροφὴ καὶ μὲ τὴν πείρα, τὸν καιρὸ καὶ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ ἔργου. (Ὁ καρπὸς ποὺ ἀποδίδει) ὁ ἀγαθὸς καὶ θεοφιλὴς ἄνθρωπος, ποὺ ἀληθινὰ γνωρίζει τὸν Θεόν, (εἶναι ὅτι) δὲν σταματᾶ νὰ κάνῃ ἀφθόνως πάντα ὅσα ἀρέσουν στὸν Θεό. Σπάνια ὅμως εὑρίσκονται τέτοιοι ἄνθρωποι.

Αφιέρωμα στο Μοναχισμό

Ο Μέγας Αντώνιος
Παραινέσεις, περὶ Ἤθους καὶ Χρηστῆς Πολιτείας
1. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ
Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικὰ λέγονται λογικοί. Δὲν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἁπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ᾿ ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιὸ τὸ κακὸ καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.
2. Ο ΑΛΗΘΙΝΑ ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ὁ ἀληθινὰ λογικὸς ἄνθρωπος ἕνα μόνο ζῆλο ἔχει: νὰ πείθεται καὶ νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ τῶν ὅλων.
Σ᾿ αὐτὸ καὶ μόνον πρέπει νὰ ἐκπαιδεύει τὴν ψυχή του, ὥστε ν᾿ ἀρέσει στὸ Θεό, εὐχαριστώντας γιὰ τὴν τόσο μεγάλη Του πρόνοια καὶ ρύθμιση τῶν ὅλων, ὁτιδήποτε κι᾿ ἂν τοῦ τύχη στὴ ζωή του.
Γιατὶ εἶναι ἄτοπο, τοὺς μὲν Ἰατρούς, ποὺ μᾶς δίδουν καὶ πικρὰ καὶ δυσάρεστα φάρμακα, νὰ τοὺς εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματός μας, πρὸς τὸν Θεὸν δὲ νὰ εἴμαστε ἀχάριστοι, γιὰ τὰ πράγματα ποὺ μᾶς φαίνονται δυσάρεστα καὶ δύσκολα καὶ νὰ μὴν γνωρίζομε, ὅτι ὅλα γίνονται ὅπως πρέπει καὶ πρὸς τὸ συμφέρον μας κατὰ τὴν Πρόνοιά Του.
Ἡ γνώσις (τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ) καὶ ἡ πίστη στὸ Θεό, εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ τελειότης τῆς ψυχῆς.
3. ΟΙ ΜΕΓΙΣΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΑΣ
Τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἀνεξικακία, τὴν σωφροσύνη, τὴν καρτερία, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὰ ὅμοιά τους, τὶς ἔχουμε πάρει σὰν μέγιστες καὶ ἐνάρετες δυνάμεις ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὲς ἀντιπαρατάσσονται καὶ ἀντιστέκονται καὶ βοηθοῦν σὲ ὅλες ἐκεῖνες τὶς δυσκολίες ποὺ προέρχονται ἐκεῖθεν (ἀπὸ τὸν ἀντικείμενων ἐχθρὸ - τὸν διάβολο).
Ἐὰν τὶς γυμνάζομε καὶ τὶς ἔχομε πρόχειρες τὶς δυνάμεις αὐτές, τότε πιὰ τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μᾶς γίνεται δύσκολο ἢ ὀδυνηρὸ ἢ ἀφόρητο, γιατὶ ἀναλογιζόμαστε πὼς ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ νικῶνται ἀπὸ τὶς (παραπάνω) ἀρετὲς ποὺ ἔχομε μέσα μας.
Αὐτὸ δὲν τὸ σκέπτονται οἱ ψυχικὰ ἀνόητοι. Διότι οὔτε κἂν λογαριάζουν πὼς ὅλα γίνονται καλὰ καὶ ὅπως πρέπει πρὸς τὸ συμφέρον μας, γιὰ νὰ λάμψουν τελείως οἱ ἀρετὲς καὶ νὰ στεφανωθοῦμε (βραβευθοῦμε) ἀπὸ τὸ Θεό.
4. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
(Θὰ εἶσαι πνευματικὸς ἄνθρωπος), ὅταν λογαριάζεις γιὰ φαντασία καὶ μόνον καὶ μάλιστα ὀλιγοχρόνια τὴν ἀπόκτηση χρημάτων καὶ τὴν ἄφθονη χρησιμοποίησή τους καὶ ὅταν γνωρίζεις ὅτι ἡ ἐνάρετη καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ πολιτεία διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν πλοῦτο.
Ὅταν τὸ μελετᾶς αὐτό, ἀσφαλῶς καὶ τὸ διατηρεῖς στὴ μνήμη σου, δὲν θὰ στενάξεις, δὲν θὰ θρηνήσεις καὶ δὲν θὰ κατηγορήσεις κανέναν, ἀλλὰ γιὰ ὅλα θὰ εὐχαριστήσεις τὸ Θεό, βλέποντας τοὺς χειρότερους ἀπὸ σένα νὰ στηρίζονται στὰ λόγια καὶ στὰ χρήματα.
(Ἔχε ὑπ᾿ ὄψη σου, ὅτι τὰ χρήματα) εἶναι τὸ χειρότερο πάθος τῆς ψυχῆς, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἡ δόξα καὶ ἡ ἄγνοια.
5. ΤΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ὁ λογικὸς ἄνθρωπος ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό του, δοκιμάζει ποιὰ πράγματα τοῦ πρέπουν καὶ τὸν συμφέρουν, ποιὰ εἶναι ζητήματα τῆς ψυχῆς καὶ ὠφέλιμα καὶ ποιὰ ξένα πρὸς τὴν ψυχή. Ἔτσι ἀποφεύγει ὅσα βλάπτουν τὴν ψυχή, διότι τοῦ εἶναι ξένα καὶ τὸν χωρίζουν ἀπὸ τὴν ἀθανασία.
6. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΜΕΤΡΙΑ ΖΩΗ
Ὅσον μετριότερα ζεῖ κανείς, τόσο εὐτυχέστερος εἶναι (εὐδαίμων), γιατὶ δὲν φροντίζει γιὰ πολλά, γιὰ δούλους, γεωργοὺς καὶ ν᾿ ἀποκτήσει ζῷα.
Διότι ὅταν προσηλωνόμαστε σ᾿ αὐτὰ καὶ περιπέσομε ἀργότερα στὶς δυσχέρειες ποὺ τὰ ἐπακολουθοῦν, κατηγοροῦμε τὸ Θεὸ (ὡς αἴτιον).
Ἀπὸ τὴν αὐθαίρετη αὐτὴ ἐπιθυμία μας (τὸν πλοῦτο), ποτίζεται ὁ θάνατος καὶ ἔτσι πλανημένοι μένομε στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας.
7. ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ Η ΑΡΕΤΗ
Πρέπει νὰ μὴ λέμε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐπιτύχει ἐνάρετο βίο, ἀλλὰ μόνον ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο. Οὔτε εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν αὐτὸ οἱ τυχόντες ἄνθρωποι. Συμμετέχουν σὲ ἐνάρετη ζωὴ ὅσοι εἶναι εὐσεβεῖς καὶ ἔχουν νοῦν θεοφιλῆ (ποὺ σκέπτονται ὅπως ἀρέσει στὸ Θεό). Γιατὶ ὁ κοινὸς νοῦς, εἶναι κοσμικὸς (σκέπτεται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου) καὶ εὐμετάβολος, ποὺ παρέχει νοήματα ἀγαθὰ καὶ κακά, ἀφοῦ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ φυσικὰ πράγματα καὶ ρέπει πρὸς τὴν ὕλη.
Ἐνῷ ὁ θεοφιλὴς νοῦς, τιμωρεῖ τὴν κακία τὴν ὁποία ἐνσωματώνονται αὐτοπροαίρετα οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ρᾳθυμία.
8. ΟΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ
Οἱ ἀγράμματοι καὶ ἀκαλλιέργητοι ἄνθρωποι, θεωροῦν τὰ λόγια γελοῖο πρᾶγμα καὶ δὲν θέλουν νὰ τ᾿ ἀκοῦνε, ἐπειδὴ ἐλέγχεται ἡ ἀγραμματοσύνη τους καὶ θέλουν νὰ εἶναι ὅλοι ὅμοιοί τους.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅσοι ζοῦν καὶ συμπεριφέρονται ἀκόλαστα, φροντίζουν (νὰ ἀποδείξουν) ὅτι ὅλοι εἶναι χειρότεροί τους, νομίζοντας πὼς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κακῶν θὰ ἐπιτύχουν τὸ ἀκατηγόρητο γιὰ τοὺς ἑαυτούς των.
