Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος Λόγος με΄ εις το Πάσχα (απόσπασμα)


Αν είσαι Σίμων Κυρηναϊος, σήκωσε το σταυρό και ακολούθησέ Τον. Αν σταυρωθείς μαζί Του ως ληστής, γνώρισε το Θεό σαν ευγνώμων δούλος. Αν κι ' Εκείνος λογιάσθηκε με τους ανόμους για χάρη σου και την αμαρτία σου, γίνε συ έννομος για χάρη Εκείνου. Προσκύνησε αυτόν που κρεμάσθηκε στο σταυρό για σένα, έστω κι αν κρέμεσαι κι εσύ. Κέρδισε κάτι κι απ' την κακία. Αγόρασε τη σωτηρία με το θάνατο. Μπες με τον Ιησού στον Παράδεισο, ώστε να μάθεις από τι έχεις ξεπέσει. Δες τις εκεί ομορφιές. Άσε το ληστή που γογγύζει, να πεθάνει έξω μαζί με τη βλασφημία του. Κι αν είσαι Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ζήτησε το σώμα απ' το σταυρωτή. Ας γίνει δικό σου αυτό που καθάρισε τον κόσμο. Κι αν είσαι Νικόδημος, ο νυκτερινός θεοσεβής, ενταφίασέ τον με μύρα. Κι αν είσαι κάποια Μαρία ή η άλλη Μαρία ή η Σαλώμη ή η Ιωάννα, δάκρυσε πρωί-πρωί. Δες πρώτη την πέτρα σηκωμένη, ίσως δε και τους αγγέλους κι αυτόν τον ίδιο τον Ιησού. Πες κάτι, άκουσε τη φωνή. Αν ακούσεις «Μη μ' αγγίζεις», στάσου μακριά, σεβάσου το Λόγο, αλλά μη λυπηθείς. Γιατί ξέρει σε ποιους θα φανερωθεί πρώτα. Καθιέρωσε την Ανάσταση. Βοήθησε την Εύα, πού 'πεσε πρώτη, και πρώτη να χαιρετήσει το Χριστό και να το ανακοινώσει στους μαθητές. Γίνε Πέτρος ή Ιωάννης. Σπεύσε στον τάφο, τρέχοντας μαζί ή προπορευόμενος, συναγωνιζόμενος τον καλό συναγωνισμό. Κι αν σε προλάβει στην ταχύτητα, νίκησε με το ζήλο σου, όχι παρασκύβοντας στο μνημείο, αλλά μπαίνοντας μέσα. Κι αν σαν Θωμάς χωρισθείς απ' τους συγκεντρωμένους μαθητές, στους οποίους εμφανίζεται ο Χριστός, όταν τον δεις, μην απιστήσεις. Κι αν απιστήσεις, πίστεψε σ' αυτούς που στο λένε. Κι αν ούτε και σ' αυτούς πιστέψεις, δείξε εμπιστοσύνη στα σημάδια των καρφιών. Αν κατεβαίνει στον Άδη, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε και τα εκεί μυστήρια του Χριστού, ποιο είναι το σχέδιο της διπλής καταβάσεως, ποιος είναι ο λόγος της: απλώς σώζει τους πάντες με την εμφάνιση Του ή κι εκεί ακόμα αυτούς που τον πιστεύουν;

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Πνευματικός Ζήλος!

