Κυριακή 6 Ιουνίου 2010
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής Περί Αγάπης
Σάββατο 5 Ιουνίου 2010
Περί αγάπης
Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτη
Εκείνος, που αγωνίζεται να αποκτήση τελεία αγάπη, τόσο προς τον Θεό, όσο και προς τον πλησίον, αυτός μπορεί και ομολογεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν «εν Πνεύματι Αγίω» (βλ. Α’ Κορ. ιβ’ 3)
Πρέπει να πιστεύης ότι σε αγαπά ο Θεός, ακόμη κι άν όλοι οι άνθρωποι σε αποστραφούν κι άν όλοι σε εγκαταλείψουν.
Να βλέπης όλους τους αδελφούς σου στο Μοναστήρι σαν ένα άνθρωπο. Να μη κάνης δηλαδή εξαιρέσεις, και να μην έχης περισσότερη αγάπη σε κάποιο, αλλά όλους να τους έχης το ίδιο, διότι είστε όλοι αδελφοί, όλοι στο ίδιο οίκημα κατοικείτε, στο ίδιο Μοναστήρι.
Όταν σου έλθη λογισμός πως δεν σε αγαπούν και δεν σου συμπαραστέκονται, τότε να θυμάσαι πως, όταν όλοι σ’εγκαταλείψουν, όμως έχεις τον Θεό για βοηθό. «Ο πατήρ μου», λέγει ο Δαβίδ, «και η μήτηρ μου εγκατέλιπον με, ο δε Κύριος προσελάβετο με» (Ψαλμ. κστ’ 10). Κάποιος Μοναχός ήταν άρρωστος. Πέρασε περίπου ένας μήνας, και κανείς δεν πήγε στο κελλί του να τον δη και να τον βοηθήση. Κατόπιν έστειλε ο Θεός άγγελο να τον υπηρετήση. Κι όταν αργότερα οι συνασκητές του σκέφθηκαν να τον επισκεφθούν,να ιδούν μήπως είναι άρρωστος, μήπως έχη πάθει τίποτα, αυτός, μόλις τους αντίκρυσε, τους φώναξε: «Φύγετε!». Τότε αυτοί του είπαν: «Γιατί μας διώχνεις;» Αυτός αποκρίθηκε: «τόσο καιρό, που δεν με σκεφθήκατε εσείς, που δεν με είδατε, που δεν με βοηθήσατε, έστειλε ο Θεός άγγελο, και με υπηρετούσε. Μα τώρα που ο άγγελος σας είδε, έφυγε! Προτιμότερο να φύγετε εσείς, και να έρθη παλιν ο άγγελος!».
Γιατί να μη έχουμε για κάθε άνθρωπο αγάπη;
Για το θέμα της αγάπης προς τον πλησίον, που με ερωτάς, είναι γραμμένο κάπου: «Μετά πάντων έχε αγάπην και από πάντων απέχου». Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η αγάπη δεν ενεργείται μόνο με την εξωτερική της εκδήλωση. Η αγάπη ενεργείται κυρίως μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει να έχης αγάπη για κείνον που σου θυμώνει, για κείνον που σε κατηγορεί, για κείνον που σε εξευτελίζει. Να πης ότι αυτός είναι ο γιατρός μου. Και ναι μεν τα φάρμακα, που μου δίνει, είναι πολύ πικρά, αλλά εγώ με αυτά ωφελούμαι. Αυτό εξ άλλου είναι και η εφαρμογή των λόγων του Κυρίου «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς, ευλογείτε τους καταρωμένους υμίν, προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς» (Λουκ. στ’ 27-28). Δεν είναι απαραίτητο να του ειπώ με λόγια πως τον αγαπώ. Εκείνο, που έχει σημασία, είναι να έχω μέσα μου την αγάπη γι’ αυτόν, έστω κι αν φέρθηκε έτσι. Και επειδή μπορεί να κολαστή με τον άσχημο του τρόπο, γι’αυτό παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήση, να τον φωτίση, να τον συγχωρέση, για να μη κολασθή. Γιατί να έχω κάτι μαζί του; Αφού δεν με θέλει, θα απέχω. Όμως κατ’ ουδένα τρόπο δεν θα αφήσω μέσα μου τον λογισμό, τον πειρασμό να με πειράζη εναντίον του, αλλά θα παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήση, να τον φωτίση, να τον συγχωρέση, να τον σώση.
Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι να αγαπάς το Θεό, τόσο περισσότερο αυτός σου αποκαλύπτεται!
Εκείνος, που επιθυμεί το κακό του συνανθρώπου του, κάνει τελικά κακό στον ίδιο τον εαυτό του. Και εκείνος, που αγαπά ακόμα και τον εχθρό του, στην πραγματικότητα ευεργετεί τον ίδιο τον εαυτό του.
Όσο πιο πολύ αγωνιζόμαστε να αγαπήσουμε τον Χριστό, τόσο πιο πολύ νιώθουμε μέσα μας χαρά και ευτυχία. Δεν υπάρχει στον κόσμο μεγαλύτερη ευτυχία από το να φλέγεται η καρδιά μας από αγάπη προς τον γλυκύτατο Κύριο μας.
«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. στ’. 24). Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό με όλη την καρδιά μας, πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα τα γήινα είναι πρόσκαιρα και μάταια, και σε τίποτε από αυτά να μη προσκολληθούμε. Για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, πρέπει να περιφρονήσουμε τρία πράγματα: Το χρήμα, τις ηδονές και την ανθρώπινη δόξα. Είμαστε σε θέση να πούμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο, «τίς ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. η’ 35). Αν ναι,τότε είναι που πραγματικά αγαπούμε τον Χριστό!
Δεν έχει τόση αξία το να αγαπούμε όσους μας αγαπούν «ποία υμίν χάρις εστί;» (Λουκ.στ’ 32). Αξία έχει το να αγαπούμε αυτούς, που μας εχθρεύονται, κι αυτούς, που μας μισούν!
Μίμηση του Χριστού σημαίνει πρώτ’ απ’ όλα μίμηση της αγάπης του Χριστού προς τον άνθρωπο. Να θυσιάζουμε «τα θελήματα της σαρκός» (Εφ. β’ 3) χάριν της αγάπης του αδελφού μας.
Όπως «ο Θεός είναι αγάπη», έτσι κατά αντίθετο τρόπο, ο διάβολος είναι μίσος. Αυτός, που αγαπά όπως ορίζει ο Θεός, γίνεται μιμητής Του κι αυτός, που μισεί τον αδελφός του, γίνεται διάβολος, και γεύεται ήδη από τώρα την κόλαση!