Ἡ ἄτονη (χαλαρὴ καὶ νωθρή) ψυχή (τους) θολώνει ἀπὸ τὴν κακία ποὺ περιλαμβάνει ἀσωτία, ὑπερηφάνεια, ἀπληστία, ὀργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο, ὀδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, ἁρπαγή, πόνο, ψεῦδος, ἡδονή, ὀκνηρία, λύπη, δειλία, ἀρρώστια, μίσος, κατηγορία, ἀδυναμία, πλάνη, ἄγνοια, ἀπάτη, λήθη Θεοῦ.
Μὲ τέτοια καὶ παρόμοια (κακίες) τιμωρεῖται ἡ ἄθλια ψυχὴ ποὺ χωρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸ Θεό.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

Αφιέρωμα στο Μοναχισμό Μέρος Γ΄

Ιστορία του Μοναχισμού
Η ουσία του Μοναστικού Ιδεώδους στις αρχές του 4ου αιώνα
Ο ΑΓ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

Η μοναστική κίνηση αναπτύχθηκε στις αρχές του τέταρτου αιώνα, αν και τα ουσιώδη στοιχεία του μοναχισμού βρίσκονται στην προγενέστερη ζωή της Εκκλησίας. Μεμονωμένοι αναχωρητές εγκατέλειπαν τις πόλεις νωρίτερα ακόμα από τον τέταρτο αιώνα. Κατά την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου (αυτοκράτορας από το 249 μέχρι το 250), αυτοί κρύβονταν εξαιτίας του διωγμού και μετέτρεπαν την αναγκαστική φυγή τους σε εθελοντική «δοκιμασία», σ' ένα πνευματικό αγώνα. Περιφέρονταν στην έρημο και Ζούσαν σε σπηλιές και σε γκρεμούς. Ακόμα και μέσα στις ίδιες τις πόλεις πολλοί ζούσαν μια συγκρατημένη και απομονωμένη ζωή τέτοιο ήταν το «γνωστικό» ιδεώδες του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως. Οπωσδήποτε, κοινόβια παρθένων εμφανίστηκαν πολύ νωρίς, όπως μαρτυρείται στο έργο του αγ. Μεθοδίου «Συμπόσιον ή Περί αγνείας» -αν και αυτά ήταν μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις. «Ο μοναχός δεν γνώριζε ακόμα τη μεγάλη έρημο», λέγει ο Άγ. Αθανάσιος, αν αυτός είναι ο συγγραφέας του Βίου του Αντωνίου (Vita Antonii). Πρέπει, οπωσδήποτε, να διακρίνει κανείς την ανάπτυξη του κυρίως μοναχισμού κατά τον τέταρτο αιώνα και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα εκείνης της μεταγενέστερης μοναστικής ζωής η οποία θεμελιώθηκε κατά την πρώτη ζωή της Εκκλησίας.
Η έλξη προς την έρημο —μια αληθινή μετανάστευση αρχίζει την εποχή του Κωνσταντίνου. Η αυτοκρατορία αρχίζει να γίνεται Χριστιανική. Η Εκκλησία αρχίζει να εδραιώνεται σ' όλον τον κόσμο. Αλλά από αυτήν τη Χριστιανική Αυτοκρατορία, από αυτόν τον Εκκλησιαστικοποιημένο κόσμο αρχίζει η φυγή. εν θα πρέπει κανείς να νομίζει ότι αυτοί οι άνθρωποι έφευγαν στην έρημο γιατί το έβρισκαν πιο δύσκολο να ζουν μέσα στον κόσμο η ζωή δεν ήταν καθόλου πιο εύκολη στην έρημο, παρά μόνο για τις υπερβολικές φορολογίες (βλέπε τα παράπονα του Λακταντίου για τους φόρους). Επί πλέον, οι καλύτεροι αποσύρονταν από τον κόσμο όχι τόσο για να αποφύγουν τα καθημερινά βάσανα, αλλά για να αποφύγουν την καθημερινή «καλοπέραση». αρκεί να θυμηθούμε με πόση τραχύτητα μίλησε ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τον κίνδυνο αυτής της καλοπέρασης που είναι χειρότερη από το διωγμό.

