Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Αφιέρωμα στο Μοναχισμό Β΄Μέρος

Ο ΟΡΘΟ∆ΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΆΓΙΟ ΝΙΚΟ∆ΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ.
Ή µοναχική ζωή κατά τον άγιο Νικόδηµο.
Ό άγιος Νικόδηµος αγάπησε την τελεία µοναχική ζωή, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στην Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών. Ουδέποτε ψήνεται να επηρεάσθηκε από τον δυτικό ακτιβιστικό µοναχισµό. ∆εν αντιλαµβάνεται την άσκηση ως αυτοσκοπό, αλλά ως µέσο για την τελεία ένωση µε τον Θεό. Γι' αυτό καί όταν είναι αυστηρός Στις συµβουλές του, δεν περιορίζει το νόηµα στην σωµατική κακοπάθεια, αλλά αποβλέπει στην ελευθερία του νου από την αιχµαλωσία των παθών καί στην ένωση του µε τον Θεό δια της νοερας
εργασίας.
Στις διδασκαλίες του περί της µοναχικής ζωής φαίνονται τα γνωρίσµατα του γνησίου Ορθοδόξου Μοναχισµού. Σηµειώνουµε τα σπουδαιότερα:
α) Ό πόθος καί ή αγάπη προς τον Θεό.

Φεύγει ό µοναχός στην έρηµο, µακριά από τα φθαρτά καί µάταια του κόσµου, για να αγαπήσει αµετεωρίστως «το άκρον καί ανώτατον εραστόν, όπερ εστίν όΘεός». Το άπειρον θείο κάλλος έλκει την ψυχή του µονάχου προς ένα «απαύστον καί αεικίνητον» θείο πόθο, ή δε έρηµος βοηθεί στο να µη ανακόπτεται αλλά διαρκώς να αναρριπίζετε προς τελειότερα αγάπη. Αυτά λέγει ό Άγιος ερµηνεύων τον δεύτερο αναβαθµό του α' ήχου «τοις ερηµικοίς απαυστος ό θείος πόθος εγγίνεται, κόσµου ουσι του µαταίου εκτός»: «Ή αγάπη καί ό πόθος των εν τη ερήµω καί ησυχία κατακούντων µοναχών, δεν έλκεται από κανένα υλικό καί µάταιο πράγµα· ούτε γίνεται άλλοτε άλλος, δελεαζόµενος από ηδονές, ή πλούτο, ή δόξα τα όποια φθείρονται καί αφανίζονται... Επειδή λοιπόν ο Θεός είναι άπειρος κατά φύσιν καί άφραστος, δια τούτο καί ό προς τον Θεόν πόθος των ερηµιτών δεν στέκεται ποτέ, άλλ' είναι πάντοτε απαύστος καί αεικίνητος, πάντοτε λαµβάνων αύξησιν, καί πάντοτε τρέχων προς το ανώτερον...· σπουδάζει µεν γαρ ό νους να άναβή εις το ύψος του θείου κάλλους, καί να χωρήση αυτό ολόκληρο επειδή όµως δεν ηµπορεί, δια τούτο στοχαζόµενος, ότι εκείνο όπου δεν εδυνήθη να χωρήση, είναι ανώτερο καί ηδονικώτερο από εκείνο, όπου χώρησε· τούτου χάριν θαυµάζει καί απορεί· εκ δε του θαυµασµού, γεµίζει από θείους ερωτάς, καί πόθους αναρριπίζει διακαείς τη ψυχή... την απορία πορισµό ερώτων τιθέµενος, κατά τον αγιον καί νηπτικώτατο Κάλλιστο».
β) Ή ησυχία.

Ή ησυχία κατά τον άγιο Νικόδηµο, είναι ό καταλληλότερος τόπος καί τρόπος για να εργάζεται ό νους την αδιάλειπτο νοερά εργασία. ∆εν αντιλαµβάνεται Άγιος την ησυχία ως απραξία. Οι ιερώς ησυχάζοντες ασκούν µία σύντονο καί αδιάλειπτο νοερά εργασία νίψεως καί προσευχής. «Οι δε εν τη ερήµω καθήµενοι, καί την ησύχιον ζωήν µεταχειριζόµενα, αυτοί
καταφρονούσι µεν όλα τα ηδέα, καί παρά τοις άλλοις ποθούµενα, ως βλαπτικά της ψυχής καί από του Θεού χωρίζοντα· συµµαζόνουσι δε τον νουν τους, από κάθε σύγχυσιν του κόσµου καί θεωρίαν, µέσα εις την καρδίαν τους, καί εκεί αδιαλείπτως προσεύχονται, µελετώντες το παµπόθητον καί γλυκύτατον όνοµα του Ιησού Χριστού, καί λέγοντες αγαπητικός «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησαν µε». Εκ της τοιαύτης δε αδιάλειπτου προσευχής καί συχνής µελέτης του θείου ονόµατος του Ιησού, ανάπτουσι µεν την καρδίαν τους εις µόνον τον του Θεού πόθον καί έρωτα, εκτείνουσι δε καί τον νουν εαυτών εις την θεωρίαν του θείου κάλλους. Όθεν από το υπέρκαλλον εκείνο κάλλος καταθελγόµενοι, καί έξω γενόµενοι εαυτών, λησµονούσι καί φαγητά, καί ποτά, καί φορέµατα καί αυτήν την φυσική ανάγκην του σώµατος»
γ) Ή Χριστοµίµητος υπακοή.