Υπάρχει η κατά Θεόν αγάπη, αλλά υπάρχει και η κατά… διάβολον αγάπη! Υπάρχει το κατά Θεόν μίσος αλλά υπάρχει και το διαβολικό μίσος. Η κατά Θεόν αγάπη είναι αυτή, που πηγάζει από την τήρηση των εντολών του Θεού. Η κατά… διάβολον αγάπη(!) είναι η δαιμονική, η φιλήδονη, η εμπαθής, αυτή π.χ. που ένας έγγαμος αισθάνεται προς μια άλλη γυναίκα, ώστε πολλές φορές να φθάνη μέχρι του σημείου να εγκαταλείπη τη νόμιμη σύζυγο του χάριν της ξένης. Δαιμονική αγάπη είναι επίσης αυτή, από την οποία διακατέχονται όσοι περιπίπτουν στα σοδομικά πάθη. Τέτοιου είδους «αγάπες», όχι μόνο τις απεχθάνεται και τις βδελύσσεται ο Θεός αλλά, άν δεν υπάρξη μετάνοια και αλλαγή ζωής, τις τιμωρεί παραδειγματικά. Κατά Θεόν μίσος είναι το μίσος κατά της αμαρτίας. Διαβολικό μίσος είναι το μίσος εναντίον οιουδήποτε συνανθρώπου μας, ακόμη και εναντίον του εχθρού μας. Πρέπει να αγαπούμε τον πλησίον μας, όσο κι άν αυτός μας έφταιξε, όσο κι άν μας πίκρανε!
Αυτός που αγαπά τον πλησίον του με την αληθινή, τη σύμφωνη με το θέλημα του Θεού αγάπη, νοιώθει μέσα του απέραντη ειρήνη και χαρά. Αυτός που «αγαπά» με την ψεύτικη, την επιφανειακή, την υποκριτική, τη σαρκική, τη φιλήδονη «αγάπη» νοιώθει μέσα του σύγχυση και ταραχή.
Η αληθινή αγάπη είναι συνυφασμένη με πνεύμα ταπείνωσης, θυσίας και προσφοράς. Αυτός, που αγαπά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, θυσιάζει τις επιθυμίες του και την ανάπαυση του χάριν αυτού που αγαπά. Η αγάπη, που δεν είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, συνδέεται με πνεύμα εγωϊσμού και αυτός που έχει τέτοια «αγάπη», αντί να θυσιάζεται για τον άλλο, όλο ζητά να θυσιάζεται ο άλλος γι’αυτόν.
Η αγάπη προς τον εχθρό μας κρύβει μεγάλη σοφία. Όταν ανταποδίδουμε καλό αντί κακού, γινόμαστε μιμητές του Χριστού. Τότε έρχεται και μας επισκιάζει η Χάρις Του!
Μας πλημμυρίζει η Χάρις του Αγίου Πνεύματος! Οι Άγιοι αγαπούσαν ακόμα και τους διώκτες τους! Και αυτό ακριβώς το γεγονός ήταν καθοριστικό, ώστε να αναδειχθούν από τον Χριστό γνήσιοι φίλοι Του, Άγιοι Του!
Η αγάπη προς τον πλησίον μας δεν πρέπει να μένη μόνο στα λόγια, αλλά κυρίως να προχωρά στα έργα. Η αληθινή αγάπη φωτίζει με υπερφυσικό φως το πρόσωπο αυτού, ο οποίος αγαπά.
Το πρόσωπο εκείνου, ο οποίος μισεί, είναι συνωφρυωμένο και συννεφιασμένο, μέχρι και σκοτεινό.
Η αληθινή αγάπη δεν χαίρεται με τις συμφορές του πλησίον, ούτε λυπάται με τις επιτυχίες του.
Θέλεις να ανακαλύψης τί είδους αγάπη έχεις μέσα σου; Στάσου μπροστά στον καθρέφτη του ιγ’ κεφαλαίου της Α’ προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου και κοίταξε με ειλικρίνεια να’δης, άν εφαρμόζωνται σε σένα αυτά, που λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Αυτός, που αγαπά, έχει μακροθυμία στις αδυναμίες του άλλου. Έχει και καλωσύνη. Δεν ζηλοφθονεί. Δεν υπερηφανεύεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητά το δικό του συμφέρον, δεν είναι ευερέθιστος, λησμονεί το κακό, που του έχουν κάνει. Λυπάται, όταν αδικήται ο πλησίον του, και χαίρεται μαζί του στη χαρά του. Έχει σε όλα ανεκτικότητα, εμπιστοσύνη, ελπίδα, υπομονή» (Α’ Κορ. ιγ’ 4-7)
Η αγάπη μας προς το Θεό και προς τους συνανθρώπους μας είναι αλληλένδετες. Δεν μπορεί να υπάρχη η μια, χωρίς να υπάρχη και η άλλη. Διαφορετικά, ούτε τον Θεό αγαπούμε αληθινά, ούτε τον πλησίον μας πραγματικά.
Πιο πολύ να αγαπούμε αυτούς, που μας ελέγχουν, παρά αυτούς, που μας κολακεύουν.
Δεν υπάρχει αληθινή αγάπη, χωρίς το πνεύμα της θυσίας. Η αγάπη του Χριστού προς εμάς είναι αχώριστα συνδεδεμένη με τη Σταυρική Του θυσία. Σταυρός και Αγάπη πάνε αχώριστα μαζί.
Πολέμησε το μίσος, που δείχνει ο άλλος προς εσένα, με όπλο την αγάπη, που εσύ θα δείχνης προς αυτόν. Δείξε αγάπη σ’ αυτόν, που σου δείχνει κακία. Έτσι και μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να μετατρέψης τη μοχθηρία του σε καλωσύνη.
Αυτός, που έχει κακία, γεύεται θάνατο, ενώ αυτός, που έχει αγάπη, γεύεται αιώνια ζωή.
Ο ωραιότερος και αποτελεσματικότερος τρόπος να εκδικηθής αυτόν, που σε έβλαψε, είναι να τον ευεργετήσης.
Οι ουρανοί ανοίγουν διάπλατα γι’ αυτόν, που αγαπά αληθινά τον Χριστό «με όλη την καρδία του, με όλη την ψυχή του και με όλη τη διάνοια του, και τον πλησίον του όπως τον εαυτό του» (Λουκ. ι’ 27).
Όπου υπάρχει η αγάπη, εκεί είναι και ο Θεός. Όπου υπάρχει το μίσος, εκεί είναι και ο διάβολος.
Να απορρίπτης με όλη σου τη δύναμη και να εξομολογήσαι με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ταπείνωση όλες τις καχυποψίες και φαντασίες, που σου προβάλλει ο διάβολος, για να σε κάνη να αντιπαθής και να αποστρέφεσαι τον πλησίον σου.
Δεν υπάρχει χώρος παραμονής στη Βασιλεία των ουρανών γι’ αυτούς, που στην ψυχή τους δεν έχουν χώρο αγάπης για τους εχθρούς τους.
Πηγη: http://www.imka.gr/edafia/stachiologimata/peri-agapis.html
Πέμπτη 22 Απριλίου 2010
ΝΑ ΕΞΕΤΑΖΟΥΜΕ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΜΑΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΖΟΥΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ
Εξέταζε πάντα τον εαυτό σου στην παρούσα ζωή, (για να δια¬πιστώνεις) σε τι πάσχεις, και δεν θα νιώσεις αγωνία την ώρα του θανάτου σου.
Ετοίμαζε τον εαυτό σου για τη συνάντηση του με το Θεό, και θα κάνεις το θέλημα Του.