Ὁ σκύλος ὅταν ἀντιληφθῆ, ὅτι κάτι ἔρχεται νὰ κάνη κακὸ στὰ πρόβατα, φωνάζει, γαυγίζει ἔντονα, ἀπειλητικά, νιώθοντας ὅτι ἔχει κάποια εὐθύνη πάνω στὰ πρόβατα, στὸ ἀφεντικὸ ποὺ τὸν ἔχει, ποὺ τὸν ταΐζει. Εἶναι φυσικό του νὰ τὸ κάνει αὐτό. Καὶ ὅσο γαυγίζει καὶ φωνάζει, ὁ κλέφτης, ὁ λύκος, τὸ ἀγρίμι, δὲν πλησιάζει τὸ κοπάδι. Ἐὰν στὸ σκυλὶ αὐτὸ ἔρθει ὁ λογισμός, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος, δὲν ὑπάρχει λύκος, δὲν κρύβεται κάποιος κλέφτης καὶ ἀρχίζει νὰ σπάζει ἡ προσοχή του, τὸ ἄγρυπνο γιὰ τὸ κοπάδι, τὸν πλησιάζει ὁ νυσταγμός, κάθεται καὶ τὸν παίρνει ὁ ὕπνος. Καὶ ἔτσι ἡσυχάζει ὁ τόπος, τὸ κοπάδι ἀπὸ τὰ γαυγίσματα, αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν κλέφτη, ἀπὸ τὸν λύκο, ποὺ παραμονεύουν. Ὅταν, λοιπόν, σταματήσει ὁ λύκος νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ νὰ φωνάζει, ὅταν δοῦνε τὴν περίπτωση αὐτή, σιγὰ -σιγὰ προχωροῦν πλησιάζουν, προσβάλλουν τὸ κοπάδι καὶ ἀρχίζουν ἕνα - ἕνα νὰ ρημάζουν τὰ πρόβατα.
Ὁ ζῆλος ὁ πνευματικὸς εἶναι σὰν τὸ σκυλί. Γεννᾶται ἡ ἐπιθυμία στὸν ἄνθρωπο τὸν πνευματικὸ νὰ ἀγωνιστεῖ, νὰ ἀποκτήσει κάποια ἀρετὴ καὶ στὴ συνέχεια νὰ φυλάξει τὴν ἀρετή. Ἡ ἐπιθυμία ποὺ διεγείρεται μέσα στὸν ἄνθρωπο, γεννᾶ τὸν ζῆλο. Ὁ ζῆλος, ὅταν γεννηθεῖ, φωνάζει σὰν τὸ σκυλί. Πλέκει λογισμούς, πῶς νὰ ἀγωνιστεῖ σκέπτεται πῶς νὰ φυλαχθεῖ, πῶς νὰ φυλάξει, πῶς νὰ ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀρετή, Διεγείρεται ἡ ἀδιάλειπτη προσοχή, ἡ νῆψις, γιὰ νὰ κατορθωθεῖ ἡ ἀρετὴ τὴν ὁποία ἐπεθύμησε ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄς πάρουμε μιά περίπτωση, μιά ἀρετὴ ποὺ σκέπτεται μᾶλλον ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήσει ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ἂς πάρουμε τὴν ἀρετὴ τῆς προσευχῆς. Ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν μελέτη, ἀπὸ τὴν φώτιση τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποκτήσει, νὰ κερδίσει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὴν προσευχὴ ποὺ δὲν ἔχει σταματημό. Ἡ ἐπιθυμία γεννᾶ τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη αὐτή, τὴν ὁρμητικότητα τῆς ψυχῆς. Καὶ ἡ ἐπιθυμία, ὁ ζῆλος, ἡ θέρμη δημιουργοῦν ὁρμητικότητα, εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσει κανεὶς αὐτὴ τὴν μεγάλη ἀρετή. Ὁ ζῆλος γεννᾶ τοὺς λογισμοὺς τῆς παραφυλακῆς καὶ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος, ὅτι γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴν τὴν ἀρετή, χρειάζεται νὰ ἀγωνιστεῖ νόμιμα, κατὰ τοὺς Πατέρας. Ὅτι πρέπει συνεχῶς νὰ ἐλέγχει τὴν κατάσταση, νὰ ἀγωνίζεται στὴν ἀρχή, μὲ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση μὲ τὸ στόμα νὰ λέει τὴν εὐχή. Ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τώρα νὰ μὴν σταματήσει ἡ προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴν ἀργολογήσει, νὰ μὴν σκεφτεῖ μάταια πράγματα, νὰ μὴν σκορπίζει τὸ μυαλὸ τοῦ ἐδῶ κι ἐκεῖ. Καὶ συνεχῶς τὴν προφορικὴ ἔτσι ἐργασία τῆς προσευχῆς, τὴν παρακολουθεῖ ὁ ζῆλος, ἡ προσοχή, ἡ νῆψις. Τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα νὰ μὴν σταματήσει.
Μόλις συμβεῖ κάτι, ποὺ νὰ ἐμποδίζεται ὁ ζῆλος, πάλι δίνει τοὺς λογισμοὺς τοὺς φωτισμένους, τοὺς θερμούς, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐμπόδιο πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ. Μιά ἀργολογία ἤτανε, μιά σκέψις ἦρθε ἔτσι μάταιη στὸν λογισμὸ καὶ σταμάτησε τὸ στόμα νὰ λέει τὴν προσευχή. Ἀμέσως ὁ ζῆλος ξεκινάει πάλι ὅτι πρέπει νὰ ἀγωνιστεῖ, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ξαναγίνει. Μόλις δεῖς τὴν περίπτωση, νὰ τὴν ὑπερπηδήσεις, καὶ ἔτσι διατηρεῖται αὐτὴ ἡ ἐργασία τῆς προσευχῆς.
Φωτίζει τώρα ὁ ζῆλος, ἀποδιώκει κάθε κακὸ λογισμό, καὶ δέχεται τοὺς φωτεινοὺς λογισμοὺς ποὺ λένε ὅτι σὰν ἀγωνιστεῖς κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο προφορικά, ὅπως μᾶς συμβουλεύουν οἱ μεγάλοι πατέρες, μετὰ ἀπὸ τὴν προφορική, θὰ φθάσουμε στὴ διανοητική, στὴν νοερὰ προσευχή. Ἡ ὄρεξη τῆς ψυχῆς νὰ φτάση στὴν νοερὰ ἐπίκληση, δίνει τόνωση, ὁρμητικότητα στὴν προφορικὴ ἐπίκληση, νὰ μὴ σταματήσει, γιατί πρόκειται νὰ φτάσουμε στὴν νοερά. Ἐὰν δὲν ἀγωνιστεῖ σωστὰ στὴν προφορική, δὲν θὰ φθάσεις στὸ ὑψηλότερο ἐπίπεδο τῆς προσευχῆς. Καὶ ἔτσι ὁ ζῆλος παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα συστηματικὰ καὶ κανονικά. Τὸν περιφράττει, τὸν περιβάλλει, τὸν σκεπάζει κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπὸ τὴν κακία τοῦ δαίμονος. Καὶ ἔτσι σιγὰ - σιγά, ἡ ἁγία αὐτὴ ἐπιθυμία, μὲ τὴν φρούρηση τοῦ πνευματικοῦ ζήλου, προχωρεῖ στὴν ἀπόκτηση τῆς τελείας προσευχῆς.
Ὅταν ὅμως νυστάξει αὐτὸς ὁ ζῆλος, οἱ θερμοὶ λογισμοὶ ἀρχίζουν νὰ κρυώνουν ἀρχίζει ἡ αὐτοπεποίθησις μέσα μας, ὅτι καλὰ πᾶμε. Θὰ ἀποκτήσω αὐτὸ τὸ πράγμα. Λογισμοὶ μάταιοι ἔρχονται καὶ προσβάλλουν καὶ σπάζουν τὸν τόνο τοῦ ζήλου. Ἀρχίζει ὁ νυσταγμὸς τῆς ψυχῆς, καὶ πέφτει ὁ ἀγώνας. Ὑποχωρῶντας ὁ ζῆλος, παύει τὸ στόμα φερ' εἰπεῖν νὰ λέει συνέχεια τὴν προσευχή. Ἀρχίζει νὰ κάνει διαλείψεις, νὰ κάνει σκαμπανεβάσματα, πλημμελῶς νὰ ἐργάζεται τὸ στόμα τὴν προσευχή. Ὁπότε τὴν κλέβει τελείως ὁ ἐχθρὸς τὴν προσευχή, καὶ κλείνουμε τὸ στόμα καὶ οἱ λογισμοὶ μέσα μας οἱ ἄσχημοι, δουλεύουνε ἄνετα. Τότε τὸ στόμα ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἐπίκληση ἔρχεται στὴν παρρησία καὶ ἔτσι ἐρημώνεται τὸ πνευματικὸ ποίμνιο τῆς ψυχῆς.
