Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015
Μοναχική Κουρά
Τετάρτη 28 Απριλίου 2010
Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010
ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

του Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής γεννήθηκε το 580 μ. Χ. στην Κωνσταντινούπολη από οικογένεια ευγενή και έκανε λαμπρές θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές. Γύρω στο 610 ο αυτοκράτορας Ηράκλειος του εμπιστεύθηκε την θέση του πρώτου γραμματέα του, την οποία ο άγιος ετίμησε και ελάμπρυνε με την εντιμότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Μετά από τρία – τέσσερα χρόνια, όμως, εγκατέλειψε αυτήν την περιζήτητη θέση και έγινε μοναχός σε Μοναστήρι στην Χρυσούπολη (Σκούταρι), στην άλλη όχθη του Βοσπόρου, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Το 618 απέκτησε έναν αφοσιωμένο μαθητή, τον μοναχό Αναστάσιο, ο οποίος έμεινε κοντά του σε όλη του την ζωή κι ακόμα είχε τον ίδιο με αυτόν μαρτυρικό θάνατο.
Ο άγιος Μάξιμος πέρασε όλη την ζωή του ως απλός μοναχός, παρά το ότι υπήρξε η πιο λαμπρή διάνοια της εποχής του. Αγωνίστηκε με ανδρεία και ζήλο εναντίον των αιρετικών μονοθελητών. Η σύγκληση της Συνόδου του Λατερανού το 649 από τον πάπα Μαρτίνο τον Α , που κατεδίκασε τον μονοθελητισμό, οφείλεται στον αγώνα και τις προσπάθειες του αγίου Μαξίμου, ο οποίος πήγε στην Ρώμη γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι αποφάσεις της Συνόδου αυτής στάλθηκαν σε όλον τον κόσμο. Ο άγιος Μάξιμος, όμως, συνελήφθη, βασανίσθηκε σκληρά και εξορίσθηκε στην Βιζύη της Θράκης. Στην συνέχεια, του έκοψαν την γλώσσα και το δεξί του χέρι και τον έστειλαν σε καινούργια εξορία στην Λαζική, στην ανατολική παραλία της Μαύρης θάλασσας. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών, εξαντλημένος από τα μαρτύρια και τα γεράματα. Εξακολουθεί όμως να διδάσκη και να εμπνέη με τα συγγράμματά του, τα οποία αποπνέουν την ευωδία του Αγίου Πνεύματος. Σημαντικότερα από αυτά είναι: «Λόγος ασκητικός», «400 Κεφάλαια Περί Αγάπης», «Ερωτήσεις και Αποκρίσεις», «100 Γνωστικά Κεφάλαια», «Περί Διαφόρων Αποριών των Αγίων Διονυσίου και Γρηγορίου», «Εις την Προσευχή του Πάτερ ημών», «Μυσταγωγία» και άλλα.
Ο βίος και η πολιτεία του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:
Πρώτον. Σημαντικά και αξιοπρόσεκτα είναι τα όσα γράφει ο άγιος Μάξιμος στον πρόλογο του λόγου του περί ασκητικού βίου και περί αγάπης, που απευθύνει προς «Ελπίδιον Πρεσβύτερον», ο οποίος, όπως φαίνεται, του εζήτησε αυτόν τον λόγο? «παρακαλώ δε τούτο? μη εις όχλησιν ηγείσθαι τα ειρημένα? επιταγήν γαρ πεπλήρωκα».
Στην αρχή, διασαφηνίζει ότι όλα όσα αναφέρονται σ’ αυτό το κείμενο δεν είναι στοχασμοί της διανοίας του, αλλά απόσταγμα της σοφίας των αγίων Πατέρων, των οποίων εμελέτησε τους λόγους και στην συνέχεια, υποδεικνύει στον παραλήπτη του λόγου τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπη να μελετά, για να ωφελήται πνευματικά. Μελετώντας, θα πρέπη να προσπαθή να θηρεύη την ωφέλεια που προέρχεται από τους λόγους παραβλέποντας το ακαλλές των λέξεων και να εύχεται και για τον συγγραφέα. Από ταπείνωση δε προσθέτει ότι ο συγγραφέας του εν λόγω πονήματος είναι έρημος πάσης πνευματικής ωφελείας. Επίσης, τονίζει ότι η μελέτη των πνευματικών πονημάτων πρέπει να γίνεται όχι από περιέργεια, αλλά με φόβο Θεού και αγάπη, επειδή χωρίς την Χάρη του Θεού δεν θα μπορέση να αντιληφθή το βάθος των αναγινωσκομένων, προκειμένου να ωφεληθή από αυτά. «Εάν κάτι το οποίο ανακαλύπτεται από τα αναγινωσκόμενα φανή χρήσιμο στην ψυχή, θα φανή σίγουρα χρήσιμο μόνον με την Χάρη του Θεού σε εκείνον ο οποίος μελετά με φόβο Θεού, αγάπη και χωρίς περιέργεια. Όποιος, όμως, μελετά αυτό το πόνημα η και οποιοδήποτε άλλο, όχι για να ωφεληθή πνευματικά, αλλά για να θηρεύση λέξεις προκειμένου να κατηγορήση αυτόν που το συνέγραψε και να παραστήση, ως υπερήφανος, τον εαυτό του σοφότερο του συγγραφέως, αυτός δεν πρόκειται ποτέ να βρη κάτι ωφέλιμο από οποιοδήποτε βιβλίο».
Το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει και με τους ακροατάς των πνευματικών λόγων. Όσοι επιθυμούν να τραφούν πνευματικά, να στηριχθούν και να παρηγορηθούν, θα πρέπη να ακροώνται με ταπείνωση και φόβο Θεού. Επίσης, θα πρέπη να προσεύχονται για τον εξ ύψους φωτισμό του ομιλητή, αλλά και για να ανοίξη ο Θεός τον νουν τους, ούτως ώστε να καταλάβουν όσα θα ακούσουν. Αντίθετα, εάν προσπαθούν να θηρεύσουν λέξεις, να τις απομονώσουν και να κατακρίνουν τον ομιλητή, δεν πρόκειται ποτέ να ωφεληθούν.
Δεύτερον. Χαρακτηριστικά είναι και τα όσα αναφέρει ο άγιος Μάξιμος, σχετικά με τον λόγο του Θεού, στο τέλος της πρώτης εκατοντάδος των Κεφαλαίων περί Θεολογίας. «Το μάννα, που δόθηκε στον Ισραηλιτικό λαό στην έρημο είναι ο λόγος του Θεού, ο οποίος επαρκεί προς κάθε ηδονή αυτών οι οποίοι τον τρώγουν και αλλάζει γεύση ανάλογα με την διαφορά της επιθυμίας τους, επειδή έχει ποιότητα κάθε πνευματικής τροφής. Γι’ αυτό και σε αυτούς που είναι αναγεννημένοι πνευματικά γίνεται λογικό άδολο γάλα. Στους ασθενείς γίνεται λάχανο και ενισχύει την δύναμη της ψυχής που ασθενεί. Σε αυτούς δε, που έχουν γυμνασμένα τα αισθητήρια της ψυχής προς διάκριση καλού και κακού, δίδει στερεά τροφή». Και καταλήγοντας λέγει ότι «τα χαρίσματα, τα οποία λαμβάνει κανείς στην παρούσα ζωή, έστω και αν τα λάβη σε τέλειο βαθμό, και πάλι είναι κάτι το ελάχιστο και μέτριο σε σύγκριση με τα μελλοντικά αγαθά».
Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι ο λόγος του Θεού είναι το πνευματικό μάννα, το οποίο έχει την δυνατότητα να τρέφη όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, αφού έχει την ιδιότητα να μεταβάλλεται σε γάλα η στερεά τροφή, ανάλογα με την πνευματική κατάσταση αυτού που τον μελετά η τον ακούει.
Τους αγίους Πατέρας της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ερμηνεύουν αλάνθαστα την Αγία Γραφή, δεν τους κρίνουμε, αλλά ακροώμεθα η μελετούμε τους λόγους τους με ταπείνωση, φόβο Θεού και αγάπη. Έτσι, έχουμε την δυνατότητα να τραφούμε πνευματικά, να στηριχθούμε, αλλά και να αποκτήσουμε πνευματικά αντισώματα, για να μπορούμε να αντέχουμε στα δύσκολα
Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση"
http://www.gerontas.com/content/view/2023/166/
Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010
Αφιέρωμα στο Μοναχισμό
Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικὰ λέγονται λογικοί. Δὲν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἁπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ᾿ ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιὸ τὸ κακὸ καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.