Να εξετάζεις κάθε μέρα ποιο πάθος νίκησες, αλλά μην πιστέ¬ψεις ότι το νίκησε ο εαυτός σου• γιατί το έλεος και ή δύναμη του Θεού είναι (πού το νίκησαν).
Κάθε μέρα πού ξυπνάς, να θυμάσαι ότι θα δώσεις λόγο στο Θεό για όλες τις πράξεις και τα λόγια και τις σκέψεις σου. "Έτσι δεν θ' αμαρτήσεις ενώπιον Του, αλλά ο φόβος Του θα βρίσκεται πάντα μαζί σου.
Του αγίου Έφραίμ
Αδελφοί, έμποροι είμαστε πνευματικοί, και μοιάζουμε στους κοινούς εμπόρους, πού υπολογίζουν κάθε μέρα το κέρδος και τη ζημιά τους. και αν διαπιστώσουν ότι ζημιώθηκαν, πασχίζουν με φροντίδα ν' αποκαταστήσουν τη ζημιά.
Έτσι κι εσύ, αγαπητέ, κάθε μέρα, και το βράδυ και το πρωί, να εξετάζεις με προσοχή την εμπορική σου δραστηριότητα.
και το μεν βράδυ να συγκεντρώνεσαι στην καρδιά σου με περισυλλογή και να λες στον εαυτό σου: Μήπως άραγε παρόργισα σε κάτι το Θεό; Μήπως ξεστόμισα κανένα μάταιο λόγο; Μήπως αδια¬φόρησα για τον αδελφό μου ή τον έκανα να θυμώσει; Μήπως κατέκρινα κανέναν; Μήπως άραγε, όταν το στόμα μου έψαλλε, ο νους μου είχε κοσμικές φαντασίες; Μήπως με ενόχλησε σαρκική επιθυ¬μία και τη δέχθηκα με ευχαρίστηση; Μήπως παρασύρθηκα από τις επίγειες μέριμνες και έχασα τελείως τη μνήμη του Θεού;...".
Αυτά και τα παρόμοια να συλλογίζεσαι. και αν βρεις ότι ζημιώ¬θηκες σε κάτι άπ' αυτά, φρόντισε ν' αποκαταστήσεις τη ζημιά.
Στέναξε και κλάψε, παρακαλώντας το Θεό (να σε βοηθήσει), για να μην ξαναζημιωθείς στα ίδια.
Το πρωί πάλι να στοχάζεσαι τούτα: "Πώς άραγε πέρασα αυτή τη νύχτα; Κέρδισα τίποτα στη διάρκεια της ή ζημιώθηκα; Αγρύ¬πνησε ο νους μαζί με το σώμα; Δάκρυσαν τα μάτια μου; Μήπως αποκοιμήθηκα στη γονυκλισία; Μήπως μου επιτέθηκαν πονηροί λογισμοί και δεν τους έδιωξα αμέσως, αλλά τους εξέτασα με ευχα-ρίστηση;...". Ερευνώντας έτσι με προσοχή τον εαυτό σου, αν (δια¬πιστώσεις ότι) νικήθηκες σε κάτι άπ' αυτά, αγωνίσου να επανορθώ¬σεις την ήττα και βάλε φρουρό στην καρδιά σου, για να μην πάθεις πάλι τα ίδια.
Αν έτσι φροντίζεις να κάνεις πάντοτε, σώζεις το (πνευματικό) εμπόρευμα σου, ασφαλίζοντας το στις αποθήκες των ουρανών.
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
Ασκητική της Αγάπης...

Περί Αγάπης και Εγκράτειας
«Τις σωματικές και ψυχικές ηδονές τις ξεραίνει η εγκράτεια μαζί με την υπομονή, και η αγάπη μαζί με την μακροθυμία».
«Αν θέλεις να νικήσεις τους εμπαθείς λογισμούς απόκτησε εγκράτεια και αγάπη προς τον πλησίον».
«Να κυριαρχείς, γενναία στο θυμό και την επιθυμία και γρήγορα θα απαλλαγείς απ’ τους πονηρούς λογισμούς».
«Ασφάλισε τις αισθήσεις με την ησυχία και κρίνε του λογισμούς που έρχονται στην καρδιά».
«Με ποια ελπίδα θα συναντήσουμε τον Χριστό, αφού είμαστε δούλοι στις ηδονές;». «Τρία πράγματα είναι που προκαλούν λογισμούς: η αίσθηση, η μνήμη και η κράση του σώματος. Βαρύτεροι λογισμοί είναι εκείνοι που έρχονται από την μνήμη». «Ωφελεί μόνον η πνευματική συνομιλία. Από όλες τις λοιπές, προτιμότερη είναι η ησυχία». «Η λύπη γενικά είναι στέρηση ηδονής, είτε θεϊκής είτε κοσμικής» «Αξιοκατηγόρητη λύπη φέρνει η αποτυχία στις ηδονές. Εκείνος που περιφρόνησε τις ηδονές, μένει χωρίς λύπη». «Όπως λιώνει το κερί μπροστά στη φωτιά, έτσι λιώνουν οι ακάθαρτοι λογισμοί μπροστά στο φόβο του Θεού». |
«Αν θέλεις να γίνεις κυρίαρχος της ψυχής και του σώματος κόβε πρώτα τις αιτίες των παθών».
«Άρχοντας είναι εκείνος που κυριάρχησε στον εαυτό του και υπέταξε στο λογικό την ψυχή και το σώμα του».
«Αν θέλεις να σωθείς, απαρνήσου την ηδονή και ανάλαβε εγκράτεια και αγάπη, μαζί με αδιάλειπτη προσευχή».
«Συγκέντρωσε το νου σου και πρόσεχε τους λογισμούς σου· όσους βρεις εμπαθείς, πολέμησέ τους».
«Την ηδονή εκτοπίζουν η κακοπάθεια και η λύπη, είτε θεληματική, είτε προερχόμενη από τη θεία πρόνοια».
«Η αγάπη και η εγκράτεια καθαρίζουν την ψυχή, ενώ η καθαρή προσευχή λαμπρύνει το νου».
«Σύζευξε με τις αρετές τις δυνάμεις τις ψυχής και αυτές ελευθερώνονται οπωσδήποτε από τον τυραννικό ζυγό των παθών».
«Χαλίνωσε τις ορμές της επιθυμίας με την εγκράτεια, και τις ορμές του θυμού με την πνευματική αγάπη».
«Άθλιος είναι ο άνθρωπος που με τα έργα του προτίμησε το σώμα από την ψυχή και τον κόσμο από τον Θεό».
«Πρόσεχε τους λογισμούς σου και φεύγε από την κακία, για να μη σκοτιστεί ο νους σου και βλέπει άλλα αντί άλλων».
«Αν θέλεις να ελευθερωθείς απ’ όλα τα πάθη οπλίσου με εγκράτεια, αγάπη και προσευχή».
4 κακά, εμπόδια της σωτηρίας μας..
Υπάρχουν τέσσερα κακά και εάν ο άνθρωπος έχει ένα απ' αυτά ούτε να μετανοήσει μπορεί ούτε η προσευχή του να εισακουστεί από τον Θεό.
Πρώτο είναι η υπερηφάνεια.
