
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
Συμβουλές σ' ένα νέο

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009
Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης που ήταν συγγενής της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Πολύ νωρίς έγινε μαθητής του Ιωάννου Προδρόμου ενώ παράλληλα εργαζόταν και στην τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο.
Κάποια μέρα λοιπόν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάδιζε αργά στις όχθες του Ιορδάνου διδάσκοντας τον λαό την μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη. Μαζί του ήσαν και δύο από τους μαθητές του, ο αδελφός του Πέτρου, και ο Ιωάννης. Καθώς ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τον Ιησούν Χριστόν παράξενα ακούγονται τα λόγια του: «Ίδε ο αμνός του Θεού».
Η καρδιά των δύο μαθητών σκιρτά στο άκουσμα των λόγων αυτών. Μήπως είναι ο Μεσσίας που περιμένουν;...
Μόλις τον βλέπουν ν' απομακρύνεται τον ακολουθούν με κάποια προσμονή και ελπίδα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας τον πόθο τους να τον πλησιάσουν στρέφεται και τους ρωτά:
-Τι ζητείται;
-Ραββί, που μένεις; του απαντούν.
-Έρχεσθε και ίδετε. Ελάτε να διαπιστώσετε μόνοι σας. Ήλθαν λοιπόν και έμειναν κοντά του όλο εκείνο το ευτυχισμένο απόγευμα...
Ύστερα από λίγες μέρες καθώς τακτοποιούσαν και ετοίμαζαν τα δίχτυα ο Ιωάννης με τον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο, βλέπει και πάλι τον Ιησούν να τον πλησιάζη. Η καρδιά του και πάλι σκυρτά στο αντίκρυσμα του θεϊκού εκείνου προσώπου και περιμένει ν' ακούση κάτι πολύ σημαντικό από το στόμα του Διδασκάλου.
Πράγματι, ο λόγος του τους καλεί να τον ακολουθήσουν και οι δύο αδελφοί στον ιερό και ύψιστον έργον του. Και αυτοί, χωρίς να υπολογίσουν τα καΐκια και τα δίχτυα, περιουσία και τον πατέρα που θα άφηναν μόνο του στην εργασία, τα εγκαταλείπουν όλα και τον ακολουθούν.
Από τη μέρα εκείνη ο σύνδεσμος του Ιωάννου με τον Ιησούν γίνεται βαθύς, άρρηκτος, ισόβιος. Εκείνος ο αγαπημένος διδάσκαλος και αυτός ο αγαπημένος, ο κατ' εξοχήν αγαπημένος μαθητής του. Τον ακολουθεί καθ' όλη τη διάρκεια της δημοσίας ζωής του επί τρία χρόνια. Όταν ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να μεταμορθωθή, ανέβηκε μαζί και αυτός ο αγαπημένος μαθητής μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και είδε εκεί την Μεταμόρφωσι του Θεού Λόγου και την φωνή του Θεού Πατρός που έλεγε: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα αυτού ακούετε».
Επίσης κατά τον Μυστικόν Δείπνον εκάθισε κοντά στον αγαπημένο του Διδάσκαλο και όταν έμαθαν οι μαθηταί ότι κάποιος απ' αυτούς θα τον προδώση, αυτός έπεσε πάνω στο στήθος του Ιησού και τον ερώτησε:
- Κύριε, ποιος είναι αυτός που θα σε προδώση;
Όταν πάλι έπιασαν τον Χριστόν οι Ιουδαίοι αυτός τον ακολούθησε και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως σαν γνωστός του και κοντά σ' αυτόν μπήκε και ο Πέτρος.
Όταν τέλος εσταυρώθη ο Κύριος αυτός ήτο παρών κοντά στον Σταυρό εκείνες τις στιγμές, ενώ όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, ο Διδάσκαλος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την μητέρα του απευθυνόμενος στοργικά της λέει: «Γύναι, ιδού ο υιός σου», γυρίζοντας κατόπιν προς τον Ιωάννην του λέγει: «Ιδού η μήτηρ σου». Τι άλλο μπορεί να υπάρξη πιο μεγάλη ευτυχία από τον λόγον αυτόν;
Από την ώρα εκείνη λοιπόν, επήρε, όπως ήταν άξιο και πρέπον, στο σπίτι του την Μητέρα και Παρθένον, αυτός που ήταν κατά το σώμα και την ψυχήν Παρθένος. Και όταν ανεστήθη ο Κύριος, αυτός αφού πρόλαβε τον Κορυφαίον Πέτρον και αφού έσκυψε πρώτος στον τάφο, είδε τα εντάφια και τον Χριστόν που ποθούσε. Δέχεται απ' Αυτόν το ζωογόνον φύσημα και προβάλλεται της Οικουμένης όλης Απόστολος. Αυτός είδε τον Κύριον όταν ανελήφθη.
Αυτός έπειτα εδέχθη την επιφοίτησιν του Παρακλήτου εν είδει πυρίνων γλωσσών μαζί με τους άλλους συμμαθητάς κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Αυτός τέλος και μέχρι την Κοίμησιν της Θεοτόκου έμεινε στα Ιεροσόλυμα, υπηρετώντας αυτήν σ' όλες τις ανάγκες.
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Ύστερα από την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτον, έπεσε ο κλήρος ο Ιωάννης να έλθη στην Μικρά Ασία, που ήταν γεμάτη από είδωλα και ολόκληρη ήταν αφημένη στην ειδωλολατρική πλάνη.
Για το πράγμα αυτό λυπήθηκε ο Απόστολος και επειδή σαν άνθρωπος τον έπιασε αγωνία και δεν ήλπισε καθόλου στην ανίκητη δύναμη του Θεού, έπεσε κατά παραχώρησιν Θεού σε πειρασμό, ώστε να συγχωρεθη με τον πειρασμό το ανθρώπινο σφάλμα του. Διότι οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες στην αρετή πρέπει να φυλάγουν την ακρίβεια και στα μικρότερα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορον την τρικυμία και το ναυάγιο που επρόκειτο να υποστούν και ότι μόνον ο Ιωάννης επρόκειτο να πειρασθή στην θάλασσα για σαράντα ημέρες.
Αφού λοιπόν έγινε η τρικυμία, όπως το προείπε ο Απόστολος, τα κύματα της θαλάσσης έβγαλαν τον Πρόχορον στην Σελεύκειαν. Εκεί κατασυκοφαντήθηκε ότι είναι μάγος και ότι πήρε χρήματα από το πλοίο που ναυάγησε και τα ξοδεύει. Από την Σελεύκεια επήγε σ' έναν τόπο της Ασίας που λέγεται Μαρμαρεώτης σε διάστημα σαράντα ημερών.
Όταν πήγε ευρήκε τον δάσκαλο του Ιωάννη που τον είχε βγάλει εκεί η θάλασσα. Δόξασαν λοιπόν και οι δύο τον Θεόν που τους εγλύτωσε και τον ευχαρίστησαν.
ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟ.
ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ.
Έπειτα πήγαν και οι δύο στην Έφεσο, όπου συνάντησαν μια γυναίκα με το όνομα Ρωμάνα, που ήταν ξακουστή για την κακία της ως την Ρώμη. Αυτή λοιπόν αφού πήρε τον μέγαν Ιωάννην και τον μαθητήν του Πρόχορον τούς ανάγκασε να δουλεύουν σ' ένα δικό της λουτρό. Επειδή δε ο Ιωάννης, καθώς ήταν άπειρος από τέτοια δουλειά συνέβαινε να κάνει μερικά σφάλματα σε μερικές εργασίες, τούς μεταχειριζόταν εκείνη η κακή γυναίκα με τόση μεγάλη ωμότητα και απανθρωπιά, σαν να τους είχε εξαγορασμένους δούλους. Τον Ιωάννη τον είχε υπηρέτη για να χύνη νερό σ' όσους έκαναν λουτρό.