Ὁ ἀληθινὰ λογικὸς ἄνθρωπος ἕνα μόνο ζῆλο ἔχει: νὰ πείθεται καὶ νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ τῶν ὅλων.
Σ᾿ αὐτὸ καὶ μόνον πρέπει νὰ ἐκπαιδεύει τὴν ψυχή του, ὥστε ν᾿ ἀρέσει στὸ Θεό, εὐχαριστώντας γιὰ τὴν τόσο μεγάλη Του πρόνοια καὶ ρύθμιση τῶν ὅλων, ὁτιδήποτε κι᾿ ἂν τοῦ τύχη στὴ ζωή του.
Γιατὶ εἶναι ἄτοπο, τοὺς μὲν Ἰατρούς, ποὺ μᾶς δίδουν καὶ πικρὰ καὶ δυσάρεστα φάρμακα, νὰ τοὺς εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματός μας, πρὸς τὸν Θεὸν δὲ νὰ εἴμαστε ἀχάριστοι, γιὰ τὰ πράγματα ποὺ μᾶς φαίνονται δυσάρεστα καὶ δύσκολα καὶ νὰ μὴν γνωρίζομε, ὅτι ὅλα γίνονται ὅπως πρέπει καὶ πρὸς τὸ συμφέρον μας κατὰ τὴν Πρόνοιά Του.
Ἡ γνώσις (τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ) καὶ ἡ πίστη στὸ Θεό, εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ τελειότης τῆς ψυχῆς.
Τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἀνεξικακία, τὴν σωφροσύνη, τὴν καρτερία, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὰ ὅμοιά τους, τὶς ἔχουμε πάρει σὰν μέγιστες καὶ ἐνάρετες δυνάμεις ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὲς ἀντιπαρατάσσονται καὶ ἀντιστέκονται καὶ βοηθοῦν σὲ ὅλες ἐκεῖνες τὶς δυσκολίες ποὺ προέρχονται ἐκεῖθεν (ἀπὸ τὸν ἀντικείμενων ἐχθρὸ - τὸν διάβολο).
Ἐὰν τὶς γυμνάζομε καὶ τὶς ἔχομε πρόχειρες τὶς δυνάμεις αὐτές, τότε πιὰ τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μᾶς γίνεται δύσκολο ἢ ὀδυνηρὸ ἢ ἀφόρητο, γιατὶ ἀναλογιζόμαστε πὼς ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ νικῶνται ἀπὸ τὶς (παραπάνω) ἀρετὲς ποὺ ἔχομε μέσα μας.
Αὐτὸ δὲν τὸ σκέπτονται οἱ ψυχικὰ ἀνόητοι. Διότι οὔτε κἂν λογαριάζουν πὼς ὅλα γίνονται καλὰ καὶ ὅπως πρέπει πρὸς τὸ συμφέρον μας, γιὰ νὰ λάμψουν τελείως οἱ ἀρετὲς καὶ νὰ στεφανωθοῦμε (βραβευθοῦμε) ἀπὸ τὸ Θεό.
(Θὰ εἶσαι πνευματικὸς ἄνθρωπος), ὅταν λογαριάζεις γιὰ φαντασία καὶ μόνον καὶ μάλιστα ὀλιγοχρόνια τὴν ἀπόκτηση χρημάτων καὶ τὴν ἄφθονη χρησιμοποίησή τους καὶ ὅταν γνωρίζεις ὅτι ἡ ἐνάρετη καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ πολιτεία διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν πλοῦτο.
Ὅταν τὸ μελετᾶς αὐτό, ἀσφαλῶς καὶ τὸ διατηρεῖς στὴ μνήμη σου, δὲν θὰ στενάξεις, δὲν θὰ θρηνήσεις καὶ δὲν θὰ κατηγορήσεις κανέναν, ἀλλὰ γιὰ ὅλα θὰ εὐχαριστήσεις τὸ Θεό, βλέποντας τοὺς χειρότερους ἀπὸ σένα νὰ στηρίζονται στὰ λόγια καὶ στὰ χρήματα.
(Ἔχε ὑπ᾿ ὄψη σου, ὅτι τὰ χρήματα) εἶναι τὸ χειρότερο πάθος τῆς ψυχῆς, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἡ δόξα καὶ ἡ ἄγνοια.
Ὁ λογικὸς ἄνθρωπος ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό του, δοκιμάζει ποιὰ πράγματα τοῦ πρέπουν καὶ τὸν συμφέρουν, ποιὰ εἶναι ζητήματα τῆς ψυχῆς καὶ ὠφέλιμα καὶ ποιὰ ξένα πρὸς τὴν ψυχή. Ἔτσι ἀποφεύγει ὅσα βλάπτουν τὴν ψυχή, διότι τοῦ εἶναι ξένα καὶ τὸν χωρίζουν ἀπὸ τὴν ἀθανασία.
Ὅσον μετριότερα ζεῖ κανείς, τόσο εὐτυχέστερος εἶναι (εὐδαίμων), γιατὶ δὲν φροντίζει γιὰ πολλά, γιὰ δούλους, γεωργοὺς καὶ ν᾿ ἀποκτήσει ζῷα.
Διότι ὅταν προσηλωνόμαστε σ᾿ αὐτὰ καὶ περιπέσομε ἀργότερα στὶς δυσχέρειες ποὺ τὰ ἐπακολουθοῦν, κατηγοροῦμε τὸ Θεὸ (ὡς αἴτιον).
Ἀπὸ τὴν αὐθαίρετη αὐτὴ ἐπιθυμία μας (τὸν πλοῦτο), ποτίζεται ὁ θάνατος καὶ ἔτσι πλανημένοι μένομε στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας.
Πρέπει νὰ μὴ λέμε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐπιτύχει ἐνάρετο βίο, ἀλλὰ μόνον ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο. Οὔτε εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν αὐτὸ οἱ τυχόντες ἄνθρωποι. Συμμετέχουν σὲ ἐνάρετη ζωὴ ὅσοι εἶναι εὐσεβεῖς καὶ ἔχουν νοῦν θεοφιλῆ (ποὺ σκέπτονται ὅπως ἀρέσει στὸ Θεό). Γιατὶ ὁ κοινὸς νοῦς, εἶναι κοσμικὸς (σκέπτεται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου) καὶ εὐμετάβολος, ποὺ παρέχει νοήματα ἀγαθὰ καὶ κακά, ἀφοῦ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ φυσικὰ πράγματα καὶ ρέπει πρὸς τὴν ὕλη.
Ἐνῷ ὁ θεοφιλὴς νοῦς, τιμωρεῖ τὴν κακία τὴν ὁποία ἐνσωματώνονται αὐτοπροαίρετα οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ρᾳθυμία.
Οἱ ἀγράμματοι καὶ ἀκαλλιέργητοι ἄνθρωποι, θεωροῦν τὰ λόγια γελοῖο πρᾶγμα καὶ δὲν θέλουν νὰ τ᾿ ἀκοῦνε, ἐπειδὴ ἐλέγχεται ἡ ἀγραμματοσύνη τους καὶ θέλουν νὰ εἶναι ὅλοι ὅμοιοί τους.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅσοι ζοῦν καὶ συμπεριφέρονται ἀκόλαστα, φροντίζουν (νὰ ἀποδείξουν) ὅτι ὅλοι εἶναι χειρότεροί τους, νομίζοντας πὼς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κακῶν θὰ ἐπιτύχουν τὸ ἀκατηγόρητο γιὰ τοὺς ἑαυτούς των.
Ἡ ἄτονη (χαλαρὴ καὶ νωθρή) ψυχή (τους) θολώνει ἀπὸ τὴν κακία ποὺ περιλαμβάνει ἀσωτία, ὑπερηφάνεια, ἀπληστία, ὀργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο, ὀδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, ἁρπαγή, πόνο, ψεῦδος, ἡδονή, ὀκνηρία, λύπη, δειλία, ἀρρώστια, μίσος, κατηγορία, ἀδυναμία, πλάνη, ἄγνοια, ἀπάτη, λήθη Θεοῦ.
