Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Βίος και πολιτεία της Αγίας και Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας


Hταν χριστιανὴ παρθένος, ποὺ μὲ τὸ αἷμα της σφράγισε τὴν πίστη της στὸ Χριστὸ καὶ μὲ τὴν αὐταπάρνησή της καταντρόπιασε τοὺς ἰσχυροὺς εἰδωλολάτρες αὐτοκράτορες. Ἡ Εὐφημία καταγόταν ἀπὸ τὴν Χαλκηδόνα καὶ οἱ γονεῖς της ὀνομαζόταν Φιλόφρων καὶ Θεοδοσιανή. Μόρφωσαν τὴν κόρη τους σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Εὐφημία ἀπὸ πολὺ νωρὶς διακρίθηκε γιὰ τὸν ἅγιο ζῆλο της, τὸ σεμνὸ ἦθος καὶ τὴν φιλανθρωπία της. Ἦταν ὡραῖα στὸ σῶμα, καὶ πολλοὶ εἰδωλολάτρες νέοι περίμεναν ἔστω ἕνα ἐνθαῤῥυντικὸ χαμόγελό της. Ἀλλὰ ἡ σεμνὴ παρθένος διατηροῦσε ἀκηλίδωτη τὴν ἁγνότητά της καὶ εἶχε ἀφοσιωμένη τὴν καρδιά της στὸ Θεό, στὴν περιποίηση τῶν ἀσθενῶν καὶ τῶν ἀπροστάτευτων ὀρφανῶν. Ὅταν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ διατάχθηκε σκληρὸς διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, ἡ Εὐφημία συνελήφθη καὶ ὁμολόγησε ὅτι εἶναι χριστιανή. Τότε ὁ κριτής, ὑπολογίζοντας στὴν ἀδύνατη γυναικεία φύση της, τὴν καταδίκασε σὲ θάνατο μὲ βασανιστήρια. Ὅμως ἡ Εὐφημία ἀναδείχθηκε πολὺ ἰσχυρότερη τῶν βασανιστῶν της καὶ ὑπέμεινε τὰ βασανιστήρια μὲ θαυμαστὴ καρτερία. Στὸ τέλος τὴν ἔριξαν τροφὴ στὰ θηρία. Δίδαξε ἔτσι μὲ τὸ παράδειγμά της, πὼς μπορεῖ οἱ χριστιανοὶ νὰ φαίνονται στὸν κόσμο ἀδύνατοι, ἀλλὰ «τὰ ἀσθενῆ του κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά». Δηλαδή, τοὺς κατὰ κόσμον ἀδυνάτους ἐξέλεξε ὁ Θεός, γιὰ νὰ καταντροπιάσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἰσχυρὴ κοσμικὴ ἐπιῤῥοή.

Ὅμως, αὐτὴν τὴν ἡμέρα, γίνεται ἀνάμνηση τοῦ θαύματος ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὴν ἁγία Εὐφημία, ὅταν, κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μαρκιανοῦ καὶ τῆς Πουλχερίας, συντάχθηκαν δυὸ τόμοι ποὺ περιεῖχαν τὸν ὅρο τῆς Συνόδου, ποὺ ἔγινε στὴ Χαλκηδόνα (451) καὶ ἦταν ἕνας τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἕνας τῶν Μονοφυσιτῶν. Γιὰ νὰ πάψει λοιπὸν ἡ ἔριδα μεταξὺ τῶν δυὸ πλευρῶν, ἀποφασίστηκε νὰ τεθοῦν καὶ οἱ δυὸ τόμοι μέσα στὴ λάρνακα τῆς ἁγίας Εὐφημίας, γιὰ νὰ φανεῖ ποιὸν ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ δεχτεῖ ἡ Ἁγία. Μετὰ τὴν ἀποσφράγιση τῆς λάρνακας, βρέθηκε ὁ μὲν τῶν αἱρετικῶν τόμος στὰ πόδια τῆς Ἁγίας πεταμένος, ὁ δὲ τῶν ὀρθοδόξων στὸ στῆθος της. (Νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ κυρίως μνήμη τοῦ μαρτυρίου τῆς ἁγίας Εὐφημίας τελεῖται στὶς 16 Σεπτεμβρίου).

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Οσίου Εφραίμ του Σύρου: Λόγος για την αληθινή απάρνηση του κόσμου, και για τον τρόπο που η ψυχή θα βρει το Θεό. γι' αυτό και ήρθε ο Κύριος.

Αυτός που ήρθε στη ζωή της ησυχίας και επιδιώκει τη μόνωση, αποδέχθηκε καλή αρχή. Αλλά, όπως απομακρύνθηκε από τις ταραχές του ορατού πλήθους, ας σκύψει στην ψυχή του να δει, αν έχει απαλλαχθεί και από τους εσωτερικούς θορύβους, και αν έχει ελευθερωθεί από το πλήθος των δαιμόνων. Διότι υπάρχουν και στην ψυχή ταραχές και θόρυβοι των πονηρών λογισμών και της πολλής κακίας των εχθρικών δυνάμεων, για τις οποίες ο Απόστολος λέει: "Η πάλη μας δεν είναι με ανθρώπους που έχουν αίμα και σάρκα, αλλά με τις αρχές, με τις εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκότους του κόσμου αυτού, με τα πονηρά πνεύματα"(Εφ. 6, 12). Και επίσης λέει: "Τα όπλα μας δεν είναι σωματικά, αλλά έχουν από τον Κύριο τη δύναμη να γκρεμίζουν οχυρά. με το να γκρεμίζουμε τους λογισμούς και κάθε τι που ορθώνεται με υπερηφάνεια εναντίον της γνώσεως του Θεού"(Β΄ Κορ. 10, 4-5), ώστε όλος ο αγώνας μας να γίνει για να ησυχάσουμε από τους εσωτερικούς θορύβους, και να απαρνηθούμε τις αληθινές ταραχές και το πλήθος των λογισμών των εχθρικών δυνάμεων. Επειδή άσκοπα θα γινόταν η απάρνηση του κόσμου, και η αναχώρηση από τα μέρη που φαίνονται. Διότι η αληθινή απάρνηση είναι αυτή: το να ειρηνεύουμε εσωτερικά και να είμαστε γαλήνιοι.
Όταν λοιπόν στέκεσαι, για να προσευχηθείς στον Θεό, πρόσεχε να μην αρπάζουν οι εχθροί σου τα ωραία σκεύη σου, με τα οποία ψάλλεις στον Θεό, δηλαδή τους λογισμούς σου. Και τότε, πώς η με ποιο μέσο θα υπηρετήσεις τον Θεό, αν σου αφαιρεθούν τα όπλα, δηλαδή αν αιχμαλωτισθούν οι λογισμοί σου; Διότι δεν έχει ανάγκη ο Θεόςνα προσεύχεται το στόμα ή η γλώσσα. Διότι η υπηρεσία του Θεού είναι αυτή: οι λογισμοί, και όλη η ισχύς και η δύναμη της ψυχής, και όλος ο νους, να αποβλέπουν σταθερά προς τον Θεό. Μην αναμείξεις με το χρυσάφι σου χαλκό ή μόλυβδο, δηλαδή μην αναμείξεις με την ψυχή σου πολλούς και ακάθαρτους λογισμούς. διότι όπως μια κόρη αρραβωνιασμένη μ' έναν άνδρα, αν αποπλανηθεί από άλλους, γίνεται σιχαμερή για τον άνδρα της, έτσι και η ψυχή, αν παρασύρεται από ρυπαρούς λογισμούς και συμφωνεί μ' αυτούς, είναι σιχαμερή στον επουράνιο νυμφίο της Χριστό. Αλλά όσο είναι δυνατό σ' αυτήν, ας μην συνδυάζεται με τους ρυπαρούς λογισμούς, ούτε να γλυκαίνεται με τη συγκατάθεση σ' αυτούς, για να δει ο Κύριος την αγάπη της προς αυτόν, και να την σπλαχνισθεί, και να έρθει και να εξολοθρεύσει τους εχθρούς της, που την συμβουλεύουν, και προσπαθούν να την πείσουν να έχει έχθρα προς το Νυμφίο της, και θέλουν να διαφθείρουν το νου της απομακρύνοντάς τον από τον Χριστό. Και όταν δει ο Κύριος ότι η ψυχή συγκεντρώνει τον εαυτό της, ζητώντας πάντοτε τον Κύριο όσο είναι δυνατό σ' αυτήν, και προσδοκώντας, και κραυγάζοντας σ' αυτόν νύχτα και μέρα (διότι τέτοια μάλιστα εντολή έδωσε, να προσευχόμαστε δηλαδή αδιάκοπα) γρήγορα θα αποδώσει το δίκιο της(Λουκ. 18,8), και αφού την καθαρίσει από την κακία που είναι μέσα της, θα την βάλει στο πλευρό του νύφη άσπιλη(πρβλ. Εφεσ. 5,26-27).
Αν λοιπόν πιστεύεις σ' αυτόν, ότι αυτά είναι αληθινά, όπως και είναι αληθινά, πρόσεχε τον εαυτό σου, αν η ψυχή σου βρήκε το φως που την οδηγεί, και αν βρήκε την αληθινή βρώση και πόση, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν όμως δεν τα έχεις, ζήτησε νύχτα και μέρα, για να τα λάβεις. διότι είσαι τυφλός. Έτσι υποσχέθηκε, και έτσι βρίσκει η ψυχή τον αληθινό Θεό. Όταν λοιπόν βλέπεις τον ήλιο, ζήτησε τον αληθινό ήλιο, και στρέψε το βλέμμα στη ψυχή σου, μήπως βρεις το αληθινό φως. διότι όλα όσα φαίνονται είναι σκιά των αοράτων και αληθινών πραγμάτων της ψυχής. Διότι υπάρχει κοντά σ' αυτόν, που φαίνεται, άλλος άνθρωπος, εσωτερικός, και άλλα μάτια που τα τύφλωσε ο Σατανάς, και άλλα αυτιά που τα κούφανε, και ήρθε ο Ιησούς να σώσει αυτό τον άνθρωπο, και να τον κάνει άνθρωπο υγιή. "διότι ο Υιός του ανθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός"(Λουκ, 19,10). Σ' αυτόν ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

Πηγή:http://paterikakeimena.blogspot.com/2010/04/blog-post_21.html

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Ο Απόστολος Παύλος

Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος ον αποδώσει μοι Κυριος εν εκείνη τη ημέρα».

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Σαύλος ή Σαούλ ήταν το αρχικό του όνομα. Γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας γύρω στο 1 - 3 μ. Χ. Ήταν γιός πλούσιας οικογένειας, αφού όπως γνωρίζουμε, τον έστειλαν από την Ταρσό να σπουδάσει στα Ιεροσόλυμα, όπου είχε καθηγητή τον περίφημο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ.

Η οικογένειά του ανήκε στην αίρεση των φαρισαίων. Ηταν πιστοί και φανατικοί τηρητές του Μωσαϊκού Νόμου καί των παραδόσεων.
Στο πρόσωπο του Σαύλου ο Αρχιερεύς και το Συνέδριο των Ιουδαίων βρήκαν τον ιδανικό διώκτη των χριστιανών και τον προόριζαν για αρχηγό της ομάδας των διωκτών που ετοίμαζαν να στείλουν στην Δαμασκό, όπου είχαν καταφύγει οι διωκόμενοι χριστιανοί.

Ηταν μεσημέρι όταν μια λάμψη πιο δυνατή και από τον ήλιο που μεσορανούσε, έκαμε όλους τους άνδρες του αποσπάσματος να πέσουν στο έδαφος ενώ ο Σαύλος άκουσε φωνή που του έλεγε: «Σαούλ, Σαούλ τι με διώκεις;». βρήκε το θάρρος ο Σαούλ να ρωτήσει: «Τις εί, Κύριε;». Και η φωνή απάντησε: «Εγώ ειμί Ιησούς ον συ διώκεις».

Εκεί τρεις ημέρες έμεινε χωρίς να φάει κάτι ή να πιεί νερό, στο σπίτι κάποιου Ιούδα που τους φιλοξένησε. Αλλά το όραμα του Σαύλου ακολούθησαν άλλα δύο σχετικά οράματα.

Νέος άνθρωπος τώρα ο Σαούλ, ξεκομμένος με θαυματουργική επέμβαση από τι ίδιο του το παρελθόν, σε μία νέα ζωή σε νέα πορεία. Αυτή τη φορά όχι υπηρέτης των αρχόντων του Ισραήλ αλλ' υπηρέτης του Θεού και μάλιστα εκλεκτό «σκεύος εκλογής», θεόληπτος και θεοπρόβληπτος. Έχει πια την συνείδηση ότι «τα αρχαία παρήλθεν», ότι «γέγονε τα πάντα καινά».

Ακόμα και το όνομα του που του θύμιζε τον παλαιό εαυτό του και αυτό το εγκαταλείπει. Προτιμά αντί του εβραϊκού Σαούλ - Σα?λος το Ρωμαϊκό Πα?λος.

«Παύλος απόστολος Χριστού» ή «Παύλος δούλος Ιησού Χριστού» θα είναι εις το εξής ο τίτλος του, έτσι θα αρχίζει τις επιστολές του και έτσι θα μείνει στην ιστορία.

ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ

Η πρώτη περιοδεία (47-48 μ.Χ.) καλύπτει την Κύπρο, την Πέργη της Παμφυλίας, την Αντόχεια της Πισιδίας και τις πόλεις Ικόνιο, Λύστρα και Δέρβη της Νότιας Γαλατίας (Λυκαονίας).
Στόχος της φαίνεται να είναι κυρίως η Κύπρος.

Στη δεύτερη περιοδεία του (49-52 μ.Χ.) αρχίζει από την Αντιόχεια. Στη συνέχεια επισκέπτεται τις Εκκλησίες της Λυκαονίας της Φρυγίας και της Γαλατικής χώρας. Από εκεί πηγαίνει στην Τρωάδα για να καταλήξει στις Εκκλησίες της Μακεδονίας. Τέλος κατέληξε στην Κόρινθο από όπου έφυγε για Έφεσσο.
Η τρίτη περιοδεία (52-56 μ.Χ.) έχει ως ορμητήριο τη Έφεσσο, από όπου ο Παύλος επισκέπτεται τη Μικρά Ασία και την Ελλάδα.

Τέλος, μαρτυρείται μια ακόμη περιοδεία του Αποστόλου Παύλου, η τέταρτη (62-64μ.Χ.), η οποία ακολουθεί το ταξίδι, την παραμονή και τη διετή φυλάκισή του στη Ρώμη, και καλύπτει τη Δύση, ίσως και ως την Ισπανία. Από εκεί επέστρεψε στη Ρώμη, όπου και συνελήφθη και υπέστη μαρτυρικό θάνατο στον επί Νέρωνος διωγμό το 64 έως 68 μ.Χ

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμι. και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία. πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται. είτε γλώσσαι παύσονται. είτε γνώσις καταργηθήσεται. εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν. όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην. ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. βλέπομεν γαρ άρτι δι΄εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον. άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη.

(Απ. Παύλου Α' Κορ.ιγ΄)




Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Συναξάρι της Ημέρας ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ο ΛΟΥΚΑΡΙΣ : ο Περίδοξος και Πολύτλας

Η μνήμη του τιμάται 27 Ιουνίου


Η διαβόητη Congregatio de Propagandae Fidei προσπάθησε να τον διαβάλη χαλκεύοντας στα σκοτεινά γραφεία της μια καλβινίζουσα πλαστή, κακέμφατη και ψευδεπίγραφη «Ομολογία Πίστεως», την οποία ο Λούκαρις ουδέποτε αναγνώρισε ούτε υπεστήριξε πολεμούμενη. Καλβινιστής, λοιπόν, ο Λούκαρης! Πριν λίγα χρόνια τον είχαν παρουσιάσει ως παπιστή. Τώρα, ξαφνικά, έγινε …Προτεστάντης!… Αιρετικός!… Ποιος; Αυτός που τον διέκρινε τέτοια ευλάβεια για την Παναγία, ώστε στα Πατριαρχικά του Συγίλλια, αναφερόμενος στη Θεοτόκο πάντοτε έγραφε «της Υπεραγίας μου Θεοτόκου». Ποτέ χωρίς εκείνο το μου, εκείνη την έκφρασι βαθειάς προσωπικής σχέσεως προς την Μάννα των Χριστιανών, την ώρα που οι Καλβινιστές και λοιποί Προτεστάντες στο άκουσμα και μόνο της λέξεως Θεοτόκος αρρώσταιναν. Προτεστάντης, αυτός που κατέταξε επισήμως στη χορεία των Αγίων τον Όσιο Γεράσιμο της Κεφαλλονιάς (Ιούλιος 1626), όταν οι Προτεστάντες αρνούνται την τιμή στους Αγίους.

Στο πρόσωπό του συνδυαζόταν άριστα η παιδεία με την ευαγγελική αρετή και την καθημερινή συσταύρωσι με τον Χριστό και με το σταυρωμένο Γένος.