Ο υπερήφανος νομίζει ότι ζει καλά, ότι η διαγωγή του αρέσει στον Θεό και στους ανθρώπους, ότι πολλοί ωφελούνται με την συναναστροφή του και ότι ταυτόχρονα απαλλάχτηκε από πολλές αμαρτίες. δεν κατοικεί ο θεός στον άνθρωπο που σκέπτεται έτσι.
Δεύτερο κακό η μνησικακία.
Εάν κάποιος μνησικακεί εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου, ακόμη και εναντίον εκείνου που τον τύφλωσε, τότε η προσευχή του δεν ανεβαίνει προς τον Θεό. Θα είναι πλάνη να πιστέψει πως θα ελεηθεί ή θα συγχωρηθεί ακόμη και αν αναστήσει νεκρούς.
Τρίτο κακό είναι η κατάκριση.
Εκείνος που κατακρίνει άνθρωπο αμαρτωλό, είναι κι' αυτός αξιοκατάκριτος, ακόμη και αν θαυματουργεί - μη κρίνετε και ου μη κριθείτε. Εξ άλλου πολλοί που ήσαν πριν ληστές και πόρνοι, έγιναν όσιοι και δίκαιοι. Μπορεί να είδαμε τις αμαρτίες τους, αλλά δεν αντιληφθήκαμε τις κρυφές αρετές τους και τους κρίναμε αδίκως
Τέταρτο κακό είναι η έλλειψη αγάπης.
Χωρίς αυτή, καθώς λέγει ο απόστολος, κι' αν ακόμη λαλήσουμε με αγγελικές γλώσσες κι' αν ορθοδοξουμε σε όλα κι αν μετακινούμε ορη κι αν δώσουμε τα υπάρχοντα μας στους φτωχούς κι αν μαρτυρήσουμε σε τίποτα δεν θα ωφεληθούμε.
Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009
ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως
ΙΩΑΝΝΟΥ τού Σιναΐτου
(Διά τόν σύνδεσμον τῆς ἐναρέτου τριάδος τῶν ἀρετῶν, τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδος καί τῆς πίστεως)
Ὕστερα λοιπόν ἀπό ὅλα τά προηγούμενα —μένουν αὐτά τά τρία— τά ὁποῖα σφίγγουν καί διατηροῦν τόν σύνδεσμο ὅλων ‒πίστις, ἐλπίς ἀγάπη, «μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 13), διότι καί ὁ Θεός ἀγάπη ὀνομάζεται (πρβλ. Α´ Ἰωάν. δ´ 16). Ἐγώ ὅμως τήν μία τήν βλέπω σάν ἀκτῖνα, τήν ἄλλη σάν φῶς καί τήν τρίτη σάν ἡλιακό δίσκο, καί ὅλες μαζί σάν ἕνα φωτεινό ἀπαύγασμα καί μία καί τήν αὐτήν λαμπρότητα. Ἡ μία, ἡ πίστις, δύναται νά ἐπιτελέσει τά πάντα. Ἡ ἄλλη, ἡ ἐλπίς, περικυκλώνει μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί δέν καταισχύνει τόν ἐλπίζοντα. Καί ἡ τρίτη, ἡ ἀγάπη, δέν πέφτει ποτέ ἀπό τό ὕψος της οὔτε σταματᾶ ἀπό τό τρέξιμό της οὔτε ἐπιτρέπει σ' αὐτόν πού ἐπλήγωσε μέ τά βέλη της, νά ἠρεμήση ἀπό τήν «μακαρίαν μανίαν» πού τοῦ ἐπροξένησε.
2. Αὐτός πού θέλει νά ὁμιλῆ γιά τήν ἀγάπη εἶναι σάν νά ἐπιχειρῆ νά ὁμιλῆ γιά τόν ἴδιο τόν Θεόν. Ἡ ἀνάπτυξις ὅμως ὁμιλίας περί Θεοῦ εἶναι πρᾶγμα ἐπισφαλές καί ἐπικίνδυνο σέ ὅσους δέν προσέχουν. Γιά τήν ἀγάπη γνωρίζουν νά ὁμιλοῦν οἱ Ἄγγελοι, ἀλλά καί αὐτοί ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς θείας ἐλλάμψεώς τους. Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, καί ὅποιος προσπαθεῖ νά δώσει ὁρισμό τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μέ τυφλό πού μετρᾶ στήν ἄβυσσο τούς κόκκους τῆς ἄμμου.
3. Ἡ ἀγάπη, ὡς πρός τήν ποιότητά της εἶναι ὁμοίωσις μέ τόν Θεόν, ὅσο βέβαια εἶναι δυνατόν στούς ἀνθρώπους. Ὡς πρός τήν ἐνέργειά της, μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρός δέ τίς ἰδιότητές της, πηγή πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
4. Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψις κάθε ἐχθρικῆς καί ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ' ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τό κακόν» (Α´ Κορ. ιγ´ 5). Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀπάθεια καί ἡ υἱοθεσία μόνο στήν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στό φῶς, στήν φωτιά καί στήν φλόγα, ἔτσι νά σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καί σ' αὐτές. Ὅσο ποσόν ἀγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου ὑπάρχει. Διότι ὅποιος δέν ἔχει φόβο, ἤ εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη ἤ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά.
5. Δέν εἶναι ἀπρεπές ἐάν ἀπό τά ἀνθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα γιά τόν πόθο καί τόν φόβο καί τήν ἐπιμέλεια καί τόν ζῆλο καί τήν δουλεία καί τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ.
Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τέτοιο πόθο πρός τόν Θεόν, ὡσάν αὐτόν πού ἔχει ὁ μανιώδης ἐραστής πρός τήν ἐρωμένη του.
Μακάριος ἐκεῖνος πού ἐφοβήθηκε τόν Κύριον, ὅσο οἱ ὑπόδικοι τόν δικαστή.
Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ἐπιμέλεια καί φροντίδα στά πνευματικά, ὅσο οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι στόν κύριό τους.
Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ζηλοτυπία γιά τίς ἀρετές, ὅση οἱ σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τίς γυναῖκες τους.
Μακάριος ἐκεῖνος πού τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἵσταται ἐμπρός στόν Κύριον, ὅπως οἱ ὑπηρέτες ἐμπρός στόν βασιλέα.
Μακάριος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ συνεχῶς νά περιποιεῖται καί νά ἀναπαύη τόν Κύριον, ὅπως ἔτυχε νά περιποιηθῆ καί νά ἀναπαύση (σεβαστούς) ἀνθρώπους.
Δέν προσκολλᾶται τόσο πολύ ἡ μητέρα στό βρέφος πού θηλάζει, ὅσο ὁ υἱός τῆς ἀγάπης στόν Κύριον.
6. Ὁ πραγματικός ἐραστής φέρνει πάντοτε στόν νοῦ του τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου του καί τό ἐναγκαλίζεται μυστικά μέ ἡδονή. Αὐτός ποτέ, οὔτε καί στόν ὕπνο του δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση, ἀλλά καί ἐκεῖ βλέπει τό ποθητό πρόσωπο καί συνομιλεῖ μαζί του. Ἔτσι συμβαίνει στόν σωματικό ἔρωτα. Ἔτσι συμβαίνει καί σ' αὐτούς πού ἄν καί ἔχουν σῶμα εἶναι ἀσώματοι (καί ἀσκοῦν τόν πνευματικό ἔρωτα).
