"Έλθετε προς εμέ πάντες, οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς"

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Συνείδηση και υπακοή

Ομιλία περί συνειδήσεως και υπακοής (Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου)


Όταν ο άνθρωπος φυλάξη υπακοήν απόλυτον προς την συνείδησίν του, και εφαρμόζη ό,τι του υποδεικνύει εκείνη, παύει και αυτή να τον ελέγχη. Όχι ότι εξασθένησε η φωνή της, άλλα διότι διά της καλής υπακοή, δεν έχει η συνείδησις κάτι να ελέγξη.

Ο Απόστολος Ιωάννης λέγει: «Όταν η συνείδησις του ανθρώπου δεν τον ελέγχη, παρρησίαν έχει προς τον Θεόν».
Στον δρόμο του ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ δυνατόν να περάση χωρίς κάπου να προσκρούση. Διότι από την μια ο διάβολος, από την άλλη η σάρκα, από την άλλη ο κόσμος, συνεχώς παρεμβάλλουν εμπόδια στη ζωή του· και σκοντάφτει ο άνθρωπος ανάλογα με την απροσεξία που τον χαρακτηρίζει. Γι' αυτό όταν πέση, να σηκώνεται πάραυτα και να ζητά συγχώρησι. Όταν δε ο άνθρωπος μετανοήση ανάλογα, τότε και η συνείδησις, η οποία προηγουμένως τον ενοχλούσε, παύει τον έλεγχο.
Εις τρία πράγματα πρέπει να φυλάξωμε την συνείδησί μας: στον Θεόν, στον πλησίον μας και στα πράγματα.
Ο άνθρωπος φυλάγει την συνείδησί του προς τον Θεό, όταν αποφεύγη την ποικίλη αμαρτίαν. Προς τον πλησίον, όταν δεν τον λυπή, δεν τον κατακρίνη, δεν τον συκοφαντή, δεν τον σκανδαλίζη, δεν τον σπρώχνη στο κακό. Προς τα πράγματα, όταν δεν γίνεται αιτία καταστροφής ή βλάβης υλικού πράγματος από απροσεξία, από αμέλεια, από ασυνειδησία.
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέγει πολλά πράγματα για την ασυνειδησία αυτή. Όταν βλέπης ένα πράγμα ότι καίγεται, ότι καταστρέφεται και δεν το σηκώνης, δεν το προφυλάγης, ασυνειδησία είναι. Όταν σχίζεται το ρούχο σου και το αφήνεις και καταστρέφεται τελείως, ασυνειδησία είναι. Όταν μπορής να δούλεψης και εσύ γυρίζεις εδώ και εκεί, και αυτό ασυνειδησία είναι. Όταν το φαγητό το αφήσης και ξυνίση και το πετάς, ασυνειδησία είναι· διότι έπρεπε να είχες την μέριμνα, να το φάνε πριν ξυνίση.
Άρα, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν σφάλλη ο άνθρωπος επάνω στα υλικά πράγματα, είναι ασυνειδησία· με οποιονδήποτε τρόπο αν βλάψη τον πλησίον του, είναι ασυνειδησία· και με οποιονδήποτε τρόπο αν προσβάλη τον Θεό, είναι ασυνειδησία.
Ο μεγαλύτερος πλούτος είναι να προσπαθήση να διατήρηση την συνείδησί του ο άνθρωπος χωρίς βάρος. Σε περίπτωσι δε που θα αισθανθή κάτι να τον έχη πληγώσει, να το διορθώση αμέσως και έτσι επανέρχεται πάλι στην ίδια κατάστασι.
Πόσες και πόσες φορές δεν μας έχει ελέγξει η συνείδησίς μας; Όσο περισσότερο ο άνθρωπος προσέχει την συνείδησί του, όσον περισσότερον την επιμελείται, τόσο λεπτότερα τον οδηγεί. Όσο δε λεπτότερα τον οδηγεί και τον ελέγχει, τόσο περισσότερο ανεβαίνει ο άνθρωπος στην καθαρότητα.