Ο θείος του Μελέτιος Πηγάς τον κάλεσε στην Αλεξάνδρεια (1593), όπου τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο (Σύγκελλο), και τον πήρε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη για να λάβουν μέρος στη Σύνοδο που συγκάλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός. Τότε έβραζε η Ανατολική Ευρώπη από τις λυσσώδεις προσπάθειες τού Βατικανού για τον προσηλυτισμό των Ορθοδόξων στο Λατινικό δόγμα, με δούρειο ίππο την Ουνία. Ο βασιλεύς της Πολωνίας Σιγισμούνδος ο Γ’ (1587 – 1632) είχε γίνει όργανο τού αμφιλεγόμενου Τάγματος των Ιησουιτών και είχε εξαπολύσει απηνή διωγμό κατά των Ορθοδόξων. Οι δύο Πατριάρχες έστειλαν τον νεαρό Κύριλλο Λούκαρι, μαζί με τον Αρχιμανδρίτη Νικηφόρο Παράσχη – Καντακουζηνό, να βοηθήσουν τους Ορθοδόξους της Ρουθηνίας, της Ουκρανίας και της νότιας Ρωσίας στην αντιμετώπιση τού προσηλυτισμού των Ιησουιτών και τού διωγμού τού Σιγισμούνδου.

Στη Βίλνα της Λιθουανίας ο Λούκαρις ίδρυσε Ακαδημία και τη διηύθυνε για λίγο, πρωτοστάτησε δε στην ίδρυση τυπογραφείου, όπου θα ετυπώνοντο και ελληνικά βιβλία «ανοθεύτως». Ακόμη εδίδαξε στο σχολείο του Λβώφ και στην Ακαδημία τού Οστρόγκ. Κατά τη ληστρική εκείνη «Σύνοδο» τού Μπρέστ-Λιτόφσκ (1596), που συγκάλεσε ο Σιγισμούνδος και εσκηνοθέτησε τη δήθεν «ένωση» των Ορθοδόξων με τους Λατίνους, οι δύο φιλόχριστοι κληρικοί υπεράσπισαν με παρρησία το ευσεβές δόγμα, μαζί με τους λίγους Επισκόπους που δεν υπέκυψαν στις στραγγαλιστικές παπικές πιέσεις και τον πρίγκιπα Κωνσταντίνο Οστρόγκσκι. Ακολούθησε φρικαλέος διωγμός και ο Κύριλλος με τον Νικηφόρο εγνώρισαν από την καλή το αληθινό πρόσωπο τού λατινικού φανατισμού. Αγωνίστηκαν σκληρά, με προφητικό ζήλο και άκαμπτο φρόνημα, αποκαλύπτοντας την καταχθόνια βατικάνια πλεκτάνη, διαφωτίζοντας κατάλληλα τους Ορθοδόξους και προτρέποντας τους να παραμείνουν ανενδότως πιστοί στην πνευματική τους Μάνα Ορθοδοξία, να μην προδώσουν την αλήθεια της Εκκλησίας αποδεχό-μενοι τη σκοτεινή ψευδοένωσι. Οι Λατίνοι συνέλαβαν τον Νικηφόρο, τον φυλάκισαν και τον εθανάτωσαν. Ο Λούκαρις κατάφερε να ξεφύγη, να επιστρέψη για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου επανήλθε δριμύτερος, αγωνιζόμενος εναντίον της προπαγάνδας και των αφιλάδελφων προσπαθειών των Ρωμαιοκαθολικών στη Μολδαβία, στην Ουκρανία και στην Πολωνία. Στην Πολωνία εργάσθηκε ανυψώνοντας την Ορθοδοξία μέχρι το 1601, οπότε ο Γέροντας του Μελέτιος Πηγάς τον κάλεσε πίσω στην Αλεξάνδρεια, προαισθανόμενος τον θάνατο του (13 Σεπτ. 1601). Το 1599 ο Ιησουίτης Πέτρος Σκάργα δημοσίευσε εδώ μια «Ομολογία Πίστεως» σαν τάχατις έργο τού Λουκάρεως, στην οποία ο υποτιθέμενος συγγραφέας της παρουσιαζόταν ως παπικός και αντιλουθηρανός. Πρόκειται για ένα κείμενο πέρα ως πέρα πλαστό και ψευδεπίγραφο, το πρώτο που η αδίστακτη προπαγάνδα του Βατικανού θα εχάλκευε και θα εκυκλοφορούσε για να συκοφαντήση τον αγωνιστή της ευσέβειας. Αυτόν που πάντοτε έλεγε για τον Πάπα ότι «έχει φανερά τα σημάδια του αντίχριστου. Δεν λέγω πώς είναι αντίχριστος, αλλά πώς είναι πρόδρομος τού Αντιχρίστου».

Κατά πάντα άξιος και ικανός, εξελέγη, σύμφωνα και με την επιθυμία και υποθήκη τού Γέροντα του, νέος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ως Κύριλλος ο Γ΄ (1601 -1620), σε ηλικία τριάντα μόλις ετών. Ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Κύριλλος ανέπτυξε αξιοθαύμαστη δράσι για την πνευματική και υλική ανασυγκρότηση τού Πατριαρχείου και τού ποιμνίου του. Καλλιέργησε το θείο κήρυγμα και τη μελέτη των Αγίων Γραφών, επισκεύασε ναούς, έκτισε καινούργιους, ενοικοκύρεψε τα οικονομικά της Εκκλησίας, ετακτοποίησε τα χρέη τού Πατριαρχείου. Επειδή οι Ιησουίτες με την προπαγάνδα τους προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν τους αφελέστερους από τους πιστούς της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, τους πολέμησε σκληρά, καλώντας σε επικουρία και τους Άγγλους. Οι Κόπτες και οι Νεστοριανοί πολεμούσαν κι αυτοί από κοινού το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. «Οι τυφλοί με τους τυφλούς!». Αυτός ήταν ο σχολιασμός τού Κυρίλλου για το κοινό μέτωπο των αιρετικών, ενώ τους Νεστοριανούς τους εχαρακτήρισε και ως «Πανώλιν (πανούκλα) της Ανατολής» και τους αντιμετώπισε κι αυτούς με συνέπεια. Οι εμπερίστατες Εκκλησίες των Ιεροσολύμων και της Κύπρου εζήτησαν βοήθεια του. Δεν την αρνήθηκε. Είχε την αίσθηση ότι ήταν διάκονος της Εκκλησίας τού Χριστού οπουδήποτε Εκείνη είχε ανάγκη των υπηρεσιών του. Στη νοτιοδυτική Ρωσία η προπαγάνδα των Ιησουϊτών είχε αρχίσει ξανά να κάνη θραύση. Δεν εδίστασε. Έτρεξε να βοηθήση κι εκεί τη χειμαζόμενη Ορθοδοξία. Καθ’ οδόν, το 1512, στην Κωνσταντινούπολη τού ανατέθηκαν καθήκοντα Επιτηρητού τού Οικουμενικού θρόνου. Εκεί είδε με λύπη του ότι η Λερναία Ύδρα τού Ιησουίτικου σκοταδισμού απειλούσε και αυτό το ιερό κέντρο της Ορθοδοξίας. Αφού έκαμε και στην Πόλη κατά δύναμιν το χρέος του προς την Εκκλησία, πορεύθηκε στη Ρωσία, στη Μολδαβία και στη Βλαχία, όπου επί δύο χρόνια εθηριομάχησε κυριολεκτικά, πολεμώντας, με καθημερινό κίνδυνο της ζωής του, τις ανόσιες προσηλυτιστικές προσπάθειες και τις καταχθόνιες μεθόδους που μετήρχοντο οι Λατίνοι για να επιβάλουν στην περιοχή το εκκλησιαστικό τέρας της Ουνίας. Για να ενίσχυση τους Ορθοδόξους, ο Κύριλλος έγραψε και δυό αντιλατινικές πραγματείες: α) Περί της αρχής ή τού πρωτείου τού Πάπα και β) Διάλογος φιλαλήθους και ζηλωτού.

Στα πλαίσια των αγώνων του εναντίον τού παπικού προσηλυτισμού άρχισε από νωρίς ν’ αναπτύσσει σχέσεις με εξέχουσες προσωπικότητες τού χώρου της Διαμαρτυρήσεως, όπως ο Αγγλικανός Αρχιεπίσκοπος τού Καντέρμπουρυ Γεώργιος Άμποτ, οι Βασιλείς Κάρολος Α’ της Αγγλίας και Γουσταύος – Αδόλφος Β’ της Σουηδίας κ.ά. Οι άνθρωποι αυτοί τον εθαύμασαν, τον εσέβονταν και τον αγαπούσαν ειλικρινά ως μια μοναδική για την εποχή του προσωπικότητα της Εκκλησίας με στίλβουσα αρετή, σπάνια παιδεία και γλωσσομάθεια, έξοχη θεολογική συγκρότηση, γνήσιο πατερικό και μαρτυρικό ήθος. Σύμφωνα με τον Trivier, «Οι μεγαλύτεροι πολιτικοί και σοφοί της Ευρώπης επεζήτουν την φιλίαν του και ολόκληρος η Ευρώπη κατά τας αρχάς τού ΙΖ’ αιώνος αντηχεί από την φήμην των αρετών και γνώσεων τού Έλληνας Πατριάρχου». Ο Λούκαρις ήλπιζε ότι θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των προσπαθειών του Βατικανού εις βάρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Στις 4 Νοεμβρίου 1620, η Αγία και Ιερά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, εις διαδοχήν Τιμοθέου τού Β’ εξέλεξε τον «επ’ αρετή και σοφία διαβόητον» Πατριάρχη Αλεξανδρείας ως Οικουμενικό Πατριάρχη. Έτσι, ο Κύριλλος Α’ ανέλαβε το πηδάλιο τού Οικουμενικού Πατριαρχείου και τού Γένους σε ώρες εξαιρετικά δύσκολες. Στην Ευρώπη μαινόταν ο Τριακονταετής Πόλεμος. Οι Παπικοί συγκρούονταν σκληρά με τους Προτεστάντες. Η Μεταρρύθμισις είχε αποδεκατίσει το ποίμνιο της Ρώμης και το Βατικανό, ταπεινωμένο και αγχωμένο, επάσχιζε ν’ ανακτήση τις δυνάμεις του διά πυρός και σιδήρου. Παράλληλα, θέλησε ν’ αναπλήρωση τους λαούς που ξέφυγαν από τους κόλπους του με καινούργιους πιστούς, τους οποίους έκρινε πώς έπρεπε ν’ απόσπαση από τον κόσμο των Ορθοδόξων. Έτσι, η διαβόητη Congregatio de Propagandae Fidei χρησιμοποιώντας τους Ιησουίτες σαν δυνάμεις καταδρομών και την Ουνία σαν στολή παραλλαγής (καμουφλάζ), αποδόθηκε σ’ έναν ανίερο λυσσαλέο αγώνα κατά της Ορθοδοξίας.

Ο Λούκαρις δεν κάθισε ούτε δευτερόλεπτο με σταυρωμένα χέρια. Με κηρύγματα, με επιστολές, με συστηματική διαφώτιση των πιστών αγωνιζόταν ν’ αποκρούσει τη λατινική προπαγάνδα. Δίπλα του στάθηκαν με ειλικρινή αγάπη ο Κορνήλιος Χάγα, Πρεσβευτής των Στάτων Γενεράλων (Ολλανδίας) στην Κωνσταντινούπολι κι ο Εφημέριος της Πρεσβείας Αντώνιος Λεγήρος, καθώς κι ο Άγγλος Πρεσβευτής Σερ Τόμας Ρώσυ κι ο Εφημέριος της Πρεσβείας τού Έντουαρντ Πόκοκ. Η βοήθειά τους ήταν συχνά ανεκτίμητη, την ώρα που οι Πρεσβευτές της Γαλλίας Σεζύ (Philippe Harlay Comte de Cesy) και της Αυστρίας Rudolph Shmid Schwarzenhorn – ο κατά τον ανεκδιήγητο Κονταρή: «Εκλαμπρότατος Αμπασαδόρε τού Χριστιανικωτάτου και Γαληνότατου Βασιλέως και Αυτοκράτορας Υπεραδόρου», όχι μόνο υπεστήριζαν αναφανδόν, με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον τους Ιησουίτες και τους Καπουτσίνους, άλλα και ετοίμαζαν μετά σπουδής την φυσική εξόντωσι τού μαρτυρικού Πατριάρχου. Άλλωστε, η διαβόητη Congregatio de Propagandae Fidei είχε λάβει κατά τη συνεδρία της 25-7-1628, προεδρεύοντος τού Πάπα Ουρβανού τού Η’ απόφασι να εξοντώση τον Λούκαρι ως «αιρετικό».

Οι Ιησουίτες, τα κύρια προπαγανδιστικά όργανα τού Βατικανού και εν ταύτω πράκτορες (τότε) της γαλλικής διπλωματίας, την οποία εκ των παρασκηνίων διηύθυνε ο διαβόητος Πιέρ Ζοζέφ Τραμπλαί, η «Τεφρά Πανιερότης» (L’ Eminance Grise) – όπως πέρασε στη διεθνή διπλωματική γλώσσα -είχαν ιδρύσει για προσηλυτιστικούς λόγους ελληνικό σχολείο μέσα στην Κωνσταντινούπολι. Αυτό, όπως γράφει ο Λούκαρις, «τους χάρισε τόση επιτυχία, όση θα είχε και μια αλεπού ατό κοτέτσι». Αναδιοργάνωσε, λοιπόν, ο Κύριλλος εσπευσμένα την Πατριαρχική Σχολή και ίδρυσε το 1627 Πατριαρχικό Τυπογραφείο (το πρώτο ελληνικό Τυπογραφείο!), για να τυπώνωνται τα ιερά κείμενα και τα Ορθόδοξα δόγματα στη γλώσσα τού λαού, να φωτίζεται ο κόσμος και να στερεώνεται στην πίστι του. Η «αγάπη» όμως των Ιησουϊτών έσπευσε να διαβάλη στις τουρκικές αρχές τον Πατριάρχη και το Πατριαρχικό Τυπογραφείο, με αποτέλεσμα να ορμήσουν οι Γενίτσαροι και να το καταστρέψουν παντελώς. Οι Ρωμαιοκαθολικοί επανηγύρισαν τη συμφορά μας και παράλληλα κατηγορούσαν και ειρωνεύονταν τον Ελληνισμό για την αμορφωσιά και το κατάντημα του. Όμως ο μεγάλος Πατριάρχης έκλεισε κάθε βέβηλο στόμα με τούτα τα λόγια:

«Ημπορούσε να ειπούν οι Λατίνοι ότι χειρότερα είσθε σεις οι Ανατολικοί παρά ημάς, διότι βασιλείαν δεν έχετε. Διά την υπερηφάνειαν σας την επήρεν ο Θεός (…). Μάθημα και σοφίαν δεν έχετε, αμή είστε δούλοι και έχετε τους Τούρκους επάνω εις τα κεφάλια σας (…). Όσον πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα, αλήθεια είναι, αμή ας μετρήσουν δύο πράγματα οι Λατίνοι: Πρώτον, ότι τον καιρόν τον παλαιόν, όσον η σοφία επολιτεύετο εις την Ελλάδα, τους Λατίνους οι Έλληνες είχον διά βαρβάρους. Και τώρα, αν εβαρβαρώθημεν ημείς και εκείνοι εσοφίσθησαν, παράδοξον δεν είναι. Η πτώχεια και η αφαίρεοις της βασιλείας μας το έκαμαν και ας έχωμεν υπομονήν.

Δεύτερον, ας λογιάσουν ότι αν δεν έχωμεν σοφίαν εξωτερικήν, έχομεν, χάριτι Χριστού, σοφίαν ανωτέραν και πνευματικήν, η οποία στολίζει την Ορθόδοξόν μας Πίστιν, και εις τούτο είμεθα ανώτεροι από τους Λατίνους εις τους κόπους, εις τας σκληραγωγίας, και να σηκώνωμεν τον σταυρόν μας, και να χύνωμεν το αίμα μας διά την πίστιν και την αγάπην την προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκιάν δέκα χρόνους, Χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες. Και εις την Ελλάδα τώρα διακόσιους χρόνους ευρίσκεται και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι και βασανίζονται διό να στέκουν εις την πίστιν τους, και λάμπει η Πίστις τού Χριστού και το μυστήριον της ευσέβειας, και σεις μου λέγετε ότι δεν έχομεν σοφίαν; Την σοφίαν σας δεν εθέλω εμπρός εις τον Σταυρόν τού Χριστού. Κάλλιον ήτο να έχη τινάς και τα δύο, δεν το αρνούμαι, πλην από τα δύο, τον Σταυρόν του Χριστού προτιμώ».