Μέσα σ' εκείνο το λουτρό κατοικούσε και ένας άγριος Δαίμονας που συνήθιζε τρεις φορές κάθε χρόνο να πνίγη ένα νέον ή μια νέα. Επήρε δε την άδεια και άρχισε να κάνη τέτοιον φόνον ο διάβολος, διότι όταν θεμελιωνόταν εκείνο το λουτρό έπεισε ο σιχαμερός εκείνους που έκτιζαν να χώσουν μέσα στα θεμέλια ένα νέον και μια νέα, με σκοπό τάχα να αντιλαλή και να βγάζη μεγάλον ήχον το λουτρό. Απ' αυτό λοιπόν αφού πήρε αφορμή ο ανθρωποκτόνος διάβολος, έπνιγε εκεί συχνά τους ανθρώπους.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΟΜΝΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΟΥ.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΑΥΤΩΝ
Ύστερα από τρεις μήνες λοιπόν, αφ' ότου πήγαν στο λουτρό ο Ιωάννης και ο Πρόχορος, καθώς έμπαινε στο λουτρό για να λουσθή κάποιος Δόμνος, παιδί του Διοσκορίδου του συζύγου της Ρωμάνας, πνίγηκε από τον Δαίμονα. Θρηνούσε λοιπόν η Ρωμάνα απαρηγόρητα για τον θάνατο του Δόμνου.
Ο πατέρας του Διοσκουρίδης όταν έμαθε την ξαφνική είδησι τού θανάτου του επέθανε από την υπερβολική λύπη. Παρακαλούσε λοιπόν η Ρωμάνα την ψευτοθεά Άρτεμιν για να αναστήση τον Δόμνον και έκοβε τις σάρκες της. Όμως μάταια τα έκανε όλα αυτά.
Ο Ιωάννης λοιπόν ρώτησε τον Πρόχορο για ποια αιτία θρηνεί η Ρωμάνα. Εκείνη όταν τους είδε να συνομιλούν έπιασε και άρχισε να τον συκοφαντή ότι είναι μάγος και τέλος να τον φοβερίζη ότι πρόκειται να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε μέσον για να αναστήση τον Δόμνον.
Αφού λοιπόν αναγκάσθηκε έτσι ο Απόστολος έκανε προσευχήν. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως ανεστήθη ο Δόμνος. Αυτό το θαύμα όταν είδε η Ρωμάνα έμεινε εκστατική και άρχισε να αποκαλή τον Ιωάννην Θεόν και υιόν Θεού.
Ύστερα αφού εξωμολογήθηκε ειλικρινά τις αμαρτίες της και αφού ζήτησε συγχώρησι για τις κακοπάθειες που προξένησε στον Απόστολο και τον μαθητή του, επέστρεψε στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Ύστερα δε από τον Δόμνον ο Ιωάννης ανέστησε και τον πατέρα του τον Διοσκουρίδη και τον εβάπτισε. Επίσης εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του και όλους τους άλλους που έτρεξαν εκεί. Έδιωξε δε και τον πονηρό Δαίμονα που κατοικούσε μέσα στο λουτρό.
ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ
Επειδή οι Εφέσιοι ετελούσαν μεγάλη γιορτή στην ψευτοθεά Άρτεμιν, γι' αυτό ο Απόστολος επήγε κατά τον καιρό της γιορτής και ανέβηκε επάνω σ' εκείνο το μέρος, όπου στεκόταν το είδωλον της Αρτέμιδος. Οι όχλοι όμως βλέποντας τον θύμωσαν πολύ και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Όμως οι πέτρες δεν χτύπησαν καθόλου τον Άγιον, αλλά το είδωλον μέχρι που το συνέτριψαν.
Εκείνοι όμως οι ανόητοι δεν θέλησαν να έλθουν σε συναίσθησιν, αλλά βλέποντας τον Απόστολον να τους μιλάη για πίστι, πάλι τον λιθοβολούσαν. Οι πέτρες όμως παράδοξα επέστρεφαν και κτυπούσαν τους ίδιους και τους επλήγωναν. Τότε ο θείος Απόστολος έκανε προσευχή στον Θεό και αμέσως έγινε σεισμός και μεγάλος βρασμός της γής και χάθηκαν απ' αυτόν διακόσιοι άνθρωποι. Βλέποντας αυτό οι υπόλοιποι άνθρωποι μόλις και μετά βίας απαλλάχθηκαν από την μέθη και τον σκοτισμό της πλάνης και παρακαλούσαν θερμά τον Απόστολο να ελεηθούν και οι ίδιοι και να αναστηθούν όσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, αφού προσευχήθηκε ο Απόστολος, αμέσως όλοι αναστήθηκαν. Και επειδή έγινε πάλι βρασμός της γής, γι' αυτό έπεσαν όλοι στα πόδια του Αποστόλου και, αφού πίστεψαν στον Χριστό, βαπτίσθηκαν.
Έπειτα πήγε ο θείος Απόστολος σ' ένα τόπον που ωνομαζόταν Τύχη και εκεί θεράπευσε ένα παράλυτο που ήταν κατάκοιτος δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Επειδή λοιπόν έκανε ο Απόστολος και άλλα πολλά θαύματα και η φήμη τους έτρεχε παντού, βλέποντας αυτά εκείνος ο Δαίμονας, που έμενε και κατοικούσε στον ναόν της Αρτέμιδος, και γνωρίζοντας ότι και ο ίδιος θα διωχθή απ' εκεί απ' τον Ιωάννη μεταμορφώθηκε σε στρατιώτη, κρατώντας στα χέρια χαρτιά και κλαίγοντας ότι δήθεν έφυγαν απ' τα χέρια του δυο μάγοι άριστοι και εξαιρετικοί που του δόθηκαν από την εξουσία να τους φυλάγη. Εξ' αιτίας αυτού τον έβαλαν σε μεγάλον κίνδυνο με τη φυγή τους. Έδειχνε δε στους ανθρώπους εκεί και ένα δέμα φλωριά και υποσχόταν να το δώση σ' αυτούς εάν βρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.
Ακούγοντας λοιπόν αυτά πολλοί κινήθηκαν εναντίον του σπιτιού του Διοσκουρίδου φοβερίζοντας ότι θα το κατακαύσουν μαζί μ' αυτόν, αν δεν παραδώση στα χέρια τους, τους μάγους. Ο ευλαβής όμως και ευγνώμων Διοσκουρίδης προτιμούσε καλύτερα να καή παρά να παραδώση τους Αποστόλους, που του φανήκαν ευεργέτες του. Ο δε μέγας Ιωάννης προγνωρίζοντας με την προορατικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος, ότι αν παραδοθή σ' αυτούς πρόκειται πάλι να κάνη θαύματα και απ' αυτό να επιστρέψη πολλούς στην ζωή της ευσεβείας παρέδωκε τον εαυτό του ο ίδιος μαζί με τον Πρόχορον στους απίστους.
Αφού λοιπόν σύρθηκαν από τους απίστους οι Απόστολοι του Κυρίου, όταν πήγαν στον ναό της Αρτέμιδος, προσευχήθηκαν στον Θεό να γκρεμισθή ο ναός, αλλά κανένας άνθρωπος να μη πάθη κακό. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως έγινε αυτό. Τότε ο μέγας Απόστολος διατάζει τον Δαίμονα που κατοικούσε εκεί με αυτά τα λόγια:
- - Σε σένα ομιλώ τον ακάθαρτο Δαίμονα.
- - Τι θέλεις; Αποκρίθηκε η φωνή.
- - Θέλω να ομολογήσης φανερά πόσα χρόνια κατοικείς εδώ και αν είσαι συ που ξεσήκωσες τόσον λαόν εναντίον μας, ξανάπε ο Απόστολος.
Πιεζόμενος ο Δαίμονας από την θέλησιν του Αγίου αποκρίθηκε.
- - Διακόσια σαράντα εννιά χρόνια κατοικώ σ' αυτόν τον ναό. Πράγματι, εγώ είμαι αυτός που εκίνησα όλους αυτούς εναντίον σας.
- - Σου παραγγέλω εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου να μη κατοικήσης πια σ' αυτόν τον τόπον, είπε πάλι ο Απόστολος.
Αμέσως λοιπόν έφυγε ο Δαίμονας από την πόλι της Εφέσου. Οι Έλληνες δε βλέποντας αυτά εφοβήθηκαν και οι περισσότεροι απ' αυτούς τρόμαξαν. Απ' το γεγονός αυτό πίστεψαν πολλοί στον Κύριο Ιησού και βαπτίσθηκαν στο Όνομά Του.
ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ.