Υπάρχει και η πονηρά λεγομένη συνείδησις, η οποία έρχεται και αυτή πολλές φορές με το πρόσχημα και με το σχήμα και με την μορφή της αγαθής συνειδήσεως· και όμως στην ουσία είναι η πονηρά συνείδησις, η διεστραμμένη, η εναντίον του Θεού συνείδησις.
Η πονηρά συνείδησις είναι εκείνη η φωνή η οποία διδάσκει αντίθετα, κυρίως πλανεμένα και διεστραμμένα.
Η αγαθή συνείδησις έχει σαν αφετηρία και σαν αρχή και σαν θεμέλιο την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή.
Η πονηρά συνείδησις έχει ως αρχήν της την υπερηφάνεια και την ανυπακοή.
Όταν δεν πείθεται κανείς στον Γέροντα, όταν αντιστέκεται, όταν άλλα του λέγουν και άλλα λέγη, όταν δεν ακούη, τότε έχει την λεγομένην αυτοπεποίθησι· η τοιαύτη αυτοπεποίθησις είναι η πονηρά συνείδησις.
Η ταπεινοφροσύνη γεννά την αγαθή συνείδησί· κανείς για να μάθη, μάλλον για να διδαχθή την αγαθή συνείδησι, —διότι μπλέκονται αμφότεραι, και συχνά διερωτάται κανείς: Πονηρά συνείδησις είναι αυτή ή αγαθή; Σκέπτεται: Αυτό τον λογισμό να πιστέψω ή εκείνο;— χρειάζεται να έχη ταπείνωσι, κυρίως όμως να τεθή υπό την οδηγία του άλλου, του ανωτέρου του, του προϊσταμένου του, του πνευματικού του, και να κάνη υπακοή σε ό,τι του ειπή. Τότε σιγά-σιγά θ' αρχίση να αντιλαμβάνεται, ποιος λογισμός είναι κακός και ποιος είναι αγαθός, ποια είναι η χροιά της αγαθής, και ποια της πονηράς συνειδήσεως. Έτσι αφ' ενός αποφεύγει τις πτώσεις με την διδασκαλία και την καθοδηγήσι του πνευματικού, αφ' ετέρου συν τω χρόνω διδάσκεται την χροιά, την όψι των δύο συνειδήσεων και γίνεται ένας τέλειος άνθρωπος.
Εκείνοι που έπαθαν ζημιά είναι εκείνοι οι οποίοι είναι εκτός υπακοής· καθ' ότι ο άνθρωπος πιέζεται και από τις δύο συνειδήσεις, από τις οποίες η μία πάει να τον σώση και η άλλη να τον καταστρέψη, και δεν γνωρίζει πολλάκις ποια να διάλεξη. Ο υποτακτικός ξεφεύγει τον κίνδυνο και σιγά-σιγά γίνεται έμπειρος, πρακτικός της πονηράς και της αγαθής συνειδήσεως.
Ο Αββάς Ποιμήν είχε δύο λογισμούς και πήγε στον πνευματικό του να τους ειπή, ο οποίος ήταν πολύ μακρυά· έφυγε το πρωΐ και έφθασε το βράδυ. Ξέχασε δε τον ένα λογισμό και είπε μόνον τον ένα. Όταν επέστρεψε, μόλις έβαλε το κλειδί στην πόρτα ν' ανοίξη, θυμήθηκε τον δεύτερο λογισμό. Τότε δεν άνοιξε την πόρτα· γύρισε ξανά πίσω για να ειπή και τον άλλο λογισμό του. Όταν ο πνευματικός του είδε τον κόπο του και την ακρίβεια τού είπε: Ποιμήν, Ποιμήν, Αγγέλων Ποιμήν! Η αρετή σου θα φέρη το όνομά σου εις πάσαν την γην.