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΥ ΙΔΕΩΔΟΥΣ
Ο μοναχισμός στην ανεπτυγμένη του μορφή από τον τέταρτο αιώνα και εξής είναι κάτι περισσότερο από αυστηρούς όρκους. Και η πνευματική τελείωση δεν είναι λιγότερο υποχρεωτική σ' αυτόν τον κόσμο για κάθε πιστό από την ισχύν και τη σπουδαιότητα των αποκηρύξεων και υποσχέσεων που αυτός δίνει κατά το βάπτισμα του. Εδώ βρίσκεται μια πολύ ενοχλητική αμφισβήτηση στην ιστορία του Χριστιανισμού, μια αμφισβήτηση που δεν έχει ακόμα αντιμετωπισθεί επαρκώς στη σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση. Είναι ένα πρόβλημα που αναφέρεται στην ίδια την ουσία του Χριστιανισμού, μιας Χριστιανικής θεωρήσεως του Θεού, του κόσμου, και της λυτρώσεως, ένα πρόβλημα που ξέσπασε μπροστά στα μάτια του Μαρτίνου Λουθήρου ο οποίος στην αρχή δεν ήταν πολύ βέβαιος για την απόρριψη του μοναχισμού αλλά γρήγορα πείστηκε αμετάκλητα ότι ο μοναχισμός ήταν αντίθετος προς την Αγ. Γραφή. Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αμφισβήτηση, μια φιλονεικία που διαιρεί ακόμα τη Χριστιανοσύνη και φέρει μαζί της Δυο τελείως διαφορετικές θεωρήσεις της ίδιας της φύσεως της πνευματικής ζωής.
Ο μοναχισμός στην ανεπτυγμένη του μορφή από τον τέταρτο αιώνα είναι κυρίως μια κοινωνική κίνηση, μια πειραματική απάντηση σ' ένα κοινωνικό ζήτημα. Η ασκητική απάρνηση δεν είναι μόνο «αποχή» η άρνηση των καθημερινών πλεονεκτημάτων η υπερβολών δεν είναι μια δοκιμασία που αναλαμβάνεται πάνω και πέρα από την κλήση του χρέους. Είναι μια άρνηση του κόσμου εν γένει και του κάθε τι που υπάρχει σ' αυτόν, και πρώτα από όλα μια άρνηση του κοσμικού συστήματος, των κοινωνικών σχέσεων όχι τόσο πολύ μια άρνηση του Κόσμου όσο μια άρνηση της Αυτοκρατορίας η κάθε πολιτικού συστήματος, μια άρνηση όχι της δημιουργίας του Θεού αλλά της κοσμικής πόλης του ανθρώπου. Αυτό είναι ακριβώς εκείνο που ο Λούθηρος και ο Καλβίνος δεν μπόρεσαν να καταλάβουν όταν εκτιμούσαν την ουσία του μοναχισμού. Είναι αλήθεια ότι ο μεταγενέστερος μοναχισμός, ιδιαίτερα στη Λατινική Δύση, ορίστηκε με όρκους και θεωρήθηκε «μια κατάσταση ζωής». Αλλά ακόμα και μέσα σ' εκείνη τη δομή υπήρχε ασφαλώς :ο ιδεώδες του μοναχισμού ως μιας αρνήσεως της κοσμική πόλεως. Η πιο επιζήμια επίδραση πάνω στο Λατινικό μοναχισμό, όπως τον γνώρισε ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, ήταν η εμφάνιση του «συστήματος αξιομισθιών» στη Λατινική Δύση. Ένας μοναχισμός χωρίς το «σύστημα αξιομισθιών» και το «σύστημα των συγχωροχαρτιών» θα είχε παρουσιάσει ένα διαφορετικό πρόσωπο. Και, ασφαλώς, δεν είχε αρνητικό πρόσωπο όλος ο μοναχισμός στη Λατινική Δύση!