Επειδή λοιπόν έκανε και άλλα πολλά θαύματα ο Ιωάννης, και γύρισε πολύ πλήθος Ελλήνων στην πίστι του Χριστού και έπειτα επειδή η φήμη τους έφθασε στ' αυτιά του τότε βασιλέως Δομιτιανού που εβασίλευε κατά το 82, ο Δομιτιανός έστειλε και έφερε μπροστά του τον μέγαν Ιωάννην μαζί με τον Πρόχορον.
Αφού λοιπόν τους έκανε ερωτήσεις και είδε την σταθερότητα που έδειξαν για την πίστι τους τούς υπέβαλε σε βασανιστήρια. Τους έβαλε να πιούν δηλητήριο και αφού δεν έπαθαν τίποτε τους έριξε σ' ένα πιθάρι μεγάλο με βραστό λάδι. Αφού και απ' εκεί βγήκαν χωρίς να πάθουν το παραμικρό με διαταγή του Δομιτιανού εξορίζονται στην νήσο Πάτμο. Ο Κύριος όμως είχε προλάβει και εφανέρωσε με όραμα στον Ιωάννη για την υπόθεσι αυτή. Δηλαδή ότι πρόκειται να πάθη πολλούς πειρασμούς και ότι θα εξορισθή σ' ένα νησί που έχει μάλιστα πολύ μεγάλη ανάγκη της δικής του παρουσίας.
Πλέοντας λοιπόν στην θάλασσα ο Απόστολος μαζί με τους σωματοφύλακες του βασιλέως ανέστησε ένα στρατιώτη που πέθανε στον δρόμο. Αλλά και την τρικυμία που έγινε ύστερα απ' αυτά στην θάλασσα την μετέβαλε σε γαλήνη. Κατά παράκλησιν του στρατιώτη θεράπευσε και ένα από τους σωματοφύλακες που έπασχε από δυσεντερία και κινδύνευε να πεθάνη ύστερα από λίγο. Βλέποντας λοιπόν αυτά οι σωματοφύλακες επίστεψαν όλοι στον Χριστό και βαπτίσθηκαν.
Αφού λοιπόν έφθασε ο Ιωάννης στην Πάτμο, ελευθέρωσε τον Απολλωνίδη, το παιδί του Μύρωνος από το μαντικό πνεύμα που κατοικούσε σ' αυτόν και το εξώρισε μακρυά απ' το νησί. Απ' το θαύμα αυτό επίστευσαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν όλοι οι άνθρωποι που ευρίσκοντο στο σπίτι του Μύρωνος. Το ίδιο και ο Απολλωνίδης που ελευθερώθηκε και η θυγατέρα του Χρυσίππη με τους ανθρώπους της. Ύστερα δε βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Ανθύπατος, δηλαδή ο άρχοντας της χώρας της Πάτμου.
ΚΥΝΩΨ Ο ΜΑΓΟΣ
Ευρίσκετο στην Πάτμο κάποιος μάγος που ωνομαζόταν Κύνωψ, που κατοικούσε σ' έρημο τόπο από αρκετά χρόνια μαζί με τα ακάθαρτα Δαιμόνια. Αυτόν τον μάγον όλοι όσοι κατοικούσαν στο νησί τον θεωρούσαν σαν θεό, για τις φαντασίες και ενέργειες των Δαιμόνων που εγίνοντο απ' αυτόν. Οι δε ιερείς του ψεύτικου θεού Απόλλωνος καθώς είδαν τον Ιωάννη που εδίδασκε με πολλή παρρησία την πίστη στον Χριστό, έτρεξαν στον Κύνωπα και τον παρακάλεσαν γονατιστοί να κινηθή κατά του Ιωάννου, επειδή αυτός ερήμωσε σχεδόν τον ναόν του Απόλλωνος και απεμάκρυνε όλους από τον σεβασμό και την λατρεία των θεών.
Ο Κύνωψ λοιπόν όταν άκουσε αυτά υπερηφανεύθη και έκρινε ανάξιο της υπολήψεως του το να πάη μόνος στη χώρα. Αφ' ενός μεν διότι για διάστημα πολλών χρόνων βρισκόταν στην έρημο κλεισμένος. Αφ' ετέρου δε επειδή αυτοί που βρίσκονταν στην χώρα της Πάτμου αυτοί πήγαιναν σ' αυτόν και όχι αυτός προς εκείνους. Γι' αυτό υποσχέθηκε στους ιερείς ότι αυτός θα στείλη έναν πονηρόν Άγγελον στο σπίτι του Μύρωνος που πίστεψε, για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου που έμενε εκεί και να την παραδώση σε καταδίκη αιώνια.
Έστειλε λοιπόν ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών Δαιμόνων προς τον Ιωάννη, όπως υποσχέθηκε. Ο Δαίμονας δε αφού πήγε στο σπίτι του Μύρωνος, στάθηκε στο μέρος εκείνο όπου ήτο ο Ιωάννης.
Μόλις όμως τον γνώρισε ο θείος Απόστολος του λέγει:"
- Σου παραγγέλω στο όνομα του Ιησού Χριστού να μη βγης από τον τόπο που στέκεσαι έως ότου μου φανερώσης για ποια αιτία ήλθες σε μένα.
Και αμέσως με τον λόγο του Αποστόλου στάθηκε το Δαιμόνιον δεμένο και απήντησε ως εξής πιεζόμενο από την θεία δύναμι:
- Οι ιερείς το Απόλλωνος ήλθαν στον Κύνωπα και είπαν πολλά
εναντίον σου και τον παρακάλεσαν να έλθη εδώ στην χώρα και
να σε θανατώση. Ο Κύνωψ όμως δεν καταδέχθηκε λέγοντας.
Είναι πολλά χρόνια που δεν βγήκα από τον τόπο αυτό και τώρα
για ένα άνθρωπο μικρόν και ασήμαντο να αφήσω την αγαπητή
μου ερημιά και ζωή; Γυρίστε όμως πίσω και αύριο θα στείλω
Άγγελον πονηρόν για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου και να
την φέρη σ' εμένα για να την παραδώσω σε κρίσιν.
Και ο Ιωάννης του είπε:
- - Εστάλης ποτέ από τον Κύνωπα για να πάρης ψυχή ανθρώπου και την πήγες σ' αυτόν;
- - Με έστειλε και θανάτωσα μεν άνθρωπον, αλλά ψυχήν ανθρώπου ποτέ δεν παρέδωσα σε κόλασιν, αποκρίθηκε ο Δαίμονας.
- - Για ποιόν λόγο υπακούετε στον Κύνωπα; Ρώτησε ο Ιωάννης.
- - Όλη η δύναμη του Σατανά κατοικεί μέσα σ' αυτόν. Και έχει συμφωνίαν αυτός μεν να είναι πάντα μαζί μας εμείς δε πάντα μαζί του. Και ο Κύνωψ ακούει εμάς τους Δαίμονες, εμείς δε οι Δαίμονες ακούμε τον Κύνωπα.
- - Άκουσε, πνεύμα πονηρό. Σε διατάζει ο Ιωάννης, ο Απόστολος του Υιού του Θεού, άλλη φορά να μην ενοχλήσης άνθρωπον, ούτε να γυρίσης στον τόπο σου. Αλλά να φύγης έξω απ' αυτό το νησί και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί.
Και αμέσως το πνεύμα έφυγε μακρυά απ' το νησί.
Βλέποντας λοιπόν ο Κύνωψ ότι δεν επέστρεψε σ' αυτόν το πρώτο Δαιμόνιον έστειλε και δεύτερο. Αλλά επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, έστειλε ακόμη και άλλα δύο Δαιμόνια από τα αρχοντικά, για να μπη το ένα στο σπίτι όπου έμενε ο Ιωάννης και το άλλο να σταθή έξω και να ιδή αυτά που γίνονται και να γυρίση να τα φανερώση στον Κύνωπα. Επειδή λοιπόν πήγε το ένα Δαιμόνιο και διώχθηκε έξω απ' το νησί όπως διώχθηκαν και τα δύο πρώτα, εκείνο το Δαιμόνιο που στεκόταν έξω γύρισε και φανέρωσε στον Κύνωπα αυτά που έγιναν. Ωργίσθηκε λοιπόν ο Κύνωψ και πήρε μαζί του όλα τα πλήθη των Δαιμόνων και πήγε στην Χώρα. Ηχολόγησε όλη η Χώρα και ταράχθηκε μόλις είδε τον Κύνωπα και όλοι τον προσκυνούσαν. Πρόφθασε δε τον Ιωάννη ο Κύνωψ, την ώρα που δίδασκε τον λαόν, και κυριεύθηκε από θυμόν πολύν και είπε στον λαό.