Για να μπορέση κανείς να γίνη έμπειρος, ώστε να διακρίνη την φωνή της αγαθής και πονηράς συνειδήσεως, πρέπει να περάση από την υπακοή. Αν δεν περάση ο άνθρωπος από την υπακοή, είναι ελλιπής. Μπορεί να έχη χαρίσματα, να είναι καλής ψυχής άνθρωπος, να κάνη διάφορα καλά έργα, αλλά θα τον ιδής να κουτσαίνη πάντοτε στην διάκρισι και στην ταπεινοφροσύνη. Εκείνο το οποίο χαρίζει η υποταγή εν πρώτοις και βασικώς είναι η διάκρισις διά της ταπεινοφροσύνης. Δηλαδή η υπακοή σφυρηλατεί τον άνθρωπο, και του χαρίζει πρωτίστως την ταπείνωσι και την διάκρισι.
Ερώτησον, λέγει, τον πατέρα σου, και ερεί σοι. Αυτό βλέπομεν μέσα στον πατερικό δρόμο των αγίων. Διαβάζουμε στο Πατερικόν ότι ο αββάς Ζαχαρίας είδε μία οπτασία, αλλά ο πατήρ του δεν ήταν σε θέσι να του εξηγήση, αν ήταν εκ Θεού ή εκ των δαιμόνων. Πήγε εις ένα διακριτικό Γέροντα, ο οποίος του είπε: Εκ Θεού είναι η οπτασία, αλλά πήγαινε και υποτάγηθι τω πατρί σου.
Πόσα και πόσα δεν μας άφησαν οι Πατέρες για διδασκαλία μας! Ο καλύτερος δρόμος, ο πιο σωστός, ο πιο σίγουρος, ο πιο ανεύθυνος, είναι ο της υποταγής. Ο πράττων υπακοήν, λέγει ο αββάς Παλάμων, εξεπλήρωσεν απάσας τας εντολάς του Χριστού.
Ο υποτακτικός έχει διαλέξει τον καλύτερο δρόμο, λέγει ο αββάς Μωϋσής· Τρέξατε, τέκνα, όπου εστίν υπακοή. Εκεί χαρά, ειρήνη, φιλαδελφία, ενότης, εγρήγορσις, παρηγορία, στέφανοι, μισθός. Όταν όμως θέλουμε να στήσουμε το ιδικό μας θέλημα, ενώ είμαστε υποτακτικοί, τότε ο δρόμος γίνεται δύσκολος, τραχύς, επικίνδυνος. Όταν κάνη κανείς υπακοή βρίσκεται μέσα στην αγάπη, στην βία, στην φιλαδελφία, στους στεφάνους, στον αγιασμό, στην σωτηρία.
Το ίδιον θέλημα είναι μεγάλος φραγμός, μεγάλο εμπόδιο· τείχος μεταξύ ψυχής και Θεού. Όπως από το τείχος, όταν είναι μπροστά μας, εμποδίζεται ο ήλιος και εμποδιζομένου του ηλίου το μέρος έχει υγρασία, δεν καρποφορεί, έχει αρρώστια, έτσι είναι και το τείχος του ιδίου θελήματος. Όταν αυτό σταθή μπροστά στην ψυχή, σκοτεινιάζει και μένει άκαρπη.
Ο Ήλιος της δικαιοσύνης είναι ο Χριστός· όταν η ψυχή δεν έχη εμπόδιο, έρχονται οι ακτίνες του Χριστού και την φωτίζουν και καρποφορεί και αγιάζεται ο άνθρωπος.
Όποιος γνώρισε της υπακοής τον καρπό, εκείνος μπορεί να μιλήση γι' αυτήν. Είναι ο πιο χαριτωμένος δρόμος. Κυρίως αποβάλλει ο άνθρωπος τον κακόν δαίμονα του εγωισμού και της υπερηφάνειας που φέρνει όλα τα κακά και εισάγει την ταπεινοφροσύνη και την αμεριμνησία.