7. Κάποιος πού ἐκτυπήθηκε ἀπό αὐτό τό βέλος ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του ‒πρᾶγμα πού μέ κάνει νά θαυμάζω‒ : «Ἐγώ καθεύδω» ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς φύσεως, «ἡ δέ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» ἀπό τό πλῆθος τοῦ ἔρωτος (πρβλ. Ἆσμα ε´ 2).
8. Πρέπει νά σημειώσης καί τοῦτο, ὦ ἀφωσιωμένε φίλε, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχή σάν ἄλλη ἔλαφος ἐξοντώση τά δηλητηριώδη ἑρπετά τῶν παθῶν, τότε «ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει πρός Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ' 3), διότι πληγώνεται σάν μέ δηλητήριο ἀπό τό πῦρ τῆς ἀγάπης1.
9. Ἐκεῖνο πού προξενεῖ ἡ πεῖνα εἶναι κάτι πού δέν φαίνεται καί δέν ἐκδηλώνεται. Ἐκεῖνο ὅμως πού προξενεῖ ἡ δίψα εἶναι κάτι τό ἔντονο καί φανερό πού κάνει ἔκδηλο σέ ὅλους τόν ἐσωτερικό φλογισμό. Γι' αὐτό καί ἐκεῖνος πού ἐπόθει τόν Θεόν ἔλεγε: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν, τόν ἰσχυρόν, τόν ζῶντα» (Ψαλμ. μα´ 3).
10. Ἐάν τό πρόσωπο πού ἀγαποῦμε γνήσια, μᾶς μεταβάλλη ἐξ ὁλοκλήρου μέ τήν παρουσία του καί μᾶς κάνη φαιδρούς καί χαρωπούς καί χωρίς λύπη, τί δέν θά προξενῆ ἆραγε τό πρόσωπο τοῦ Δεσπότου, ὅταν ἐπισκέπτεται μυστικά τήν καθαρή ψυχή;
11. Ὁ φόβος, ὅταν εἰσχωρήση πραγματικά σέ μία ψυχή, λυώνει καί κατατρώγει τά ρυπαρά πάθη τῆς σαρκός. «Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας μου», λέγει σχετικά ὁ Ψαλμωδός (Ψαλμ. ριη´ 120). Ἐνῶ ἡ ὁσία ἀγάπη, ἄλλους συνηθίζη νά τούς κατατρώγη, ὅπως εἶπε ὁ σοφός: «Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἐκαρδίωσας», δηλαδή «μᾶς ἐπλήγωσες στήν καρδιά» (Ἆσμα δ´ 9). Ἄλλους τούς κάνει ὡρισμένες φορές νά ἀγάλλωνται καί νά λάμπουν ἀπό χαρά, ὅπως πάλι ἀναφέρεται στήν Γραφή: «Ἐπ᾽ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου καί ἐβοηθήθην καί ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου» (Ψαλμ. κζ´ 7). Καί, «καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει» (Παρμ. ιε´ 13).
Ὅταν λοιπόν ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος συγχωνευθῆ κάπως μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε καί ἐξωτερικά στό σῶμα του σάν σέ καθρέπτη δείχνει τήν ἐσωτερική λαμπρότητα τῆς ψυχῆς. Κατ' αὐτόν τόν τρόπο ἐδοξάσθη καί ἐκεῖνος ὁ θεόπτης, ὁ Μωϋσῆς. Ὅσοι κατέκτησαν τήν ἰσάγγελη αὐτή βαθμίδα, ξεχνοῦν πολλές φορές τήν σωματική τροφή. Καί νομίζω ὅτι δέν τήν ἐπιθυμοῦν καί τόσο συχνά, πρᾶγμα ὄχι ἀπίστευτο, ἀφοῦ συμβαίνει καί ὁ μή κατά Θεόν πόθος νά κόβη πολλές φορές τήν ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ.
Αὐτῶν πού ἔφθασαν πλέον σέ τέτοια ἀφθαρσία νομίζω ὅτι καί τό σῶμα τους δέν θά ἀσθενῆ τόσο εὔκολα. Διότι κατά κάποιον τρόπο ἐξαγνίσθηκε πλέον καί ἀφθαρτοποιήθηκε. Ἡ φλόγα δηλαδή τῆς ἁγνότητος ἔσβησε τήν φλόγα τῶν σαρκικῶν παθῶν καί ἀσθενειῶν. Νομίζω ἀκόμη ὅτι καί τό φαγητό πού τρώγουν δέν τούς προξενεῖ καμμία εὐχαρίστησι. Διότι ὅπως οἱ ὑπόγειες φλέβες τοῦ νεροῦ ποτίζουν μυστικά τίς ρίζες τῶν φυτῶν, ἔτσι καί τίς ψυχές αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τίς τρέφει μυστικά τό οὐράνιο πῦρ.
12. Ἡ αὔξησις τοῦ φόβου εἶναι ἀρχή τῆς ἀγάπης. Καί τό τέλος τῆς ἁγνείας εἶναι προϋπόθεσις τῆς θεολογίας. Ἐκεῖνος πού ἕνωσε τελείως τίς αἰσθήσεις του μέ τόν Θεόν, μυσταγωγεῖται στήν θεολογία ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἐάν ὅμως οἱ αἰσθήσεις δέν ἔχουν ἑνωθῆ μέ τόν Θεόν, εἶναι δύσκολο καί ἐπικίνδυνο νά θεολογῆ κανείς2.
13. Ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός σέ ἐκεῖνον πού θά κατοικήση, θά χαρίση τελεία ἁγνότητα καί καθαρότητα, νεκρώνοντας τόν θάνατο, (δηλαδή τά πάθη πού νεκρώνουν τήν ψυχή). Μετά ἀπό τήν νέκρωσι αὐτή, ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φωτίζεται καί γίνεται γνώστης τῆς θεολογίας. (Ὁ ἁγνός γνωρίζει τόν Ἁγνόν), ἐφ' ὅσον «ὁ Λόγος Κυρίου, δηλαδή ὁ Υἱός τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἁγνός (ἐστι) διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος» (πρβλ. Ψαλμ. ια´ 7, ιη´ 10). Καί ὅποιος δέν ἐγνώρισε κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον τόν Θεόν, ὁμιλεῖ περί Θεοῦ «στοχαστικῶς».
14. Ἡ ἁγνεία ἀνέδειξε θεολόγο τόν μαθητή3, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἁγνεία του αὐτή ἀξιώθηκε νά κηρύξη καί νά στερεώση τά δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
15. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Κύριον, ἔχει προηγουμένως ἀγαπήσει τόν ἀδελφό του. Τό δεύτερο ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπόδειξις τοῦ πρώτου. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, ποτέ δέν θά ἀνεχθῆ ἀνθρώπους πού καταλαλοῦν. Θά φύγη δέ μακρυά ἀπό αὐτούς σάν ἀπό φωτιά. Ἐκεῖνος πού λέγει ὅτι ἀγαπᾶ τόν Κύριον καί συγχρόνως ὀργίζεται κατά τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁμοιάζει μέ ἐκεῖνον πού τρέχει στόν ὕπνο του!