Ο ίδιος ο Ωριγένης παρατήρησε κάποτε ότι οι Χριστιανοί ζουν «αντίθετα προς τους νόμους της κοσμικής πόλεως» («αντιπολιτευόμεθα»). Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για τους μοναχούς. Ο μοναχισμός είναι μια «διαφορετική κατοικία» έξω από την «παρούσα κοσμική πόλη» και ένα είδος νέας και ιδιαίτερης «πόλεως» («πολιτείας»). Η κοσμική πόλη έγινε Χριστιανική αλλά η αντίθεση δεν εξαλείφθηκε. Στον Χριστιανικό κόσμο ο μοναχισμός είναι μια «διαφορετική» πόλη, ένα είδος «αντιπόλεως» γιατί είναι διαφορετική. Ο μοναχισμός είναι πάντα μια αναχώρηση από τον κόσμο, μια έξοδος από τη φυσική κοινωνική δομή, μια απόρριψη και απάρνηση όλων των κοινωνικών δεσμών, οικογενείας και συγγενών, πατρίδας και όλων των πολιτικών σχέσεων. Ένας μοναχός πρέπει να είναι εντελώς «άστεγος» στον κόσμο «άοικος», όπως λέγει ο Άγ. Βασίλειος ο Μέγας.
Εν τούτοις, αυτή η αναχώρηση δεν είναι αναχώρηση προς την αναρχική ελευθερία. Ο αρχαίος μοναχισμός είναι πολύ κοινωνικός. Ακόμα και οι ερημίτες ζουν συνήθως μαζί σε ειδικές αποικίες η εγκαταστάσεις. Αλλά η πλήρως αντιπροσωπευτική ενσάρκωση του μοναστικού ιδεώδους ήταν ακριβώς η κοινότητα, το κοινόβιο. Το κοινόβιο είναι πρώτ’ απ’ όλα ένας κοινωνικός οργανισμός, μια αδελφότητα, ίνα sobornost, όπως θα το έλεγαν οι Ρώσσοι. Οι μοναχοί έφευγαν στην έρημο για να οικοδομήσουν εκεί μια καινούρια κοινωνία και μια καινούρια και αυτόνομη κοινωνία εμφανίστηκε στις απόκεντρες περιοχές της αυτοκρατορίας. Όταν διαβάζει κανείς αρχαίες περιγραφές της μοναστικής ζωής, έχει την εντύπωση ότι διασχίζει ένα σύνορο και μπαίνει σε μια νέα και ιδιαίτερη χώρα.
Όλη η πρωτοτυπία του μοναχισμού και η ιστορική του σπουδαιότητα βρίσκεται σ' αυτήν την κοινωνική «άλλη ύπαρξη». Ο μοναχισμός είναι η Εκκλησία που εμφανίζεται στην κοινωνική της «άλλη βπαρξη» ως μιας «νέας κατοικίας, μιας κατοικίας «όχι αυτού του κόσμου». Ο Χριστιανικός κόσμος πολώνεται και η Χριστιανική ιστορία εκτυλίσσεται με μια αντινομική ένταση ανάμεσα στην Αυτοκρατορία και την Έρημο, ανάμεσα σ' όλες τις μορφές της γήινης κοινωνικής ζωής και εκείνης της καινούριας, άλλο κοσμικής μορφής κοινωνικής και πνευματικής υπάρξεως της εμποτισμένης με την ουσία του Χριστιανικού οράματος της ακατάπαυστης προσευχής, του αγώνα να ακολουθήσει κανείς την εντολή του Χριστού να «είναι τέλειος», άσχετα με το πόσο μακριά μπορεί να είναι αυτός ο στόχος, άσχετα με το πόσο μακριά από το στόχο μπορεί κανείς να βρίσκεται, και ανεξάρτητα από το πόσο συχνά κανείς χάνει εκείνο το στόχο και πέφτει. Αυτός είναι ο στόχος και αυτό είναι το όραμα που παραμένει αμετάβλητο στο μοναστικό ιδεώδες -πράγματι, στην ίδια την ουσία του Χριστιανικού στόχου για όλους τους πιστούς που εξαγγέλλεται από το Χριστό στα Ευαγγέλια, από τις επιστολές της Καινή; Διαθήκης, από τους πρώτους Εκκλησιαστικούς Πατέρες, και από τη Χριστιανική λειτουργία— «πάσαν την βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν» [«ας σταματήσουμε κάθε κοσμική φροντίδα»]. Πράγματι, η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας ευθαρσώς προειδοποιεί: «μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ εστί σωτηρία».