Διαβάζουμε στο Γεροντικόν για δύο αδέλφια, που αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί και έφυγαν από τον κόσμο. Ο ένας έγινε υποτακτικός σε κοινόβιο, ο άλλος έγινε ησυχαστής.
Μετά 2-3 χρόνια ο ησυχαστής λέγει: Ας πάω να δω τον αδελφό μου, που είναι στο κοινόβιο, μέσα στην μέριμνα, μέσα στις σκοτούρες. Ποιος ξέρει τι να κάνη ο ταλαίπωρος μέσα σε τόσες φασαρίες. Είχε την αυτοπεποίθηση ότι ασκητεύοντας είχε φθάσει σε υψηλά μέτρα. Επήγε στο μοναστήρι, και με πρόφασι δήθεν ότι χρειαζόταν τον αδελφό του, λέγει του ηγουμένου: Ήθελα να δω τον αδελφό μου λίγο. Ήλθε ο αδελφός του και ο ηγούμενος, που ήταν άγιος άνθρωπος, έδωσε ευλογία να απομακρυνθούν και να συζητήσουν.
Αφού απομακρύνθηκαν από το μοναστήρι βλέπουν ένα νεκρό σ' ένα μονοπάτι, σχεδόν γυμνό. Λέγει ο ησυχαστής: Δεν έχουμε κανένα ρούχο να τον σκεπάσουμε τον άνθρωπο. Ο υποτακτικός λέγει με την απλότητα του: Δεν κάνουμε καλύτερα προσευχή να σηκωθή; Ας κάνουμε, λέγει και ο ησυχαστής. Κάνανε προσευχή και οι δύο και αναστήθηκε ο νεκρός. Ο υποτακτικός δεν έδωσε σημασία στο θαύμα· σκεπτόταν ότι το θαύμα έγινε με τις ευχές του Γέροντος του. Ο ησυχαστής όμως μέσα του έλεγε ότι για την αρετή του έγινε το θαύμα, για την άσκησι και νηστεία του, για. την αγρυπνία και κακουχία του, για την χαμαικοιτία και τα άλλα κατορθώματά του.
Όταν επέστρεψαν πίσω, λέγει ο ηγούμενος στον ησυχαστή, προτού μιλήσουν αυτοί: Μη νομίσης, αδελφέ, ότι για την προσευχή σου ανέστησε Ο Θεός τον νεκρό· όχι! Αλλά για την υπακοή του αδελφού σου! Όταν είδε ο ησυχαστής, ότι ο ηγούμενος διάβασε αμέσως τους λογισμούς του, ότι είχε προορατικό χάρισμα και αγιότητα, πίστεψε ότι ο ίδιος είναι πράγματι πλανεμένος και ότι ο αδελφός του, ο τάχα μεριμνών και τυρβάζουν περί πολλά εντός του κοινοβίου, ήταν ανώτερός του.
Σκεφθήτε με τι πεποίθησι ο υποτακτικός έλεγε: ας κάνουμε προσευχή να αναστηθή! Δέστε απλότητα, ακακία, πίστι. Ο ησυχαστής το είχε ακατόρθωτο και ο υποτακτικός φυσιολογικό· πίστευε στην ευχή του Γέροντός του. Για να φθάση στην ταπεινοφροσύνη αυτή, τι αγώνα θα έκανε! Πόσο τσακίστηκε ο εγωισμός του και η υπερηφάνεια του στο κοινόβιο! Διότι ποιος άνθρωπος ερχόμενος από τον κόσμο δεν έχει εγωισμό και υπερηφάνεια; Πόσοι και πόσοι υποτακτικοί δεν αγίασαν και μυρόβλησαν;
Στο Άγιον Όρος, στην περιοχή της Αγίας Άννης ήταν ένα καλογέρι το οποίο κουβαλούσε τσουβάλια σιτάρι από τον αρσανά επάνω. Πολύς κόπος και πολλοί ίδρωτες. Μια στιγμή άρχισε να λέγη με τον λογισμό του: Άραγε έχουμε μισθό για τον τόσο κόπο και τους τόσους ιδρώτες που χύνουμε κάνοντας υπακοή στους Γεροντάδες μας; Ενώ συλλογιζόταν αυτά, κάθισε λίγο να ξεκουρασθή. Τότε του ήλθε λίγος ύπνος. Μεταξύ δε ύπνου και εγρηγορήσεως βλέπει την Παναγία μπροστά του. Μη στενοχωριέσαι, τέκνον, του λέγει. Οι ιδρώτες αυτοί που χύνεις για την υπακοή, κουβαλώντας τα τρόφιμα, ως μαρτυρικόν αίμα ενώπιον του Υιού μου λογίζονται. Ήρθε στον εαυτό του υστέρα και του έφυγαν οι λογισμοί, του έφυγε η στενοχώρια. Και οι πατέρες το έγραψαν στο πεζουλάκι και όποιος περνάει από εκεί το διαβάζει.