- - Άνθρωποι ανόητοι και τυφλοί, ακούστε. Αν είναι δίκαιος ο Ιωάννης και όσα λέγει αν είναι αλήθεια θα θεραπεύση και σας και μένα. Αν μπορέση να κάνη εκείνο που θα πω σ' αυτόν τότε και εγώ πιστεύω σ' όλα όσα λέγει.
Αφού κράτησε λοιπόν ο Κύνωψ ένα νέον που ήτο εκεί του λέγει:
- - Νέε, ζη ο πατέρας σου;
- - Ναυάγησε και πνίγηκε στον βυθό της θαλάσσης, απεκρίθηκε ο νέος.
Τότε λέγει ο Κύνωψ στον Ιωάννη:
- - Να, δείξε πράγματι αν είναι αληθινά τα λόγια σου, και αφού ανεβάσης από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου αυτού φέρε τον μπροστά σ' όλους μας ζωντανό και υγιή.
- - Δεν με έστειλε ο Χριστός για να ανασταίνω νεκρούς, αλλά για να διδάσκω πλανεμένους ανθρώπους.
Είπε λοιπόν ο Κύνωψ προς όλον τον λαόν.
- - Τώρα λοιπόν να καταλάβετε και να πεισθήτε ότι αυτός είναι πλάνος και σας ξεγελά με μαγικές τέχνες. Κρατήστε τον λοιπόν μέχρι που να φέρω εγώ από την θάλασσα τον πατέρα του νέου και να τον παρουσιάσω ζωντανό.
Αφού κρατήθηκε ο Ιωάννης, άπλωσε τα χέρια του ο Κύνωψ και τα κτύπησε. Έγινε λοιπόν στην παραλία μεγάλος κρότος, ώστε όλοι φοβήθηκαν. Τότε ο Κύνωψ εξαφανίσθηκε από τα μάτια όλων των ανθρώπων. Αμέσως δε φώναξαν δυνατά και είπαν: «Μεγάλος είσαι Κύνωψ και εκτός από σένα δεν υπάρχει άλλος». Ξαφνικά λοιπόν βγήκε από την θάλασσα ο Κύνωψ έχοντας μαζί του ένα Δαίμονα που φαινόταν να μοιάζη στο πρόσωπο του πνιγμένου πατέρα του νέου, και όλοι εθαύμασαν.
Έπειτα λέγει προς τον νέον:
- - Αυτός είναι ο πατέρας σου;
- - Ναι, κύριε, απήντησε ο νέος.
Και έτσι όλοι προσκύνησαν τον Κύνωπα και ήθελαν να θανατώσουν τον Ιωάννη. Ο Κύνωψ όμως δεν άφησε να τον θανατώσουν λέγοντας: «Όταν δήτε μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε να τιμωρηθή όπως του αξίζει».
Αφού κάλεσε λοιπόν πάλι άλλον άνθρωπον του είπε:
- - Είχες υιόν;
- - Ναι, κύριε, είχα και κάποιος τον εφθόνησε και τον θανάτωσε, απεκρίθη εκείνος.
- - Θα αναστηθή ο υιός σου, του είπε ο Κύνωψ.
Και αμέσως κάλεσε με το άνομα και τον φονιά και τον φονευθέντα. Πράγματι και οι δυο μαζί παρουσιάσθηκαν μπροστά. Είπε λοιπόν ο Κύριος στον άνθρωπο:
- - Αυτός είναι ο υιός σου; Και αυτός είναι εκείνος που τον εφόνευσε;
- - Ναι, Κύριε, απεκρίθη ο άνθρωπος.
Τότε καυχώμενος ο Κύνωψ είπε στον Ιωάννη.
- - Τι θαυμάζεις, Ιωάννη;
- - Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου γι' αυτά.
- - Όταν δης μεγαλύτερα θαύματα απ' αυτά τότε θα θαυμάσης, είπε ο Κύνωψ.
- - Τα θαύματά σου γρήγορα θα διαλυθούν, απήντησε ο Ιωάννης.
Όταν άκουσε αυτόν τον λόγο ο όχλος αμέσως ώρμησε και άρχισε να κτυπά άγρια τον Ιωάννη και ολίγον έλειψε να τον αφήση νεκρόν. Επειδή δε ενόμισε ο Κύνωψ ότι πέθανε ο Ιωάννης είπε προς τον λαόν. Αφήστε τον άταφον για να τον φάγουν τα όρνια. Μόλις πληροφορήθηκαν λοιπόν όλοι ότι πέθανε ο Ιωάννης, έφυγαν απ' εκεί με χαρά και επαίνους για τον Κύνωπα.
ΕΞΑΦΑΝΙΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΝΩΠΟΣ.
Ύστερα απ' αυτά, όταν άκουσε ο Κύνωψ ότι ο Ιωάννης ζη και διδάσκει τον λαό σ' ένα τόπο που ονομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τον Δαίμονα εκείνον που χρησιμοποίησε για τις νεκρομαντείες. Αφού πήγε λοιπόν στον Ιωάννη του είπε:
- - Εγώ επειδή ήθελα να σου προξενήσω περισσότερη ντροπή και καταδίκη γι' αυτό ως τώρα σε άφησα να ζης. Αλλά έλα τώρα να πάμε στον γιαλό κι εκεί θα δης την δύναμί μου και θα ντροπιασθής.
Τον ακολουθούσαν δε και οι τρεις Δαίμονες εκείνοι που νομίσθηκαν ότι αναστήθηκαν εκ νεκρών.
Αφού λοιπόν κτύπησε τα χέρια του κι έκανε κρότον, έγινε άφαντος από τα μάτια των ανθρώπων αφού βυθίστηκε ξαφνικά στον βυθόν της θαλάσσης. Οι όχλοι πάλι φώναζαν: «Είσαι μεγάλος, Κύνωψ, και δεν υπάρχει άλλος όπως συ». Ο Ιωάννης λοιπόν διέταξε τους Δαίμονες, που εστέκοντο μαζί με τον Κύνωπα σε σχήμα ανθρώπων, να μην κινηθούν απ' την θέσι τους. Και αμέσως προσευχήθηκε στον Θεό να μην φανή πλέον ζωντανός ο Κύνωψ.
Όταν λοιπόν βυθίστηκε ο Κύνωψ έγινε μεγάλος θόρυβος στη θάλασσα. Το νερό δε της θαλάσσης στράφηκε στο μέρος που βυθίστηκε ο Κύνωψ και δεν μπόρεσε πλέον ο άθλιος να βγή από την θάλασσα. Οι Δαίμονες δε που ήσαν με το σχήμα των ανθρώπων που αναστήθηκαν διώχθηκαν απ' τον Ιωάννη εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού μακρυά από την Πάτμο και έγιναν άφαντοι.
Επειδή λοιπόν ο λαός στάθηκε τρία ημερόνυχτα περιμένοντας να βγη ο Κύνωψ απ' την θάλασσα, από την νηστεία και τις φωνές που έβγαζαν και από τη ζέστη του ηλίου ξαπλώθηκαν στη γη άφωνοι οι περισσότεροι απ' αυτούς ώστε και τρία παιδιά πέθαναν. Εξ' αιτίας αυτού τους λυπήθηκε ο μέγας Ιωάννης όλους αυτούς και τα μεν παιδιά που πέθαναν τα ανέστησε, τους δε παραλυμένους ανθρώπους τους δυνάμωσε. Και αφού είπε σ' αυτούς πολλά για την πίστι τους έπεισε όλους να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτισθούν, αφού ο άθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πια στην θάλασσα, όπως παλαιά ο Φαραώ.
ΠΕΡΙ ΠΡΟΚΛΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΥ.
Κάποια γυναίκα που λεγόταν Προκλιανή κατελήφθη από έρωτα πονηρόν για τον υιόν της που λεγόταν Σωσίπατρος (αλλοίμονον!μέχρι που φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτα!). Επειδή δε δεν πέτυχε την βρωμερή της επιθυμία κατηγόρησε τον γιο της στον Άρχοντα του νησιού ότι την εβίασε.