16. Ἡ δύναμις τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἐλπίς, διότι μέ αὐτήν περιμένομε τόν μισθό τῆς ἀγάπης. Ἡ ἐλπίς εἶναι «ἀδήλου πλούτου πλοῦτος», (δηλαδή πλοῦτος ἑνός πλούτου πού δέν φαίνεται). Ἡ ἐλπίς εἶναι ἀσφαλής ἀπόκτησις θησαυροῦ πρίν ἀπό τήν ἀπόκτησί του. Αὐτή εἶναι ἀνάπαυσις καί ἀνακούφισις ἀπό τούς κόπους. Αὐτή εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀγάπης. Αὐτή φονεύει τήν ἀπόγνωσι. Αὐτή εἰκονίζει ἐμπρός μας τά πράγματα πού εὑρίσκονται μακρυά. Ἔλλειψις τῆς ἐλπίδος σημαίνει ἀφανισμός τῆς ἀγάπης. Σ' αὐτήν εἶναι δεμένοι οἱ πόνοι, σ' αὐτήν εἶναι κρεμασμένοι οἱ κόποι, αὐτήν περικυκλώνει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
17. Ὁ εὔελπις μοναχός εἶναι σφάκτης τῆς ἀκηδίας, τήν ὁποία κατανικᾶ μέ τήν μάχαιρα τῆς ἐλπίδος. Ἡ ἐλπίς γεννᾶται ἀπό τήν γεῦσι καί τήν ἐμπειρία τῶν δώρων τοῦ Κυρίου. Διότι αὐτός πού δέν τά ἐγεύθηκε, ἔχει δισταγμούς. Τήν ἐλπίδα τήν ἐξαφανίζει ὁ θυμός, διότι ὅπως λέγει ἡ Γραφή, «ἡ ἐλπίς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε´ 5), ἐνῶ «ἀνήρ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων» (Παρμ. ια´ 25).
18. Ἡ ἀγάπη χορηγεῖ τήν χάρι τῆς προφητείας, ἡ ἀγάπη παρέχει τήν δύναμι τῆς θαυματουργίας, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἄβυσσος τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πηγή τοῦ θεϊκοῦ πυρός —ὅσο περισσότερο πῦρ ἀναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει ἐκεῖνον πού διψᾶ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ στάσις καί ἡ ἑδραίωσις τῶν Ἀγγέλων, ἡ πρόοδος εἰς τούς αἰῶνας ὅλων τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ.
«Ἀνάγγειλέ μας, ὦ σύ ἡ ὡραία ἀνάμεσα στίς ἀρετές, ποῦ βόσκεις τά πρόβατά σου; Ποῦ κατασκηνώνεις τό μεσημέρι;» (πρβλ. Ἆσμα α´ 7). «Φώτισον ἡμᾶς, πότισον ἡμᾶς, ὁδήγησον ἡμᾶς, χειραγώγησον ἡμᾶς». Ἐπιθυμοῦμε πιά νά ἀνεβοῦμε κοντά σου. Διότι ἐσύ κυριαρχεῖς σέ ὅλα. Τώρα μοῦ ἐπλήγωσες τήν καρδιά καί δέν μπορῶ νά ἀνθέξω στήν φλόγα σου. Γι' αὐτό θά σέ ὑμνήσω καί θά προχωρήσω: Ἐσύ κυριαρχεῖς ἐπάνω στήν δύναμι τῆς θαλάσσης, ἐσύ καταπραΰνεις καί νεκρώνεις τήν ταραχή τῶν κυμάτων της. Ἐσύ ταπεινώνεις καί καταρρίπτεις ὡς τραυματία τόν ὑπερήφανο λογισμό. Μέ τόν ἰσχυρό σου βραχίονα διασκορπίζεις τούς ἐχθρούς σου (πρβλ. Ψαλμ. πη´ 10-11) καί ἀναδεικνύεις ἀνικήτους τούς ἰδικούς σου ἐραστάς.
«Kαί βιάζομαι νά μάθω πῶς σέ εἶδε ὁ Ἰακώβ ἐπάνω στήν κορυφή τῆς κλίμακος. Ἐρωτῶ νά μάθω γι᾽ αὐτήν τήν ἀνάβασι. Πές μου, πῶς ἦταν ὁ τρόπος καί ἡ σύνθεσις στήν διάταξι τῶν βαθμίδων; Τῶν βαθμίδων τῆς ἀναβάσεως ἐκείνης, τήν ὁποία ἔβαλε στόν νοῦ καί στήν καρδιά του νά ἐπιχειρήση ὁ ἐραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ´ 6). Διψῶ ἀκόμη νά μάθω, ποιός ἦταν ὁ ἀριθμός τῶν βαθμίδων, καί πόσος χρόνος ἐχρειαζόταν γιά τήν ἀνάβασι. Διότι τούς μέν χειραγωγούς τῆς ἀναβάσεως, (τούς Ἀγγέλους δηλαδή), τούς ἀνήγγειλε αὐτός πού σέ εἶδε καί ἐπάλαιψε μαζί σου4, ἀλλά γιά τίποτε ἄλλο δέν θέλησε ἤ μᾶλλον δέν κατώρθωσε νά μᾶς διαφωτίση».
Ἐκείνη δέ —ἄν καί θεωρῶ καλύτερο νά εἰπῶ Ἐκεῖνος5— ἡ βασίλισσα, σάν νά ἔσκυψε ἀπό τόν οὐρανό ἔλεγε στά αὐτιά τῆς ψυχῆς μου:
«Ἐάν, ὦ ἐραστά, δέν λυθῆς ἀπό τήν παχύτητα τοῦ σώματος, δέν θά μπορέσης νά γνωρίσης τό κάλλος τοῦ προσώπου μου. Ἡ κλῖμαξ ἄς σέ διδάσκη τήν πνευματική σύνθεσι τῶν ἐπί μέρους ἀρετῶν. Στήν κορυφή δέ αὐτῆς τῆς κλίμακος εἶμαι στηριγμένη ἐγώ, καθώς τό εἶπε ὁ μεγάλος μύστης μου, (ὁ Ἀπόστολος Παῦλος): "Νυνί δέ μένει τά τρία ταῦτα, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη" (Α´ Κορ. ιγ´ 13)».
ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΠΡΟΤΡΟΠΗ
ἀντίστοιχος πρός ὅσα προηγουμένως ἀνεπτύχθησαν λεπτομερῶς
ΑΝΕΒΑΙΝΕΤΕ, ἀνεβαίνετε, ἀδελφοί, ἐπιθυμῶντας ὁλόψυχα τίς ἀναβάσεις6, ἀκούοντας αὐτόν πού λέγει: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου καί εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Ἡσ. β´ 3), ὁ ὁποῖος «δίνει στά πόδια μας τήν εὐκινησία τῆς ἐλάφου καί μᾶς ἀνεβάζει σέ ὑψηλούς τόπους» (Ψαλμ. ιζ´ 34), «ὥστε νά νικήσωμε δοξολογῶντας Αὐτόν» (Ἀββακ. Γ´ 19).