Η μοναστική κίνηση άρχισε στην Αίγυπτο και η μοναστική οδός αμέσως διακλαδώθηκε. Ο Αγ. Αντώνιος ήταν ο πρώτος που βγήκε στη «μεγάλη έρημο» η λέξη hermit προέρχεται από την Ελληνική λέξη «ερημίτης» που σημαίνει αυτόν που βρίσκεται στην «ερημία». Για πολλά χρόνια εργάστηκε σε αυστηρή απομόνωση. Θαυμαστές του ήρθαν κοντά του να διδαχθούν από αυτόν. Αυτός τελικά υποχώρησε στην επιμονή τους — αφού αυτοί έσπασαν ακόμα και την πόρτα του καταφυγίου του. Ο μεγάλος αναχωρητής τους επέτρεψε να εγκατασταθούν κοντά και να χτίσουν ένα «μοναστήρι», δηλαδή, ατομικά κελλιά «όμοια με τις σκηνές των νομαδικών φύλων». Έτσι εμφανίστηκε η πρώτη αποικία αναχωρητών η λέξη προέρχεται από την ελληνική λέξη «αναχωρέω» («αποσύρομαι»).
Ζούσαν χωριστά χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους και χωρίς να παραβιάζουν άνευ λόγου την απομόνωση τους και την μοναξιά τους. Παρ' όλα αυτά, σχημάτισαν ένα είδος ενωμένης «αδελφότητας» που ενώνονταν με την πνευματική ηγεσία ενός μόνου διδασκάλου και πατέρα. Παρόμοιοι καταυλισμοί άρχισαν να εμφανίζονται και σε άλλα μέρη -γύρω από τον περίφημο ερημίτη Αγ. Αμμώνιο η Αμμούν (πέθανε γύρω στα 350) στην έρημο της Νιτρίας, στην περιοχή εκείνη της Λιβύης που βρίσκεται στα δυτικά των εκβολών του Νείλου. Κατά την αυστηρή ετυμολογική σημασία τους, οι λέξεις «μοναχισμός» και «μοναστήρι» δήλωναν το κελλί ενός ερημίτη η μια ομάδα κελλιών από τις λέξεις «μόνος» η «μοναχός». Όχι μακριά από αυτό ήταν τα καλούμενα «κελλία» και ακόμα πιο βαθιά στην έρημο ήταν η «σκήτη» από την κοπτική λέξη shiit που σημαίνει «μεγάλη πεδιάδα». Εδώ η οργάνωση κοινής ζωής γίνεται πιο καθορισμένη.
Αλλά ο αγώνας παραμένει και αναπτύσσονται διάφορες τάσεις μέσα στη μοναστική ζωή. Αυτοί που ζούσαν σε «κελλιά» ήταν και ερημίτες. Ο ερημίτης ζει μόνος του και εργάζεται μέσα σ' ένα απομονωμένο κελλί. Αποφεύγει τους ανθρώπους, μένει στο κελλί του, και θρηνεί τις αμαρτίες του. «Ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει τη γλυκύτητα του κελλιού αποφεύγει τον πλησίον του», λέγει ο αββάς Θεόδωρος. Υπήρχε, όμως, και μια άλλη τάση. «Αν ένας άνθρωπος πει μέσα στην καρδιά του: 'Είμαι μόνος με τον Θεό μέσα σ' αυτόν τον κόσμο', δεν θα βρει ειρήνη»· αυτό είναι ένα «απόφθεγμα» του Αββά Αλωνίου.
του Γεωργίου Φλωρόφσκυ
Επίτιμου καθηγητού της Ιστορίας της Ανατολικής Εκκλησίας του Πανεπιστημίου του Harvard

Πηγή: Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και Πνευματικοί Πατέρες". (Μετάφραση Παναγιώτη Κ. Πάλλη. Εκδόσεις Πουρναρά. Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 161-166).

Αναζήτηση