Τον Σταυρόν τού Χριστού που προτιμούσε από την αδιαφόρετη κοσμική σοφία και τις αλεπουδοευγένειες των Ρωμαιοκαθολικών ο μεγάλος αυτός Πρωθιεράρχης μας, ο «Μωυσής του Γένους», όπως εύστοχα ωνόμασε τον Λούκαρι ο Κ. Σαρδελής, αυτό τον Σταυρό τον εσήκωσε πολυειδώς και πολυτρόπως. Οι ασταμάτητες μηχανορραφίες, οι ατέλειωτες ραδιουργίες και οι ασίγαστες διαβολές των Ιησουϊτών, τους οποίους είχε επιτέλους καταφέρει να απομακρύνη από τ’ Οθωμανικό κράτος το 1627, έστω και προσωρινά, η ροή αφθόνου χρυσίου από τις Πρεσβείες των Παπικών βασιλιάδων προς τα θυλάκια τού Μεγάλου Βεζύρη και πολλών επί μέρους οργάνων της τουρκικής διοικήσεως, η μικρόνοια και μωροφιλοδοξία ωρισμένων ημετέρων και μάλιστα τού ανεκδιήγητου σπουδαρχίδου Κυρίλλου Κονταρή, τού «Κακοεκβερροίας», η βραδύτητα η αδυναμία προς ενέργεια των ξένων φίλων του, ωδήγησαν στο μαρτύριο τον μεγαλόπνοο Πατριάρχη. Μέσα σε δεκάξι χρόνια, πέντε φορές κατέβηκε από τον Πατριαρχικό Θρόνο. Μα και άλλες τόσες ξανανέβηκε, μετά από απαίτησι κλήρου και λαού, που αναγνώριζε στο σεπτό πρόσωπό του τον γνήσιο και καλό Ποιμένα, τον μιμητή τού Αρχιποίμενος Χριστού. Άλλωστε και η πλειονότης των Αρχιερέων τον αγαπούσε, τον σεβόταν, τού ήταν αφοσιωμένη. Εξορίσθηκε επανειλημμένα, ταπεινώθηκε, προπηλακίσθηκε. Η διαβόητη Congregatio de Propagandae Fidei προσπάθησε να τον διαβάλη χαλκεύοντας στα σκοτεινά γραφεία της μια καλβινίζουσα πλαστή, κακέμφατη και ψευδεπίγραφη «Ομολογία Πίστεως», την οποία ο Λούκαρις ουδέποτε αναγνώρισε ούτε υπεστήριξε πολεμούμενη. Καλβινιστής, λοιπόν, ο Λούκαρης! Πριν λίγα χρόνια τον είχαν παρουσιάσει ως παπιστή. Τώρα, ξαφνικά, έγινε …Προτεστάντης!… Αιρετικός!… Ποιος; Αυτός που τον διέκρινε τέτοια ευλάβεια για την Παναγία, ώστε στα Πατριαρχικά του Συγίλλια, αναφερόμενος στη Θεοτόκο πάντοτε έγραφε «της Υπεραγίας μου Θεοτόκου».

Ποτέ χωρίς εκείνο το μου, εκείνη την έκφρασι βαθειάς προσωπικής σχέσεως προς την Μάννα των Χριστιανών, την ώρα που οι Καλβινιστές και λοιποί Προτεστάντες στο άκουσμα και μόνο της λέξεως Θεοτόκος αρρώσταιναν. Προτεστάντης, αυτός που κατέταξε επισήμως στη χορεία των Αγίων τον Όσιο Γεράσιμο της Κεφαλλονιάς (Ιούλιος 1626), όταν οι Προτεστάντες αρνούνται την τιμή στους Αγίους. Άξιος, λοιπόν, να τον γδάρη ζωντανό η «Ιερά Εξέτασις» και να τον κάψη επί της πυρός στη Μάλτα!… Έτσι, το ξεχείλισμα της αξιομισθίας των Ιησουϊτών ήταν η τελική κατασυκοφάντισι τού αγίου Πατριάρχου στον αφειδώς χρηματισθέντα από την Αυστριακή Πρεσβεία Μεγάλο Βεζύρη Μπαϊράμ Πασά (συνεργούντος και τού παναθλιωτάτου Κονταρή) ως δήθεν συνεννοουμένου με τους Κοζάκους για επανάστασι και κοινή επίθεσι κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Σουλτάνος Μουράτ ο Δ’, ευρισκόμενος σε εκστρατεία κατά των Περσών στη Μικρά Ασία για ανάκτησι της Βαγδάτης, στο άκουσμα τού «κινδύνου», εξέδωσε την απόφασι για θανάτωσι τού Εθνάρχου. Έτσι, στις 27 Ιουνίου 1638, οι Γενίτσαροι συνέλαβαν τον Κύριλλο, τον πήγαν στα παράλια τού Αγ. Στεφάνου (Γιεσίλκιου, όπου σήμερα το αεροδρόμιο της Κων/πόλεως), τον έπνιξαν και τον έθαψαν. Κι όταν η πικρή είδησι μαθεύτηκε και ξεσηκώθηκε ο λαός (ήταν η πρώτη φορά που εφονεύετο Πατριάρχης) και γύρεψε το ιερό Του λείψανο να το κηδέψη, «εντίμως και μετά παρρησίας», ο ανάξιος «διάδοχός» Του και συνένοχος τού αίματός Του Κονταρής συνεννοήθηκε με τους Γενίτσαρους, οι οποίοι λαβόντες το ικανόν, ξέθαψαν το λείψανο και το πέταξαν στη θάλασσα. Βρέθηκε αργότερα και θάφτηκε στο νησύδριο τού Αγ. Ανδρέα, στην Προποντίδα.

«Και ούτως εκ ζηλοτυπίας, φθόνου και υποκριτικών τε και αδικωτάτων συκοφαντιών καταβληβείς, απεβίωσε Κύριλλος ο Λούκαρις, ο μέγιστος εκείνος ανήρ, όστις παρά τα άμεμπτα αυτού ήθη και τον πάσης επονειδίστου πράξεως ακηλίδωτον βίον, ήτο προωρισμένος να υποστή, υπαρασπίζων την ευαγγελικήν θρησκεία, φοβερός συμφοράς και σκληρότατον θάνατον» (Th.Smith. Miscellanea, 1866, ρ. 130). Σήμερα τα ιερά λείψανα τού Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Κυρίλλου τού Λουκάρεως θησαυρίζονται στο Μοναστήρι του. Στη Μονή Αγκαράθου της Κρήτης.

Η χάρις Του ας σκέπη την Ορθοδοξία όλη και την πονεμένη μας Ρωμιοσύνη.


Πηγή: http://www.imr.gr

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Νεομάρτυς Προκόπιος 25 Ιουνίου




Ο Άγιος νεομάρτυς και οσιομάρτυς Προκόπιος ήταν Έλληνας από τα μέρη της Βάρνας της Βουλγαρίας. Σε ηλικία είκοσι ετών εγκατέλειψε πατρίδα και συγγενείς και έγινε μοναχός στο Άγιο Όρος ,στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Ενώ όμως ήταν απλός και ασκητικός μοναχός και οι συμμοναστές του θαύμαζαν την υπακοή του , νικήθηκε από τον λογισμό , που του υπέβαλε ο φθονερός , να φύγει από το Άγιον Όρος και να βγει στον κόσμο. Έφυγε και κατέληξε στην Σμύρνη. Τότε πολεμήθηκε από τον ολέθριο λογισμό της απελπισίας, ότι αφού έφυγε από το Όρος δεν έχει πλέον σωτηρία. Συγχυσμένος από τον πόλεμο των λογισμών πήγε κάποια μέρα στο δικαστήριο και σχεδόν μόνος του δήλωσε ότι θέλει να γίνει Τούρκος. Αμέσως , με πολλή χαρά , τον δέχθηκε ο κριτής , έκανε ομολογία πίστεως στο Ισλάμ και κατηχήθηκε στην ψυχώλεθρη πλάνη . Τον ανέλαβε δε στην προστασία του ο γιανιτζάραγας , ο οποίος πρόσεχε μήπως έλθει σε επαφή με Χριστιανούς γι’ αυτό και του επέτρεπε πολύ λίγο χρόνο να βγαίνει έξω μόνος του. Μετά από δεκαπέντε ημέρες δέχθηκε και την περιτομή. Με το που πήρε όμως αυτή τη βδελυρή σφραγίδα άρχισε να τον ελέγχει η συνείδησή του . Ήθελε να μιλήσει με κάποιο χριστιανό αλλά όλοι τον απέφευγαν. Τελικά κατάφερε να συναντηθεί κρυφά με κάποιο γνωστό του πνευματικό στον οποίο διεκτραγώδησε το πάθημά του και απεκάλυψε την επιθυμία του να ξεπλύνει με το αίμα του το δεινό αμάρτημα της άρνησής του. Ο πνευματικός αρχικά προσπάθησε να τον πείσει να επιστρέψει στο Άγιο Όρος , όπου με την μετάνοια και την άσκηση θα μπορούσε να σωθεί με το άπειρο έλεος του Θεού. Παράλληλα του παρουσίασε τον κίνδυνο να υποπέσει και πάλι στην άρνηση εξαιτίας των φοβερών βασάνων .Εκείνος όμως ήταν αμετάπειστος. Μπροστά στον μεγάλο πόθο του για ομολογία και μαρτύριο ο πνευματικός τον δεχόταν κρυφά για δεκαπέντε ημέρες και τον καθοδηγούσε στον πνευματικό αγώνα. Και ένα Σάββατο πρωί λέει ο άγιος στον πνευματικό : Σήμερα είναι η τελευταία μου ημέρα. Αποφάσισα να ομολογήσω και ήρθα να σε αποχαιρετήσω. Αφού έψαλλαν την παράκληση με τον πνευματικό και είπαν τα τελευταία λόγια ,φόρεσε άλλα ρούχα και πήγε στο δικαστήριο. Μπροστά στον κριτή, πέταξε κάτω το σαρίκι και φορώντας ένα μαύρο σκούφο που είχε μαζί του , ήλεγξε με παρρησία το Ισλάμ ενώ παράλληλα ομολόγησε τον Χριστό λέγοντας πως Τον αρνήθηκε απατημένος από τον διάβολο. Αμέσως οι παριστάμενοι του πέταξαν τον μαύρο σκούφο από το κεφάλι και τον επέπλητταν να μη βλασφημεί. Εκείνος δε έπαυε να τους ελέγχει για την κακοδοξία και την ασέβειά τους . Τον άρπαξαν τότε ως αιμοβόρα θηρία, του έδεσαν τα χέρια πίσω με το ίδιο του το σαρίκι και τον έκλεισαν στη φυλακή μέχρι να έλθει ο αφέντης του. Όταν τον οδήγησαν μπροστά στον κριτή ομολόγησε με πολύ θάρρος τον Χριστό και αρνήθηκε το Ισλάμ. Τότε άρχισαν τα ταξίματα , τα αξιώματα και τις κολακείες. Ο άγιος τους απάντησε πως κι αν τον κόσμο όλο του χαρίσουν δεν αλλάζει γνώμη. Μπροστά στη σταθερότητα του αγίου μάρτυρος αποφάσισαν την καταδίκη του στον δι’ αποκεφαλισμού θάνατον . Οδηγώντας τον στον τόπο της καταδίκης ενώ εκείνοι τον έβριζαν και τον εξευτέλιζαν ο άγιος μάρτυς προχωρούσε μάλλον έτρεχε με χαρούμενο πρόσωπο σαν να πήγαινε σε πανηγύρι και αποχαιρετούσε όσους χριστιανούς συναντούσε . Όταν έφθασαν στον τόπο της εκτέλεσης, στάθηκε με τόσο θάρρος και τόση γενναιότητα ώστε προκαλούσε αμηχανία στους Τούρκους και κανένας δεν τολμούσε να τον αποκεφαλίσει. Τελικά έφεραν κάποιο πωρωμένο αρνησίχριστο , ο οποίος και τον αποκεφάλισε. Έτσι ο άγιος Νεομάρτυς και οσιομάρτυς Προκόπιος έλαβε τον αμαράντινο στέφανο της αιωνίου ζωής .

http://vatopaidi.wordpress.com/2009/06/25/%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%85%CF%83-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BF%CF%83/

«Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ»

Ο μέγας Απόστολος των Εθνών Παύλος δεν ανήκε στη χορεία των δώδεκα Αποστόλων. Δε γνώρισε τον Κύριο όσο ζούσε στη γη, αλλά αποκαλύφτηκε κατόπιν σε αυτόν και κλήθηκε να γίνει απόστολός Του, όντας αυτός πολέμιος της Εκκλησίας.

Η Εκκλησία μας χαρακτήρισε τον Απόστολο Παύλο ως τον «Πρώτον μετά τον Ένα», δηλαδή τον σημαντικότερο άνδρα επί γης μετά τον Χριστό και ως το «πολύτιμο σκεύος Χριστού». Δίκαια, διότι ο μέγας αυτός Απόστολος προσέφερε στην Εκκλησία του Χριστού τις πιο ανεκτίμητες υπηρεσίες της ιστορίας Της! Αυτός είναι ο ουσιαστικός θεμελιωτής Της στα έθνη, ως τα πέρατα της οικουμένης!

Τις πληροφορίες για τον βίο και το έργο του μεγάλου Αποστόλου αντλούμε από το βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων» και από τις Επιστολές του, αλλά και από άλλες αρχαιότατες εξωβιβλικές μαρτυρίες. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα εξής χωρία: Πραξ.9,1-29, 22,3-21,26,9-20, Γαλ.1,13-24, A΄Κορ.15,8, Εφ.3,8, Φιλιπ.3,12, κλπ. Το ιεραποστολικό του έργο περιγράφεται στα κεφάλαια 13ο 28ο του βιβλίου των «Πράξεων των Αποστόλων».

Γεννήθηκε γύρω στο 15 μ.Χ. στην Ταρσό της Κιλικίας από Iουδαίους γονείς, οι οποίοι κατάγονταν από την φυλή του Βενιαμίν. Ονομαζόταν Σαούλ ή Σαύλος και επίσης είχε και το ρωμαϊκό όνομα Παύλος. Οι εύποροι γονείς του έδωσαν στον φιλομαθή γιο τους υψηλή παιδεία. Επίσης το αξιόλογο ελληνιστικό πνευματικό κλίμα της Ταρσού επέδρασαν θετικά στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Τόσο ο πατέρας του όσο και ο Παύλος ανήκε στην αίρεση των Φαρισαίων. Αυτό σημαίνει ότι από μικρός είχε καλλιεργήσει στην ανήσυχη ψυχή του θέρμη και ζήλο για την πίστη του.

Γύρω στο 34 μ.Χ. βρέθηκε στην Ιερουσαλήμ να σπουδάζει κοντά στον ονομαστό νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ (Πράξ.22,3). Ο νεαρός φαρισαίος μαθητής έδειξε ιδιαίτερο ζήλο για τη διάσωση της θρησκείας του. Τον συναντούμε συμμέτοχο στον λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου (Πραξ.7,54) και λίγο αργότερα φανατισμένο διώκτη των Χριστιανών. Διαβάζουμε στο ιερό κείμενο: «Σαύλος ελυμαίνετο την εκκλησίαν κατά τους οίκους εισπορευόμενος, σύρων τε άνδρας και γυναίκας παρεδίδου εις φυλακήν» (Πραξ.8,3). Εξαιτίας του υπέρμετρου μάλιστα ζήλου του και του μίσους κατά των πιστών του Ιησού, ζήτησε από τον αρχιερέα να τεθεί επικεφαλής αποσπάσματος, το οποίο θα βάδιζε προς τη Δαμασκό, προκειμένου να τιμωρήσει παραδειγματικά τους εκεί Ιουδαίους που είχαν γίνει Χριστιανοί και να τους σύρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ (Πραξ.9,1).

Όμως καθ΄ οδόν έγινε το μεγάλο θαύμα. Ο διώκτης Παύλος είδε ένα εκτυφλωτικό φως, το οποίο τον έριξε από το άλογο και τον τύφλωσε. Ταυτόχρονα άκουσε μια φωνή να του λέγει: «Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;». Ο τρομοκρατημένος Παύλος ρώτησε: «Τις ει, Κύριε;» και απάντησε: «Εγώ ειμι Ιησούς ον συ διώκεις΄ αλλά ανάστηθι και είσελθε εις την πόλιν, και λαληθήσεται σοι τι σε δει ποιείν» (Παρξ.9,4-6). Το συγκλονιστικό αυτό γεγονός συντάραξε κυριολεκτικά τον Παύλο, μετανόησε και αφού μπήκε στην πόλη συναντήθηκε με τον επί κεφαλής της Εκκλησίας Ανανία, ο οποίος τον θεράπευσε από την τύφλωση, τον κατήχησε και τον βάπτισε. Το γεγονός αυτό έγινε χρονολογικά πιθανότατα το 36 μ.Χ.

Από τότε ο Παύλος έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ύστερα από μια επιμελή προετοιμασία ανέλαβε να εκχριστιανίσει τους εθνικούς, δηλαδή τους μη Ιουδαίους.

Με συνοδεία άξιων συνεργατών, όπως του Βαρνάβα και του Μάρκου ως ένα σημείο, ο Παύλος ξεκίνησε το 48 μ.Χ. την πρώτη μεγάλη αποστολική περιοδεία του, η οποία περιγράφεται λεπτομερώς στα 13ο και 14ο κεφάλαια των «Πράξεων των Αποστόλων». Πρώτος σταθμός τους ήταν η Σαλαμίνα και ύστερα η Πάφος της Κύπρου, όπου κήρυξαν και ίδρυσαν εκκλησίες. Κατόπιν διάβηκαν στην Μικρά Ασία και περιόδευσαν στις πόλεις Πέργη της Παμφυλίας, στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στο Ικόνιο, τα Λύστρα, την Δέρβη και αλλού. Παρ΄ όλες τις δυσκολίες που συνάντησαν και τις διώξεις που υπέστησαν, το κήρυγμά τους σημείωσε επιτυχία. Σε όλες τις πόλεις ίδρυσαν τοπικές εκκλησίες. Μέσω της Αττάλειας επέστρεψαν στην Αντιόχεια, όπου «συναγαγόντες την εκκλησίαν ανήγγειλαν όσα εποίησεν ο Θεός μετ΄ αυτών και ότι ήνοιξε τοις έθνεσι θύραν πίστεως» (Πραξ.14:27).