Καὶ γιὰ κάθε ἀρετή, ἔτσι γίνεται, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πνευματικοῦ ζήλου. Ὅσο ἡ ἐπιθυμία θὰ φρουρεῖται καὶ θὰ θερμαίνεται ἀπὸ τὸν ζῆλο, ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ τῆς ἀρετῆς θὰ γίνει ἔργο, θὰ γίνει κτῆμα τῆς ψυχῆς. Καὶ πρέπει συνεχῶς νὰ πυροδοτοῦμε τὸν πνευματικὸ ζῆλο, γιὰ νὰ φρουρεῖται ἡ ψυχή μας ἀπὸ τοὺς νοητοὺς λύκους καὶ ἀπὸ τοὺς νοητοὺς κλέφτες, οἱ ὁποῖοι καιροφυλακτοῦν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἐρημώσουν τὴν ψυχή μας.
Ὁ διάβολος τῆς κακῆς ἐπιθυμίας στέκει ἀπέναντί μας, στέκει μπροστά μας, ἔχει ἀναμμένη, ὅπως λένε οἱ πατέρες, τὴν δάδα καὶ ζητεῖ εὐκαιρία, κατάλληλη στιγμὴ ἀμελείας καὶ ραθυμίας γιὰ νὰ μᾶς δώσει μπουρλότο, νὰ ἐμπρήσει τον ναὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ μᾶς ἀνάψει τὴν κακὴ ἐπιθυμία μέσα μας καὶ νὰ ἀποτεφρώσει τελείως κάθε ὑπόστασι καθαρότητος τῆς ψυχῆς.
Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀπ. Παῦλο, εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ. Οὐκ οἴδατε ὅτι εἴσαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνοίκει (κατοικεῖ) ἐντὸς ὑμῶν; Μέσα μας κατοικεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀναγεννηθήκαμε πνευματικῶς, μὲ τὴ ἱεροπραξία αὐτή, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἦρθε μέσα στὴν καρδιὰ τὸ βαπτισμένου ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἡ χάρις αὐτή, ὅταν δὲν προσέξει ὁ ἄνθρωπος καὶ ἁμαρτάνει, καταπλακώνεται, καταχώνεται βαθιὰ στὴν καρδιὰ καὶ ἡ λαμπρότης αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν λάμπει στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἡ λάμψις, ὁ φωτισμὸς αὐτῆς τῆς χάριτος, νὰ δώσει τὴν δυνατότητα, νὰ γνωρίση ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ μέσα του.
Ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ Ἱεροῦ Βαπτίσματος, κάνει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ναὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δὲν εἶναι καθαρός, ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἐπισκέπτεται, δὲν μπαίνει μέσα στὸ ναὸ αὐτό, ἀλλὰ φεύγει. Τὸν ἀφήνει ἔρημο. Καὶ γίνεται ἕνας τόπος ἄχρηστος, ἕνας τόπος βρώμικος. Ἔρχονται ὅλα τὰ δαιμόνια καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ μέσα. Ἆρα ἡ καθαρότης τοῦ ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ καθαρότης τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ ναοῦ, εἶναι ἡ εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ.
Ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν βρίσκεται καθαρὸς στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Καὶ ἔρχεται ὅλος ὁ Θεὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο. Τότε ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνακύπτει, ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια. Ἀποβάλλει ὅλη τὴν σαβούρα, ποὺ εἶχε πάνω της διὰ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ οἱ λαμπηδόνες καὶ οἱ ἀκτῖνες καὶ οἱ λάμψεις αὐτῆς τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καταυγάζουν ὅλον τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τόν κάνουν θεοειδῆ.
Λοιπὸν ὁ διάβολος, ὅπως εἴπαμε, στέκεται ἀπέναντί μας καὶ ἔχει στὸ χέρι του τήν κακὴ ἐπιθυμία τῆς ἁμαρτίας καὶ ζητᾶ εὐκαιρία νὰ πετάξει ἐπάνω μας αὐτὴ τὴν φλόγα τῆς κακῆς ἐπιθυμίας, νὰ μᾶς πυρπολήσει καὶ νὰ μᾶς ἀποξενώσει τελείως ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ μὴν ἔχουμε ὑπόστασι τοῦ θείου ναοῦ. Ὁ πνευματικὸς ὅμως ζῆλος, ὅταν αὐτὸν τὸν ναὸ τὸν περιβάλλει, τὸν περιπολεῖ, τὸν περιτριγυρίζει καὶ ὑλακτεῖ καὶ φωνάζει σὰν τὸν σκυλί, τότε ὁ ἐχθρὸς ὁ ἀπέναντί μας, δὲν βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ μᾶς κάψει, νὰ μᾶς ἀχρηστεύσει, νὰ μᾶς κάνει ἁμαρτωλοὺς μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ! Καὶ ἔτσι διατηρούμεθα ἐν τῷ Θεῷ.
Ὅταν ἡ ψυχή μας προσεύχεται, ὅταν ὁ νοῦς μας περπατάει στὸν Θεό, πλησιάζει τὸν Θεό, μὲ τὴν θεωρία καὶ τὴν θεία μελέτη, ὁ ναὸς θυσιάζεται μὲ τὸ ἄρωμα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἄρωμα εἶναι ἡ πρᾶξις τῆς ψυχῆς ἡ πρᾶξις τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ καρπὸς τῆς προσευχῆς, ἡ εὐωδία τοῦ θυμιάματος, Καὶ ὅταν ἕνας ναὸς θυμιάζεται καὶ εὐωδιάζεται καὶ εἶναι εὐπρεπισμένος καὶ καλλωπισμένος, ὁ Θεὸς εὐχαρίστως ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ἐκεῖ μέσα καὶ θυσιάζεται ἐπάνω στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς. Καὶ ἡ καρδιὰ ἀναπέμπει δοξολογίες καὶ εὐχαριστίες στὸν Θεό, ποὺ κάμει αὐτὸ τὸ μυστήριο, ποὺ δέχεται αὐτὴν τὴν ἐξιλαστήριο θυσία.