Νά τρέξετε, παρακαλῶ, μαζί μέ ἐκεῖνον πού λέγει: «Σπουδάσωμεν, ἕως οὗ καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 13). Τοῦ Χριστοῦ, πού στήν ἡλικία τῶν τριάκοντα ἐτῶν ὡς ἄνθρωπος ἐβαπτίσθηκε καί κατεῖχε τήν τριακοστή βαθμίδα τῆς πνευματικῆς κλίμακος. (Ἄς προχωρήσωμε μέχρι τήν τελευταία βαθμίδα τῆς ἀγάπης, γιά νά συναντήσωμε τόν Θεόν), ἐφ᾿ ὅσον βέβαια ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, στόν ὁποῖον πρέπει ὁ ὕμνος, στόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δύναμις καί τό σθένος, στόν ὁποῖον ὑπάρχει ἡ αἰτία κάθε καλοῦ καί ὑπῆρχε καί θά ὑπάρχη εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.
Πηγή : http://www.imkby.gr/greek/seldid/patlog/logos30.htm
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
Ο Καλός Σαμαρείτης «Είπεν ουν αυτώ ο Ιησούς• Πορεύου και συ ποίει ομοίως» (Λουκ. 10, 27).
Ο Καλός Σαμαρείτης
Λουκ. ι’ 25-37
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.
Ο καλός Σαμαρείτης
Οι «άνθρωποι του Θεού»
—Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή; ρώτησε κάποτε ένας νομοδιδάσκαλος τον Κύριο θέλοντας να Τον παγιδεύσει. Κι Εκείνος τον παρέπεμψε στις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε ο νομοδιδάσκαλος ανέφερε τις δύο βασικότερες εντολές της Παλαιάς Διαθήκης, την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον. Θέλοντας όμως να δικαιολογηθεί, επειδή έθεσε ένα ερώτημα στο οποίο του ήταν γνωστή η απάντηση, έθεσε κι ένα δεύτερο: Ποιον πρέπει να θεωρώ πλησίον μου; Αυτό το ερώτημα στάθηκε η αφορμή να διηγηθεί ο Κύριος μία υπέροχη παραβολή, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη.
Κάποιος άνθρωπος, είπε, κατέβαινε από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ και έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι τον λήστεψαν, τον έγδυσαν, τον καταπλήγωσαν και τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμή ένας ιερεύς που κατέβαινε στο δρόμο εκείνο, ενώ τον είδε από μακριά, πέρασε από το απέναντι μέρος χωρίς να του δώσει καμία βοήθεια. Παρόμοια και κάποιος Λευίτης, υπηρέτης του ναού, έφθασε στο μέρος εκείνο. Αυτός φάνηκε ακόμη πιο άσπλαχνος. Ήλθε πολύ κοντά, είδε την άθλια κατάσταση του πληγωμένου ανθρώπου κι έφυγε. Ο ιερεύς έφυγε από ενστικτώδη φιλαυτία, ενώ ο Λευίτης έπειτα από υπολογισμό.
Και τα δύο όμως πρόσωπα, ο ιερέας και ο Λευίτης είχαν κάτι κοινό: Ήταν δύο πρόσωπα που είχαν αξίωμα και έργο ιερό. Αυτοί εξαιτίας της ιδιότητάς τους θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο της εποχής εκείνης να είναι συμπονετικοί και σπλαχνικοί, να δείξουν αγάπη στον ετοιμοθάνατο διαβάτη. Αυτοί λόγω της θέσεώς τους δίδασκαν και τους άλλους το καθήκον της αγάπης προς τον πλησίον. Κι όμως αθέτησαν το καθήκον τους αυτό. Είναι θλιβερό, εκείνοι που θα έπρεπε να δίνουν το παράδειγμα της αγάπης, να γίνονται παραδείγματα σκληρότητος. Οι άνθρωποι του Θεού να δυσφημούν τόσο πολύ το Θεό.
Κάτι τέτοιο δυστυχώς επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στην ιστορία σε «ανθρώπους του Θεού». Και είναι φοβερό να συμβαίνει κάποτε και σε μας. Σε μας που θέλουμε να είμαστε άνθρωποι της Εκκλησίας, να αποδεικνυόμαστε στην πράξη άσπλαχνοι, σκληροί, αδιάφοροι στον ανθρώπινο πόνο. Είναι τραγικό να ισχύει κάτι τέτοιο και για μας. Εάν δεν δείξουμε εμείς οι πιστοί χριστιανοί αγάπη, ποιος άλλος θα δείξει; Ο Κύριός μας το ξεκαθάρισε ότι χωρίς την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας, Βασιλεία ουρανών δεν πρόκειται να κληρονομήσουμε. Η αγάπη προς τον πλησίον είναι η σφραγίδα της γνησιότητός μας, η βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας.
Ο Χριστός, καλός Σαμαρείτης
Η συνέχεια της παραβολής είναι γνωστή. Κάποια στιγμή ένας Σαμαρείτης που διάβαινε από το δρόμο εκείνο είδε τον καταπληγωμένο άνθρωπο, πλησίασε κοντά του και τον σπλαχνίστηκε. Δεν φοβήθηκε μην πάθει τα ίδια, έμεινε κοντά του, έπλυνε τα τραύματά του, τα άλειψε με λάδι και κρασί, τα έδεσε με επιδέσμους. Και αφού με πολύ κόπο ανέβασε τον άνθρωπο αυτόν στο ζώο του, τον μετέφερε σε κάποιο πανδοχείο και τον περιποιήθηκε όλη τη νύχτα. Και την άλλη μέρα το πρωί έδωσε δύο δηνάρια στον ξενοδόχο και του είπε: Περιποιήσου τον για να γίνει καλά. Και ό,τι άλλο ξοδέψεις, καθώς θα επιστρέφω στην πατρίδα μου και θα περάσω πάλι από εδώ, θα σου το εξοφλήσω.
Λοιπόν, ρώτησε ο Κύριος το νομοδιδάσκαλο, ποιος από τους τρεις αυτούς επιτέλεσε το καθήκον του προς τον πλησίον; Κι εκείνος απάντησε: Αυτός που τον συμπόνεσε και τον ελέησε. Ο Κύριος τότε του είπε: Πήγαινε και κάνε κι εσύ το ίδιο.
Αυτή την προσταγή δίνει και σε μας ο Κύριος. Μας ζητά δηλαδή να δείχνουμε αγάπη σε κάθε άνθρωπο που πάσχει, χωρίς να εξετάζουμε αν αυτός είναι δικός μας, ξένος ή εχθρός μας, και χωρίς να υπολογίζουμε θυσίες και κόπους και δαπάνες. Αυτό μας το δίδαξε ο Κύριος όχι μόνο μέσα από την παραβολή αυτή αλλά πολύ περισσότερο μέσα από τη ζωή του. Διότι ο ίδιος έγινε ο καλός Σαμαρείτης για μας. Αγάπησε τους ανθρώπους μέχρι θανάτου. Η αγάπη του κορυφώθηκε και έλαμψε σε όλο το μεγαλείο επάνω στο Σταυρό. Και μας ζητά να μάθουμε κι εμείς να αγαπάμε, να γινόμαστε καλοί Σαμαρείτες στους γύρω μας.