Στη συνέχεια έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (48 μ.Χ.), η οποία έλυσε σοβαρά θέματα ιεραποστολής (Πράξ.15ο κεφ.). Σε αυτή ο Παύλος έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Κατόρθωσε να πείσει ότι η αποστολή του Ιουδαϊσμού τελείωσε και πως η χάρη του Θεού έρχεται σε κάθε άνθρωπο, που συντάσσεται με το Χριστό.

Ύστερα με συνεργάτη του τον Σίλα αναχώρησε για την δεύτερη αποστολική περιοδεία του, η οποία περιγράφεται στα 16ο , 17ο και 18ο κεφάλαια των «Πράξεων των Αποστόλων». Μέσω της Συρίας και Κιλικίας περιόδευσε τις πόλεις της Ασίας Δέρβη και Λύστρα. Εκεί συνάντησε τον ευσεβή και ένθερμο νέο Τιμόθεο, το οποίο πήρε και αυτόν μαζί του. Διάβηκαν την Φρυγία, την Γαλατία, έφτασαν στην Μυσία και κατόπιν στην Τρωάδα. Κατόπιν οράματος πέρασαν στην Μακεδονία και ίδρυσαν εκκλησίες στους Φιλίππους, την Θεσσαλονίκη, την Βέροια, την Αθήνα και την Κόρινθο, στην οποία έμειναν περίπου ενάμισι χρόνο στο σπίτι του Ακύλα και της Πρισκίλας. Με το τέλος και της δεύτερης περιοδείας ο Παύλος έφτασε στην Έφεσο και από εκεί μέσω Καισάρειας στην Ιερουσαλήμ. Κατόπιν επέστρεψε στην Αντιόχεια για ανάπαυση.

Σύντομα ανέλαβε να επιτελέσει και την Τρίτη αποστολική περιοδεία του. Περιγράφεται στα 19ο και 20ο κεφάλαια των «Πράξεων των Αποστόλων». Επισκέφτηκε την Γαλατία, την Φρυγία και κατέληξε στην Έφεσο, όπου έμεινε τρία χρόνια διδάσκοντας και στηρίζοντας την εκκλησία της μεγάλης ασιατικής αυτής πόλεως. Μετά ήλθε στην Τρωάδα, πέρασε ξανά στους Φιλίππους, στην Θεσσαλονίκη, στην Βέροια, ίσως στην Ήπειρο και τερμάτισε στην Κόρινθο, όπου έμεινε τρεις μήνες.

Μέσω Τρωάδος, Μιλήτου και Καισάρειας έφτασε και πάλι στην Ιερουσαλήμ. Εκεί συνελήφθη ως ταραχοποιός και οδηγήθηκε σε δίκη (Πράξ.21ο κεφ.). Ως ρωμαίος πολίτης (Ρωμ.11,1) απαίτησε να δικαστεί στο αυτοκρατορικό δικαστήριο της Ρώμης. Γι αυτό αναχώρησε δέσμιος ακτοπλοϊκώς για την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Κοντά στη νήσο Μελίτη ναυάγησε το πλοίο και βγήκαν στην ξηρά όπου κήρυξε και ίδρυσε και εκεί εκκλησία. Τελικά έφθασε στη Ρώμη, όπου ύστερα από δύο χρόνια σχετικού περιορισμού δικάστηκε και αθωώθηκε (Πράξ.27ο και 28ο κεφ.). Στο σημείο αυτό τελειώνει και το ιερό βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων».

Από την Ρώμη έπλευσε στην Κρήτη, όπου αφήκε επίσκοπο τον εκλεκτό και πιστό συνεργάτη του Τίτο, ανέβηκε στην Κόρινθο, στην Μακεδονία και επισκέφτηκε πιθανότατα την Νικόπολη της Ηπείρου το Φθινόπωρο του 66 μ.Χ., όπου και παραχείμασε (Τιτ.3,12). Μετά πέρασε και πάλι στην Ασία, όπου αφήκε τον αγαπητό του συνοδό Τιμόθεο, αφού τον κατέστησε επίσκοπο στην Έφεσο. Η τέταρτη και τελευταία περιοδεία του μεγάλου αποστόλου τερματίστηκε στην Δύση. Έφτασε σύμφωνα με μαρτυρία του αγίου Κλήμεντα Ρώμης στις εσχατιές της Δύσης, στην Ισπανία. Κατόπιν κατάκοπος και τσακισμένος από τις κακουχίες κατέληξε στην Ρώμη. Κατάλαβε το τέλος του και έγραψε στον αγαπημένο του μαθητή Τιμόθεο: «εγώ ήδη σπένδομαι και ο καιρός της εμής αναλύσεως εφέστηκε» (Β΄Τιμ.4,6-8). Οι διωγμοί κατά των Χριστιανών, που είχε κηρύξει ο παράφρονας Νέρων βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Ο Παύλος κατέστη ο κύριος στόχος των ειδωλολατρών δημίων. Έτσι γύρω στο 67 μ.Χ. συνελήφθη και αποκεφαλίσθηκε, σφραγίζοντας έτσι το τιτάνιο ιεραποστολικό του έργο με το μαρτύριό του.

Ο μεγάλος αυτός Απόστολος μας άφησε και δεκατέσσερις επιστολές, οι οποίες κατέχουν σπουδαία θέση στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης. Αυτές είναι: 1) Η προς Ρωμαίους, 2) προς Κορινθίους Α΄, 3) προς Κορινθίους Β΄ 4) προς Γαλάτας, 5) προς Εφεσίους, 6) προς Φιλιππησίους, 7) προς Κολασσαείς, 8) προς Θεσσαλονικείς Α΄, 9) προς Θεσσαλονικείς Β΄,10) προς Τιμόθεον Α΄,11) προς Τιμόθεον Β΄,12) προς Τίτον, 13) προς Φιλήμονα και 14) προς Εβραίους.

Η σεπτή του μνήμη εορτάζεται ομού με του άλλου κορυφαίου απόστόλου Πέτρου στις 29 Ιουνίου.


ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος - Καθηγητής


http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?contents=selides_katixisis/contents_AgioiApostoloi.asp&main=kat003&file=page15.htm

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Ο Όσιος Ονούφριος ο Αιγύπτιος 12 Ιουνίου




Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἐγεννήθηκε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. στὴν Αἴγυτπο καὶ καταγόταν ἀπὸ ἀριστικρατικὴ οἰκογένεια. Ὁ βιογράφος του, Ὅσιος Παφνούτιος, ἀναφέρει ὡς πατρίδα τοῦ Ὀνουφρίου τὴν Περσία, πράγμα ὅμως ποὺ δὲν μνημονεύεται οὔτε στὰ Συναξάρια, οὔτε καὶ στὸν Κανόνα τῆς ἑορτῆς αὐτοῦ.
Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος στὴν ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς του πολιτείας εἰσέρχεται σὲ κοινόβιο μοναστήρι κοντὰ στὴν Ἑρμούπολη τῶν Θηβῶν. Τὸ κοινοβιακὸ σύστημα, ποὺ εἶναι αὐστηρότερο ἀπὸ τὸ Λαυρεωτικό, διαμορφώθηκε ὑπὸ τοῦ Ὁσίου Παχωμίου τοῦ Μεγάλου († 15 Μαΐου) τὸν 4ο αἰώνα στὴν Αἴγυπτο. Τὸ πρῶτο κοινόβιο ἱδρύθηκε περὶ τὸ 320 μ.Χ. στὴνΤαβεννίσιδα κοντὰ στὴν ἀνατολικὴ ὄχθη τοῦ Νείλου ποταμοῦ. Στὸ κοινόβιο τῆς Ἑρμουπόλεως, ὀνομαζόμενο Σμαούν, ὁ Ὀνούφριος ἐδιδάχθηκε τὰ τοῦ μοναχικοῦ βίου. Ἐκεῖ ἄκουσε γιὰ τὴν ἥσυχη καὶ ἐρημικὴ ζωὴ δύο μεγάλων μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν ἀσκητικὸ καὶ ἐρημικὸ βίο τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ τοῦ Θεσβίτου, ὁ ὁποῖος ἦταν «ἐνδεδυμένος μηλωτὴν (=δέρμα προβάτου) καὶ ζώνην δερμάτινην περιζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ» καὶ τὸ μιμητὴ αὐτοῦ Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ προετοιμαστὴ τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅπως καὶ ὁ Ἠλιού, φέροντας ἀσκητικὸ ἔνδυμα καὶ ἀκολουθώντας τὸν ἐρημικὸ βίο ἐκήρυξε στὸ λαὸ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας.
Μετὰ τὰ ὅσα ἄκουσε στὸ κοινόβιο τῆς Ἑρμουπόλεως, ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἐνθουσιάσθηκε γιὰ τὸν ἐρημικὸ βίο καὶ τὸν ἀναχωρητισμὸ καὶ ἔφυγε γιὰ τὴν ἔρημο.
Ὅταν ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἔφυγε στὴν ἔρημο, ὕστερα ἀπὸ μία ἑβδομάδα ὁδοιπορία, ποὺ εἶχε πολλὴ πείνα καὶ κόπο, εἶδε ξαφνικὰ ἕνα σπήλαιο, ἀπ’ ὅπου βγῆκε ἕνας γέροντας μοναχὸς καὶ τὸν ὑποδέχθηκε, φωνάζοντάς τον μὲ τὸ ὄνομά του. Ὁ ἀσκητὴς ἐκεῖνος διηγήθηκε στὸν Ὅσιο Ὀνούφριο τὸ βίο του καὶ τὶς δυσκολίες τῆς ἐρήμου.

Ὅταν πιὰ ἐπέρασαν τριάντα ἡμέρες, μὲ προσευχὲς καὶ θεῖες διηγήσεις, δίχως νὰ νιώσουν πείνα ἢ δίψα, ὁ ἀσκητὴς εἶπε στὸν Ὅσιο νὰ πάρουν τὸν δρόμο «ἐπὶ τὴν ἐνδοτέραν ἔρημον». Μάλιστα, ἔτρεχε ὁ ἴδιος, παρὰ τὴν προχωρημένη ἡλικία του. Ὕστερα ἀπὸ τέσσερις ἡμέρες εὑρῆκαν ἕνα μικρὸ σπήλαιο, ὅπου εἶπαν νὰ καθήσουν, γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν. Ἐκείνη τὴ στιγμή, ἕνας φοίνικας ἐφύτρωσε καὶ ἐψήλωσε καὶ τοὺς ἔδωσε μεγάλη χαρά. Τότε ὁ γέροντας εἶπε στὸν Ὀνούφριο ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εὐδόκησε, ὥστε σὲ αὐτὸ τὸ σπήλαιο νὰ δώσει τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες.
Ἐδῶ ἐνέκρωσε «τὰ ἐπὶ τῆς γῆς μέλη» καὶ ὑπέμεινε «τὸν παγετὸν τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας τὸν καύσωνα». Ἔτσι ἐπέτυχε τὴν οὐράνια ζωή, βλέποντας, ὅπως τονίζει ὁ ὑμνογράφος αὐτοῦ, «τὸ ἀμήχανον κάλλος τοῦ Κτίστου» του. Ἔφθασε τὸ πράγματι «ἐφετόν» διὰ τῆς ἀπαρνήσεως κάθε κοσμικῆς συγχύσεως καὶ κατόρθωσε τὴν ποθούμενη «ὑπερκόσμιον ἀκρότητα». Ἔζησε στὴν ἔρημο περίπου ἑβδομήντα ἔτη καὶ εἶχε ὡς τροφὴ τὴν ἐγκράτεια καὶ ὡς πλοῦτο τὴν πτωχεία καὶ τὴν ἀκτημοσύνη. Ἔφθασε δὲ σὲ τέτοιο βαθμὸ ἀσκήσεως στοὺς πειρασμούς, ὤστε τὴν ἡδυπάθεια, τὴ σκληραγωγία καὶ τοὺς πόνους τῆς ἐγκράτειας νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζει μὲ καρτερία καὶ χαρὰ ἀνεκλάλητη.

Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνίσχυσε τὸν Ὅσιο στὸν πνευματικὸ καὶ ἀσκητικό του ἀγώνα. Τοῦ ἔδωσε καρτερία καὶ ὑπομονή. Τοῦ ἔστελνε μυστικὰ ψωμὶ καὶ νερὸ κάθε ἡμέρα, καὶ ὁ φοίνικας, ποὺ εἶχε βλαστήσει μπροστὰ στὸ σπήλαιο, τοῦ ἔδιδε γλυκὺ καρπό. Ἄγγελος Κυρίου δὲ τοῦ μετέδιδε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια.
Ἐμελέτησε στὴν ἔρημο τὸ Νόμο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο εἶχε πάντοτε στὴν καρδιά του. Εὑρισκόμενος στὴν ἄβατη ἔρημο μόνος, ἐπιποθοῦσε μόνο τὸν Χριστὸ καὶ ἐντρυφοῦσε στὸ ἅγιο καὶ φωτεινὸ κάλλος Του. Ἐγέμισε τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ φῶς τῆς ἀληθινῆς καὶ θείας γνώσεως καὶ ἔτσι ἔφθασε στὸ σημεῖο τῆς ἀπαθείας.
Ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἐπεδίωκε πάντοτε νὰ εἶναι εὐάρεστος στὸν Θεὸ καὶ ἐπιποθοῦσε συνεχῶς νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Δημιουργό του διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς. Ὁ Ὅσιος εἶχε ὡς ἔνδυμα, κατὰ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἔνδυμα τὸ ὁποῖο οὐδέποτε προσέβαλε μὲ πνεῦμα ἀργίας, περιέργειας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας.

Ἐπιβραβεύοντας ὁ Κύριος τῆς δόξας τὴν ἀμέριστη πρὸς Αὐτὸν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπὲρ Αὐτοῦ πνευματικοὺς καὶ σωματικοὺς ἀγῶνες τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου, ὁδήγησε πρὸς αὐτόν, πρὸς τῆς εἰρηνικῆς κοιμήσεώς του, τὸν Παφνούτιο, ἄνδρα ἐνάρετο καὶ φίλο τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, προκειμένου νὰ δεῖ τὴν πνευματικὴ καταξίωση τοῦ Ὁσίου καὶ νὰ μεριμνήσει καὶ ἐπιληφθεῖ τὰ τῆς ταφῆς τοῦ ἁγιασμένου αὐτοῦ σκήνους.
Πρὸ τῆς τελευτῆς του καὶ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Παφνουτίου ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος εἶπε τὴν ἀκόλουθη προσευχή: «Ὕψιστε Θεὲ καὶ ἀόρατε, οὗ ἡ δύναμις ἀνεξιχνίαστος καὶ ἡ δόξα ἀκατανόητος καὶ ἀνέκφραστος, καὶ τὸ ἔλεος ἄπειρον καὶ ἀμέτρητον, ὑμνῶ, εὐλογῶ, προσκυνῶ καὶ δοξάζω Σε, Ὃν ἐπόθησα ἐκ νεότητός μου καὶ Σοὶ ἠκολούθησα. Ἐπάκουσόν μου, πρὸς Σὲ γὰρ ἐκέκραξα, ὅτι ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου, οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἀλλ’ ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου. Δέομαί Σου, Κύριέ μου· τῇ Σῇ δεξιᾷ σκέπασόν με, ἵνα μὴ ταραχθῇ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς δαίμονας, ὅταν ἐξέρχεται ἐκ τοῦ σώματος, ἀλλὰ παράλαβε αὐτὴν δι’ ἁγίων Ἀγγέλων Σου καὶ κατάτακον αὐτὴν ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ καὶ δεδοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνας. Μνήσθητι Πανοικτίρμον καὶ Πολυέλεε τοῦ πιστοῦ λαοῦ Σου. Καὶ ὅστις εὑρεθῆ εἰς κίνδυνον θαλάσσης ἢ εἰς θυμὸν δικαστοῦ ἢ εἰς ἄλλην τινὰ στενοχωρίαν, καὶ Σὲ ἐπικαλεσθῇ λέγων· Παντοδύναμε Κύριε, διὰ πρεσβειῶν τοῦ δούλου σου Ὀνουφρίου ἐλέησόν με, παρακαλῶ τὴν βασιλείαν Σου, καθὼς μοῦ ἔταξες ἐπάκουσον τῆς δεήσεως αὐτοῦ. Κύριε εἰς χεῖρας Σου παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου».
Ὁ βιογράφος του Παφνούτιος, ἀναφέρει ὅτι δύο λιοντάρια ἔνοιξαν τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου στὸν ὁποῖο ἐνταφιάσθηκε τὸ ἱερὸ σκήνωμά του.
Ἡ ἱερὰ μονὴ τοῦ Ὁσίου Ὀνουφρίου στὴν Ἱερουσαλὴμ εὑρίσκεται κοντὰ στὴν πηγὴ τοῦ Ἰὼβ καὶ δεξιὰ τῆς ἑνώσεως τῆς κοιλάδος Ἰωσαφὰτ καὶ τῆς φάραγγος Ἐννώμ. Ἡ μονὴ εἶναι κτισμένη στὸν ἀγρὸ τοῦ Αἵματος ἢ Κεραμέως ἢ Ἀκελδαμᾶ καὶ ἀγοράσθηκε διὰ τῶν 30 ἀργυρίων, δι’ ὅσων δηλαδὴ ἐτιμήθηκε ἡ τιμὴ τοῦ Τετιμημένου Κυρίου. Ἡ σημερινὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὀνουφρίου οίκοδομήθηκε ἐπὶ τοῦ σπηλαίου, στὸ ὁποῖο κατέφυγαν οἱ Ἀπόστολοι μετὰ τὴ σύλληψη τοῦ Ἰησοῦ.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐν σαρκὶ μιμησάμενοι, ὤφθητε ἐρήμου πολῖται, καὶ χαρίτων κειμήλια, Ὀνούφριε Αἰγύπτου καλλονή, καὶ Πέτρε τῶν ἐν Ἄθῳ ὁ φωστήρ· διὰ τοῦτο τοὺς ἀγῶνας ὑμῶν ἀεί, τιμῶμεν ἀναμέλποντες· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δίξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τῆς ἐρήμου πολιστὰς οὐρανοβάμονας

Καὶ δωρεῶν τῶν ὑπὲρ φύσιν καταγώγια,

Τὸν Ὀνούφριον ὑμνήσωμεν σὺν τῷ Πέτρῳ·

Ὁ μὲν ὤφθη ἐν Αἰγύπτῳ φοῖνιξ εὔκαρπος,

Ὁ δὲ ἔλαμψεν ἐν Ἄθῳ ὡς ἰσάγγελος·
Τούτοις λέγοντες, θεοφόρητοι χαίρετε.


Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Αἰγύπτου θεῖο πυρσός, Ὀνούφριε Πάτερ, νομοστάθμη ἡσυχαστῶν· χαίροις τῶν ἐν Ἄθῳ, ἀκρότης μάκαρ Πέτρε, Τριάδος τῆς Ἁγίας, ἐνδιαιτήματα.

Πηγή:Synaxarion.gr

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής Περί Αγάπης

1. Όποιος αγαπά αληθινά το Θεό, αυτός οπωσδήποτε προσεύχεται χωρίς να διασπάται. Και όποιος προσεύχεται με αυτόν τον τρόπο, αυτός αγαπά αληθινά το Θεό. Δεν προσεύχεται απερίσπαστα εκείνος που έχει το νου του προσηλωμένο σε κάτι από τα επίγεια.

2. Ο νους που χρονοτριβεί σε κάποιο αισθητό πράγμα, οπωσδήποτε έχει πάθος προς αυτό. πάθος επιθυμίας, λύπης, οργής ή μνησικακίας. Και αν δεν καταφρονήσει εκείνο το πράγμα, δεν μπορεί να ελευθερωθεί από το αντίστοιχο πάθος.

3. Όταν τα πάθη κυριαρχούν στο νου, τον δένουν με τα υλικά πράγματα, και αφού τον χωρίσουν από το Θεό, τον κάνουν να ασχολείται με αυτά. Όταν όμως επικρατήσει η αγάπη του Θεού, τον λύνει από τα δεσμά και τον πείθει να περιφρονεί όχι μόνο τα αισθητά πράγματα, αλλά και αυτή την πρόσκαιρη ζωή.

4. Αποτέλεσμα της τηρήσεως των εντολών είναι να γίνονται απαθή τα νοήματα των πραγμάτων. Αποτέλεσμα της αναγνώσεως και της θεωρίας, να γίνεται ο νους άϋλος και ασχημάτιστος. Απ’ αυτό προέρχεται το να προσεύχεται κανείς απερίσπαστα.

5. Δεν φτάνει η πρακτική εξάσκηση των αρετών για να ελευθερωθεί τελείως ο νους από τα πάθη, ώστε να μπορέσει να προσεύχεται απερίσπαστα, αν δεν ακολουθούν και διάφορες πνευματικές θεωρίες. Γιατί η πρακτική αρετή ελευθερώνει το νου μόνον από την ακράτεια και το μίσος, ενώ οι πνευματικές θεωρίες τον απαλλάσσουν από την λήθη και την άγνοια. Και έτσι θα μπορέσει να προσευχηθεί όπως πρέπει.

6. Δύο ακρότατες καταστάσεις υπάρχουν της καθαρής προσευχής, από τις οποίες η μία συμβαίνει στους πρακτικούς και η άλλη στους θεωρητικούς. Και η πρώτη έρχεται στην ψυχή από τον φόβο του Θεού και την αγαθή ελπίδα, η άλλη από το θείο έρωτα και την τελειότατη κάθαρση. Γνώρισμα της πρώτης καταστάσεως είναι να μαζεύει κανείς το νου του απ’ όλα τα νοήματα του κόσμου και, σαν να βρίσκεται κοντά του ο Θεός ο ίδιος, όπως και πράγματι είναι παρών, να προσεύχεται απερίσπαστα και ανενόχλητα. Γνώρισμα της άλλης καταστάσεως είναι, μέσα σ’ αυτή την ορμή της προσευχής να αρπαγεί ο νους από το θείο και άπειρο φως, και μήτε τον εαυτό του, μήτε κανένα άλλο από τα όντα να αντιλαμβάνεται, παρά μόνο Αυτόν που ενεργεί μέσα του με την αγάπη την έλλαμψη αυτή. Και τότε είναι που ο νους, καθώς κινείται γύρω από τους λόγους περί Θεού, δέχεται τις φανερώσεις γι’ Αυτόν καθαρές και ευδιάκριτες.

7. Εκείνο που αγαπά κανείς, σ’ αυτό και είναι προσηλωμένος και καταφρονεί όλα όσα τον εμποδίζουν από αυτό, για να μην το στερηθεί. Και εκείνος που αγαπά το Θεό, καλλιεργεί την καθαρή προσευχή, και κάθε πάθος που τον εμποδίζει από την αγάπη του αυτή, το αποδιώχνει από μέσα του.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Άγιος Κωνσταντίνος και Αγία Ελένη




Ιmperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus ήταν το πλήρες όνομα του Μ. Κωνσταντίνου από το 324 που έγινε μονοκράτωρ. Κώνστας είναι η constantia είναι η σταθερότης, η δύναμη του χαρακτήρος, και τα δύο από το ρήμα ίσταμαι και ίστημι, επομένως η προέλευση του ονόματός του εννοιολογικά είναι αρχαιοελληνική, ελληνική. Η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική, άλλοι τον θεωρούν μέγα θαύμα της ιστορίας και άλλοι κυρίως ειδωλολάτρες όπως ο Ζώσιμος, τον θεωρούν καιροσκόπο. Η Ιστορία όμως τον δικαίωσε.
Η Αγία Ελένη γεννήθηκε το 249 μ.Χ. στο Δρέπανο (σημερινή Γιάλοβα) της Βιθυνίας. Αργότερα, ο Μέγας Κωνσταντίνος μετονόμασε το Δρέπανο σε Ελενόπολις, για να τιμήσει τη μητέρα του. Τη χρονολογία γέννησης την συμπεραίνουμε από την πληροφορία που μας δίνει ο Ευσέβιος (VC., 3.46) ότι η Αγία Ελένη πέθανε σε ηλικία 80 χρονών σε συνδυασμό με ιστορικά στοιχεία.
O πατέρας της ήταν ξενοδόχος, που εκείνη την εποχή θεωρείτο ταπεινό επάγγελμα. Ο Ευσέβιος εξυμνεί την αρετή και την ευφυΐα της Αγίας Ελένης. Η ενασχόλησή της με τη μελέτη του Ευαγγελίου και τα διδάγματα του Χριστιανισμού, από την παιδική ακόμη ηλικία, σκιαγραφούν μια νέα γυναίκα που διήγαγε κάποιον αξιοπρεπή βίο χωρίς να σκανδαλίζει την κοινωνία του καιρού της.
Στο Δρέπανο την γνώρισε ο νεαρός τότε Ιλλυριός αξιωματικός Κωνστάντιος Χλωρός και την ερωτεύτηκε (η Αγία Ελένη ήταν ονομαστή για την καλλονή της). Όμως και η Αγία Ελένη αγάπησε τον ευγενή στρατιωτικό και το 270 μ.Χ. τον παντρεύτηκε.
Σε αυτά τα 23 χρόνια γάμου, η Αγία Ελένη ακολούθησε το σύζυγό της στη σκληρή στρατιωτική ζωή, σε εκστρατείες στη Γερμανία, τη Βρετανία κ.α. Περίπου το 274, στη Ναϊσσό της Μοισίας (σημερινή Νίσσα της Σερβίας), η Αγία Ελένη γέννησε το γιο τους, το Μέγα Κωνσταντίνο. Το 293 ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός διόρισε τον άνδρα της Καίσαρα των Δυτικών επαρχιών (Γαλατία, Ισπανία, Βρετανία) και επειδή νόμος απαγόρευε ανώτατο αξιωματικό να έχει σύζυγο ταπεινής καταγωγής, εκείνος την χώρισε και πήρε σύζυγο την Θεοδώρα που ήταν από αρχοντική γενιά. Τότε η Αγία Ελένη απέδειξε την αγάπη της στο πρόσωπο του Κωνστάντιου, καθώς δεν τον ενόχλησε με ψεύτικα διλήμματα. Αποχώρησε ήσυχα από τη ζωή του, αφήνοντάς του ελεύθερο το δρόμο για τη λαμπρή πορεία που ανοιγόταν μπροστά σ' εκείνον και το γιό της. Η ίδια μαζί με το γιο της το Μ.Κωνσταντίνο παρέμειναν όμηροι του Διοκλητιανού και αργότερα του Γαλέριου στη Νικομήδεια, για να εξασφαλιστεί η υπακοή του Κωνστάντιου. Όταν ο Γαλέριος αργότερα του επέτρεψε να δεί τον πατέρα του, το έκανε γιατί είχε στο νού του την εξόντωσή του, γι' αυτό του έστησε ενέδρα αλλά ο γενναίος Κων/νος το αντελήφθηκε και την απέφυγε.
Το 306 μ.Χ. ο Μ.Κωνσταντίνος που διέπρεπε σε όλες στις μάχες, μετά το θάνατο του πατέρα του ανακηρύσσεται από τους στρατιώτες του, στο Γιορκ της Μ. Βρετανίας Καίσαρας, οπότε και καλεί τη μητέρα του κοντά του. Έτσι, η Αγία Ελένη βρίσκεται στην αυλή του γιου της στους Τρεβήρους (σημερινή Trier της Γερμανίας) και στη Ρώμη. (Ενδείξεις για τη διαμονή της στη γερμανική επαρχία της αυτοκρατορίας αποτελούν τα ερείπια και οι τοιχογραφίες του ανακτόρου της Τρηρ). Στη Ρώμη μετέβησαν όταν κάλεσαν τον Μ.Κων/νο να γίνει Αύγουστος και αυτό έγινε μετά τη νίκη του στη Μιλβία Γέφυρα, όπου ηττήθηκε ο Μαξέντιος, ο οποίος του αντιστάθηκε.
Η Αγία Ελένη έζησε από κοντά όλη την εξελικτική πορεία του Μ. Κωνσταντίνου (Καίσαρας, Αύγουστος, Αυτοκράτορας) και κάτι ακόμη πιο σημαντικό, το περίφημο όραμα του μεγάλου Κωνσταντίνου το 322 μ.Χ., πριν τη μάχη της Μιλβίας Γέφυρας: το φωτεινό σταυρό μέρα μεσημέρι στον ουρανό, με την επιγραφή «Τούτω Νίκα». Τότε, η Αγία Ελένη πρέπει να έλαβε το χριστιανικό βάπτισμα, σε ηλικία 60 περίπου ετών, έπειτα από πολυετή κατήχηση, προετοιμασία και αφοσίωση στα διδάγματα του χριστιανισμού.
Στην αυτοκρατορική αυλή, η Αγία Ελένη κατείχε εξέχουσα θέση, γιατί εκτίμησε πολύ ο Μ.Κων/νος την ενέργειά της να αποχωρήσει αθόρυβα από τη ζωή του συζύγου της αφ' ενός και αφ' ετέρου για την μεγάλη φροντίδα του στον ίδιο. Ήδη πριν το 324, ο Mέγας Κωνσταντίνος της είχε απονείμει τον τίτλο της Nobilissma Femina και έκοψε νομίσματα με τη μορφή της. Μετά το 324 κι αφού νίκησε τον αντίπαλό του Λικίνιο, και παρέμεινε κύριος Ανατολής και Δύσεως, αντί βασιλομήτορα, την ονόμασε Αυγούστα. Ακόμη, στο Φόρο της Κωνσταντινούπολης, ύψωσε τις στήλες «Κωνσταντίνου και Ελένης». που έφεραν όμως την επιγραφή: «Εις Άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Με αυτή τη πράξη του, έφερε νέο ήθος στό θεσμό.
Επίσης της παραχώρησε το ανάκτορο στο Σεσσόριο του Λατερανού, όπου της έκτισε κι έναν ωραίο ναό. Εκεί η Αγία Ελένη ζούσε μια διακριτική ζωή, αφιερωμένη σε φιλανθρωπικά έργα και στη διάδοση της χριστιανικής διδασκαλίας. Υπέδειξε μάλιστα στο γιο της να ιδρύσει δημόσια πτωχοκομεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία (κατά παραχώρηση, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε το σύγχρονο όρο «κρατική πρόνοια», του οποίου σκαπανέας φαίνεται ότι υπήρξε η Αγία Ελένη).
Τη θέση της όμως στην Ιστορία, η Αγία Ελένη την οφείλει στο ταξίδι της στην Παλαιστίνη και τις υπόλοιπες ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.) που συνεκάλεσε ο ίδιος για να ειρηνεύσει την εκκλησία, πληροφορήθηκε για την κατάσταση που επικρατούσε στους Αγίους Τόπους και για αυτό έστειλε τη μητέρα του στην Ιερουσαλήμ, με σκοπό να ερευνήσει και να φέρει στο φως τα διάφορα μέρη στα οποία έζησε και δίδαξε ο Χριστός.
Την απώλεια του γιού του και της Φαύστας, που τους θρήνησε σε όλη του τη ζωή, επικαλούνται ιδιαίτερα οι εχθροί του Μ.Κων/νου λέγοντας ότι τους σκότωσε για να ισχυροποήσει τη θέση του συγχρόνως δε επικρίνουν την εκκλησία για την αγιοποίησή του. Δεν θέλουν να γνωρίζουν την τότε επικρατούσα κατάσταση, ούτε την αξία της μετάνοιας και τα μαθηματικά του Θεού (κατά το Γέρ. Παΐσιο) που πρώτος οικιστής του Παραδείσου είναι ο ληστής! Και η Αγία Ελένη κατόπιν ζητούσε συγχώρεση από το Θεό για αυτές τις άδικες αποφάσεις του γιού της (πρέπει να είναι η μοναδική περίοδος που οι σχέσεις του Μ.Κωνσταντίνου και της μητέρας του διήλθαν κρίση, χωρίς όμως να άρει και την εύνοιά του από το πρόσωπό της. Άλλωστε ο Μ. Κων/νος σε αυτό το ζήτημα έπεσε θύμα απάτης, όπως αναφέραμε και εάν είναι αλήθεια όλα αυτά, τα γεγονότα που βέβαια συνέβησαν πριν αποφασίσει να γίνει Χριστιανός).
Δύο είναι οι σημαντικότερες πράξεις του Αγίου Κων/νου. Η πρώτη είναι η υπογραφή του διατάγματος των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. με το οποίο σταμάτησαν οι διωγμοί τριών αιώνων κατά των Χριστιανών, αποφυλακίσθηκαν όλοι οι διωκώμενοι σε όλη την επικράτεια και έκτοτε επιτρέπετο νόμιμα πλέον να λατρεύεται ο Χριστός στις εκκλησίες τους. Επέβαλε την ανεξιθρησκεία, όχι την επισημοποίηση του Χριστιανισμού, η οποία έγινε αργότερα από τον Μέγα Θεοδόσιο.
Η δεύτερη σημαντική του πράξη ήταν η μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την Ρώμη στο αρχαίο Βυζάντιο, που ονομάσθηκε από τον ίδιο Νέα Ρώμη, η μετονομασθείσα αργότερα Κωνσταντινούπολη, και η οποία είχε ζωή περίπου 1.100 χρόνια, σημαντικό γεγονός για την παγκόσμια ιστορία και ιδιαίτερα για εμάς τους Έλληνες.
Μετά το σημείο της εμφανίσεως του Τιμίου Σταυρού, ο Μ.Κων/νος έφερε λάβαρο με το Τίμιο Σταυρό και το μονόγραμμα ΧΡ, σε κάθε μάχη. Μάλιστα Τον έστησε σε κεντρικά σημεία της Ρώμης και εστράφη πιό θερμά στό Χριστιανισμό. Κατόπιν έστειλε τη μητέρα του στά Ιεροσόλυμα, όπως αναφέραμε, να προσπαθήσει να ερευνήσει για τυχόν σημεία της παρουσίας του Κυρίου στη γη. Ο Ευσέβιος περιγράφει με λεπτομέρειες το ταξίδι της Αγίας Ελένης (VC, 3.42-47). Το παρουσιάζει ως ένα ευλαβέστατο προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, κατά το οποίο η Αγία Ελένη επιδιδόταν σε πράξεις φιλανθρωπίας συντηρώντας ολόκληρες κοινότητες, ανεγείροντας ιδρύματα κοινής ωφελείας με αυτοκρατορικές επιχορηγήσεις και ιδρύοντας μονές και κτίζοντας ναούς. Το γεγονός ότι σε τόσο μεγάλη ηλικία (πρέπει να ήταν περίπου 78 χρονών, όταν ξεκίνησε την περιοδεία της) ανέλαβε μία τόσο κοπιαστική αποστολή, καταδεικνύει μία γυναίκα πιστή, με εξαιρετική δύναμη χαρακτήρα και ισχυρή θέληση.
Στη Βηθλεέμ και το Γολγοθά διεξήγαγε μεγάλες ανασκαφές, κατά τις οποίες βρέθηκαν οι τόποι της Γέννησης, της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού. Εκεί, αφού έδωσε εντολή να κατεδαφιστεί ο ναός της Αφροδίτης από το Γολγοθά, η Αγία Ελένη ανέγειρε με αυτοκρατορικές χορηγίες τους μεγαλοπρεπείς ναούς της Γέννησης (στη Βηθλεέμ) και της Ανάστασης (στο λόφο του Γολγοθά), που μέχρι σήμερα αποτελούν τα σημαντικότερα μνημεία του Χριστιανισμού και αναστήλωσε την ερειπωμένη τότε Αγία Πόλη.
Η μεγάλη δόξα της Αγίας Ελένης, μεταξύ προπάντων των χριστιανικών πληθυσμών, οφείλεται στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού. Ο Ρουφίνος είναι εκείνος, που στη δική του «Εκκλησιαστική Ιστορία», συνδέει την Αγία Ελένη με την εύρεση του Τιμίου Σταυρού (Hist. Eccl 10, 7-8)
Αφού ολοκλήρωσε το ταξίδι της στην Ανατολή, η Αγία Ελένη εγκαταστάθηκε στη Νικομήδεια. Εκεί απεβίωσε σε ηλικία 80 ετών έχοντας στο πλευρό της το γιο της Μ.Κωνσταντίνο, όπως μας πληροφορεί ο Ευσέβιος (VC, 3.46). Το γεγονός ότι από τις αρχές του 329 μ.Χ. σταματάει απότομα η κοπή νομισμάτων με τη μορφή της, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της επήλθε στα τέλη του 328 ή στις αρχές του 329. Ενταφιάστηκε με βασιλικές τιμές στη Ρώμη, στο μαυσωλείο της οδού Λαβικάνας. Αργότερα, το λείψανό της μεταφέρθηκε στις κατακόμβες Πέτρου και Μαρκελλίνου. Η πορφυρή σαρκοφάγος που περιείχε το σκήνωμά της, σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού. Η Εκκλησία την ανακήρυξε Αγία και Ισαπόστολο.
Στο μεταξύ ο Άγιος Κων/νος και λίγο πριν πεθάνει, αξιώθηκε του Αγίου Βαπτίσματος, το οποίο επιθυμούσε να γίνει στον Ιορδάνη, αλλά δεν μπόρεσε και αμέσως μετά είπε: «Νυν αληθεί λόγω μακάριον οιδ’ εμαυτόν, νυν της αθανάτου ζωής πεφάναι άξιον, νυν του θείου μετειληφέναι φωτός πεπίστευκα». Τώρα, δηλαδή, σύμφωνα με το λόγο της αληθείας, ξέρω ότι είμαι μακάριος, τώρα έχω γίνει άξιος της αθανάτου ζωής, τώρα έχω πιστέψει πως έλαβα το θείο φως. Έκτοτε δεν φόρεσε ξανά τον βασιλικό μανδύα, μέχρι τη στιγμή που αρρώστησε και κοιμήθηκε, την ημέρα της Πεντηκοστής 21η Μαΐου του έτους 337.
Ο λαός τον λάτρευσε γιατί φρόντισε τα οικονομικά του κράτους, που ήταν σε αθλία κατάσταση, για τα Ιδρύματα που ανήγειρε, για την αναμόρφωση του δικαίου, με τις αρχές του Ευαγγελίου, και γενικά για την χρηστή διοίκηση, που κατώρθωσε και έστησε ένα κράτος μοναδικό και αξιοζήλευτο για την εποχή του και όχι μόνον! Και βέβαια για το μεγάλο του ενδιαφέρον για τα εκκλησιαστικά ζητήματα που ανεφάνησαν, συγκροτώντας οικουμενική σύνοδο.
Εκοιμήθη σε ηλικία 63 ετών. Η Ιστορία ονόμασε τον Κωνσταντίνο Μέγα για τη διορατικότητά του, την κυριαρχία του κράτους του σε ολο το κόσμο, από τη Μεσοποταμία μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν έχασε καμμία μάχη είτε στο εσωτερικό, είτε στο εξωτερικό μέτωπο. Η δε Εκκλησία τον ανεκήρυξε Άγιο και Ισαπόστολο για το τεράστιο ιεραποστολικό του έργο. Τεμάχιο Ιερού λειψάνου του ευρίσκεται στην Ιερά Μονή Κωσταμονίτου Αγίου Όρους, μυροβλίζον, επίσης και άλλα αντικείμενα που έφερε, όπως το Σταυρό και τούς ήλους.
Η μνήμη και των δύο αγίων εορτάζεται από τους Ορθοδόξους, στις 21 Μαΐου, ενώ από τους Καθολικούς στις 18 Αυγούστου, αλλά μόνο η Αγία Ελένη. (Η Καθολική Εκκλησία δεν έχει κατατάξει στους αγίους της το Μέγα Κωνσταντίνο και πως άλλωστε να το έκανε..).