Ή υπακοή των µοναχών δεν είναι µία εξωτερική πειθαρχία, ηναγκασµένη ή συµβατική. Πρότυπο της έχει την υπακοή του Κυρίου στον Ουράνιο Του Πατέρα, κατά το «γενόµενος υπήκοος µέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. β', 8), καί στην Ύπεραγία Μητέρα Του καί τον δίκαιο Ιωσήφ, κατά το «ην υποτασσόµενος αυτοίς» (Λουκ. β', 51). Αληθινή υπακοή είναι ή υπακοή φρονήµατος. Γράφει ό Άγιος: «Υπότασσε λοιπόν εις αυτόν [τον δια του µοναδικού σχήµατος γενόµενον γέροντα σου], όχι µόνον όλα σου τα θελήµατα, το όποιον είναι ευκολότερων, άλλ'ακόµη καί όλα σου τα φρονήµατα, το όποιον είναι δυσκολότερων. Πολλοί γαρ υποτακτικοί εκκόπτουσι ναι το θέληµα των καί κάµνουσι το θέληµα του γέροντος των µα το φρόνηµα των δεν το εκκόπτουσι καί µάλιστα αν είναι, καί λογιώτατοι άλλ' εχουσι πάντοτε µίαν τοιαύτην ιδέαν βαθέως ριζωµένη εις την καρδίαν τους, ότι εκείνο οπού αυτά φρονούσι καί συλλογίζονται δια κάθε πράγµα, είναι καλλίτερον καί φρονιµώτερο από εκείνο οπού φρονεί καί συλλογίζεται ό γέροντας των». Με την διδασκαλία αύτη οδηγεί τον υποτακτικό .στην αληθινή ταπείνωση,κατά το παράδειγµα του Κυρίου Ή µοναχική ζωή κατά τον άγιο Νικόδηµο.

δ) Ή εργασία.

Το εργόχειρο ή το διακόνηµα είναι απαραίτητο στον µοναχό, για λόγους πού ό άγιος Νικόδηµος επισηµαίνει. Πρώτα, για να µη έχη ό λογισµός του μονάχου αφορµές µετεωρισµού. Καί έπειτα, για να µη υποχρεώνεται ό µοναχός να βγαίνει στον κόσµο για συλλογή ελεηµοσύνης, διότι από αυτό προκαλούνται πειρασµοί καί πτώσεις, δηµιουργούνται αφορµές σκανδαλισµού των κοσµικών καί εισάγονται στα µοναστήρια κοσµικές συνήθειες καί φρονήµατα. ∆ιευκρινίζει ό άγιος Νικόδηµος, ότι το είδος της εργασίας πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να µη βάζει τον µοναχό σε µέριµνες, πειρασµούς καί αισχροκέρδειες, Ιδιαιτέρως δε για τον ερηµίτη να µπορεί να επιτελείται απερίσπαστος στο ερηµικό του καλύβι.
ε) Ή προσευχή.
Όλος ό µοναχικός αγώνας, κατά τον άγιο Νικόδηµο, συντείνει στο να εξασφάλιση στο νου την ελευθερία να προσεύχεται απερίσπαστος. Ό ίδιος ως ερηµίτης ειργάζετο την µονολόγιστο ευχή καί αυτήν συνιστούσε ενθέρµως: «Ό Ιησούς λοιπόν, παρακαλώ σε καί τρίτον, ας είναι γλυκύ µελέτηµα της καρδίας σου, ο Ιησούς ας είναι εντρύφηµα της γλώσσης σου · ό Ιησούς ας είναι ο αδολέσχηµα καί ή ιδέα του νοός σου · εν συντοµία, ό Ιησούς ας είναι ή αναπνοή σου · καί ποτό να µη κορέννυσαι επικαλούµενος τον Ιησούν». Άλλα παραλλήλως δίδασκε καί την αναγκαιότητα της κοινής προσευχής καί θείας λατρείας στον ναό. Στο έργο του Χρηστοήθεια των Χριστιανών ό Άγιος προτρέπει τους εν τω κόσµο Χριστιανούς να συµµετέχουν στον Εσπερινό, στον Όρθρο καί στην Θεία Λειτουργία µαζί µε τα παιδιά τους, για να συνηθίζουν,
καί συνιστά να µη απέχουν από τίς κοινές Ακολουθίες προφασιζόµενοι την κατ' ιδίαν προσευχή στο σπίτι. Χάριν της κοινής προσευχής στον ναό συνέθεσε Κανόνες διαφόρων εορτών, συνέταξε το Θεοτοκάριο καί ερµήνευσε τους ειρµούς των δεσποτικών καί θεοµητορικών εορτών, ώστε ή ψαλµωδία να είναι λογική λατρεία.
στ) Ή αγάπη.