Ενώ λοιπόν επρόκειτο να τιμωρηθή ο Σωσίπατρος άδικα από τον Άρχοντα, τον εβοήθησε ο Ιωάννης, επειδή δεν ήταν ένοχος, ως εξής: Ξεράθηκε αμέσως το δεξί χέρι τόσο του Άρχοντος όσο και της αισχρής Προκλιανής, αφού προηγουμένως σείσθηκε η γη μ' ένα μεγάλο ήχο και τρίξιμο.
Όταν λοιπόν έπαθαν αυτήν την τόσο μεγάλη θεϊκή τιμωρία, πίστεψαν και οι δυο στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Και έτσι τα χέρια τους γιατρεύθηκαν και η γη σταμάτησε να κλονίζεται.
ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ.
Όταν εβασίλευε ο βασιλιάς Τραϊανός ύστερα από τον Νερουάν κατά το έτος 98, εστάλησαν βασιλικά γράμματα στην Πάτμο που καλούσαν τον θείο Ιωάννη από την εξορία. Ήθελε λοιπόν ο Ιωάννης ν' αναχωρήση από την από την Πάτμο και να πάη στην Έφεσο. Οι Χριστιανοί όμως της Πάτμου θρηνούσαν και έκλαιγαν για τον απόχωρισμό του. Και τι δεν έκαναν για να μη χάσουν τέτοιον καλό Ποιμένα. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να τον εμποδίσουν γι' αυτό πρόβαλαν ένα διπλό ζήτημα στον μέγα Απόστολον
Δηλαδή να αφήση σ' αυτούς αντί για τον εαυτό του τους λόγους του και να γράψη σε βιβλίο το Μυστήριον όλης της Οικονομίας του Χριστού για μας.
Ο Ιωάννης λοιπόν, επειδή υπάκουσε στην δίκαιη επιθυμία τους αφ' ενός, αφ' ετέρου δε παρεκινήθη από την άνωθεν θεία Πρόνοια, ενήστεψε τρεις μέρες έχοντας και τους άλλους Χριστιανούς να νηστεύουν και να τον βοηθούν με την προσευχήν. Ανέβηκε έπειτα στο βουνό που ήταν εκεί με τον μαθητή του Πρόχορον και ανέβασε όλη του τη σκέψι στον Θεό. Και, ώ του Θαύματος! Αμέσως ακούγονται βροντές και αστραπές φοβερές και σαλεύεται όλο το βουνό, ώστε ο μαθητής του Πρόχορος πέφτει από τον φόβο του με το πρόσωπο στην γη και γίνεται σαν νεκρός.
Ο Ιωάννης όμως δεν φοβάται, αλλά στέκεται όρθιος. Επειδή η τέλεια αγάπη που είχε στον Θεό έδιωχνε τον φόβο απ' την καρδιά του όπως ο ίδιος είπε «η τέλεια αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄Ιωάν. δ΄18). Άκουσε λοιπόν μια βροντερή φωνή που έλεγε αυτά «εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιωάν.α΄1). Αυτήν την φωνή την φανέρωσε ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορο, αφού προηγουμένως τον σήκωσε απ' το χέρι και έδιωξε απ' αυτόν λίγο τον φόβο.
Αφού τέλειωσε λοιπόν όλο το θείον Ευαγγέλιο και το έγραψε με το χέρι του Προχόρου, το παρέδωσε στους Χριστιανούς που το ζήτησαν. Απ' εκεί διαδόθηκε σ' όλα τα πέρατα του κόσμου.
Ο ΝΕΟΣ ΛΗΣΤΗΣ.
Αφού έφυγε από το νησί Πάτμο ο μέγας Απόστολος πήγε σ' ένα τόπο που λεγόταν Αγροικία. Και εκεί αφού γιάτρεψε ένα τυφλόν επήγε σε μια γειτονική πόλι. Εκεί ευρήκε ένα νέον ευγενικό στην ψυχή και ωραίον στο πρόσωπο και τον ωδήγησε στον Χριστό. Έπειτα αφού τον παρεκίνησε να είναι ενάρετος και αφού τον παρέδωκε στα χέρια του Επισκόπου της πόλεως, σαν σε μάρτυρα του Χριστού, για να φροντίζη γι' αυτόν, έφυγε για την Έφεσο. Αφού λοιπόν τακτοποίησε καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα εκεί και κατήρησε όλο το ποίμνιον του Χριστού με την διδασκαλία του, και αφού επισκέφθηκε τις άλλες πόλεις που ήσαν κοντά και χειροτόνησε σ' αυτούς Επισκόπους, τότε πάλι επανήλθε στην πόλι που είπαμε προηγουμένως.
Όταν ζήτησε τον νέον εκείνον που παρέδωσε στον Επίσκοπο, έμαθε ότι έγινε αρχηγός των κλεφτών, διότι επήρε άσχημο δρόμο από τις διασκεδάσεις και τις κακές συναναστροφές των συνομηλίκων του νέων, (διότι είναι εύκολος και κατηφορικός ο δρόμος της κακίας). Λυπήθηκε, λοιπόν πολύ ο Απόστολος του Κυρίου για το κατάντημα του νέου εκείνου.
Ξεκίνησε λοιπόν και πήγε μόνος στον τόπο των κλεφτών και παραδόθηκε σ' αυτούς θεληματικά και μέσω αυτών ωδηγήθηκε και βρήκε τον νέο. Όταν τον συνήντησε, επειδή προσπάθησε εκείνος να φύγη (διότι κατάλαβε ότι είναι ο ευεργέτης του Ιωάννης) τον προσείλκυσε ο Απόστολος κοντά του με τα γλυκά και θελκτικά του λόγια.
Κατώρθωσε να τον πάρη μαζί του με τη Χάρι του Κυρίου και επέστρεψε στην πόλι. Και τόσο τον έκανε να προκόψη στην αρετή με τις συμβουλές του που έσταζαν μέλι και τις ιερές νουθεσίες, ώστε έγινε παράδειγμα αρετής και μετανοίας πολύ λαμπρό και στους άλλους ανθρώπους.
ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ.
Αφού επανήλθε πάλι στην Έφεσο ο επιστήθιος του Χριστού μαθητής, εκεί επέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Ήτο πενήντα εξ ετών όταν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα για το κήρυγμα. Επέρασε δε εννέα χρόνια κηρύττοντας έως ότου εξωρίσθηκε. Στην εξορία στην Πάτμο πέρασε δεκαπέντε χρόνια. Ύστερα δε από την εξορία έζησε άλλα εικοσιέξ χρόνια. Ώστε όλα τα έτη της ζωής του που πέρασε ήσαν εκατόν πέντε και επτά μήνες.
Ετσι έζησε ο Απόστολος του Κυρίου και αγωνίσθηκε για την ευσέβεια μέχρις αίματος. Έκανε πάρα πολλά θαύματα και επέστρεψε αμέτρητα πλήθη απίστων από διάφορα έθνη στην πίστι του Χριστού. Πέρασε αρκετόν χρόνον της ζωής του στο σπίτι του Δόμνου, που ο ίδιος τον ανέστησε μαζί με τους επτά μαθητές του, και τέλος έφυγε μαζί μ' αυτούς από το σπίτι.
Αφού έφθασε σ' ένα τόπο στους μεν μαθητές του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί, αυτός δε αφού προχώρησε μπροστά σε μικρή απόστασι, προσευχήθηκε. Ήταν δε ώρα πρωϊνή.
Έπειτα, αφού επέστρεψε, πρόσταξε τους μαθητές του να σκάψουν τη γη σε σχήμα σταυρού, τόσο μόνον, όσο ήτο το μέτρον του σώματός του. Αφού ξαπλώθηκε λοιπόν μέσα σ' εκείνον τον σκαμμένον τόπον, αποχαιρέτησε τους μαθητές του που έκλαιγαν πικρά και είπε: «Σύρετε το χώμα της γης που είναι μητέρα μου και με αυτό σκεπάστε με». Εκείνοι αφού τον ασπάσθηκαν και τον αποχαιρέτησαν, σκέπασαν το σώμα του μέχρι τα γόνατα. Έπειτα πάλι αφού τον ασπάσθηκαν τον σκέπασαν μέχρι τον λαιμό. Και πάλι αφού για τρίτη φορά τον ασπάσθηκαν έβαλαν πάνω στο ιερό του πρόσωπο ένα μανδήλι. Και έτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν όλο το σώμα του. Τότε ανέτειλε και ο ήλιος.