Μὲ τέτοια καὶ παρόμοια (κακίες) τιμωρεῖται ἡ ἄθλια ψυχὴ ποὺ χωρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸ Θεό.
Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010
Αφιέρωμα στο Μοναχισμό Β΄Μέρος
εργασίας.
Στις διδασκαλίες του περί της µοναχικής ζωής φαίνονται τα γνωρίσµατα του γνησίου Ορθοδόξου Μοναχισµού. Σηµειώνουµε τα σπουδαιότερα:
Φεύγει ό µοναχός στην έρηµο, µακριά από τα φθαρτά καί µάταια του κόσµου, για να αγαπήσει αµετεωρίστως «το άκρον καί ανώτατον εραστόν, όπερ εστίν όΘεός». Το άπειρον θείο κάλλος έλκει την ψυχή του µονάχου προς ένα «απαύστον καί αεικίνητον» θείο πόθο, ή δε έρηµος βοηθεί στο να µη ανακόπτεται αλλά διαρκώς να αναρριπίζετε προς τελειότερα αγάπη. Αυτά λέγει ό Άγιος ερµηνεύων τον δεύτερο αναβαθµό του α' ήχου «τοις ερηµικοίς απαυστος ό θείος πόθος εγγίνεται, κόσµου ουσι του µαταίου εκτός»: «Ή αγάπη καί ό πόθος των εν τη ερήµω καί ησυχία κατακούντων µοναχών, δεν έλκεται από κανένα υλικό καί µάταιο πράγµα· ούτε γίνεται άλλοτε άλλος, δελεαζόµενος από ηδονές, ή πλούτο, ή δόξα τα όποια φθείρονται καί αφανίζονται... Επειδή λοιπόν ο Θεός είναι άπειρος κατά φύσιν καί άφραστος, δια τούτο καί ό προς τον Θεόν πόθος των ερηµιτών δεν στέκεται ποτέ, άλλ' είναι πάντοτε απαύστος καί αεικίνητος, πάντοτε λαµβάνων αύξησιν, καί πάντοτε τρέχων προς το ανώτερον...· σπουδάζει µεν γαρ ό νους να άναβή εις το ύψος του θείου κάλλους, καί να χωρήση αυτό ολόκληρο επειδή όµως δεν ηµπορεί, δια τούτο στοχαζόµενος, ότι εκείνο όπου δεν εδυνήθη να χωρήση, είναι ανώτερο καί ηδονικώτερο από εκείνο, όπου χώρησε· τούτου χάριν θαυµάζει καί απορεί· εκ δε του θαυµασµού, γεµίζει από θείους ερωτάς, καί πόθους αναρριπίζει διακαείς τη ψυχή... την απορία πορισµό ερώτων τιθέµενος, κατά τον αγιον καί νηπτικώτατο Κάλλιστο».
Ή ησυχία κατά τον άγιο Νικόδηµο, είναι ό καταλληλότερος τόπος καί τρόπος για να εργάζεται ό νους την αδιάλειπτο νοερά εργασία. ∆εν αντιλαµβάνεται Άγιος την ησυχία ως απραξία. Οι ιερώς ησυχάζοντες ασκούν µία σύντονο καί αδιάλειπτο νοερά εργασία νίψεως καί προσευχής. «Οι δε εν τη ερήµω καθήµενοι, καί την ησύχιον ζωήν µεταχειριζόµενα, αυτοί
καταφρονούσι µεν όλα τα ηδέα, καί παρά τοις άλλοις ποθούµενα, ως βλαπτικά της ψυχής καί από του Θεού χωρίζοντα· συµµαζόνουσι δε τον νουν τους, από κάθε σύγχυσιν του κόσµου καί θεωρίαν, µέσα εις την καρδίαν τους, καί εκεί αδιαλείπτως προσεύχονται, µελετώντες το παµπόθητον καί γλυκύτατον όνοµα του Ιησού Χριστού, καί λέγοντες αγαπητικός «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησαν µε». Εκ της τοιαύτης δε αδιάλειπτου προσευχής καί συχνής µελέτης του θείου ονόµατος του Ιησού, ανάπτουσι µεν την καρδίαν τους εις µόνον τον του Θεού πόθον καί έρωτα, εκτείνουσι δε καί τον νουν εαυτών εις την θεωρίαν του θείου κάλλους. Όθεν από το υπέρκαλλον εκείνο κάλλος καταθελγόµενοι, καί έξω γενόµενοι εαυτών, λησµονούσι καί φαγητά, καί ποτά, καί φορέµατα καί αυτήν την φυσική ανάγκην του σώµατος»
Ή υπακοή των µοναχών δεν είναι µία εξωτερική πειθαρχία, ηναγκασµένη ή συµβατική. Πρότυπο της έχει την υπακοή του Κυρίου στον Ουράνιο Του Πατέρα, κατά το «γενόµενος υπήκοος µέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. β', 8), καί στην Ύπεραγία Μητέρα Του καί τον δίκαιο Ιωσήφ, κατά το «ην υποτασσόµενος αυτοίς» (Λουκ. β', 51). Αληθινή υπακοή είναι ή υπακοή φρονήµατος. Γράφει ό Άγιος: «Υπότασσε λοιπόν εις αυτόν [τον δια του µοναδικού σχήµατος γενόµενον γέροντα σου], όχι µόνον όλα σου τα θελήµατα, το όποιον είναι ευκολότερων, άλλ'ακόµη καί όλα σου τα φρονήµατα, το όποιον είναι δυσκολότερων. Πολλοί γαρ υποτακτικοί εκκόπτουσι ναι το θέληµα των καί κάµνουσι το θέληµα του γέροντος των µα το φρόνηµα των δεν το εκκόπτουσι καί µάλιστα αν είναι, καί λογιώτατοι άλλ' εχουσι πάντοτε µίαν τοιαύτην ιδέαν βαθέως ριζωµένη εις την καρδίαν τους, ότι εκείνο οπού αυτά φρονούσι καί συλλογίζονται δια κάθε πράγµα, είναι καλλίτερον καί φρονιµώτερο από εκείνο οπού φρονεί καί συλλογίζεται ό γέροντας των». Με την διδασκαλία αύτη οδηγεί τον υποτακτικό .στην αληθινή ταπείνωση,κατά το παράδειγµα του Κυρίου Ή µοναχική ζωή κατά τον άγιο Νικόδηµο.
δ) Ή εργασία.
Το εργόχειρο ή το διακόνηµα είναι απαραίτητο στον µοναχό, για λόγους πού ό άγιος Νικόδηµος επισηµαίνει. Πρώτα, για να µη έχη ό λογισµός του μονάχου αφορµές µετεωρισµού. Καί έπειτα, για να µη υποχρεώνεται ό µοναχός να βγαίνει στον κόσµο για συλλογή ελεηµοσύνης, διότι από αυτό προκαλούνται πειρασµοί καί πτώσεις, δηµιουργούνται αφορµές σκανδαλισµού των κοσµικών καί εισάγονται στα µοναστήρια κοσµικές συνήθειες καί φρονήµατα. ∆ιευκρινίζει ό άγιος Νικόδηµος, ότι το είδος της εργασίας πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να µη βάζει τον µοναχό σε µέριµνες, πειρασµούς καί αισχροκέρδειες, Ιδιαιτέρως δε για τον ερηµίτη να µπορεί να επιτελείται απερίσπαστος στο ερηµικό του καλύβι.
καί συνιστά να µη απέχουν από τίς κοινές Ακολουθίες προφασιζόµενοι την κατ' ιδίαν προσευχή στο σπίτι. Χάριν της κοινής προσευχής στον ναό συνέθεσε Κανόνες διαφόρων εορτών, συνέταξε το Θεοτοκάριο καί ερµήνευσε τους ειρµούς των δεσποτικών καί θεοµητορικών εορτών, ώστε ή ψαλµωδία να είναι λογική λατρεία.