Κοντά στο Κυριακό της Αγίας Άννης υπάρχει ένα σπιτάκι, που λέγεται του Πατριάρχου. Εκεί ασκήτευε ένας Πατριάρχης ονόματι Κύριλλος. Εγκατέλειψε τον Πατριαρχικό Θρόνο και ήλθε και έγινε καλόγηρος. Οι πατέρες κουβαλούσαν τα πράγματα στην πλάτη. Λέγουν στον Πατριάρχη: Εσύ γέροντας είσαι, Παναγιώτατε, και αμάθητος· να σου πάρουμε ένα γαϊδουράκι, να φορτώνης τα τρόφιμά σου. Τού επήραν ένα γαϊδουράκι και ανέβαινε και κατέβαινε με αυτό.
Μια μέρα, ενώ ανέβαινε ο Πατριάρχης με το ζώο και οι άλλοι πατέρες με τα τρόφιμα στην πλάτη τους, κάθησαν λίγο να ξεκουρασθούν. Ξαφνικά ο Πατριάρχης, μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως, βλέπει την Παναγία μαζί με Αγγέλους. Και η μεν Παναγία είχε ένα δοχείο και πότιζε τους πατέρες, που κουβαλούσαν τα πράγματα στην πλάτη τους, οι δε Άγγελοι είχαν μαντήλια και σκούπιζαν τον ιδρώτα τους.
Βλέποντας έκπληκτος ότι σκούπιζαν και τον ιδρώτα από το γαϊδουράκι, παρακαλούσε λέγοντας: Σκουπίστε κι έμενα σας παρακαλώ. Τότε του λέγει η Παναγία: Πάτερ, εσύ δεν έχεις ιδρώτα· το γαϊδουράκι θα σκουπίσουμε, που έχει. Τότε ξύπνησε και ήλθε στον εαυτό του. Λέγει τότε προς τους πατέρας: Πάρτε το γαϊδουράκι, διότι ζημιώνομαι εις πολλά πράγματα. Η Παναγία και οι Άγγελοι σκούπισαν το γαϊδουράκι και όχι έμενα. Έκτοτε τα κουβαλούσε και αυτός στην πλάτη του.
Πόσα και πόσα τέτοια δεν έχουν γίνει στην ζωή των πατέρων! Πού να ήμαστε να βλέπαμε! Τώρα σπανίως συναντώνται, χαθήκανε όλα.
Ας προσέχουμε λοιπόν την συνείδησί μας. Ας αποκτήσουμε αγαθή συνείδησι διά της υπακοής, διά της συντριβής, διά της εξομολογήσεως και της ταπεινοφροσύνης. Ας αποφεύγουμε το ίδιον θέλημα, το οποίον γεννά την αυτοπεποίθησι, την πονηρά συνείδησι.
Γέροντος Εφραίμ, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Φιλόθεου,
Πατρικαί νουθεσίαι, Άγιον Όρος 1989, σ. 175-182
Περιοδικό Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία Έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου

Αναζήτηση