Αφού έκλαψαν οι μαθηταί, γιατί έμειναν ορφανοί από τον δάσκαλό τους, εγύρισαν στην πόλι διηγούμενοι τα σχετικά με τον Απόστολον. Οι άλλοι αδελφοί όταν τα άκουσαν αυτά επήγαν στον τάφο και αφού έσκαψαν δεν βρήκαν τίποτε. Τότε λοιπόν επέστρεψαν κλαίγοντας θερμώς για τη στέρησι τέτοιου ποιμένος.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος β΄
Απόστολε, Χριστώ τω Θεώ ηγαπημένε, επιτάχυνον, ρύσαι λαόν αναπολόγητον δέχεταί σε προσπίπτοντα, ο επιπεσόνα τω στήθει καταδεξάμενος όν ικέτευε Θεολόγε, και επίμονον νέφος εθνών διασκεδάσαι, αιτούμενος ημίν ειρήνην, και το μέγα έλεος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος β΄Αυτόμελον
Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, τις διηγήσεται; βρύεις γαρ θαύματα και πηγάζεις ιάματα και πρεσβεύεις υπέρ των ψυχών ημών, ως Θεολόγος και φίλος Χριστού.
Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ «ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΔΕΣΠΟΤΑ» ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΚΙΑΔΕΝΗΣ

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009
ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΣΑΜΠΙΚΑ
(Απολυτίκιον Παναγίας Τσαμπίκας. Σύνθεση του Μητροπολίτου Ρόδου κ.κ. Κυρίλλου).
Είναι όντως αδύνατο να περιγράψει κανείς τη μεγαλοσύνη της υπεραγίας Θεοτόκου, της μόνης και πραγματικής Δέσποινας του κόσμου. Η ίδια, ως σκεύος εκλογής του Θεού, ως δοχείο μέγιστο της χάρης Του, έγινε το μέσο της ενσάρκωσης του Σωτήρος Χριστού και της σωτηρίας των ανθρώπων.
Η Παρθένος Μαρία είναι το μοναδικής αξίας πρόσωπο που στόλισε και τίμησε τη γυναίκα. Είναι η δεύτερη Εύα, επειδή έφερε τη σωτηρία και τη λύτρωση στο ανθρώπινο γένος με τη γέννηση του Θεανθρώπου.
Η Παναγία είναι εκείνο το πρόσωπο που στην ιστορία της ορθόδοξης θεολογίας τιμήθηκε ιδιαίτερα από τους πιστούς λόγω των πολλών ευεργεσιών της. Στην επί γης ζωή της ήταν η γυναίκα που υπερείχε στις άγιες αρετές της αγάπης, της ταπείνωσης και της αγνότητας. Ενωμένη με τον Χριστό από το θαύμα της ενσαρκώσεως τώρα στην ουράνια ζωή της εξακολουθεί να είναι «η αγία μυροθήκη του ακένωτου μύρου της θείας ευωδίας του Χριστού» (αγ. Μόδεστος Ιεροσολύμων)· να φωτίζει εμάς τους αμαρτωλούς στο δρόμο της σωτηρίας μας. Με τις μεσιτικές της προσευχές σπεύδει στις ικεσίες μας, συμπαρίσταται στις δοκιμασίες μας, μαλακώνει τους πόνους μας, γαληνεύει τις ψυχές μας και γενικά βρίσκεται σαν μάνα δίπλα σε κάθε μας στιγμή. Έτσι εύκολα μπορούμε να ομολογήσουμε ότι η Παναγία δεν πήγε μόνο στον ουρανό, αλλά και στον ουρανό της καρδιάς των ανθρώπων και έγινε η γλυκιά αγάπη και προστασία όλων.
Εξάλλου η αγάπη που έδειξαν οι άνθρωποι στο πρόσωπο της Παναγίας, φαίνεται από το σύνολο των ναών που είναι αφιερωμένοι στο πρόσωπό της. Από τους 8.660 ενοριακούς ναούς της Ελλάδας οι 1900 είναι αφιερωμένοι στην Παναγία, ενώ από τα 490 μοναστήρια τα 170 είναι αφιερωμένα στη χάρη της. Μέσα στο πλήθος των χιλίων περίπου επιθέτων της Παναγίας βρίσκεται και το τοπωνύμιο Παναγία η Τσαμπίκα.
Κάθε προσπάθεια καταγραφής και εξύμνησης της παρουσίας της Παναγίας στη ζωή της Εκκλησίας μας είναι μικρή και δεν μπορεί να προσθέσει κάτι στην ουράνια λαμπρότητά της. Προσανατολίζει το συγγραφέα και κάθε αναγνώστη στην πηγή των ευλογιών της, στον Υιό της, τον Χριστό. Όταν μάλιστα αυτή η παρουσία της Παναγίας μας έχει αδιάψευστο μάρτυρα την πολλαπλή ωφέλεια πολλών ανθρώπων, όπως στην περίπτωση της Παναγίας Τσαμπίκας, πως μπορεί κανείς να σιωπήσει;
Αν και ήταν γνωστή η περίπτωση της Παναγίας Τσαμπίκας, για πολλά χρόνια δεν έχαιρε αποκλειστικής συγγραφής κάποιου βιβλίου η λευκώματος.
Η πρώτη προσπάθεια καταγραφής της παράδοσης της εμφάνισης της εικόνας έγινε από το μακαριστό Σάββα Διμέλη, πατέρα του Μητροπολίτου πρώην Ρόδου κ.κ. Αποστόλου, σε μορφή ποιήματος 129 στίχων. Φέρει τον τίτλο «Το θαύμα της Παναγίας».
Η δεύτερη προσπάθεια έγινε τον Μάιο του 1998 από τον γράφοντα σε βιβλίο με εκτενέστερη παρουσίαση. Ο τίτλος του βιβλίου αυτού είναι «Παναγία Τσαμπίκα θεολογική-ιστορική προσέγγιση».
Η Παναγία Τσαμπίκα είναι ένα από τα επιφανέστερα και γνωστότερα προσκυνήματα προς τιμήν της Θεομήτορος στη Δωδεκάνησο και βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Αρχάγγελος της Ρόδου. Εδώ ευδόκησε η υπεραγία Θεοτόκος να καταστήσει φανερή τη μητρική πρόνοια και κηδεμονία της με τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί σ’ όσους καταφεύγουν με πίστη και επικαλούνται την μεσιτεία της προς τον Χριστό.
Η λέξη Τσαμπίκα, σύμφωνα με την άγραφη προφορική παράδοση προέρχεται από τη λέξη τσάμπα, που στην τοπική αρχαγγελίτικη διάλεκτο σημαίνει φωτιά-σπίθα.
Σύμφωνα με την παράδοση η εικόνα από μακριά δε φαινόταν καθαρά, διακρινόταν όμως η φωτιά της κανδήλας που είχε μαζί της.
Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας Τσαμπίκας ήλθε τρεις φορές από το βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας Κυκκώτισσας η Ελεούσης της Κύπρου.Όταν οι μοναχοί από την Κύπρο εντόπισαν την εικόνα στη Ρόδο, ήρθαν να την επαναφέρουν πίσω στο μοναστήρι τους· η εικόνα, όμως, επέστρεψε πάλι στο λόφο της στη Ρόδο. Οι Κύπριοι για να πιστοποιήσουν ότι πράγματι ήταν αυτή η εικόνα που έφευγε, την έκαψαν στο πίσω μέρος της, προκειμένου να έχουν κάποιο αποδεικτικό σημάδι. Το κάψιμο διακρίνεται πολύ καθαρά και σήμερα.
Η Παναγία Τσαμπίκα μέχρι σήμερα δείχνει την αγάπη της στα άτεκνα ζευγάρια δίνοντάς τους τη χαρά της μητρότητας και πατρότητας.