Απολυτίκιο
«Πρώτος πέφηνας, εν Βασιλεύσι, θείον έδρασμα, της ευσεβείας, απ’ ουρανού δεδεγμένος το χάρισμα· όθεν Χριστού τον Σταυρόν εφανέρωσας, και την Ορθόδοξον πίστην εφήπλωσας. Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, συν Μητρί Ελένη θεόφρονι, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών»

Απολυτίκιο
«Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλίσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν Βασιλεύσιν Απόστολος σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο· ην περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε»

Πηγή:http://www.monipetraki.gr/agkonstant.htm

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Όσιος Παχώμιος ο Μέγας

Τοιχογραφία Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα Αγίου Όρους

Ο Όσιος Παχώμιος γεννήθηκε το 292 μ.Χ. στην Κάτω Θηβαΐδα της Αιγύπτου από γονείς ειδωλολάτρες και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306-337 μ.Χ.). Στο στρατό, στον οποίο κατετάγη, γνωρίσθηκε με Χριστιανούς στρατιώτες και διδάχθηκε από αυτούς τα της Χριστιανικής πίστεως. Όταν δε απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, εγκατέλειψε τον κόσμο και αφού μετέβη στην Ανω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε και εκάρη μοναχός.

Επιθυμώντας μεγαλύτερη ησυχία, για να αφοσιωθεί στην ερημική ζωή και την άσκηση, κατέφυγε στην έρημο και ετέθη υπό την πνευματική καθοδήγηση του περίφημου ησυχαστού Παλάμονος (τιμάται 12 Αυγούστου), του οποίου έγινε τέλειος μιμητής.

Μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατέρα, περί το 320 μ.Χ., κατέφυγε σε έρημο νησίδα του Νείλου, στη νήσο Ταβέννη της Ανω Θηβαΐδας, όπου βοηθούμενος και από τον ασπασθέντα το μοναχικό σχήμα αδελφό του Ιωάννη, ίδρυσε μικρή μονή.

Η φήμη της αγιότητας και της συνέσεώς του, είλκυσε πολλούς μοναχούς, εξαιτίας δε τούτου ολοένα και μεγάλωνε τη μονή του, ώστε σε διάστημα ολίγων ετών αυτή να αριθμεί περισσότερους από 14.000 μοναχούς. Έτσι ο Όσιος Παχώμιος έγινε ένας από τους μεγάλους οικιστές και ασκητές της ερήμου.

Ο Όσιος Παχώμιος θεωρείται θεμελιωτής της κοινοβιακής οργανώσεως των ασκητών. Όπως φαίνεται από τη Λαυσαϊκή Ιστορία, βιβλίο πού έγραψε ο Παλλάδιος περί το 420 μ.Χ., οι μοναχοί του Παχωμίου, πού ονομάζονταν Ταβεννησιώτες, ζούσαν ανά τρεις σε μικρά οικήματα. Ο Όσιος Παχώμιος επέβαλε στους μοναχούς κοινή προσευχή κάθε πρωί και βράδυ (συνολικά βέβαια οι μοναχοί προσεύχονταν, σύμφωνα με τον Κανόνα, δώδεκα φορές την ημέρα και δώδεκα τη νύχτα), κοινή εργασία, κοινά έσοδα, κοινές δαπάνες, κοινά γεύματα και ομοιόμορφη ενδυμασία. Τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές και τυρί. Κατ’ αυτά οι μοναχοί δεν μιλούσαν μεταξύ τους καί, γι’ αυτό, συνεννοούνταν με νεύματα. Κάλυπταν δε τα πρόσωπά τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να βλέπουν μόνο την τράπεζα. Η ομοιόμορφη στολή τους αποτελείτο από τα εξής ενδύματα: λινό χιτώνα («λεβιτωνάριο»), πού έφθανε λίγο κάτω από τα γόνατα και ζωνόταν με ζώνη, λευκό μαλλοφόρο ένδυμα αιγός ή προβάτου («μηλωτή»), επίσης ζωσμένο, πού έφθανε ως τα γόνατα και είχε τη μαλλοφόρο όψη προς τα έξω, κωνοειδές κουκούλιο, πού στο πίσω μέρος έφθανε ως τους ώμους, και μικρό λινό ωμοφόριο («μοφόριον» ή «μαφόριον»), πού κάλυπτε συνήθως τον αυχένα και τους ώμους. Υποδήματα σπανίως χρησιμοποιούσαν.

Οι Ταβεννησιώτες μοναχοί κοιμούνταν καθήμενοι και κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο και Κυριακή. Διαιρούνταν σε είκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζονταν με ένα γράμμα της αλφαβήτου, ανάλογα με την κατάσταση και τον τρόπο συμπεριφοράς εκείνων πού το αποτελούσαν.

Πνεύμα οργανωτικό και απαράμιλλος στην καθοδήγηση και διακυβέρνηση προσώπων και πραγμάτων, κατόρθωσε να διατηρήσει μεταξύ του πλήθους της περί αυτόν αδελφότητας πειθαρχία και αγάπη, φροντίζοντας ως φιλόστοργος πατέρας για τις πνευματικές και υλικές τους ανάγκες, διά δε των σοφών συμβουλών του και του παραδείγματός του να τους ενθερρύνει στον αγώνα προς την αγιότητα. Λόγω της θεοσεβείας και της θεοφιλούς δράσεώς του ο Όσιος Παχώμιος προικίσθηκε από τον Θεό διά της χάριτος της θαυματουργίας και επιτέλεσε πλείστα όσα θαύματα.

Το 348 μ.Χ. περιποιούμενος ο ίδιος τους μοναχούς πού ασθένησαν από πανώλη, αρρώστησε και ο ίδιος και μετά από λίγο πέθανε. Τον Όσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στην ηγουμενία της μονής ο Όσιος Θεοδόσιος ο Ηγιασμένος (τιμάται 16 Μαΐου).

Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.

Αγελάρχης εδείχθης του Αρχιποιμένος, Μοναστών τάς αγέλας Πάτερ Παχώμιε, προς την μάνδραν οδηγών την επουράνιον, και το πρέπον ασκηταίς, εκείθεν σχήμα μυηθείς, και τούτο πάλιν μυήσας, νύν δε συν τούτοις αγάλλη, και συγχορεύεις εν ουρανίαις σκηναίς.

Κοντάκιον Ήχος β’. Τα άνω ζητών.

Φωστήρ φαεινός, εδείχθης εν τοίς πέρασι την έρημον δέ, επόλισας τοίς πλήθεσι, σεαυτόν εσταύρωσας, τον σταυρόν σου επ’ ώμων αράμενος, και ασκήσει το σώμα, κατέτηξας, πρεσβεύων απαύστως υπέρ πάντων ημών.

http://www.synaxari.com/

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Νικολάου Βελιμίροβιτς

Στην καρδιά είναι η θέληση, στην καρδιά είναι η αγάπη, στην καρδιά είναι η κατανόηση, στην καρδιά είναι, το πρόσωπο της Παναγίας και Θείας Τριάδος. Η καρδιά είναι ο οίκος του Πατρός, ιό ιερό του Υιού και το εργαστήριο του Αγίου Πνεύματος. Ό Θεός θέλει την καρδιά: «Υιέ μου, δός μοι σήν καρδίαν» (Παρ. κγ' 26). Ας αναποδογυρίσουν τα βουνά, ας στεγνώσουν οι θάλασσες, ας σε εγκαταλείψουν οι φίλοι σου, ας χαθεί ο πλούτος σου, ας φαγωθεί το σώμα σου από σκουλήκια, ας σε περιλούσει ο κόσμος με όλες τις κοροϊδίες πού έχει, μη φοβάσαι, μόνον φύλαξε την καρδιά σου, φύλαξε και ένωσε την με τον Κύριο και δώσε την στον Κύριο. Από την καρδιά προέρχεται η ζωή από που η ζωή στην καρδιά θα προέλθει, αν η πνοή του Κυρίου και η πηγή της ζωής, ο Θεός, δεν κατοικεί σε αυτήν;
«Ό αγαθός άνθρωπος εκ τον αγαθού θησαυρού εκβάλλει αγαθά, και ο πονηρός άνθρωπος εκ ιού πονηρού θησαυρού εκβάλλει πονηρά» (Ματθ. ιβ' 35). Αυτοί είναι οι λόγοι του Κυρίου, ο οποίος γεμίζει τον θησαυρό της καρδιάς σου με τα πλούτη του. Τι είναι αυτός «ο αγαθός άνθρωπος»; Είναι ο αγαθός θησαυρός της καρδιάς. Και τι είναι «ο πονηρός άνθρωπος»; Είναι ο πονηρός θησαυρός της καρδιάς. «Εκ γαρ της καρδίας [του πονηρού ανθρώπου] εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε' 19)' και από την αγαθή καρδιά εκπορεύονται «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλάτ. ε' 22-23). Βλέπεις τι μεγάλος αποθηκευτικός χώρος είναι η καρδιά του ανθρώπου; Βλέπεις πόσα μπορούν να προσαρμοσθούν στην καρδιά του ανθρώ¬που;...
Ώ αδελφέ, ο Θεός, το Άγιον Πνεύμα το ίδιο, όταν το παρακαλείς, μπορεί να χωρέσει στην καρδιά του ανθρώπου. Όχι μόνο μπορεί, αλλά και θέλει. Περιμένει μόνο εσένα να προετοιμάσεις την καρδιά σου γι' Αυτό. Να την μετατρέψεις σε ναό, διότι ο Θεός, το Άγιο Πνεύμα μόνο σε ναό κατοικεί!...
Όπως ο όφις προστατεύει την κεφαλή του, έτσι και συ επίσης, υιέ, φύλαξε την καρδιά σου. Πάνω άπ' όλα πού φυλάσσονται, υιέ, φύλαξε την καρδιά σου! Διότι στην καρδιά εισέρχεται ζωή και από αυτήν εξέρχεται ζωή, ζωή πού προέρχεται από τον Ζώντα Θεό.
Ώ Ζωοδότα Κύριε, βοήθησε μας να φυλάξουμε τις καρδιές μας για Σένα, για Σένα τον Κύριο! Σοί πρέπει δόξα και ευχαριστία εις τους αιώνας. Αμήν!

Περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ» Αριθμός 74, Φθινόπωρο 2004

Σάββατο 24 Απριλίου 2010

Ο βίος της Οσίας Ελισάβετ της θαυματουργού

1. Άλλες γυναίκες απέκτησαν δύναμη και άλλες πλούτη, είπε ο σοφώτατος Σολομών προφητικά μιλώντας ότι όχι μόνον άνδρες μα και γυναίκες σε διάφορες εποχές έλαμψαν με την ομορφιά διαφόρων αρετών. Έγιναν κοινω­νοί χαρισμάτων του θείου Πνεύματος κι έκαναν με τρόπο απίστευτο τέρατα και σημεία θαυμαστά σ' ολόκληρη την οικουμένη. Γιατί χίλιες μύριες γυναίκες στην εποχή του νόμου και αργότερα στα χρόνια της χάρης η Γραφή εμφανίζει να μεταβάλλουν την ασθένεια του γένους σε γενναίο φρόνημα. Αυτές με εγκράτεια και σκληρή άσκηση κατατρόπωσαν γεν­ναία και με τη δύναμη του Υψίστου, αυτόν, που στα παλιά ξεγέλασε την προμήτορα Εύα κι είναι του ανθρώπινου γένους εχθρός και α­ντίπαλος, κι έτσι κέρδισαν λαμπρά της νίκης τρόπαια.