Ή µοναχική άσκησης χωρίς αγάπη δεν σώζει. Ό άγιος Νικόδηµος το τονίζει µε έµφαση:
«∆εν είναι θρήνων άξιον, να βλέπη τινάς τόσους καί τόσους αδελφούς να αφήσουν τον κόσµον, καί να κατοικούν µέσα εις τα όρη καί τα σπήλαια, δια να σώσουν την ψυχήν τους · να εκχέουν τόσους αιµατωµένους ίδρωτας · να αγωνίζονται µε υπερβολικούς αγώνας, νηστειών, αγρυπνιών, κακοπαθειών, νωτοφορούντες, υδροφορούντες, και πεζοί οδεύοντες µέσα εις δύσβατους και αµφικρήµνους τόπους, καί ύστερον από όλα αυτά, να βλέπη τους τοιούτους
να τρέφουν εις την καρδίαν τους εν τόσον φαρµακερό βασιλίσκο; το µίσος, λέγω, κατά των αδελφών τους ; ω! καί τίς να µη αναστενάξει; ω! καί τίς να µη χύση καρδιοστάλακτα δάκρυα;». Ό άγιος Νικόδηµος άσκησε την αγάπη, παρότι έζησε έντονα τίς συνέπειες των αγώνων του υπέρ των ορθοδόξων παραδόσεων, κατηγορήθηκε, συκοφαντήθηκε, διώχθηκε.
Στην Οµολογία Πίστεως, πού χρειάσθηκε να σύνταξη για να πληροφόρηση, όπως λέγει, τουςµη ειδότας καί να διόρθωση τους εν γνώσει κατηγορούντας, γράφει περί των κατηγόρων του πού δυστυχώς είχαν αποκλίνει από την αγάπη: «Ή µοναδική πολιτεία απαιτεί να έχουν οί Μοναχοί πραότητα, καί αταραξία καρδίας· αυτοί όµως οί ευλογηµένοι...ταράττονται., ανάπτουν από τον θυµό, καί ευθύς λέγουν τα δυσφηµότατα.,. καί µε τούτο δείχνουν το µίσος καί την πικρία, όπου φυλάττουν µέσα εις την ψυχήν τους». Τους παρακαλεί να συνέλθουν, να αφήσουν τα πείσµατα, να εκριζώσουν το µίσος καί να εγκολπωθούν την αγάπη.
Στην αντίθετη περίπτωση, καταλήγει ό άγιος Νικόδηµος, «εάν δεν εκριζώσετε το µίσος από την καρδίαν σας, και δεν εµφυτεύσετε την άγάπην, καί εάν δεν
παύσετε από τάς κατά των αδελφών σας δυσφηµίας, να ηξεύρετε (καί σύγγνωτε ηµίν δια την
τόλµη) ότι µαταίως κατοικείτε εις τα όρη καί τα βουνά· µάταιοι είναι όλοι οί ασκητικοί σας
αγώνες καί κόποι καί ίδρωτες · να ειπούµε καί το µεγαλύτερον; µαρτύριο αισθητό εάν υποµείνετε δια τον Χριστόν, έχετε δε µίσος, µάταιο είναι το τοιούτον µαρτύριο σας».
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010
Αφιέρωμα στο Μοναχισμό

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ὁ Μέγας 15Μαΐου
Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τὸ 292 μ.Χ. στὴν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306-337 μ.Χ.). Στὸ στρατό, στὸν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μὲ Χριστιανοὺς στρατιῶτες καὶ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δὲ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφοῦ μετέβη στὴν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.
Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκηση, κατέφυγε στὴν ἔρημο καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἠσυχαστοῦ Παλάμονος (τιμᾶται 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περὶ τὸ 320 μ.Χ., κατέφυγε σὲ ἔρημο νησῖδα τοῦ Νείλου, στὴ νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδας, ὅπου βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν ἀσπασθέντα τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρὴ μονή.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλοὺς μοναχούς, ἐξαιτίας δὲ τούτου ὁλοένα καὶ μεγάλωνε τὴ μονή του, ὥστε σὲ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτὴ νὰ ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπὸ 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκιστὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.
Ὁ Ὅσιος Παχώμιος θεωρεῖται θεμελιωτὴς τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, βιβλίο ποὺ ἔγραψε ὁ Παλλάδιος περὶ τὸ 420 μ.Χ., οἱ μοναχοὶ τοῦ Παχωμίου, ποὺ ὀνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ζοῦσαν ἀνὰ τρεῖς σὲ μικρὰ οἰκήματα. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἐπέβαλε στοὺς μοναχοὺς κοινὴ προσευχὴ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ (συνολικὰ βέβαια οἱ μοναχοὶ προσεύχονταν, σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα, δώδεκα φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ δώδεκα τὴ νύχτα), κοινὴ ἐργασία, κοινὰ ἔσοδα, κοινὲς δαπάνες, κοινὰ γεύματα καὶ ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία. Τὰ γεύματά τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ φυτικὲς τροφὲς καὶ τυρί. Κατ’ αὐτὰ οἱ μοναχοὶ δὲν μιλοῦσαν μεταξὺ τοὺς καί, γι’ αὐτό, συνεννοοῦνταν μὲ νεύματα. Κάλυπταν δὲ τὰ πρόσωπά τους κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν μόνο τὴν τράπεζα. Ἡ ὁμοιόμορφη στολὴ τοὺς ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἐνδύματα: λινὸ χιτῶνα («λεβιτωνάριο»), ποὺ ἔφθανε λίγο κάτω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ ζωνόταν μὲ ζώνη, λευκὸ μαλλοφόρο ἔνδυμα αἰγὸς ἢ προβάτου («μηλωτή»), ἐπίσης ζωσμένο, ποὺ ἔφθανε ὡς τὰ γόνατα καὶ εἶχε τὴ μαλλοφόρο ὄψη πρὸς τὰ ἔξω, κωνοειδὲς κουκούλιο, ποὺ στὸ πίσω μέρος ἔφθανε ὡς τοὺς ὤμους, καὶ μικρὸ λινὸ ὠμοφόριο («μαφόριον» ἢ «μαφόριον»), ποὺ κάλυπτε συνήθως τὸν αὐχένα καὶ τοὺς ὤμους. Ὑποδήματα σπανίως χρησιμοποιοῦσαν.
Οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ κοιμοῦνταν καθήμενοι καὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο καὶ Κυριακή. Διαιροῦνταν σὲ εἴκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποία χαρακτηρίζονταν μὲ ἕνα γράμμα τῆς ἀλφαβήτου, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση καὶ τὸν τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκείνων ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν.
Πνεῦμα ὀργανωτικὸ καὶ ἀπαράμιλλος στὴν καθοδήγηση καὶ διακυβέρνηση προσώπων καὶ πραγμάτων, κατόρθωσε νὰ διατηρήσει μεταξὺ τοῦ πλήθους τῆς περὶ αὐτὸν ἀδελφότητας πειθαρχία καὶ ἀγάπη, φροντίζοντας ὡς φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικές τους ἀνάγκες, διὰ δὲ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του καὶ τοῦ παραδείγματός του νὰ τοὺς ἐνθερρύνει στὸν ἀγῶνα πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λόγω τῆς θεοσεβείας καὶ τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του ὁ Ὅσιος Παχώμιος προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας καὶ ἐπιτέλεσε πλεῖστα ὅσα θαύματα.
Τὸ 348 μ.Χ. περιποιούμενος ὁ ἴδιος τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀσθένησαν ἀπὸ πανώλη, ἀρρώστησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸν Ὅσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ἠγιασμένος (τιμᾶται 16 Μαΐου).
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποιμένος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταίς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθεῖς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας, νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλη, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναίς.
Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φωστὴρ φαεινός, ἐδείχθης ἐν τοὶς πέρασι τὴν ἔρημον δέ, ἐπόλισας τοὶς πλήθεσι, σεαυτὸν ἐσταύρωσας, τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὤμων ἀράμενος, καὶ ἀσκήσει τὸ σῶμα, κατέτηξας, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.
Από το βίο του άγίου Παχωμίου
Ο μέγας Παχώμιος χαιρόταν πολύ, διαπιστώνοντας ότι ο μαθητής του Θεόδωρος, ήταν σε όλα συνετός, και όχι μόνο δεν είχε την (ανώριμη) σκέψη αλλά στήριζε στην άσκηση και άλλους, τούς πιο αδύνατους.