Η λαϊκή ευσέβεια τιμά τη μεγαλόχαρη Παναγία Τσαμπίκα – Κυρά την Γ Κυριακή των Νηστειών δηλαδή της Σταυροπροσκυνήσεως, όταν ο Τίμιος Σταυρός λάμπει ως φάρος στο πέλαγος της Σαρακοστής και σκορπίζει ελπίδες γλυκιές στις χριστιανικές καρδιές. Ο οδοιπόρος ανεβαίνοντας αυτή τη μέρα στην Παναγία Τσαμπίκα κουράζεται, μουσκεύει στον ιδρώτα, φλογίζονται τα σπλάχνα του από τη δίψα και όμως επιμένει. Τα δέντρα με τη σκια τους του χαρίζουν ένα αναστεναγμό ανακούφισης και του δίνουν θάρρος για να φτάσει ψηλά στην πνευματική εκείνη πηγή.
Επίσης, στο γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου 8 Σεπτεμβρίου, αρκετός κόσμος συρρέει στην Παναγιά Τσαμπίκα τη χαμηλή.
Η Παναγία Τσαμπίκα ας στηρίζει όλους κάθε στιγμή της ζωής μας και να πραγματοποιείται ο λόγος του τροπαρίου: «Θεοτόκε, η ελπίς πάντων των χριστιανών σκέπε, φρούρει, φύλαττε τους ελπίζοντας εις σε».
Πηγή :Ιερά Μητρόπολη Ρόδου www.imr.gr
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009
ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ
(5 Σεπτεμβρίου)
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Μετά την γέννηση του Τιμίου Προδρόμου λύθηκε ο γλώσσα του Προφήτη Ζαχαρία και ευλογούσε τον Θεό. Επίσης προφήτευσε ότι το παιδί θα ονομασθή Προφήτης του Υψίστου και θα προπορευθή για να ετοιμάση τας οδούς του Κυρίου.
Ο Προφήτης Ζαχαρίας είχε μαρτυρικό τέλος. Τον φόνευσαν μεταξύ του Ναού και του Θυσιαστηρίου.
Στο πρώτο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου περιγράφεται η οπτασία του Προφήτη Ζαχαρία, ο διάλογός του με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, τα περιστατικά της γεννήσεως του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού κ.λ.π. Μπορεί να ανατρέξη κανείς και να τα μελετήση. Εδώ θα περιοριστούμε στα παραπάνω και στην συνέχεια θα τονίσουμε δύο σημεία, που έχουν σχέση με τον βίο και την πολιτεία του Προφήτη Ζαχαρία.
Πρώτον. Ο Προφήτης Ζαχαρίας και η σύζυγός του Ελισάβετ ήσαν ένα ευλογημένο ανδρόγυνο. Αγαπούσαν πολύ τον Θεό και τον παρακαλούσαν καθημερινά να τους αξιώση να αποκτήσουν παιδί, επειδή η ατεκνία την εποχή εκείνη εθεωρείτο όνειδος. Ο Θεός απήντησε στις προσευχές τους, αλλά μετά από χρόνια, όταν είχαν πια γεράσει και ανθρωπίνως ήταν αδύνατο να τεκνοποιήσουν. Ο Προφήτης Ζαχαρίας δυσπίστησε στα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, επειδή του φάνηκαν παράδοξα και ζητούσε εξηγήσεις για το πώς θα γινόταν αυτό, αφού ο ίδιος ήταν γέρος και η σύζυγός του γριά και στείρα. Δηλαδή, ζητούσε να κατανοήση με λογικές διεργασίες το μυστήριο, το οποίο όμως γίνεται αποδεκτό μόνον με την πίστη.
Ο πειρασμός της λογικής θέτει σε δοκιμασία, κάποιες φορές, ακόμα και την πίστη των ευλαβών και εναρέτων. Ο Προφήτης Ζαχαρίας λόγω της μεγάλης του πίστης, αλλά και της εσωτερικής του καθαρότητος, αξιώθηκε να δη τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και να συνομιλήση μαζί του. Παρ όλα αυτά όμως δυσπιστεί και γι αυτό ο Αρχάγγελος, όπως τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος, αγανάκτησε και τον τιμώρησε. Επειδή, συνεχίζει ο Άγιος, “όταν ο Θεός ομιλεί δεν πρέπει να κινή κανείς τους λογισμούς του, ούτε να επηρεαζεται από την ανάγκη της φύσεως, ή από κανένα άλλο πράγμα, αλλά να δέχεται τις αποφάσεις του Θεού με πίστη. Επειδή δεν υπάρχει τίποτε, που να είναι ανώτερο από την δύναμη της αποφάσεως του Θεού. Και στην συνέχεια ερωτά: “Τί ποιείς, άνθρωπε; Ο Θεός επαγγέλλεται και επί ηλικίαν καταφεύγεις και γήρας προβάλλη; μη γαρ ισχυρότερον το γήρας της επαγγελίας του Θεού; μη δυνατοτέρα η φύσις του δημιουργού της φύσεως; ο λόγος αυτού τον ουρανόν έστησεν, ο λόγος αυτού την κτίσιν παρήγαγεν, ο λόγος αυτού αγγέλους εποίησεν, και συ περί γεννήσεως αμφιβάλλεις;”. Και συνεχίζει: “Γι αυτό και τον τιμώρησε ο άγγελος χωρίς να υπολογίση την ιερωσύνη του. Μάλλον γι αυτό κατά κύριον λόγο τιμωρήθηκε, επειδή �ς ιερεύς είχε μεγαλύτερη τιμή από τους άλλους και θα έπρεπε να έχη και μεγαλύτερη πίστη”.
Λέγεται ότι Θεός τιμωρεί με την έννοια ότι επιτρέπει την τιμωρία, επειδή ο Θεός δεν τιμωρεί κανέναν. Ο άνθρωπος αυτοτιμωρείται και αυτοκολάζεται, επειδή με τα λόγια και τα έργα του εκδιώκει την Χάρη του Θεού. Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο και σέβεται την ελευθερία του και επιτρέπει τις δοκιμασίες για λόγους παιδαγωγικούς. “Εννόησον φιλανθρωπίαν Δεσπότου... όταν μάθης ότι δικαίως εκολάσθης, τότε σε απαλλάττω της τιμωρίας”. Δέθηκε η γλώσσα, επειδή αυτή “διηκόνησε προς την των ρημάτων απιστίαν” (ιερός Χρυσόστομος).
Δεύτερον. Μετά την γέννηση του αγίου Ιωάννου, ο οποίος ονομάζεται Πρόδρομος και Φωνή του Λόγου του Θεού, ήτοι του Χριστού, ο Προφήτης Ζαχαρίας απέκτησε και πάλι την φωνή του και ελάλησε λόγον αγαθόν. Ευλόγησε τον Θεό, τον ευχαρίστησε για την μεγάλη Του δωρεά και προφήτευσε το μέλλον και την εξέλιξη του παιδιού. Δυσπίστησε από ανθρώπινη αδυναμία, αλλά προφανώς μετενόησε και γι αυτό έλαβε άφεση αμαρτιών και δεν απώλεσε το χάρισμα της προφητείας. Όπως αναφέρει στην προφητεία του, ο Θεός επισκέπτεται με την αγάπη Του τον λαό Του, όταν μετανοή ειλικρινά, και του δίνει άφεση αμαρτιών, για να συνεχίση να Τον λατρεύη “εν οσιότητι και δικαιοσύνη”.
Η περίπτωση του Προφήτη Ζαχαρία πρέπει να μας προβληματίση και να μας κάνη πιο προσεκτικούς. Εάν υπέπεσε αυτός στο αμάρτημα της δυσπιστίας και της αμφιβολίας, πόσο μάλλον κινδυνεύουμε εμείς. Επειδή ούτε την πίστη του προφήτη Ζαχαρία έχουμε, ούτε την αρετή και την εσωτερική του καθαρότητα διαθέτουμε.
Εκκλησιαζόμαστε, μελετούμε την Αγία Γραφή, τους βίους και τους λόγους των Αγίων, ακούμε κηρύγματα, λέμε ότι πιστεύουμε στον Θεό και όμως σε κρίσιμες στιγμές αμφιβάλλουμε για το αν υπάρχη αιώνια ζωή, παράδεισος, κόλαση, άγγελοι, δαίμονες, αν θα γίνη Δευτέρα Παρουσία κ.λ.π. Και μας τρομάζει ο θάνατος, επειδή δεν έχουμε προσωπική εμπειρία της αιωνίου θείας ζωής.