2. Μια απ' αυτές είναι και η σεβάσμια και ξακουστή για τα θαύματά της Ελισάβετ. Αυτή πατρίδα της είχε τη μεγαλούπολη Ηράκλεια της Θράκης. Οι γονείς της ήταν ξακουστοί και ονομαστοί από αρχοντική γενιά, φημισμένοι για τα πλούτη τους και περίφημοι για την αρε­τή τους. Του πατέρα της τ' όνομα ήταν Ευνο­μιανός και είχε για δεύτερη φορά γίνει ύπατος. Η μητέρα της ονομαζόταν Ευφημία. Αυτοί, ό­πως του καθενός το όνομα δηλώνει, ζούσαν με αγάπη και αφοσίωση στον Θεό κι αδιάκοπα δί­δασκαν τον νόμο του Κυρίου. Γι' αυτό σ' όλους ήταν γνωστοί κι όλοι τούς τιμούσαν. Κα­τοικούσαν κοντά στην πόλη που ανέφερα, στον τόπο που από παλιά ονομαζόταν Θρακοκρήνη και τώρα Αβυδηνοί. Ζούσαν με ευσέβεια και άψογο τρόπο ζωής έχοντας πρότυπο τον Ιώβ και με πάθος ποθώντας να μιμηθούν τη φιλοξενία του Αβραάμ, απλόχερα βοηθού­σαν όλους, όσοι είχαν ανάγκες υλικές. Γι' αυ­τό, όπως εκείνος, αποκτούν «εξ επαγγελίας» καρπό αντάξιο της ψυχικής τους ομορφιάς και αγαθοεργίας. Και το πως απόκτησαν αυτό το παιδί, θα το φανερώσει πεντακάθαρα ή διήγη­ση που θα ακολουθήσει.
Είχαν περάσει δεκάξι χρόνια από τότε πού παντρεύτηκαν κι ήταν ακόμη άτεκνοι. Στερη­μένοι από παιδί, όπως ήταν φυσικό, πικραίνο­νταν και λυπούνταν κι αδιάκοπα παρακαλούσαν τον καρδιογνώστη Θεό να τους διαλύσει τη λύπη της ατεκνίας και να τους χαρίσει παι­δί, διάδοχο του γένους τους και κληρονόμο του πλούτου τους. Ο Κύριος, που ικανοποιεί το θέλημα των πιστών του, άκουσε με ευμένεια τη δέησή τους και δεν παρέβλεψε την προσευ­χή τους, που η εκπλήρωσή της έμελλε να τον ευαρεστήσει.

3. Υπήρχε λοιπόν στον τόπο κάποιο παλιό έθιμο να συγκεντρώνονται στη μνήμη της καλ­λίνικης μάρτυρος Γλυκερίας, όσοι γύρω κατοικούσαν, και να γιορτάζουν μαζί με όσους ζού­σαν μέσα στην πόλη μια ολόκληρη εβδομάδα. Η μνήμη της Γλυκερίας τελείται στις δεκατρείς Μαΐου. Τότε ήρθαν μαζί με άλλους και οι εξαίρετοι γονείς της οσίας. Έκαναν λιτανείες και ολονύκτιες δοξολογίες. Επισκέπτο­νταν τους αγίους ναούς της πόλης που σ' αυ­τούς φυλάγονται τα τίμια λείψανα των σαρά­ντα αγίων γυναικών, του διακόνου Αμμώς και πολλών άλλων αγίων. Γι' αυτούς τους αγίους και την πανέμορφη και λαμπρή οικοδόμηση του ναών μας αφηγείται λεπτομερέστερα ο βίος του μεγάλου ανάμεσα στους ιεράρχες Παρθενίου2. Αυτούς τούς αγίους τούς τιμούσαν όπως τους έπρεπε, τους επαινούσαν παραθέτο­ντας κοινή τράπεζα και γέμιζε η ψυχή τους ευ­φροσύνη. Λιτάνευαν τότε την πολυσέβαστη κάρα της μάρτυρος που αποκεφαλίστηκε για την αγάπη του Χριστού. Αυτήν την κάρα της αγίας, ο πατέρας της οσίας Ευνομιανός, καθώς τελούνταν η θεία μυσταγωγία από τον τότε αρ­χιερέα της πόλης Λέοντα στον ιερό ναό της Θεομήτορος με τ' όνομα Θησαυρός, την αντί­κρυσε μια να χαμογελάει κι άλλοτε πάλι να λυπάται. Αυτό το λογάριασε σαν φανερό ση­μάδι της πίστης του στη μάρτυρα και γέμισε η ψυχή του με χαρά και λύπη μαζί.
Η σύναξη τέλειωσε αφού ο κόσμος είχε κά­νει μεγάλης διάρκειας προσευχή στον χώρο του Καταχειλά, έτσι ονομαζόταν εκεί ο ναός της Παναγίας. Τότε, κατά τις δώδεκα η ώρα, αφού και πάλι συνάχτηκαν στον λαμπρό ναό της μάρτυρος Γλυκερίας, τέλεσαν τον εσπερινό κι όλοι από κει έφυγαν, ενώ μόνος ο Ευνο­μιανός μαζί με τη γυναίκα του την Ευφημία έ­μεινε σ' εκείνο τον τόπο. Εκεί ικέτευε την αθληφόρο με θέρμη περισσή, να λύσει τα δεσμά της στείρωσής τους και παρ' ελπίδα να τους χαρίσει παιδί. Τράβηξε η προσευχή τους ως τα μεσάνυχτα και τότε έγειραν χάμω και τους πή­ρε για λίγο ο ύπνος. Ύστερα ξύπνησαν και ­ω του θαύματος και των φρικτών του Θεού μυ­στηρίων- παρουσιάζεται στον άνδρα σε όνει­ρο η γλυκύτατη, όπως τόνομά της δήλωνε, μάρτυρα Γλυκερία και του λέγει. «Γιατί μου δημιουργείς κόπους, άνθρωπέ μου, και μου ζη­τάς αυτό που μόνο ο Θεός μπορεί να σου το δώσει; Όμως, αν στ' αλήθεια δίνεις τον λόγο σου πως θ' αποκτήσετε καρδιά και πνεύμα ταπεινό και πως ποτέ δεν θα καυχιέστε σε βάρος των άλλων, ευχή κάνω να σου δώσει με τις πρεσβείες μου ο μεγαλόδωρος Κύριος το γρη­γορώτερο ένα κορίτσι. Αυτό θα το ονομάσεις Ελισάβετ, γιατί θ' αναδειχθεί όμοια στην ψυ­χή με τη μητέρα του Ιωάννη του προδρόμου και βαπτιστή».
Αυτός με όρκο συμφώνησε ότι θα κάνει αυτά πού ζήτησε α αγία. Τότε εκείνη τον σφράγισε με το σημείο του σταυρού κι έφυγε από κο­ντά του. Ο άνδρας όταν ξύπνησε, διηγόταν το όραμα στη γυναίκα, ενώ και εκείνη έλεγε ότι είδε παρόμοιο. Το ίδιο και ο θεοφιλέστατος αρχιεπίσκοπος προικισμένος με διορατικό χά­ρισμα, όπως ακριβώς ή μάρτυς του Χριστού, έ­τσι κι εκείνος νουθετούσε τους δυο τους με συμβουλές. Ύστερα από τη γιορτή, αφού τους φιλοξένησε τρεις μέρες, τους ευλόγησε και ει­ρηνικά τούς ξεπροβόδισε για το σπίτι τους.

4. Η γυναίκα αμέσως συνέλαβε και αφού συμπληρώθηκαν οι εννέα μήνες, σύμφωνα με την αληθινή προφητεία της μάρτυρος, γέννησε κορίτσι. Όταν πέρασαν σαράντα μέρες, ο Ευ­νομιανός πήρε το παιδί με τη μητέρα και το έ­φερε στην πόλη. Έφθασε στον ναό της σεβα­στής μάρτυρος, πλησίασε στη σεπτή της εικό­να πού ήταν τοποθετημένη στα δεξιά, πρόσπε­σε με το πρόσωπο στη γη και την ευχαριστούσε μ' όλη του την καρδιά με δάκρυα συγκερα­σμένα με χαρά. Έπειτα έστησε το βλέμμα του στην εικόνα κι όταν, όπως της έπρεπε, εκδή­λωσε την ευγνωμοσύνη του, είδε κάποιο παρά­ξενο κι εξαίσιο μαζί θέαμα. Η απεικόνισή της δηλαδή άστραψε πιότερο από τον ήλιο, κίνησε τα χείλη ήρεμα και είπε. «Καιρός να ξεπληρώ­σεις, Ευνομιανέ, τις συμφωνίες σου με τον Θεό». Γέμισε ή ψυχή του από φόβο και τρόμο κι έμεινε να βλέπει το θέαμα αποσβολωμένος. Έπειτα πήγαν στον σεβαστό αρχιεπίσκοπο, τον χαιρέτησαν, όπως τους ήταν συνήθεια, με σεβασμό και τον θερμοπαρακάλεσαν να κάνει χριστιανό το παιδί τους. Εκείνος αφού τους δέχθηκε, το βάφτισε και τούδωσε το όνομα Ελισάβετ, όπως προείπε η μάρτυς. Πρόσθεσε πολλές ευχές γι' αυτούς κι ύστερα γύρισε στο παιδί και είπε. «Παιδί μου, ας με σπλαγχνιστεί με τη δική σου μεσιτεία ο Θεός κι ας μου χαρί­σει συγχώρεση για τις αμαρτίες μου».
Έπειτα απ' αυτά γύρισαν στο σπίτι τους με πλημμυρισμένη την ψυχή από χαρά. Το κορί­τσι μεγάλωνε και πρόκοβε σε χάρη Θεού. Όταν πια έγινε τριών χρόνων, ο πατέρας της άρχισε να της μαθαίνει τα ιερά γράμματα. Σ' αυ­τά τόσο πολύ φάνηκε επιδέξια και ικανή, που τους βίους των άγίων και μόνο που τους άκου­γε, μπορούσε να τους διηγείται. Μόλις συμ­πλήρωνε τα δώδεκα χρόνια, η μητέρα της έφυ­γε από την πρόσκαιρη ζωή. Ο πατέρας της ή­θελε να την παντρέψει, αυτή όμως ούτε να το ακούσει δεν άντεχε. Ποθούσε πιο πολύ να νυμ­φευθεί τον αθάνατο νυμφίο Χριστό.
Κύλησαν από τον θάνατο της μητέρας τρία χρόνια κι ο Ευνομιανός, ο πατέρας της, έφυγε απ' αύτή τη ζωή χαρούμενος προς τον Κύριο. Η μακαρία Ελισάβετ απόμεινε ορφανή. Όμως αμέσως δόθηκε με απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό, τον πατέρα των ορφανών. Λαχτάρησε τον μοναχικό και ακτήμονα βίο. Γι' αυτό το χρυ­σάφι και το ασήμι, που γι' αυτήν είχαν αποθη­σαυρίσει οι γονείς της, και την άλλη της πε­ριουσία, πού ήταν αξιόλογη, μοίρασε στους φτωχούς και με τα χέρια των φτωχών την κατέ­θεσε στον Θεό. Στους δούλους πάλι και στις δούλες της χάρισε την ελευθερία τους.

5. Αναχώρησε στη βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη, χωρίς πια να κοιτάξει πίσω. Έφθασε στο ιερό μοναστήρι του μεγα­λομάρτυρα Γεωργίου, που έχει τ' όνομα «Μι­κρός Λόφος», όπου ηγουμένη ήταν κάποια θεία της από τον πατέρα της. Εκεί απαρνήθη­κε τον κόσμο, φόρεσε το αγγελικό σχήμα και ολόψυχα δόθηκε στους ασκητικούς αγώνες.
Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχε κάθε είδος αρετής και γέμισε με όλα τα χαρί­σματα του Πνεύματος. Με μακροχρόνιες νη­στείες δουλαγωγούσε τό σώμα της και το τυραννούσε, όπως ο μέγας Μωυσής κι ο Θεσβί­της Ηλίας. Έμενε δίχως να φάει πολλές φο­ρές σαράντα ολόκληρες μέρες, ενώ ποτέ δεν έ­βαζε στο στόμα της λάδι, αλλά τρεφόταν μόνο με τον ζωντανό και επουράνιο άρτο. Κι όσο συνεχώς στολιζόταν με την ταπείνωση που ε­ξυψώνει, και με τα μάτια της καρδιάς ατένιζε νοερά τη θεϊκή ομορφιά, τόσο δεν ήθελε ούτε και στο ελάχιστο να υψώσει τα μάτια της προς τον ουρανό, ώστε περισσότερο από τρισήμιση χρόνια είχε στραμμένο το βλέμμα της στη γη, χωρίς ούτε μια φορά να το σηκώσει προς τον ουρανό. Την ακτημοσύνη τη θεωρούσε σαν τον μεγαλύτερο πλούτο και γι' αυτό την αγα­πούσε εξαιρετικά. Είχε πάντοτε ένα μόνο χιτώ­να φορώντας στολή αφθαρσίας, που με την α­πάθειά της είχε γι' αυτήν υφανθεί απ' τον Θεό. Κι όπως η ψυχή της καιγόταν από τον θεϊκό έ­ρωτα, δεχόταν με ευκολία την παγωνιά του χει­μώνα κι είχε γυμνά τα πόδια της από υποδήμα­τα, έτσι ωραία καθώς πορευόταν προς το βρα­βείο της ουράνιας πρόσκλησης. Το σώμα της ποτέ δεν δέχτηκε να το πλύνει με θερμό νερό. Το διατηρούσε όμως καθαρό λούζοντάς το κά­θε μέρα, όπως το λέει ο ψαλμωδός, με τις α­στείρευτες πηγές των δακρύων της3. Και καθα­ρίζοντάς το από κάθε βρωμιά, καλλιεργούσε την ψυχή της έτσι, που νάχει όψη θεϊκή.

6. Συμπληρώθηκαν από τότε που μόνασε δυο χρόνια, κι η ηγουμένη της μονής, αδελφή του πατέρα της, έφυγε από την παρούσα ζωή, αφού όρισε διάδοχό της την οσία. Αυτήν, ο μέγας Γεννάδιος4, που ήταν πατριάρχης, σύμφωνα με το έθιμο την όρισε και τοποθέτησε ηγουμένη της μονής. Και τέτοια αναδείχτηκε στα κατά Θεόν έργα και στα προτερήματα και σε τόσο μεγάλο ύψος υπεροχής αρετής και τελειότητας έφθασε, ώστε με τη μεγάλη δύναμη που απέ­κτησε να κάνει πολλά θαύματα, να θεραπεύει αγιάτρευτες αρρώστιες, να διώχνει δαίμονες με του Χριστού την επίκληση, ν' αξιωθεί θεϊκή έλλαμψη και ουράνια αποκάλυψη κι ακόμα να προβλέπει και να προλέγει τα μέλλοντα. Μ' αυτό το χάρισμα πρόβλεψε με θεϊκή αποκάλυ­ψη και τη μεγάλη πυρκαϊά5, που από θεόσταλ­τη οργή άναψε στην πόλη και την προείπε στον ευσεβή Λέοντα, βασιλιά τότε των Ρω­μαίων. Τα ίδια και με όμοιο τρόπο προφήτεψε και στον στυλίτη Δανιήλ, που μόναζε στον Άναπλο. Κι αν οι προσευχές αυτών των δύο δεν έφθαναν στον Θεό, ολόκληρη σχεδόν η πόλη θα γινόταν στάχτη. Γι' αυτό από τότε μεγάλη εμπιστοσύνη είχε ο ευσεβής εκείνος βασιλιάς στην οσία και την τιμούσε, όπως της άξιζε. Θέλοντας μάλιστα να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, της χάρισε για το μοναστήρι της, που ήταν μικρό και φτω­χό, ένα από τα βασιλικά κτήματα στην τοποθε­σία Έβδομο, που είχε το όνομα του αγίου Βα­βύλα. Σ' αυτόν τον τόπο ήταν χαλάσματα από αρκετά παλιά κτίσματα κι ανάμεσά τους από πολύ καιρό φώλιαζε μεγάλο φίδι. Αυτό προξε­νούσε βλάβη σε πολλούς απ' τούς διαβάτες κι έκανε τον τόπο να είναι για τον καθένα άβα­τος. Γι' αυτό ολόκληρη η πόλη κατεχόταν από λύπη και αμηχανία, χωρίς να μπορεί ν' απαλ­λαγεί από τη συμφορά. Αυτό το έμαθε η αγία από κάποιους πού κατοικούσαν εκεί και εμ­πνευσμένη από θεϊκό ζήλο παίρνει το όπλο του τιμίου Σταυρού και φθάνει στον τόπο. Υ­ψώνει το βλέμμα της στον ουρανό, επικαλείται τη βοήθεια του Θεού, καλεί το θηρίο και το κάνει άθελά του να βγει απ' τη φωλιά. Το σφραγίζει με το σημείο του Σταυρού, γεμίζει με σάλιο το στόμα της, φτύνει το κεφάλι, το καταπατάει με τα πόδια της και το σκοτώνει λέγοντας. «"Θα πατήσω πάνω στα δηλητηριώ­δη φίδια, την ασπίδα και τον βασιλίσκο, και θα καταπατήσω το λεοντάρι και τον δράκον­τα" περιζωσμένη από τη δύναμη του τιμίου Σταυρού». Έτσι απάλλαξε από την απειλή του φιδιού αυτούς που ζούσαν σ' εκείνη την πόλη.
Απ' αυτό το γεγονός κι έπειτα γεμάτη από αισιοδοξία και σαν να πήρε κάποια σίγουρη πληροφορία ότι μπορεί με του Θεού τη δύναμη να νικήσει και τον νοητό, όπως και τον αισθη­τό δράκοντα, άρχισε με θάρρος να κάνει θαύ­ματα.