Καθώς λοιπόν είχαν συνήθεια νά συγκεντρώνονται όλοι (οι μοναχοί) κάθε βράδυ σ' ένα σημείο της μονής και ν' ακούνε τη διδαχή του μεγάλου (Παχωμίου), (κάποια φορά), όταν όλοι είχαν μαζευτεί γι' αυτό, προστάζει εκείνος το Θεόδωρο - νέον, όπως είπαμε, όχι πάνω από είκοσι χρόνων - νά κηρύξει στους αδελφούς το λόγο του Θεού. Κι αυτός αμέσως, χωρίς καμιά αντιλογία ή παρακοή, άνοιξε το στόμα του και τούς είπε πολλά ωφέλιμα.
Μερικοί όμως από τούς γεροντότερους, βλέποντας αυτό το πράγμα, δεν θέλησαν νά Τον ακούσουν. "Θα μας διδάξει αυτός ο αρχάριος;", είπαν μεταξύ τους. "Δεν θα Τον ακούσουμε!". Άφησαν λοιπόν τη σύναξη κι έφυγαν ο καθένας για το κελί του.
Όταν τέλειωσε ή διδασκαλία, ο μέγας (Παχώμιος) έστειλε και τούς κάλεσε. και μόλις ήρθαν, τούς ρώτησε:
Για ποίο λόγο αφήσατε το κήρυγμα και φύγατε για τα κελιά σας;
Καλά, αποκρίθηκαν, έβαλες ένα παιδί νά κάνει το δάσκαλο σε τόσους γέροντες, πού πέρασαν μια ζωή μέσα στο μοναστήρι; Όταν τούς άκουσε (ο όσιος), σκυθρώπιασε και αναστέναξε βαθιά.
Ξέρετε, είπε, από που άρχισαν να μπαίνουν τα κακά στον κόσμο;
Από πού; ρώτησαν εκείνοι. Από την υπερηφάνεια!
Εξαιτίας της «εξέπεσαν εκ τού ουρανού ο εωσφόρος, ο πρωί ανατέλλων» και «συνετρίβη εις την γην» (Ήσ. 14:12). Εξαιτίας της κατοίκησε μαζί με τα θηρία και ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (Δαν. 4:25-30). Η μήπως δεν ακούσατε τι λέει ή Γραφή, ότι «ακάθαρτος παρά Θεώ πας ύψηλοκάρδιος» (Παροιμ. 16:5), και ότι «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14:11);
Επειδή λοιπόν δεν τα λογαριάσατε αυτά, νικηθήκατε από το διάβολο και χάσατε όλη σας την αρετή γιατί ή υπερηφάνεια είναι μητέρα και αρχή όλων των κακών.
Φεύγοντας, Δεν απομακρυνθήκατε από το Θεόδωρο, αλλά χωριστήκατε από το Άγιο Πνεύμα, καθώς στερηθήκατε το λόγο του Θεού. Είστε πραγματικά αξιολύπητοι. πως Δεν καταλάβατε, ότι ο σατανάς ήταν πού σας παρακίνησε νά φτάσετε σ' αυτό (το κατάντημα); "Ω, τι παράδοξο! Ο Θεός «εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλιπ. 2:8) για μας, κι εμείς, αν και από τη φύση μας ταπεινοί, έχουμε έπαρση! Ο από τη φύση Του υψηλός και άπειρος, πού με το βλέμμα του και μόνο μπορεί νά κατακάψει τα πάντα, έσωσε τον κόσμο με την ταπείνωση. Κι εμείς, πού είμαστε χώμα και στάχτη και ακόμα πιο τιποτένιοι από αυτά, φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, αγνοώντας ότι καταποντιζόμαστε έτσι στα κατάβαθα της γης. Δεν είδατε εμένα, με πόση προσοχή παρακολουθούσα (την ομιλία του Θεοδώρου); Σας βεβαιώνω, ότι εγώ πάρα πολύ ωφελήθηκα πού τον άκουσα. Γιατί δεν του επέτρεψα νά σας κηρύξει για νά σας δοκιμάσω, αλλά γιατί ήθελα κι εγώ ο ίδιος νά ωφεληθώ. Πόσο περισσότερο λοιπόν εσείς έπρεπε νά τον ακούσετε με πολλή ταπεινοφροσύνη; 'Αλήθεια σας λέω, ότι εγώ, ο εν Κυρίω πνευματικός πατέρας σας, ήμουν κρεμασμένος άπ' το στόμα του, σαν νά μη γνώριζα τη δεξιά και την αριστερή (στράτα). Σας λέω λοιπόν ενώπιον του Θεού, ότι, αν δεν δείξετε πολύ μεγάλη μετάνοια γι' αυτό το σφάλμα σας, ώστε νά σας συγχωρηθεί ή πτώση, θα χάσετε την ψυχή σας και τούτο γιατί, μετά από αυτή την τόσο κακή αρχή, δεν θα σταματήσετε, ώσπου νά φτάσετε στην έσχατη απόφαση της καταδίκης σας.
Με αυτά τα λόγια τούς νουθετούσε (ο όσιος) καυτηριάζοντας αρκετά το πάθος της υπερηφάνειας, κι έτσι γιάτρεψε αποτελεσματικά την (πνευματική) αρρώστια τους. Γιατί ήταν και σκληρός, οπότε χρειαζόταν, άλλά και ήπιος πάλι, όταν το καλούσε ή περίσταση, άλλοτε ελέγχοντας και άλλοτε παρακινώντας προς το αγαθό εκείνους πού αμάρταναν.
Πηγή: http://www.gerontas.com
Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009
Καθαρισμὸς τῆς καρδίας

Τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀπασχόλησί μας μὲ τὸν πνευματικὸ νόμο. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ ἀρνηθήκαμε τὸν κόσμο καὶ ἐγκαταλείψαμε τὸν οἰκογενειακὸ βίο, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἁμαρτωλός. Τὸν ἐγκαταλείψαμε, ἐπειδὴ θελήσαμε νὰ ἐκφράσωμε μὲ ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Θεό, τηροῦντες ἔτσι μὲ ἀκρίβεια τὴν πρώτη ἐντολή. Κληθέντες ἀπὸ τὸν Θεό, ἀκολουθήσαμε τὴν φωνή Του γιὰ νὰ ἐφαρμόσωμε αὐτὴ τὴν ἐντολή. Καὶ γιὰ νὰ εὕρωμε τὸν κατάλληλο χρόνο, τὸν ἀπερίσπαστο μᾶλλον, ἐβγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ ἀρνηθήκαμε τοὺς οἰκογενεῖς μας, ἀσχολούμενοι λεπτομερῶς μὲ τὴν ἐσωστρέφεια, ἐλέγχοντες τὰ νοήματα τῶν πραγμάτων. Καὶ αὐτὸ τὸν τρόπο, νὰ ἠμπορέσωμε νὰ νικήσωμε ὄχι μόνο τὴν πρακτικὴ μορφὴ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀφανίσωμε ἀπὸ τὴν γέννησί της. Ὄχι μόνο νὰ μὴν ἁμαρτάνωμε πρακτικά, ἀλλὰ οὔτε κατὰ διάνοια νὰ ἔχωμε συνεργασία μὲ τὸ κακό. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο φθάναμε στὸν μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου: «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Ὁ Ἰησοῦς μᾶς ἀνέφερε ὅτι: «Τὰ ἔξωθεν εἰσερχόμενα οὐ κοινοῦσι τὸν ἄνθρωπο», δηλαδὴ δὲν τὸν μολύνουν.