Ἐὰν ὅμως ὁ ζῆλος δὲν περιφρουρήσει αὐτὸν τὸν ναό, τότε ὁ ναὸς εἶναι ἀνοχύρωτος, εἶναι ἀπροστάτευτος, εἶναι ἀφύλακτος, καὶ ἐρημώνεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἐμεῖς σὰν μοναχοί, ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο γνωρίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διδασκόμεθα συνέχεια ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες μας, πῶς πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε. Ἡ ζωή τους, τὸ παράδειγμά τους, οἱ νουθεσίες τους, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μᾶς ἀνάψουν τὸν ζῆλο γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Νὰ τοὺς μιμηθοῦμε στὴν ἀρετή τους, καὶ στὴν χάρι ποὺ ἀπόκτησαν ἀπὸ τὸν ἀγώνα τους.
Καὶ αὐτοὶ ἦταν ἄνθρωποι, εἶχαν πάθη καὶ ἀδυναμίες, ἀλλὰ πρόσεξαν πάρα πολὺ τὸν πνευματικό τους ζῆλο. Δὲν τὸν ἄφησαν νὰ νυστάξη, νὰ κοιμηθῆ. Τὸν εἶχαν πάντα ἄγρυπνο, νηφάλιο καὶ προσεκτικὸ καὶ σιγὰ - σιγὰ ὁ ναὸς τῆς ψυχῆς τῶν καὶ τοῦ σώματός τους ἔγινε ἅγιος καὶ ὁ Θεὸς κατοίκησε μέσα τους καὶ ἔγιναν ἅγιοι.
Τώρα ἀκολουθοῦμε ἐμεῖς. Ἤρθαμε ἐμεῖς στὸ στίβο τῆς πάλης. Ἤρθαμε στὴ θέσι τους. Ἤρθαμε στὴ ζωὴ ποὺ ἔζησαν αὐτοί. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ πρῶτος ἐγώ. Πρέπει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε, νὰ δοῦμε πῶς ἐζήλωσαν αὐτοὶ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸν ζηλώσουμε καὶ ἐμεῖς. Νὰ ἔχουμε προσοχὴ σὲ ὅλα μας. Νὰ θερμαίνουμε συνεχῶς τὸν πόθο, τὸ πῶς θὰ ἁγνίσουμε ψυχοσωματικὰ τὸν ἑαυτό μας.
Ἀλλὰ σὰν ἄνθρωποι ποὺ εἴμεθα καὶ ἔχουμε τόσες ἀδυναμίες, ποὺ πολλὲς φορές μᾶς ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν προσοχή, πρέπει τὸν δικό μας ζῆλο νὰ τὸν διατηροῦμε συνέχεια. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, δίνει μεγάλη θέρμη στὸν ζῆλο! Καὶ ὅταν κανεὶς σκέπτεται, ὅτι ἴσως πεθάνει μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα, μετὰ ἀπὸ μία μέρα, ἕνα μῆνα, ἕνα χρόνο, ἡ σκέψις αὐτὴ εἶναι μία θέρμανση στὸν ζῆλο, ὥστε νὰ προσέξη τὸν ἑαυτό του. Νὰ προσέξη νὰ μὴν ἁμαρτήση, νὰ μὴν σκεφθῆ κακό, νὰ μὴν μιλήση ἄσχημα, νὰ μὴν πράξη κακό, γιατί ὁ θάνατος ἄμα ἔρθη, τί θὰ γίνει μετά;
Γνωρίζουμε ὅτι τὰ πάντα μας εἶναι γνωστὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν διάβολο. Ὁ πειρασμὸς τὰ γράφει μὲ κάθε λεπτομέρεια ὅλα μας τὰ ἔργα, ὅλους μας τοὺς λογισμοὺς καὶ τὰ λόγια στὰ κατάστιχά του. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ θὰ πρόκειται νὰ φύγουμε ἢ καὶ ὅταν θὰ ἀνεβαίνουμε πρὸς τὸν Θεό, τὰ εἰδικὰ τελώνεια θὰ μᾶς παρουσιάσουν ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν, ποὺ ἐμεῖς τὶς ἔχουμε λησμονήσει. Καὶ ὅταν τὶς δοῦμε καὶ εἶναι ὅλες γραμμένες καὶ νὰ μᾶς δοθῆ ἡ δυνατότητα νὰ τὶς ἐνθυμηθοῦμε, τότε, θὰ ἀπορήσουμε γιὰ τὸ μέγεθος, γιὰ τὸ πλῆθος, ποὺ θὰ ἔχουν γραμμένα ἐκεῖ οἱ δαίμονες.
Τότε θὰ ἔρθη τὸ μυαλὸ στὴ θέση του, τότε θὰ σκεφθοῦμε ὥριμα καὶ σωστά. Τὸ ὄφελος ποιὸ θὰ ‘ναί; Νὰ μεταμεληθοῦμε βέβαια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι μεταμέλεια πλέον δὲν φέρνει τὴν ὠφέλεια, δὲν φέρνει τὴν μετάνοια, δὲν ἔχει ἀξία πλέον ἡ μετάνοια ἐκείνη τὴν ὥρα, διότι τὸ πανηγύρι ἔχει λήξει, ὁ καιρὸς τῆς μετανοίας δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ δυσκολία εἶναι ἄμεση.
Ὅλα αὐτά, ὅταν τὰ ὑπενθυμίζει ὁ ζῆλος στὴν ψυχή, ἡ ψυχὴ φυλάγεται ἀπὸ τὸ κακό. Γι' αὐτὸ πρέπει ὁ ζῆλος νὰ μᾶς συνέχει καὶ νὰ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα τῆς ἀδειαλείπτου προσοχῆς. Δὲν πρέπει ἡ προσοχή μας νὰ ἀποσπᾶται. Νὰ προσέχουμε συνέχεια καὶ πρῶτος ἐγὼ διότι ἔχω μεγαλύτερη τὴν εὐθύνη καὶ ὁ λόγος τῆς ἀπολογίας μου σκληρότερος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ἄς προσέξουμε τώρα πατέρες μου, νὰ ἔχουμε τὸν ζῆλο μας θερμό, ἀδιάλειπτον προσεκτικὸ καὶ ἀνύστακτον. Καὶ ὅταν ἔρθη, θὰ προσέχουμε τὴν ζωή μας, ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ θὰ φυλαχθῆ, θὰ διατηρηθῆ καὶ ὁ Θεὸς θὰ κατοικῆ μέσα του. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι μέσα μας, τὰ πάντα κατευθύνονται σωστά. Ἡ πορεία μας εἶναι πρὸς τὸ φῶς, πρὸς τὴν Οὐράνιο Πύλη. Ἡ ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ θὰ δίνη τὴν καλύτερη δροσιὰ καὶ ἀνακούφιση.
Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, μ' αὐτὸν τὸν τρόπο, τὸν πνευματικὸ ζῆλο, καὶ ἂς ἐλπίσουμε τότε, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μᾶς βοηθήσει, θὰ συντρέξη μὲ τὴν καλὴ αὐτὴ ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας, εἰς τὸ νὰ βοηθήση τὸν ζῆλο, τὴν θέρμη. Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι θὰ μᾶς ἀξιώση νὰ φτάσουμε στὴν μεγάλη πατρίδα, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν Οὐρανόν. Ἐκεῖ ποὺ ἔχει κάμει ὁ Θεὸς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει τὸ Ἄκτιστον φῶς, ἐκεῖ ποὺ ὅλη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι Οὐράνιος ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ φέγγος. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἥλιος καὶ τὸ φῶς ποὺ φωτίζει αὐτὸν τὸν Ναό. Ἐκκλησίασμα εἶναι οἱ σωσμένες ψυχές, ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι τῆς θλίψεως τοῦ ἐδῶ ἀγῶνος, καὶ ἐκεῖ ξεκουράζονται πλέον ἀπὸ αὐτὴ τὴν θλίψη, ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, ἀπὸ τὸν ἀγώνα, ἀπὸ τοὺς ἀναστεναγμούς, ἀπηλλαγμένοι πλέον ἀπὸ τὰ δάκρυα, ἀπὸ τοὺς φόβους. Καὶ ἔτσι αὐτὸ τὸ ἐκκλησίασμα θὰ βρίσκεται σ' αὐτὸ τὸν ναό, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Πηγή: www.ecclesia.gr