7. Η φήμη γι' αυτήν διαδόθηκε σ' όλη την πόλη. Κάποιος απ' τους ευγενείς και πλούσιους, που είχε μοναχοκόρη που τυραννιόταν από συνεχή αιμορραγία, κι ενώ τα πιο πολλά από την περιουσία του τα είχε ξοδέψει σε για­τρούς, σε τίποτε δεν μπόρεσε να την ωφελή­σει. η αρρώστια τύχαινε να είναι ισχυρότερη από την επιστήμη τους. Τέλος, απογοητευμέ­νος για τη σωτηρία της απ' τούς γιατρούς, φέρ­νει την κόρη και τη ρίχνει στα πόδια της αγίας κράζοντας με δάκρυα. «Σώσε μου το δυ­στυχισμένο μου κορίτσι, δούλη του Θεού. Στον Θεό και στα δικά σου χέρια και τις ευχές το εμπιστεύομαι, κι αν θέλεις, πάρε όλο μου το βίος». Κι αυτή του είπε. «Όσα στο σπιτικό σου ορίζεις, κράτα τα εσύ ο ίδιος σαν δικά σου, γιατί καθόλου δεν μου χρειάζονται. Εσύ όμως, αν αδίστακτα πιστεύεις και υπόσχεσαι ότι σύμφωνα με τις εντολές του Ευαγγελίου ως το τέλος της ζωής σου θα είσαι ταπεινός και θα ελεείς τους φτωχούς, η κόρη σου θα θερα­πευθεί». Όταν ο άνθρωπος συμφώνησε ότι οπωσδήποτε θα τα κάνει αυτά, εκείνη αφού ά­λειψε με άγιο έλαιο του μεγαλομάρτυρα Γεωρ­γίου το κορίτσι κι ενώ παράλληλα προσευχή­θηκε, το θεραπεύει και το στέλνει με τον πατέ­ρα του στο σπίτι χαρούμενο και με καρδιά πλημμυρισμένη από ευγνωμοσύνη.
Αλλά και πολλές άλλες γυναίκες που πέθαι­ναν από την ίδια ασθένεια της αιμορραγίας έρ­χονταν σ' αυτήν με ολόψυχη πίστη και τις θε­ράπευε σταματώντας μ' ένα παρόμοιο τρόπο την αιμορραγία. Μαζί μ' αυτές και κάποιος άν­δρας εκ γενετής τυφλός, όταν άκουσε για τα θαύματα της οσίας, έρχεται σ' αυτήν χειραγω­γούμενος από άλλους. «Σπλαχνίσου με», έλεγε, «πιστή μαθήτρια του Θεού, και άνοιξέ μου τα μάτια για να δω το γλυκό φως και να δοξά­σω με τη μεσιτεία σου τον Δημιουργό όλου του κόσμου». Λυγίζει η οσία από φιλανθρωπία στους θρήνους του και χωρίς να βραδύνει υψώ­νει ικετευτικά τα χέρια της στον ουρανό, παίρνει λάδι του αγίου, αλείφει τα μάτια του τυ­φλού και σε επτά ημέρες τον κάνει να βλέπει καθαρώτατα, ενώ εκείνος μεγαλόφωνα δόξαζε τον Θεό.

8. Έτσι η αγία ακτινοβολώντας κι αστρά­φτοντας με τα παράδοξα θαύματά της, γέμιζε με φως αυτούς που με πίστη την πλησίαζαν. Κάποτε την ώρα που τελούνταν η θεία μυσταγωγία στον ναό, βλέπει να αστράφτει ένα απε­ρίγραπτο φως και το πανάγιο Πνεύμα σαν ολό­λευκο σενδόνι να κατεβαίνει μετά τον Χερου­βικό ύμνο μέσα στο θυσιαστήριο και να καλύ­πτει τον ιερέα που στεκόταν μπροστά στην αγία Τράπεζα. Γέμισε τότε θάμβος κι έκπληξη. Όμως αυτό που είδε, δεν το είπε σε κανέναν μέχρι που έφθασε ο καιρός της εκδημίας της στον Θεό. Όσο πλησίαζε η ώρα της, ο πόθος της περίσσευε, όπως έλεγε, να δει την πατρίδα της. Ήρθε στην Ηράκλεια, προσκύνησε τους εκεί σεπτούς ναούς των αγίων και μπήκε στον ναό της Θεοτόκου, που είχε την προσωνυμία των Χαλκοπρατείων.
Ενώ προσευχόταν, παρουσιάζεται κάποια γυναίκα σαν νάταν από εκείνες τις ξακουστές κι αρχόντισσες της πόλης. Την αγκαλιάζει με αγάπη αληθινή, την ασπάζεται και της λέει. «Καλώς ήρθες πολυαγαπημένη μητέρα». Και η οσία της λέει. «Ποια είμαι εγώ κυρία μου, η ά­σημη ξένη, που έτσι με τόση χαρά μ' αγκάλια­σες και με φίλησες, εμένα που ποτέ δεν με έ­χεις δει;». Εκείνη πάλι είπε. «Πριν συλλη­φθείς στην κοιλιά της μητέρας σου, κατοικώ­ντας εδώ σε γνωρίζω. Αν θέλεις, έλα στο σπίτι μου και θα πληροφορηθείς γι' αυτό». Όταν ρώτησε η οσία. «Πού είναι το σπίτι σου, κυρία μου;». «Στα δεξιά του ναού του αγίου ιερομάρ­τυρα Ρωμανού θα με δεις», είπε και με το λόγο αυτό έγινε άφαντη.
Τότε γεμάτη φόβο κι έκσταση η οσία έψα­χνε παντού στον ναό ζητώντας νάβρει αυτήν που παρουσιάστηκε μπροστά της. Καθώς που­θενά δεν την έβλεπε, έφθασε βιαστικά στον πα­νέμορφο ναό του ιερομάρτυρα Ρωμανού. Εκεί προσευχήθηκε κι ενώ θαύμαζε την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια του ναού, βρέθηκε στο δεξιό μέρος. Βγήκε από την πύλη και όταν εί­δε την εικόνα της αγίας και την αναγνώρισε, της φάνηκε ότι ήταν όραμα αυτό που είδε στον ναό της Θεοτόκου.
Αυτά σκεφτόταν και τότε κάποια φωνή α­κούστηκε απ' την εικόνα και της έλεγε. «Αυτή που τώρα βλέπεις κι' εκείνη που είδες πριν στον ναό, είμαι εγώ. Αλλά γρήγορα γύρισε πί­σω στο μοναστήρι σου, γιατί σύντομα πρόκει­ται ν' αφήσεις τα γήινα και να ταξιδέψεις στην ουράνια πατρίδα». Γέμισε φόβο και φρίκη η ψυχή της αγίας. Κι όταν έπεσε στον νάρθηκα του ναού και κοιμήθηκε, πάλι βλέπει τη μάρτυ­ρα του Χριστού να της λέγει. «Όπως καί πιο μπροστά σου είπα, πήγαινε στο μοναστήρι σου, γιατί ο καιρός της εκδημίας σου είναι κο­ντά. Είκοσι τέσσερες μέρες ακόμη και φεύγεις ειρηνικά προς τον Κύριο, ύστερα από την ετή­σια γιορτή που τελείται στο μοναστήρι στη μνήμη του ενδόξου μεγαλομάρτυρα Γεωρ­γίου».

9. Μόλις λοιπόν ξύπνησε η οσία, αφού εκτέ­λεσε τα πρέποντα για την αναχώρηση καθήκο­ντα κι ευχαρίστησε και προσκύνησε τη μάρτυ­ρα, βγήκε από την πόλη. Μπήκε σε πλοίο και ξαναγύρισε στο μοναστήρι της την πρώτη Α­πριλίου. Από τότε δεν έπαυσε να συμβουλεύει την αδελφότητα και να παρακαλεί και να διδά­σκει τονίζοντας όλα όσα συντελούν στη σω­τηρία. Όταν οι ορισμένες μέρες για την εκδη­μία της συμπληρώθηκαν, τέλεσε μεγαλόπρεπα τη λαμπρή και παλλαϊκή γιορτή του αοιδί­μου μάρτυρα Γεωργίου. Όταν μετάλαβε τα ζω­οποιά κι άχραντα μυστήρια, αμέσως έλαμψε το πρόσωπό της όπως ο ήλιος, και πλημμυρισμέ­νη από χαρά και αγαλλίαση ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό και με ευφροσύνη φώναξε. «"Τώρα, Κύριε, μπορείς ν' αφήσεις την δούλη σου να πεθάνει", σύμφωνα με τα λόγια της καλλινίκης σου μάρτυρος, "γιατί τα μάτια μου είδαν το έργο της σωτηρίας"».
Απ' τις δώδεκα το μεσημέρι βυθίστηκε σε υ­ψηλό πυρετό, που κράτησε μέχρι την άλλη μέ­ρα. Κατά τις εννέα το πρωί κοιμήθηκε ειρηνι­κά κι απόθεσε το πνεύμα της στα χέρια του Θε­ού στις 24 Απριλίου. Το τίμιο λείψανό της έ­σπευσαν όλοι απ' τα γύρω μοναστήρια και το κήδεψαν λαμπρά με ψαλμούς και ύμνους στον ναό του μάρτυρα Γεωργίου. Το λείψανο μέχρι σήμερα με του Θεού τη δύναμη και τη χάρη σώζεται ανέπαφο και ακέραιο κι αναγνωρίζε­ται σαν κοινό ιατρείο για όσους το πλησιά­ζουν με πίστη. Γιατί καθένας που με απλότητα και σωστή προαίρεση προσεγγίζει τη σεβά­σμια σορό και επικαλείται το θεοδώρητο όνο­μά της, απ' οποιαδήποτε αρρώστια κι αν κατέ­χεται, αμέσως με τις πρεσβείες της απολαμβά­νει την κατάλληλη από την αρρώστια θεραπεία.

10. Αλλά βέβαια αξίζει να θυμηθούμε και να διηγηθούμε σύντομα και τα θαύματα που έγι­ναν μετά τη μετάσταση της μακαρίας, για να ωφεληθούν όσοι τα ακούνε.
Κάποιος άνδρας που είχε παράλυτο το χέρι του, παράτησε κάθε ιατρική συμβουλή σαν α­νώφελη και έτρεξε στον τάφο της οσίας έχο­ντας πάρει θάρρος μόνο από την πίστη του σ' αυτήν. Μ' αυτήν την πίστη σε μικρό χρονικό διάστημα βρήκε θαυματουργική θεραπεία. Εί­χε δηλαδή συμβεί σ' αυτόν, σύμφωνα με τον λόγο του Ευαγγελίου, όπως πίστεψε, και απο­καταστάθηκε υγιές το παράλυτο χέρι του όπως ήταν και το άλλο, αφού χρίστηκε με αγιασμέ­νο λάδι.
Κάποιος άλλος τυφλός πλησίασε τη σορό της οσίας με την ίδια προθυμία και πίστη, και αφού αλείφθηκε με όμοιο τρόπο με το άγιο λά­δι, έφυγε βλέποντας ολοκάθαρα και μεγαλύνο­ντας τη θαυματουργή δύναμη και χάρη της οσίας.
Άλλος, που είχε ακάθαρτο πνεύμα κι άγρια παιδευόταν απ' αυτό, πρόσπεσε στην άγια λάρ­νακα της οσίας κι αμέσως ελευθερώθηκε από τον ολέθριο δαίμονα. Γύρισε στο σπίτι του ή­ρεμος διηγούμενος σ' όλους τα μεγαλεία του Θεού.
Τέτοια ήταν τα θαύματα της οσίας θαυμα­τουργού Ελισάβετ και άλλα πολύ πιο πολλά άπ' αυτά και πιο αξιοθαύμαστα. Αυτά δεν κα­ταγράφηκαν στο παρόν βιβλίο, για να μην γί­νει κουραστικό, άλλά έχουν γραφεί σε άλλο μέρος.

11. Τέτοιος ο βίος της οσίας, τόσα πολλά τα έργα και τα χαρίσματα, που μ' αυτά ο Κύριος των πάντων τη δόξασε αξίως και όσο ζούσε και όταν έφυγε από αυτή τη ζωή. Με τις πρε­σβείες της και όλοι εμείς, όσοι ποθούμε ν' α­πολαμβάνουμε την προστασία της και τη βοή­θειά της, μακάρι να κρατηθούμε πάντοτε ανώ­τεροι από τα σωματικά και τα ψυχικά πάθη κι έτσι να διαφύγουμε τα σκάνδαλα των αοράτων και ορατών εχθρών χωρίς βλάβη. Και αφού διανύσουμε ειρηνικά τον παρόντα βίο, να ζή­σουμε μαζί της την εκεί μακαριότητα εν Χρι­στώ Ιησού τω Κυρίω ημών, πού σ' αυτόν πρέ­πει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και σ' όλους τούς αιώνες των αιώνων. Αμήν6.

Μεγαλυνάριον

Ως επαγγελίας δώρον σεμνόν, των επηγγελ­μένων, κατηξίωσαι αγαθών, βίω καταλλήλω, Οσία Ελισάβετ, ων και ημάς λιταίς σου, Μή­τερ αξίωσον.

Απολυτίκιον Οσίας Ελισάβετ.

Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.

Μητρικών εκ λαγόνων Χριστόν ηγάπησας, ώσπερ βλαστός Ελισάβετ, δικαιοσύνης τερ­πνός, και τοις ίχνεσιν αυτού ακολουθήσασα, των αιωνίων αγαθών, γεωργείς τας απαρχάς, α­μέμπτω σου πολιτείq, θαυματουργούσα, θεό­φρον, προς σωτηρίαν των ψυχών ημών.

Έτερον. Ήχος πλ. δ΄.

Εν σοι Μήτερ, ακριβώς διεσώθη το κατ' ει­κόνα. λαβούσα γαρ τον Σταυρόν, ηκολούθη­σας τω Χριστώ, καί πράττουσα εδίδασκες, υπε­ροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γάρ. επιμελεί­σθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτου. διό και μετά Αγγέλων συναγάλλεται, οσία Ελισάβετ, τό πνεύμα σου.

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ΄. Ως απαρχάς.

Ως παρθενίας τέμενος, και αρετών θησαύρι­σμα, την των θαυμάτων βλυστάνεις χρηστότη­τα, ώσπερ πηγή ακένωτος, και ψυχών και σω­μάτων, Ελισάβετ καθαίρεις τα αρρωστήματα, των ευλαβώς ψαλλόντων τω Κτίσαντι. Αλλη­λούϊα.

1. Ο βίος της Οσίας Ελισάβετ της θαυματουργού είναι από το βιβλίο ΜΗΤΕΡΙΚΟΝ, τ. Β' του καθηγητού Δημη­τρίου Γ. Τσάμη καί εκδόσεως της Αδελφότητος «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 356-377.

Ευχαριστούμε την Αδελφότητα για την άδεια ανατυπώ­σεως του θαυμαστού βίου της οσίας Ελισάβετ προς δόξαν Θεού, τιμήν της Οσίας και ψυχικήν ωφέλειαν των ορθοδό­ξων χριστιανών.

2. Πρόκειται για τον επίσκοπο Λαμψάκου που η μνήμη του εορτάζεται στις 7 Φεβρουαρίου.

3. Τα δάκρυα αυτά δεν νοούνται με τη μεταφορική τους σημασία, αλλά στην κυριολεξία. Στα πρώτα στάδια της πνευματικής προόδου αναφαίνονται τα δάκρυα της μετα­νοίας και, όταν ο πιστός φθάσει στις υψηλότερες βαθμίδες της πνευματικής ζωής, τα χαροποιά δάκρυα της κατανύξε­ως. Βλ. σχετικά Δημ. Τσάμη, Αγιολογία, σ. 86 έ., 91, 104 κ.α.

4. Πρόκειται για τον Γεννάδιο Α', πατρ. Κων/πόλεως (458-471). Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Νοεμβρίου.

5. Πρόκειται για την φοβερή πυρκαϊά του 465, επί βασι­λείας Λέοντος του μεγάλου.

6. Η μνήμη της όσίας Ελισάβετ εορτάζεται στις 24 Α­πριλίου (βλ. Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως, στ. 625-­627).


Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/Osia-Elisabet.el.aspx

Αναζήτηση