Ἐκεῖνα ποὺ ἐξέρχονται ἀπὸ μέσα τὸν κάνουν ἀκάθαρτο. «Ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18). Αὐτὰ εἶναι τὰ περισσεύματα τῆς ἀκαθάρτου καρδίας τὰ ὁποῖα κινούμενα ἀπὸ μέσα πρὸς τὸ ἔξω, δημιουργοῦν τὸ σῶμα τῆς περιεκτικῆς κακοηθείας. Καὶ τότε καταρακώνεται ἡ ἐλευθερία τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀπὸ εὐγενὴς καὶ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» πλασμένος ποὺ εἶναι, γίνεται πονηρὸς καὶ διεφθαρμένος. Ἐπειδὴ μετέχομε καὶ ἐμεῖς αὐτῆς τῆς ἀρρωστημένης καταστάσεως, ἐξήλθαμε ἀπὸ τὸν κόσμο ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο. Κόσμο ὅταν λέμε δὲν ἐννοοῦμε τοὺς ἀνθρώπους. Κόσμος εἶναι τὸ σύστημα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κατὰ τὸν Παῦλο εἶναι τὰ πάθη καὶ οἱ ἐπιθυμίες. Καὶ κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, ἡ «ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου», ἡ ἀφροσύνη καὶ γενικὰ ἡ ματαιοφροσύνη. Εὑρισκόμενοι τώρα ἐδῶ, προσέχαμε ἀκριβῶς στὸ νὰ γίνωμε «καθαροὶ τῇ καρδίᾳ», γιατὶ μονὸ ἔτσι θὰ ἴδωμε τὸν Θεό, ὅσο ἐπιτρέπεται βέβαια στὴν ἀνθρώπινη φύσι νὰ ἔχῃ ἐμπειρία τῆς ὁράσεως τοῦ Θεοῦ. Τὸ θέμα τῆς παλιγγενεσίας δὲν εἶναι ἡ μεταφορὰ τῶν ἀνθρώπων εἰς ἕνα εὐδαιμονισμό. Αὐτὰ τὰ παραδέχονται οἱ ξένες ὁμολογίες: Ὁ ἄνθρωπος μετὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ Λόγου, δὲν μεταφέρεται εἰς ἕνα εὐδαιμονισμό, οὔτε ἐπανέρχεται ἀπὸ μία ἐξορία σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Αὐτὰ δὲν εἶναι τῆς Ἐκκλησίας μας γεννήματα, ἀλλὰ πεπλανημένες ἰδέες.
Ἡ κένωσι τοῦ Θεοῦ Λόγου, μετέφερε στὴν ἀνθρώπινη φύσι τὴν θέωσι. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μεταφέρεται διὰ τῆς Χάριτος - ἐὰν ἀρχίσει ἀπὸ ἐδῶ νὰ πειθαρχῇ στὸ Θεῖο θέλημα- ὑποστατικὰ στὴν ἕνωσί του μὲ τὸν Θεό. Ὅπως μετέχει τὸ θετὸ παιδὶ στὴν περιουσία, στὸ ὄνομα καὶ στὴν προσωπικότητα τοῦ πατέρα του, ἐνῷ δὲν εἶναι φυσικὸ παιδί, ἔτσι καὶ ἐμεῖς. Ἂν καὶ δὲν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ τὴν υἱοθεσία ὅμως ἀπεκτήσαμε τὴν ἴδια θέσι, ποὺ ἔχει ἕνα φυσικὸ παιδί. Αὐτὸ γιὰ μᾶς λέγεται θεανθρωπισμός.
Αὐτὸ μᾶς ἔφερε στὴ γῆ ὁ Θεὸς Λόγος. Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος: «Ἐγὼ πάτερ, ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί» καὶ «τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς», καὶ ἄλλου «Θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κακεῖνοι ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμήν», καὶ πάλι «ὑμεῖς φίλοι μου ἔστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους». Καὶ ὅταν τοῦ ἐζήτησαν νὰ τοὺς μάθη νὰ προσεύχονται, κατ᾿ εὐθεῖαν τοὺς εἶπε: «Πάτερ, ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Γιὰ νὰ ἐπιτευχθῆ ὅμως αὐτὸ καὶ νὰ εἰσέλθωμε στοὺς κόλπους τῆς υἱοθεσίας, πρέπει νὰ προσέξωμε, ὄχι μόνο νὰ μὴν ἁμαρτάνωμε, ἀλλὰ νὰ κτυπήσωμε τὴν ρίζα τῆς ἁμαρτωλότητος, ὥστε καὶ μέσα στὴν διάνοιά μας νὰ μὴν ἔχῃ θέσι. Ὅταν καθαρίση ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τῶν παθῶν, ποὺ εἶναι ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ἔρχεται τότε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ κατοικεῖ. Προσέξετε πῶς ὁ Ἰησοῦς μας τὸ ἀναφέρει. «Ἐὰν τὶς ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ Αὐτῷ ποιήσομεν». Κοιτάξετε τί λέει, «μονήν»· δὲν λέει ὅτι θὰ ἔλθωμε νὰ σᾶς ἐπισκεφθοῦμε, ὅπως κάνομε ἐμεῖς μιὰ ἐπίσκεψι, ἀλλὰ λέει ὅτι θὰ κάνωμε διαμονή. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεανθρωπισμός.
Ἡ ἀπαλλαγή μας ὅμως ἀπὸ τὴν ἁμαρτία δὲν γίνεται αὐτομάτως ἀλλὰ σταδιακά, ὅπως γίνεται ἡ σωματικὴ αὔξησι. Μὲ τὴν ἐμμονή μας, σιγὰ-σιγὰ ἐπιτελεῖται διὰ τῆς Χάριτος μυστηριωδῶς ἡ κάθαρσι τῆς καρδιᾶς. Καθαρίζῃ πρῶτα ὁ νοῦς καὶ φωτίζεται, καὶ ἔτσι συλλαμβάνει καλὰ τὰ νοήματα καὶ δὲν πλανᾶται. Μετὰ τὴν σωστὴ χρῆσι τῶν νοημάτων καὶ τὴν τήρησι τῆς ἀκριβείας τῶν ἐντολῶν, καθαρίζεται καὶ ἡ καρδιά. Τότε εἰσέρχεται ἡ Θεία Χάρις μόνιμα καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἀληθινὰ θεοφόρο. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐνῷ εἶναι ζωντανός, μεταφέρθη «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωή». Αὐτὸ εἶναι ὁ ἁγιασμός. Τότε εἰς αὐτὸν δὲν λειτουργοῦν οἱ φυσικοὶ νόμοι. Κοινωνεῖ μόνιμα μὲ τὴν θεία Χάρι καὶ εἰσέρχεται στὸ ὑπὲρ φύσι, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ διορατικὸ ἢ τὸ προφητικὸ χάρισμα. Δὲν φοβᾶται τὶς ἀσθένειες, τοὺς κινδύνους, διότι μεταφερόμενος στὴ θέσι τῆς υἱοθεσίας τὸν σκεπάζει ἡ θεία Χάρις· καὶ ὅταν κάποτε θὰ φύγη ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, θὰ κερδίση τὶς ἄξιες τῶν ἐπαγγελιῶν, ποὺ μᾶς ὑπεσχέθη ὁ Χριστός μας.
Καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ἂν εἶστε λίγο προσεκτικοί, θὰ αἰσθανθῆτε περισσότερο τὴν ἐπίδρασι τῆς Χάριτος, διότι ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Γέροντάς μας, ὁ Χριστὸς χαρίζει πλουσιότερα τὰ δῶρα Του στὶς μεγάλες ἑορτές, σὰν μία ἰδιαίτερη εὐλογία. Ἀλλὰ ὑπάρχει λόγος στὸ νὰ μὴν εἴμεθα καὶ νὰ μὴν γίνωμε προσεκτικοί; Ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ στόχου μας! Πῶς νὰ μὴν γίνωμε εὐλαβεῖς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοὶ λάτρεις τοῦ Χριστοῦ μας, ὁ ὁποῖος πιστεύομε ὅτι μᾶς ἐκάλεσε ἀφοῦ μᾶς προώρισε καὶ μᾶς ἐδικαίωσε καὶ ἀπομένει μόνο ἡ ἐλεημοσύνη Του νὰ μᾶς δοξάση στὴν ἐσχάτη ἐκείνη ὥρα, ὅταν θὰ φύγωμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό;
Καὶ νὰ τώρα θὰ εἰσέλθωμε στὰ «ταμεῖα» μας, καὶ ἀποκλείομε τὴν θύρα μας καὶ προσευχόμεθα καὶ ἐξομολογούμεθα καὶ προσπίπτομε στὸν Χριστό μας καὶ μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδία καὶ διάνοια καὶ θέλησι καὶ πρόθεσι καὶ δρᾶσι ἀποδίδαμε τὰς εὐχάς μας ἐνώπιόν Του, ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ στοὺς ἁμαρτωλούς. Μὲ πραότητα, μὲ ταπείνωσι καὶ καλοσύνη νὰ προσπίπτετε μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Εἶναι ὁ μυστικότερος τρόπος τῆς μεταβολῆς τοῦ χαρακτῆρος, ποὺ προκαλεῖ τὶς πνευματικὲς ἐξάρσεις καὶ ἀλλοιώσεις: «Αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». Ἀλλοίωσιμεταβάλλει σὲ πνευματικὸ ὅν, ποὺ τὸ περιτριγυρίζουν καὶ ἐπιθυμοῦν οἱ Ἄγγελοι νὰ παρακύψουν. Βλέπουν τὶς καλὲς αὐτὲς διάνοιες, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ξεπεράσουν τὸν νόμο τῆς βαρύτητας καὶ νὰ μεταφερθοῦν στὸ ὑπερουράνιο θυσιαστήριο, ἐκεῖ ὅπου «πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Χριστός, εἰς τὰ Ἅγια αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος» (Ἑβρ. 9,12). ποὺ μεταβάλλει τὸν πήλινο ἄνθρωπο, τὸν ἁμαρτωλό, τὸν περικείμενο τοὺς δερμάτινους χιτῶνας. Τὸν
Ὅσα δὲν ἀφοροῦν τὸν οὐρανό, ξεχάστε τα. Ἐκεῖ εἶναι τὸ πολίτευμά μας. Ἐκεῖ μᾶς ἀναμένει ὁ Ἰησοῦς μας. «Ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν,ἵνα ὁποὺ εἰμὶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς ἦτε». Ποιὰ καρδιά, αἰσθανόμενη αὐτὰ τὰ ρήματα, δὲν θὰ ραγίση, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι ἀπὸ γρανίτη κατασκευασμένη; Ἡ ἀνερμήνευτος παναγάπη Του δὲν ἐτελείωσε μὲ τὴν θεία Του κένωσι καὶ τὴν παραμονή Του μαζί μας στὴν γῆ αὐτή, ὅπου ἐνεδύθη τὴν ἰδική μας ταπείνωσι καὶ πτωχεία. Ἀλλὰ καὶ στοὺς πατρῴους κόλπους ἀναπαυόμενος «ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ Αὐτοῦ», πάλι μᾶς ἐνθυμεῖται καὶ «οὐκ ἐάσει ἡμᾶς ὀρφανοὺς πώποτε, ἀλλά, μεθ᾿ ἡμῶν ἐστὶ πάσας τὰς ἡμέρας».
Ὅλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινεῖστε μὲ ἅμιλλα πνευματική, νὰ φιλοδοξῆτε νὰ πέραση ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἀξιέπαινο. «Αὕτη ἡ γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον».
ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009
Ποιός μας δίνει μαρτυρία ότι υπάρχει Θεός.
Κι εσύ και η γερόντισσα μητέρα σου είστε αφιερωμένες στην ορθόδοξη πίστη. Από τότε που αρχίσατε να εκπληρώνετε τις εντολές της νηστείας, της προσευχής, της ελεημοσύνης και της Μετάληψης, από τότε τα μυστικά της αλήθειας όλο και περισσότερο σας αποκαλύπτονται. Πράγματι αυτός είναι ο ορθός δρόμος: μέσω της εξάσκησης του γνωστού φθάνουμε στο άγνωστο. Κατά τη σιωπηλή και μακροχρόνια προσευχή η αλήθεια εμφανίζεται. Όμως η καρδιά σου φλέγεται από την επιθυμία, ώστε και πολλούς άλλους να κατευθύνεις στην οδό της αλήθειας. Αλλά οι άνθρωποι είναι άνθρωποι: σε κάποιον ο νους είναι σκοτισμένος από τα ψέματα, σ’ άλλον η καρδιά πετρωμένη από τα πάθη, και δεν γίνεται εύκολα. Χρειάζεται πολύς καθαρισμός και μεγάλοι αγιασμοί και επταπλάσιες νίψεις στον Ιορδάνη. Έτσι ενας εργάτης από το Βανάτι σ΄ εξέπληξε με την ερώτηση: «Ποιος μαρτυρεί ότι υπάρχει ο Θεός;» Και εσύ παραξενεύεσαι, τι να του απαντήσεις. Πρώτα προσευχήσου στον Θεό γι’ αυτόν, και μετά απάντησε του ως έξης:
Μαρτυρεί το χόρτο. Εάν αναζητάς, αδελφέ, μάρτυρα κάτω από τα πόδια σου, σου μαρτυρεί το πράσινο χόρτο, του οποίου η γενεαλογία φθάνει μέχρι εκείνη την ήμερα και τη στιγμή που ακούστηκε ο λόγος του Δημιουργού: «Βλαστησάτω η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ’ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτώ κατά γένος επί της γης» (Γεν. 1,11).
Μαρτυρεί ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια. Εάν αναζητάς, αδελφέ, μάρτυρες πάνω από το κεφάλι σου, σου μαρτυρεί ο διάπυρος ήλιος, το παράξενο φεγγάρι και σμήνος από αστέρια. Πήγαινε μέχρι όπου θες ψάχνοντας τη γενεαλογία τους, δεν θα βρεις το τέλος μέχρι να φτάσεις έως εκείνη την ημέρα και στιγμή, όταν πάνω από το σκοτάδι και το χάος ήχησε ο λόγος του Θεού: «Γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης … τους δύο φωστήρας τους μεγάλους … και τους αστέρας» (Γεν. 1,14 και 16)!
Μαρτυρεί η θάλασσα και ο αέρας. Εάν αναζητάς, αδελφέ , μάρτυρα γύρω σου στο μάκρος και στο πλάτος και στο βάθος, σου μαρτυρεί η θάλασσα και ο αέρας και το όρος και το δάσος, οι σωροί χώματος των μυρμηγκιών και η κηρήθρα των μελισσών και ό,τι ζει στη θάλασσα και στον αέρα και στα όρη και στα δάση και μέσα στους σωρούς χώματος και στα κελιά. Πήγαινε προς τα πίσω στη γενεαλογία τους, μην στρίβεις ούτε αριστερά ούτε δεξιά -όμως μην ρωτάς οποιονδήποτε για τον δρόμο- και θα πρέπει να φτάσεις έως εκείνη την εορταστική στιγμή, στην οποία ξεχύθηκε από τον ουρανό η φωνή της αγάπης: να γίνει, να γίνει, να γίνει! «Και εγένετο ούτως» (Γεν. κεφ. 1).
Μαρτυρεί το βόδι και το γαϊδούρι, κατά τον λόγο του προφήτη ο όποιος κραυγάζει: «Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού» (Ησ. 1,3).
Πές μου, αδελφέ, ποιά ύλη κάτω από τους ουρανούς δεν μαρτυρεί περί Θεού. Σου δίνω εκατό έτη χρόνο, για να ταλαιπωριέσαι μ’ αυτή τη μάταιη ταλαιπωρία και να ψάχνεις έστω κι ένα μοναδικό χορταράκι, το όποιο να μην μαρτυρεί περί του μεγαλειώδους όντος του Δημιουργού του. Όμως για να σου συντομέψω τούτη την προθεσμία και για να σε βοηθήσω να βρεις ποιος δεν μαρτυρεί περί του Θεού θα στο αποκαλύψω: μόνο και μόνοι σ’ ολόκληρη την οικουμένη οι διεστραμμένοι άνθρωποι.
Μαρτυρεί η τάξη και το μέτρο και ο αριθμός και η θεϊκή αρμονία όλης της δημιουργίας. Μαρτυρεί ο νους και η συνείδηση όλων των άγιων και δικαίων ψυχών. Όμως, πάνω απ’ όλους και απ΄ όλα πάντα μαρτυρεί ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, στον όποιο ο μεγάλος και αιώνιος Θεός φανερώθηκε εν σώματι ως άνθρωπος, επισκέφθηκε το ανθρώπινο γένος, ανακοίνωσε τα μυστικά, έδειξε την οδό, άνοιξε τον Παράδεισο. Εάν κάποιος θέλει και με τα μάτια του να δει τον Θεό και με τα αυτιά να Τον ακούσει -όντως και αύτη την επιθυμία εκπλήρωσε ό Δημιουργός στους ανθρώπους- ας κοιτάξει τον Ιησού Χριστό. Και θα δει και θα ακούσει, και θα ζωντανέψει με νέα ζωή.