Δυστυχώς όμως στην εποχή μας, ενώ όλοι μιλούμε για αγάπη, πραγματική αγάπη δεν έχουμε. Κι αυτό φαίνεται περισσότερο στις σχέσεις μας με τα δικά μας πρόσωπα. Πώς τους μιλάμε, πώς τους φερόμαστε; Αλλά αν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους ξένους; Γι΄ αυτό υποφέρουμε. Διότι αγάπη σημαίνει θυσία, σημαίνει να δίνουμε κι όχι να απαιτούμε να γίνουν οι άλλοι καλοί για να τους αγαπήσουμε. Αγάπη σημαίνει να γίνει πλατιά η καρδιά μας όπως των αγίων για να χωράει όλους, ακόμη κι αυτούς που μας δυσκολεύουν. Να τους προσφέρουμε την αγάπη μας με απαλό τρόπο, χωρίς να έχουν την αίσθηση ότι κάνουμε προσπάθεια για να τους αγαπήσουμε. Να ακούμε με πόνο τον πόνο τους, να τους ανακουφίζουμε στο πρόβλημά τους. Κατανοώντας το χαρακτήρα τους, να διαισθανόμαστε την κούρασή τους, τις δυσκολίες τους, τις επιθυμίες τους. Και να τους προσφέρουμε την αγάπη μας άλλοτε μ’ ένα στοργικό λόγο κι άλλοτε με τη σιωπή μας· άλλοτε με τη διακονία μας κι άλλοτε με θυσίες που κοστίζουν ίσως πολύ. Έτσι θα γίνουμε καλοί Σαμαρείτες. Έτσι θα δούμε πρόσωπο Θεού.
Περιοδικό «Ο Σωτήρ», τ. 1988
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009
Η Ακριβή Αληθινή Αγάπη...
Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια, η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη!
Να έχετε το νου σας συνέχεια στο Θεό. Να λέτε την ευχή, να μιλάτε με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτήν την εργασία, κατ’ αρχάς νιώθει λίγο την αγάπη του Θεού και αργότερα, όσο προχωράει, την νιώθει όλο και πιο πολύ. Ο νους του βρίσκεται μόνιμα πλέον στον Θεό, και δεν τον συγκινεί τίποτα πλέον το γήινο και το μάταιο. Στην καρδιά του φουντώνει η αγάπη προς το Θεό, γεμίζει και δε θέλει πια να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από τον Θεό. Αδιαφορεί για όλα τα του κόσμου και σκέφτεται συνέχεια τον Ουράνιο Πατέρα. Βλέπεις, όσοι ασχολούνται με εφευρέσεις, απορροφούνται από την επιστήμη. Πού είναι όμως η δική μας απορρόφηση από τον Χριστό;
Όταν ανάψει η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από τη μεγάλη γλυκιά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική. Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει τη δύναμη να καίει κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό καθώς και κάθε κακή επιθυμία και άσχημη εικόνα.Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμιά άλλη ηδονή!
Τι μεγάλο κακό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να μη θέλουμε να δώσουμε την αγάπη μας στον Χριστό, αλλά να την χαραμίζουμε σε γήινα, φθηνά και μάταια πράγματα! Μια ζωή ακόμη και χιλίων ετών, και χιλιάδες καρδιές να έχει κανείς, δεν φθάνουν για να τις δώσει στον Χριστό για την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε και που μας δείχνει συνέχεια: μας συγχωρεί, μας ανέχεται και καθαρίζει τις βρώμικες ψυχές μας με το θεϊκό του αίμα.
Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει πόσο αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο! Η αγάπη Του δεν συγκρίνεται με τίποτε! Δεν έχει όρια! Είναι τόσο μεγάλη που, κάτι ελάχιστο αν αισθανθεί ο άνθρωπος από την αγάπη αυτήν, η πήλινη καρδιά του δεν μπορεί να την αντέξει∙ διαλύεται, γιατί είναι πηλός.
Όταν δώσει κανείς την καδιά του στον Θεό, όλα τα αγαπάει∙όχι μόνο όλους τους ανθρώπους. Αλλά και τα πουλιά και τα δένδρα, ακόμη και τα φίδια.
Αν μεθύσει ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στη γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα θεωρεί «σκύβαλα». Η ουράνια μέθη είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρείτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί!
«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική. Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με το
βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.
Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει, και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’ αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!
Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο!
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου.
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009
Ο Ύμνος της Αγάπης από την Α' προς Κορινθίους Επιστολή
Ἀδελφοὶ, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὔς μὲν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι;ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα· καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὀδὸν ὑμῖν δείκνυμι. Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.
Εσείς όμως είστε σώμα Χριστού και μέλη του ο καθένας σας χωριστά. Και αυτούς βέβαια έθεσε ο Θεός μέσα στην εκκλησία: πρώτα αποστόλους, δεύτερο προφήτες, τρίτο δασκάλους, έπειτα θαυματουργικές δυνάμεις, έπειτα χαρίσματα ιαμάτων, παροχές βοηθειών, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών. Μήπως είναι όλοι απόστολοι; Μήπως όλοι προφήτες; Μήπως όλοι δάσκαλοι; Μήπως όλοι κάνουν θαυματουργικές δυνάμεις; Μήπως όλοι έχουν χαρίσματα ιαμάτων; Μήπως όλοι λαλούν γλώσσες; Μήπως όλοι διερμηνεύουν; Ποθείτε όμως με ζήλο τα χαρίσματα τα μεγαλύτερα. Και ακόμα σας δείχνω μια οδό υπερβολικά έξοχη:
Αν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή κύμβαλο που αλαλάζει. Και αν έχω προφητεία και ξέρω τα μυστήρια όλα και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε όρη να μετακινώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν είμαι. Και αν δώσω για τροφή όλα τα υπάρχοντά μου και αν παραδώσω το σώμα μου, για να καώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, συμπεριφέρεται με χρηστότητα, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δε μεγαλοκαυχιέται, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δε συμπεριφέρεται άσχημα, δε ζητά τα δικά της, δεν παροξύνεται, δε λογίζεται το κακό, δε χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν πέφτει.
Είτε όμως προφητείες, θα καταργηθούν. είτε γλώσσες, θα πάψουν. είτε γνώση, θα καταργηθεί. Γιατί μερικώς γνωρίζουμε και μερικώς προφητεύουμε. Όταν όμως έρθει το τέλειο, το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, λαλούσα σαν νήπιο, φρονούσα σαν νήπιο, λογιζόμουν σαν νήπιο. όταν έγινα άντρας, κατάργησα τα νηπιακά πράγματα. Γιατί βλέπουμε τώρα μέσα από κάτοπτρο αινιγματικά, τότε όμως πρόσωπο με πρόσωπο. τώρα γνωρίζω μερικώς, τότε όμως θα γνωρίσω καλά καθώς και γνωρίστηκα καλά. Τώρα λοιπόν μένουν: πίστη, ελπίδα, αγάπη. τα τρία αυτά. Μεγαλύτερη όμως από αυτά είναι η αγάπη.