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως

Τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν
ΙΩΑΝΝΟΥ τού Σιναΐτου

(Διά τόν σύνδεσμον τῆς ἐναρέτου τριάδος τῶν ἀρετῶν, τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδος καί τῆς πίστεως)

Ὕστερα λοιπόν ἀπό ὅλα τά προηγούμενα —μένουν αὐτά τά τρία— τά ὁποῖα σφίγγουν καί διατηροῦν τόν σύνδεσμο ὅλων ‒πίστις, ἐλπίς ἀγάπη, «μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 13), διότι καί ὁ Θεός ἀγάπη ὀνομάζεται (πρβλ. Α´ Ἰωάν. δ´ 16). Ἐγώ ὅμως τήν μία τήν βλέπω σάν ἀκτῖνα, τήν ἄλλη σάν φῶς καί τήν τρίτη σάν ἡλιακό δίσκο, καί ὅλες μαζί σάν ἕνα φωτεινό ἀπαύγασμα καί μία καί τήν αὐτήν λαμπρότητα. Ἡ μία, ἡ πίστις, δύναται νά ἐπιτελέσει τά πάντα. Ἡ ἄλλη, ἡ ἐλπίς, περικυκλώνει μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί δέν καταισχύνει τόν ἐλπίζοντα. Καί ἡ τρίτη, ἡ ἀγάπη, δέν πέφτει ποτέ ἀπό τό ὕψος της οὔτε σταματᾶ ἀπό τό τρέξιμό της οὔτε ἐπιτρέπει σ' αὐτόν πού ἐπλήγωσε μέ τά βέλη της, νά ἠρεμήση ἀπό τήν «μακαρίαν μανίαν» πού τοῦ ἐπροξένησε.

2. Αὐτός πού θέλει νά ὁμιλῆ γιά τήν ἀγάπη εἶναι σάν νά ἐπιχειρῆ νά ὁμιλῆ γιά τόν ἴδιο τόν Θεόν. Ἡ ἀνάπτυξις ὅμως ὁμιλίας περί Θεοῦ εἶναι πρᾶγμα ἐπισφαλές καί ἐπικίνδυνο σέ ὅσους δέν προσέχουν. Γιά τήν ἀγάπη γνωρίζουν νά ὁμιλοῦν οἱ Ἄγγελοι, ἀλλά καί αὐτοί ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς θείας ἐλλάμψεώς τους. Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, καί ὅποιος προσπαθεῖ νά δώσει ὁρισμό τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μέ τυφλό πού μετρᾶ στήν ἄβυσσο τούς κόκκους τῆς ἄμμου.

3. Ἡ ἀγάπη, ὡς πρός τήν ποιότητά της εἶναι ὁμοίωσις μέ τόν Θεόν, ὅσο βέβαια εἶναι δυνατόν στούς ἀνθρώπους. Ὡς πρός τήν ἐνέργειά της, μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρός δέ τίς ἰδιότητές της, πηγή πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.

4. Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψις κάθε ἐχθρικῆς καί ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ' ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τό κακόν» (Α´ Κορ. ιγ´ 5). Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀπάθεια καί ἡ υἱοθεσία μόνο στήν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στό φῶς, στήν φωτιά καί στήν φλόγα, ἔτσι νά σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καί σ' αὐτές. Ὅσο ποσόν ἀγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου ὑπάρχει. Διότι ὅποιος δέν ἔχει φόβο, ἤ εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη ἤ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά.

5. Δέν εἶναι ἀπρεπές ἐάν ἀπό τά ἀνθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα γιά τόν πόθο καί τόν φόβο καί τήν ἐπιμέλεια καί τόν ζῆλο καί τήν δουλεία καί τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τέτοιο πόθο πρός τόν Θεόν, ὡσάν αὐτόν πού ἔχει ὁ μανιώδης ἐραστής πρός τήν ἐρωμένη του.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἐφοβήθηκε τόν Κύριον, ὅσο οἱ ὑπόδικοι τόν δικαστή.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ἐπιμέλεια καί φροντίδα στά πνευματικά, ὅσο οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι στόν κύριό τους.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ζηλοτυπία γιά τίς ἀρετές, ὅση οἱ σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τίς γυναῖκες τους.

Μακάριος ἐκεῖνος πού τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἵσταται ἐμπρός στόν Κύριον, ὅπως οἱ ὑπηρέτες ἐμπρός στόν βασιλέα.

Μακάριος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ συνεχῶς νά περιποιεῖται καί νά ἀναπαύη τόν Κύριον, ὅπως ἔτυχε νά περιποιηθῆ καί νά ἀναπαύση (σεβαστούς) ἀνθρώπους.

Δέν προσκολλᾶται τόσο πολύ ἡ μητέρα στό βρέφος πού θηλάζει, ὅσο ὁ υἱός τῆς ἀγάπης στόν Κύριον.

6. Ὁ πραγματικός ἐραστής φέρνει πάντοτε στόν νοῦ του τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου του καί τό ἐναγκαλίζεται μυστικά μέ ἡδονή. Αὐτός ποτέ, οὔτε καί στόν ὕπνο του δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση, ἀλλά καί ἐκεῖ βλέπει τό ποθητό πρόσωπο καί συνομιλεῖ μαζί του. Ἔτσι συμβαίνει στόν σωματικό ἔρωτα. Ἔτσι συμβαίνει καί σ' αὐτούς πού ἄν καί ἔχουν σῶμα εἶναι ἀσώματοι (καί ἀσκοῦν τόν πνευματικό ἔρωτα).

7. Κάποιος πού ἐκτυπήθηκε ἀπό αὐτό τό βέλος ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του ‒πρᾶγμα πού μέ κάνει νά θαυμάζω‒ : «Ἐγώ καθεύδω» ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς φύσεως, «ἡ δέ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» ἀπό τό πλῆθος τοῦ ἔρωτος (πρβλ. Ἆσμα ε´ 2).

8. Πρέπει νά σημειώσης καί τοῦτο, ὦ ἀφωσιωμένε φίλε, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχή σάν ἄλλη ἔλαφος ἐξοντώση τά δηλητηριώδη ἑρπετά τῶν παθῶν, τότε «ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει πρός Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ' 3), διότι πληγώνεται σάν μέ δηλητήριο ἀπό τό πῦρ τῆς ἀγάπης1.

9. Ἐκεῖνο πού προξενεῖ ἡ πεῖνα εἶναι κάτι πού δέν φαίνεται καί δέν ἐκδηλώνεται. Ἐκεῖνο ὅμως πού προξενεῖ ἡ δίψα εἶναι κάτι τό ἔντονο καί φανερό πού κάνει ἔκδηλο σέ ὅλους τόν ἐσωτερικό φλογισμό. Γι' αὐτό καί ἐκεῖνος πού ἐπόθει τόν Θεόν ἔλεγε: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν, τόν ἰσχυρόν, τόν ζῶντα» (Ψαλμ. μα´ 3).

10. Ἐάν τό πρόσωπο πού ἀγαποῦμε γνήσια, μᾶς μεταβάλλη ἐξ ὁλοκλήρου μέ τήν παρουσία του καί μᾶς κάνη φαιδρούς καί χαρωπούς καί χωρίς λύπη, τί δέν θά προξενῆ ἆραγε τό πρόσωπο τοῦ Δεσπότου, ὅταν ἐπισκέπτεται μυστικά τήν καθαρή ψυχή;

11. Ὁ φόβος, ὅταν εἰσχωρήση πραγματικά σέ μία ψυχή, λυώνει καί κατατρώγει τά ρυπαρά πάθη τῆς σαρκός. «Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας μου», λέγει σχετικά ὁ Ψαλμωδός (Ψαλμ. ριη´ 120). Ἐνῶ ἡ ὁσία ἀγάπη, ἄλλους συνηθίζη νά τούς κατατρώγη, ὅπως εἶπε ὁ σοφός: «Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἐκαρδίωσας», δηλαδή «μᾶς ἐπλήγωσες στήν καρδιά» (Ἆσμα δ´ 9). Ἄλλους τούς κάνει ὡρισμένες φορές νά ἀγάλλωνται καί νά λάμπουν ἀπό χαρά, ὅπως πάλι ἀναφέρεται στήν Γραφή: «Ἐπ᾽ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου καί ἐβοηθήθην καί ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου» (Ψαλμ. κζ´ 7). Καί, «καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει» (Παρμ. ιε´ 13).

Ὅταν λοιπόν ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος συγχωνευθῆ κάπως μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε καί ἐξωτερικά στό σῶμα του σάν σέ καθρέπτη δείχνει τήν ἐσωτερική λαμπρότητα τῆς ψυχῆς. Κατ' αὐτόν τόν τρόπο ἐδοξάσθη καί ἐκεῖνος ὁ θεόπτης, ὁ Μωϋσῆς. Ὅσοι κατέκτησαν τήν ἰσάγγελη αὐτή βαθμίδα, ξεχνοῦν πολλές φορές τήν σωματική τροφή. Καί νομίζω ὅτι δέν τήν ἐπιθυμοῦν καί τόσο συχνά, πρᾶγμα ὄχι ἀπίστευτο, ἀφοῦ συμβαίνει καί ὁ μή κατά Θεόν πόθος νά κόβη πολλές φορές τήν ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ.