Είναι ανάγκη να πάρουμε στα σοβαρά το θέμα της πνευματικής μας θεραπείας και να μη παίζουμε με την σωτηρία μας, επειδή ο Θεός είναι μεν φιλάνθρωπος, πλην όμως “ου μυκτηρίζεται”.
Πηγή:http://www.parembasis.gr/2003/03_09_06.htm
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009
ΜΩΫΣΗΣ Ο ΘΕΟΠΤΗΣ
(4 Σεπτεμβρίου)
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Γεννήθηκε στην Αίγυπτο σε μια εποχή κατά την οποία είχε νομοθετηθεί η θανάτωση των αρσενικών παιδιών των Εβραίων. Έζησε, γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός. Η μητέρα του για να τον σώση από τον θάνατο, τον ξάπλωσε μέσα σε ένα καλάθι, που το άλειψε με πίσσα για να μη βουλιάζη, και τον άφησε σε ένα ποτάμι. Εκεί τον βρήκε η κόρη του Φαραώ και επειδή της έκανε εντύπωση η χαρούμενη όψη του, θέλησε να τον υιοθετήση και τον έδωσε σε κάποια Εβραία να της τον μεγαλώση. Ο Θεός οικονόμησε έτσι τα πράγματα ούτως ώστε να βρεθή στην αγκαλιά της μητέρας του και να θηλάζη το μητρικό γάλα. Όταν μεγάλωσε, αρνήθηκε να ονομάζεται γιός της κόρης του Φαραώ. Περιφρόνησε τα πλούτη, τις αμαρτωλές ηδονές και την ψεύτικη ανθρώπινη δόξα και προτίμησε να συγκακουχείται με τον λαό του Θεού.
Ο Θεός του έδειξε, στην έρημο, το θαύμα της φλεγομένης και μη κατακαιομένης βάτου, όπου του αποκάλυψε ότι είναι ο Ών, και στην συνέχεια τον κάλεσε να γίνη ηγέτης του λαού του και να τον οδηγήση από την Αίγυπτο, την χώρα της δουλείας, στην γη της επαγγελίας. Αυτός από ταπείνωση αρνήθηκε γιατί ήταν ισχνόφωνος, δηλαδή είχε αδύνατη φωνή, και βραδύγλωσσος. Όμως ο Θεός τον εξέλεξε γιατί είχε άλλα μεγαλύτερα χαρίσματα, όπως υπακοή, προσευχή, υπομονή, δικαιοσύνη, θυσιαστική αγάπη κ.λ.π., που καταξιώνουν έναν αληθινό ηγέτη.
Ήταν ηγέτης ενός λαού “σκληροτράχηλου και απερίτμητου”, δυσκολοκυβέρνητου, που ευεργετήθηκε τα μέγιστα από τον Θεό και από τον ίδιο (τόν Μωϋσή), που όμως εύκολα λησμονούσε τις ευεργεσίες και πολύ συχνά στρεφόταν εναντίον των ευεργετών του. Αλλά ο Μωϋσής κάθε φορά που γκρίνιαζε ο λαός και αγανακτούσε, δεν προσπαθούσε να καταπραΰνη την οργή του με ψεύτικες υποσχέσεις, ούτε προσπαθούσε να βρη “λογικές λύσεις”, αλλά στρεφόταν στον Θεό και με πύρινη προσευχή ζητούσε από Αυτόν την λύση. Και ο Θεός τον κατηύθυνε πάντα και την κατάλληλη στιγμή έδινε την πρέπουσα λύση στο προβλημα. Η προσευχή του Μωϋσή ήταν δυνατή, πύρινη, γιατί γινόταν με καθαρότητα καρδιάς, πόνο ψυχής και με μεγάλη αγάπη για τον λαό. Παρ’ όλο που εξωτερικά δεν ακουγόταν, εν τούτοις ενώπιον του Θεού ανέβαινε ως βοή, που ανάγκασε τον Θεό να ερωτήση: “Τί βοάς προς με;”. Δηλαδή τί θέλεις και φωνάζεις; Τόση δύναμη είχε.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης τον αποκαλεί πρότυπο αρετής και τελείου βίου. Απαντώντας σε πνευματικό του παιδί, που με επιστολή του ζητούσε να του γράψη τα σχετικά με τον τέλειο βίο, ο άγιος Γρηγόριος του περιγράφει και στην συνέχεια του αναλύει τον βίο του Προφήτη Μωϋσή. Τον αποκαλεί Θεόπτη, επειδή αξιώθηκε να δη τον Θεό. Αφού, σύμφωνα με την εντολή του Θεού, νήστεψε σαράντα ημέρες ανέβηκε στο Όρος Σινά, είδε την δόξαν του Θεού και στην συνέχεια παρέλαβε τις Πλάκες με τον “Θεόγραφον Νόμον”. Σύμφωνα με την βιβλική περιγραφή, είδε τα οπίσθια του Θεού και όχι το πρόσωπό Του, δηλαδή είχε μεθέξει των ακτίστων ενεργειών του Θεού και όχι της ακτίστου ουσίας Του. Οι άγιοι μετέχουν όχι της ακτίστου ουσίας του Θεού, αλλά των ακτίστων ενεργειών Του. Κάτι παρόμοιο θα λέγαμε ότι συμβαίνει και με τα κτιστά πράγματα, όπως π. χ. με τον ήλιο. Μετέχουμε καθημερινά των ενεργειών του, όπως είναι το φως η θερμότητα κ.λ.π., όχι όμως και της ουσίας του, γιατί αυτό είναι αδύνατον.
Αναφέρει, λοιπόν, ότι ο Μωϋσής ήταν μέγας και συνεχώς γινόταν μεγαλύτερος και το ανέβασμά του δεν είχε τέλος, αφού δεν έχει τέλος η τελειότητα, την οποία οι άγιοι Πατέρες ονομάζουν ατέλεστη. “Ο μέγας Μωϋσής, επειδή γινόταν ολοένα μεγαλύτερος, δεν σταματούσε πουθενά το ανέβασμά του, ούτε έβαζε κάποιο όριο στην φορά του προς τα άνω. Αλλά μια και πάτησε την σκάλα όπου στηριζόταν ο Θεός, όπως λέει ο Ιακώβ, ανέβαινε πάντοτε στο πιο πάνω σκαλί και ποτέ δεν έπαυε να υψώνεται, επειδή έβρισκε πάντοτε το ψηλότερο σκαλί από εκείνο όπου είχε σταθεί. Αρνείται την ψευδή συγγένεια με την βασιλοπούλα των Αιγυπτίων και γίνεται εκδικητής του Εβραίου. Μετοικεί και ζη στην έρημο, που δεν την τάραζε η ανθρώπινη ζωή. ... Βλέπει την λάμψη του φωτός, κάνει ανάλαφρο το ανέβασμά του προς το φως με την αφαίρεση των υποδημάτων του. Βγάζει από την σκλαβιά στην ελευθερία τους συγγενείς και ομοφύλους του, βλέπει τον εχθρό να πηγαίνη στο βυθό βουλιάζοντας κάτω από το κύμα ... Τί μας διδάσκουν όσα είπαμε; Να αποβλέπομε δια βίου σε ένα τέλος, με τις πράξεις της ζωής μας να ονομαστούμε υπηρέτες του Θεού... Να θεωρήσομε ως μόνο φοβερό το να εκπέσομε από την φιλία του Θεού και να κρίνομε ως μόνο ακριβό και ποθητό για μας το να γίνομε φίλοι του Θεού, πράγμα που είναι, σύμφωνα με τον λόγο μου, η τελειότητα της ζωής”. (Ε.Π.Ε., Γρηγ. Νύσσης, τόμος 9, Δύο λόγοι “Στο βίο του Μωϋσή”).
Στο Θαβώρ, το Όρος της Μεταμορφώσεως του Χριστού, ήταν παρών μαζί με τον Προφήτη Ηλία και αυτό έγινε, σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο, για να γίνη φανερό ότι ο Θεάνθρωπος Χριστός “ζώντων και νεκρών κυριεύει”.
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009
Αρχή της Ινδίκτου
(δηλαδή αρχή του νέου Εκκλησιαστικού έτους)