Έτσι μπορείς να απαντήσεις σ΄ εκείνη τη φτωχή ψυχή, η όποια διψασμένα ψάχνει τον Θεό και επιθυμεί να Τον δει και να Τον ακούσει. Όμως αυτό δεν είναι το μόνο που μπορεί να λεχθεί. Αυτό είναι μόνο ένα δεμάτι στον πελώριο αγρό του Θεού, στον όποιο ό,τι μεγαλώνει μαρτυρεί περί του Δημιουργού του. Και για τίποτα άλλο δεν μεγαλώνει παρά για να δείξει τη μαρτυρία του και να φύγει! Ενώ εσύ, κύρη, συνέχισε να δυναμώνεις στην αρετή σου. Και μην κοιτάς ούτε αριστερά ούτε δεξιά εκτός από την οδό της σωτηρίας. Σε λίγο πρέπει να πεθαίνουμε. Και εκεί, υστέρα από τον θάνατο, μας περιμένει η Κρίση του Θεού για το πως εμείς, ως οι πιο κοντινοί του Θεού, μαρτυρούσαμε τα περί Θεού. Και στη Δίκη υπάρχουν δυο στρατιές των ανθρώπων: η μία στη δεξιά πλευρά του Κυρίου της δόξας, η οποία σ’ αυτή τη ζωή δεν ντράπηκε για τον Χριστό, και η άλλη στην αριστερή πλευρά Του, η οποία σ’ αυτήν τη ζωή «εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ» (Μάρκ. 8,38) ντράπηκε για τον Χριστό.
Ειρήνη σε σένα και ευλογία του Θεού.
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009
"Δίψα Θεού" του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη
Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ. Πώς να μη σε ζητώ; Εσύ με ζήτησες πρώτος και μου έδωσες να γευθώ τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος, και η ψυχή μου Σε αγάπησε έως τέλους.
Τον πρώτο χρόνο της ζωής μου στο Μοναστήρι, γνώρισε η ψυχή μου τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Πολύ μας αγαπά ο Κύριος∙ αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα που μου έδωσε ο Κύριος κατά το μέγα Του έλεος. Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο, και γράφω την αλήθεια για χάρη του λαού.
Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ. Πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε ότι υπάρχει το Άγιο Πνεύμα ∙ το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν τον Θεό.
Η χάρη του Θεού δίνει δύναμη για να αγαπάς τον Αγαπημένο. Τότε η ψυχή μου έλκεται αδιάκοπα προς την προσευχή και δεν μπορεί να λησμονήσει τον Κύριο ούτε για ένα δευτερόλεπτο.
Τι να σου ανταποδώσω Κύριε ή ποιον ύμνο να Σου προσφέρω; Εσύ δίνεις τη χάρη Σου, για να φλέγεται αδιάλειπτα η ψυχή από αγάπη και δεν βρίσκει πια ανάπαυση ούτε νύχτα ούτε ημέρα από τη θεϊκή αγάπη.
Νοσταλγεί η ψυχή μου τον Θεό και προσεύχεται ημέρα και νύχτα, γιατί το όνομα του Κυρίου είναι γλυκό και πολυπόθητο για την ψυχή που προσεύχεται και την προσελκύει στην αγάπη του Θεού.
Έζησα πολύ καιρό στη γη και άκουσα και είδα πολλά. Η ψυχή ζει πολύ στη γη και αγαπά τα γήινα κάλλη. Αγαπά τον ουρανό και τον ήλιο, αγαπά τους όμορφους κήπους, τη θάλασσα και τα ποτάμια, τα δάση και τα λιβάδια. Αγαπά ακόμη η ψυχή και τη μουσική και όλα αυτά τα επίγεια την ευφραίνουν.
Όταν, όμως, γνωρίσει τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τότε δεν θέλει πια να βλέπει τα επίγεια. Είδα επίγειους βασιλείς στη δόξα τους και πολύ το εκτιμούσα. Όταν, όμως, η ψυχή γνωρίσει τον Κύριο, λίγο θα ενδιαφέρεται για όλη τη δόξα των βασιλέων. Τότε η ψυχή διψά τον Κύριο και ποθεί αχόρταγα νύχτα και ημέρα να δει τον Αόρατο, να ψηλαφήσει τον Αψηλάφητο.
Γνωρίζω, Κύριε, πως αγαπάς το λαό Σου, αλλά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν την αγάπη Σου και θορυβούνται όλοι οι λαοί της γης και οι σκέψεις τους είναι σαν τα σύννεφα που τα παρασύρει ο άνεμος σε όλα τα μέρη.
Οι άνθρωποι έχουν λησμονήσει Εσένα, τον Δημιουργό τους, και ζητούν την ελευθερία τους, χωρίς να εννοούν ότι Εσύ είσαι Ελεήμων, αγαπάς, όσους μετανοούν, και τους δίνεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Όταν η ψυχή γνωρίσει εν Αγίω Πνεύματι τον Κύριο, τότε από τη χαρά της λησμονεί τον ήλιο και όλη την κτίση και παύει να ενδιαφέρεται για την επίγεια γνώση.Ο Κύριος μας έδωσε το Άγιο Πνεύμα και μάθαμε το άσμα του Κυρίου και από τη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού λησμονούμε τα επίγεια. Η αγάπη του Θεού Κυρίου είναι φλογερή και σβήνει τη μνήμη της γης.
Όποιος την έζησε, αυτός την αναζητεί ακούραστα , ημέρα και νύχτα, και έλκεται από αυτήν. Απομακρυνόμαστε από την αγάπη με την υπερηφάνεια και την κενοδοξία, με την αντιπάθεια για τον αδελφό ή το φθόνο, με την κατάκριση του αδελφού. Μας εγκαταλείπει, όταν έχουμε εμπαθείς σκέψεις, όταν προσηλωνόμαστε στα γήινα. Για όλα αυτά απομακρύνεται η χάρη και έρημη η ψυχή πλήττει και ποθεί με πόνο τον Θεό, όπως έπληττε και ο Αδάμ ο πατέρας μας μετά την έξωσή του από τον παράδεισο και φώναζε με δάκρυα προς τον Θεό: «Σε νοσταλγεί η ψυχή μου, Κύριε, και με δάκρυα Σε ζητώ. Το ιλαρό και πράο βλέμμα Σου αιχμαλώτισε την ψυχή μου και το πνεύμα μου ευφραινόταν μέσα στον παράδεισο, όπου έβλεπα το πρόσωπό Σου».
Οι άνθρωποι αγνοούν τη δύναμη της θεϊκής ταπεινώσεως του
Χριστού και γι’ αυτό ελκύονται από τα γήινα. Αλλά δεν μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος τη δύναμη αυτών των λόγων χωρίς το Άγιο Πνεύμα. Και όποιος τη γνώρισε αυτός δεν θα εγκαταλείψει την επιστήμη αυτή, έστω και αν του χάριζαν όλα τα βασίλεια του κόσμου.
Η ψυχή μοιάζει με τη νύμφη και ο Κύριος με Νυμφίο. Και αγαπούν ο ένας τον άλλο και ποθούν ο ένας τον άλλο. Ο Κύριος με την αγάπη Του ποθεί την ψυχή και λυπάται, αν δεν αναπαύεται σε αυτή το Άγιο Πνεύμα. Και η ψυχή που γνώρισε τον Κύριο ποθεί Αυτόν, γιατί σε Αυτόν κρύβεται η ζωή και η χαρά της.
Πολλοί πρίγκιπες και άρχοντες, όταν γνώρισαν την αγάπη του Θεού εγκατέλειψαν τους θρόνους τους. Και αυτό είναι ευνόητο, γιατί η αγάπη του Θεού είναι φλογερή.
Γλυκαίνει την ψυχή με τη χάρη του Αγ. Πνεύματος ως το σημείο που να δακρύζει, και τίποτε επίγειο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της.
Όποιος γνώρισε τον Θεό με το Άγιο Πνεύμα, εκείνος λησμονεί τη γη, σαν να μην υπάρχει, αλλά μετά την προσευχή ανοίγει τα μάτια του και πάλι την ξαναβλέπει.
Κύριε ελεήμον, φώτισέ μας με τη χάρη Σου και αυτή θα θερμάνει τις καρδιές μας, για να Σε αγαπούμε.