Αὐτῶν πού ἔφθασαν πλέον σέ τέτοια ἀφθαρσία νομίζω ὅτι καί τό σῶμα τους δέν θά ἀσθενῆ τόσο εὔκολα. Διότι κατά κάποιον τρόπο ἐξαγνίσθηκε πλέον καί ἀφθαρτοποιήθηκε. Ἡ φλόγα δηλαδή τῆς ἁγνότητος ἔσβησε τήν φλόγα τῶν σαρκικῶν παθῶν καί ἀσθενειῶν. Νομίζω ἀκόμη ὅτι καί τό φαγητό πού τρώγουν δέν τούς προξενεῖ καμμία εὐχαρίστησι. Διότι ὅπως οἱ ὑπόγειες φλέβες τοῦ νεροῦ ποτίζουν μυστικά τίς ρίζες τῶν φυτῶν, ἔτσι καί τίς ψυχές αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τίς τρέφει μυστικά τό οὐράνιο πῦρ.

12. Ἡ αὔξησις τοῦ φόβου εἶναι ἀρχή τῆς ἀγάπης. Καί τό τέλος τῆς ἁγνείας εἶναι προϋπόθεσις τῆς θεολογίας. Ἐκεῖνος πού ἕνωσε τελείως τίς αἰσθήσεις του μέ τόν Θεόν, μυσταγωγεῖται στήν θεολογία ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἐάν ὅμως οἱ αἰσθήσεις δέν ἔχουν ἑνωθῆ μέ τόν Θεόν, εἶναι δύσκολο καί ἐπικίνδυνο νά θεολογῆ κανείς2.

13. Ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός σέ ἐκεῖνον πού θά κατοικήση, θά χαρίση τελεία ἁγνότητα καί καθαρότητα, νεκρώνοντας τόν θάνατο, (δηλαδή τά πάθη πού νεκρώνουν τήν ψυχή). Μετά ἀπό τήν νέκρωσι αὐτή, ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φωτίζεται καί γίνεται γνώστης τῆς θεολογίας. (Ὁ ἁγνός γνωρίζει τόν Ἁγνόν), ἐφ' ὅσον «ὁ Λόγος Κυρίου, δηλαδή ὁ Υἱός τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἁγνός (ἐστι) διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος» (πρβλ. Ψαλμ. ια´ 7, ιη´ 10). Καί ὅποιος δέν ἐγνώρισε κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον τόν Θεόν, ὁμιλεῖ περί Θεοῦ «στοχαστικῶς».

14. Ἡ ἁγνεία ἀνέδειξε θεολόγο τόν μαθητή3, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἁγνεία του αὐτή ἀξιώθηκε νά κηρύξη καί νά στερεώση τά δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

15. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Κύριον, ἔχει προηγουμένως ἀγαπήσει τόν ἀδελφό του. Τό δεύτερο ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπόδειξις τοῦ πρώτου. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, ποτέ δέν θά ἀνεχθῆ ἀνθρώπους πού καταλαλοῦν. Θά φύγη δέ μακρυά ἀπό αὐτούς σάν ἀπό φωτιά. Ἐκεῖνος πού λέγει ὅτι ἀγαπᾶ τόν Κύριον καί συγχρόνως ὀργίζεται κατά τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁμοιάζει μέ ἐκεῖνον πού τρέχει στόν ὕπνο του!

16. Ἡ δύναμις τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἐλπίς, διότι μέ αὐτήν περιμένομε τόν μισθό τῆς ἀγάπης. Ἡ ἐλπίς εἶναι «ἀδήλου πλούτου πλοῦτος», (δηλαδή πλοῦτος ἑνός πλούτου πού δέν φαίνεται). Ἡ ἐλπίς εἶναι ἀσφαλής ἀπόκτησις θησαυροῦ πρίν ἀπό τήν ἀπόκτησί του. Αὐτή εἶναι ἀνάπαυσις καί ἀνακούφισις ἀπό τούς κόπους. Αὐτή εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀγάπης. Αὐτή φονεύει τήν ἀπόγνωσι. Αὐτή εἰκονίζει ἐμπρός μας τά πράγματα πού εὑρίσκονται μακρυά. Ἔλλειψις τῆς ἐλπίδος σημαίνει ἀφανισμός τῆς ἀγάπης. Σ' αὐτήν εἶναι δεμένοι οἱ πόνοι, σ' αὐτήν εἶναι κρεμασμένοι οἱ κόποι, αὐτήν περικυκλώνει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

17. Ὁ εὔελπις μοναχός εἶναι σφάκτης τῆς ἀκηδίας, τήν ὁποία κατανικᾶ μέ τήν μάχαιρα τῆς ἐλπίδος. Ἡ ἐλπίς γεννᾶται ἀπό τήν γεῦσι καί τήν ἐμπειρία τῶν δώρων τοῦ Κυρίου. Διότι αὐτός πού δέν τά ἐγεύθηκε, ἔχει δισταγμούς. Τήν ἐλπίδα τήν ἐξαφανίζει ὁ θυμός, διότι ὅπως λέγει ἡ Γραφή, «ἡ ἐλπίς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε´ 5), ἐνῶ «ἀνήρ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων» (Παρμ. ια´ 25).

18. Ἡ ἀγάπη χορηγεῖ τήν χάρι τῆς προφητείας, ἡ ἀγάπη παρέχει τήν δύναμι τῆς θαυματουργίας, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἄβυσσος τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πηγή τοῦ θεϊκοῦ πυρός —ὅσο περισσότερο πῦρ ἀναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει ἐκεῖνον πού διψᾶ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ στάσις καί ἡ ἑδραίωσις τῶν Ἀγγέλων, ἡ πρόοδος εἰς τούς αἰῶνας ὅλων τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ.

«Ἀνάγγειλέ μας, ὦ σύ ἡ ὡραία ἀνάμεσα στίς ἀρετές, ποῦ βόσκεις τά πρόβατά σου; Ποῦ κατασκηνώνεις τό μεσημέρι;» (πρβλ. Ἆσμα α´ 7). «Φώτισον ἡμᾶς, πότισον ἡμᾶς, ὁδήγησον ἡμᾶς, χειραγώγησον ἡμᾶς». Ἐπιθυμοῦμε πιά νά ἀνεβοῦμε κοντά σου. Διότι ἐσύ κυριαρχεῖς σέ ὅλα. Τώρα μοῦ ἐπλήγωσες τήν καρδιά καί δέν μπορῶ νά ἀνθέξω στήν φλόγα σου. Γι' αὐτό θά σέ ὑμνήσω καί θά προχωρήσω: Ἐσύ κυριαρχεῖς ἐπάνω στήν δύναμι τῆς θαλάσσης, ἐσύ καταπραΰνεις καί νεκρώνεις τήν ταραχή τῶν κυμάτων της. Ἐσύ ταπεινώνεις καί καταρρίπτεις ὡς τραυματία τόν ὑπερήφανο λογισμό. Μέ τόν ἰσχυρό σου βραχίονα διασκορπίζεις τούς ἐχθρούς σου (πρβλ. Ψαλμ. πη´ 10-11) καί ἀναδεικνύεις ἀνικήτους τούς ἰδικούς σου ἐραστάς.

«Kαί βιάζομαι νά μάθω πῶς σέ εἶδε ὁ Ἰακώβ ἐπάνω στήν κορυφή τῆς κλίμακος. Ἐρωτῶ νά μάθω γι᾽ αὐτήν τήν ἀνάβασι. Πές μου, πῶς ἦταν ὁ τρόπος καί ἡ σύνθεσις στήν διάταξι τῶν βαθμίδων; Τῶν βαθμίδων τῆς ἀναβάσεως ἐκείνης, τήν ὁποία ἔβαλε στόν νοῦ καί στήν καρδιά του νά ἐπιχειρήση ὁ ἐραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ´ 6). Διψῶ ἀκόμη νά μάθω, ποιός ἦταν ὁ ἀριθμός τῶν βαθμίδων, καί πόσος χρόνος ἐχρειαζόταν γιά τήν ἀνάβασι. Διότι τούς μέν χειραγωγούς τῆς ἀναβάσεως, (τούς Ἀγγέλους δηλαδή), τούς ἀνήγγειλε αὐτός πού σέ εἶδε καί ἐπάλαιψε μαζί σου4, ἀλλά γιά τίποτε ἄλλο δέν θέλησε ἤ μᾶλλον δέν κατώρθωσε νά μᾶς διαφωτίση».

Ἐκείνη δέ —ἄν καί θεωρῶ καλύτερο νά εἰπῶ Ἐκεῖνος5— ἡ βασίλισσα, σάν νά ἔσκυψε ἀπό τόν οὐρανό ἔλεγε στά αὐτιά τῆς ψυχῆς μου:

«Ἐάν, ὦ ἐραστά, δέν λυθῆς ἀπό τήν παχύτητα τοῦ σώματος, δέν θά μπορέσης νά γνωρίσης τό κάλλος τοῦ προσώπου μου. Ἡ κλῖμαξ ἄς σέ διδάσκη τήν πνευματική σύνθεσι τῶν ἐπί μέρους ἀρετῶν. Στήν κορυφή δέ αὐτῆς τῆς κλίμακος εἶμαι στηριγμένη ἐγώ, καθώς τό εἶπε ὁ μεγάλος μύστης μου, (ὁ Ἀπόστολος Παῦλος): "Νυνί δέ μένει τά τρία ταῦτα, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη" (Α´ Κορ. ιγ´ 13)».

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΠΡΟΤΡΟΠΗ

ἀντίστοιχος πρός ὅσα προηγουμένως ἀνεπτύχθησαν λεπτομερῶς

ΑΝΕΒΑΙΝΕΤΕ, ἀνεβαίνετε, ἀδελφοί, ἐπιθυμῶντας ὁλόψυχα τίς ἀναβάσεις6, ἀκούοντας αὐτόν πού λέγει: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου καί εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Ἡσ. β´ 3), ὁ ὁποῖος «δίνει στά πόδια μας τήν εὐκινησία τῆς ἐλάφου καί μᾶς ἀνεβάζει σέ ὑψηλούς τόπους» (Ψαλμ. ιζ´ 34), «ὥστε νά νικήσωμε δοξολογῶντας Αὐτόν» (Ἀββακ. Γ´ 19).

Νά τρέξετε, παρακαλῶ, μαζί μέ ἐκεῖνον πού λέγει: «Σπουδάσωμεν, ἕως οὗ καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 13). Τοῦ Χριστοῦ, πού στήν ἡλικία τῶν τριάκοντα ἐτῶν ὡς ἄνθρωπος ἐβαπτίσθηκε καί κατεῖχε τήν τριακοστή βαθμίδα τῆς πνευματικῆς κλίμακος. (Ἄς προχωρήσωμε μέχρι τήν τελευταία βαθμίδα τῆς ἀγάπης, γιά νά συναντήσωμε τόν Θεόν), ἐφ᾿ ὅσον βέβαια ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, στόν ὁποῖον πρέπει ὁ ὕμνος, στόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δύναμις καί τό σθένος, στόν ὁποῖον ὑπάρχει ἡ αἰτία κάθε καλοῦ καί ὑπῆρχε καί θά ὑπάρχη εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.


Πηγή : http://www.imkby.gr/greek/seldid/patlog/logos30.htm

Αναζήτηση