Ή µοναχική άσκησης χωρίς αγάπη δεν σώζει. Ό άγιος Νικόδηµος το τονίζει µε έµφαση:
«∆εν είναι θρήνων άξιον, να βλέπη τινάς τόσους καί τόσους αδελφούς να αφήσουν τον κόσµον, καί να κατοικούν µέσα εις τα όρη καί τα σπήλαια, δια να σώσουν την ψυχήν τους · να εκχέουν τόσους αιµατωµένους ίδρωτας · να αγωνίζονται µε υπερβολικούς αγώνας, νηστειών, αγρυπνιών, κακοπαθειών, νωτοφορούντες, υδροφορούντες, και πεζοί οδεύοντες µέσα εις δύσβατους και αµφικρήµνους τόπους, καί ύστερον από όλα αυτά, να βλέπη τους τοιούτους
να τρέφουν εις την καρδίαν τους εν τόσον φαρµακερό βασιλίσκο; το µίσος, λέγω, κατά των αδελφών τους ; ω! καί τίς να µη αναστενάξει; ω! καί τίς να µη χύση καρδιοστάλακτα δάκρυα;». Ό άγιος Νικόδηµος άσκησε την αγάπη, παρότι έζησε έντονα τίς συνέπειες των αγώνων του υπέρ των ορθοδόξων παραδόσεων, κατηγορήθηκε, συκοφαντήθηκε, διώχθηκε.
Στην Οµολογία Πίστεως, πού χρειάσθηκε να σύνταξη για να πληροφόρηση, όπως λέγει, τουςµη ειδότας καί να διόρθωση τους εν γνώσει κατηγορούντας, γράφει περί των κατηγόρων του πού δυστυχώς είχαν αποκλίνει από την αγάπη: «Ή µοναδική πολιτεία απαιτεί να έχουν οί Μοναχοί πραότητα, καί αταραξία καρδίας· αυτοί όµως οί ευλογηµένοι...ταράττονται., ανάπτουν από τον θυµό, καί ευθύς λέγουν τα δυσφηµότατα.,. καί µε τούτο δείχνουν το µίσος καί την πικρία, όπου φυλάττουν µέσα εις την ψυχήν τους». Τους παρακαλεί να συνέλθουν, να αφήσουν τα πείσµατα, να εκριζώσουν το µίσος καί να εγκολπωθούν την αγάπη.
Στην αντίθετη περίπτωση, καταλήγει ό άγιος Νικόδηµος, «εάν δεν εκριζώσετε το µίσος από την καρδίαν σας, και δεν εµφυτεύσετε την άγάπην, καί εάν δεν
παύσετε από τάς κατά των αδελφών σας δυσφηµίας, να ηξεύρετε (καί σύγγνωτε ηµίν δια την
τόλµη) ότι µαταίως κατοικείτε εις τα όρη καί τα βουνά· µάταιοι είναι όλοι οί ασκητικοί σας
αγώνες καί κόποι καί ίδρωτες · να ειπούµε καί το µεγαλύτερον; µαρτύριο αισθητό εάν υποµείνετε δια τον Χριστόν, έχετε δε µίσος, µάταιο είναι το τοιούτον µαρτύριο σας».
ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΝ ΌΡΟΣ.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Αφιέρωμα στο Μοναχισμό


Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ὁ Μέγας 15Μαΐου


Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τὸ 292 μ.Χ. στὴν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306-337 μ.Χ.). Στὸ στρατό, στὸν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μὲ Χριστιανοὺς στρατιῶτες καὶ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δὲ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφοῦ μετέβη στὴν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκηση, κατέφυγε στὴν ἔρημο καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἠσυχαστοῦ Παλάμονος (τιμᾶται 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περὶ τὸ 320 μ.Χ., κατέφυγε σὲ ἔρημο νησῖδα τοῦ Νείλου, στὴ νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδας, ὅπου βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν ἀσπασθέντα τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρὴ μονή.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλοὺς μοναχούς, ἐξαιτίας δὲ τούτου ὁλοένα καὶ μεγάλωνε τὴ μονή του, ὥστε σὲ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτὴ νὰ ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπὸ 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκιστὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος θεωρεῖται θεμελιωτὴς τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, βιβλίο ποὺ ἔγραψε ὁ Παλλάδιος περὶ τὸ 420 μ.Χ., οἱ μοναχοὶ τοῦ Παχωμίου, ποὺ ὀνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ζοῦσαν ἀνὰ τρεῖς σὲ μικρὰ οἰκήματα. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἐπέβαλε στοὺς μοναχοὺς κοινὴ προσευχὴ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ (συνολικὰ βέβαια οἱ μοναχοὶ προσεύχονταν, σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα, δώδεκα φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ δώδεκα τὴ νύχτα), κοινὴ ἐργασία, κοινὰ ἔσοδα, κοινὲς δαπάνες, κοινὰ γεύματα καὶ ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία. Τὰ γεύματά τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ φυτικὲς τροφὲς καὶ τυρί. Κατ’ αὐτὰ οἱ μοναχοὶ δὲν μιλοῦσαν μεταξὺ τοὺς καί, γι’ αὐτό, συνεννοοῦνταν μὲ νεύματα. Κάλυπταν δὲ τὰ πρόσωπά τους κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν μόνο τὴν τράπεζα. Ἡ ὁμοιόμορφη στολὴ τοὺς ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἐνδύματα: λινὸ χιτῶνα («λεβιτωνάριο»), ποὺ ἔφθανε λίγο κάτω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ ζωνόταν μὲ ζώνη, λευκὸ μαλλοφόρο ἔνδυμα αἰγὸς ἢ προβάτου («μηλωτή»), ἐπίσης ζωσμένο, ποὺ ἔφθανε ὡς τὰ γόνατα καὶ εἶχε τὴ μαλλοφόρο ὄψη πρὸς τὰ ἔξω, κωνοειδὲς κουκούλιο, ποὺ στὸ πίσω μέρος ἔφθανε ὡς τοὺς ὤμους, καὶ μικρὸ λινὸ ὠμοφόριο («μαφόριον» ἢ «μαφόριον»), ποὺ κάλυπτε συνήθως τὸν αὐχένα καὶ τοὺς ὤμους. Ὑποδήματα σπανίως χρησιμοποιοῦσαν.

Οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ κοιμοῦνταν καθήμενοι καὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο καὶ Κυριακή. Διαιροῦνταν σὲ εἴκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποία χαρακτηρίζονταν μὲ ἕνα γράμμα τῆς ἀλφαβήτου, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση καὶ τὸν τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκείνων ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν.

Πνεῦμα ὀργανωτικὸ καὶ ἀπαράμιλλος στὴν καθοδήγηση καὶ διακυβέρνηση προσώπων καὶ πραγμάτων, κατόρθωσε νὰ διατηρήσει μεταξὺ τοῦ πλήθους τῆς περὶ αὐτὸν ἀδελφότητας πειθαρχία καὶ ἀγάπη, φροντίζοντας ὡς φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικές τους ἀνάγκες, διὰ δὲ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του καὶ τοῦ παραδείγματός του νὰ τοὺς ἐνθερρύνει στὸν ἀγῶνα πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λόγω τῆς θεοσεβείας καὶ τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του ὁ Ὅσιος Παχώμιος προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας καὶ ἐπιτέλεσε πλεῖστα ὅσα θαύματα.

Τὸ 348 μ.Χ. περιποιούμενος ὁ ἴδιος τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀσθένησαν ἀπὸ πανώλη, ἀρρώστησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸν Ὅσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ἠγιασμένος (τιμᾶται 16 Μαΐου).



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποιμένος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταίς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθεῖς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας, νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλη, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναίς.



Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Φωστὴρ φαεινός, ἐδείχθης ἐν τοὶς πέρασι τὴν ἔρημον δέ, ἐπόλισας τοὶς πλήθεσι, σεαυτὸν ἐσταύρωσας, τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὤμων ἀράμενος, καὶ ἀσκήσει τὸ σῶμα, κατέτηξας, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.


Από το βίο του άγίου Παχωμίου
Ο μέγας Παχώμιος χαιρόταν πολύ, διαπιστώνοντας ότι ο μαθητής του Θεόδωρος, ήταν σε όλα συνετός, και όχι μόνο δεν είχε την (ανώριμη) σκέψη αλλά στήριζε στην άσκηση και άλλους, τούς πιο αδύνατους.
Καθώς λοιπόν είχαν συνήθεια νά συγκεντρώνονται όλοι (οι μοναχοί) κάθε βράδυ σ' ένα σημείο της μονής και ν' ακούνε τη διδαχή του μεγάλου (Παχωμίου), (κάποια φορά), όταν όλοι είχαν μαζευτεί γι' αυτό, προστάζει εκείνος το Θεόδωρο - νέον, όπως είπαμε, όχι πάνω από είκοσι χρόνων - νά κηρύξει στους αδελφούς το λόγο του Θεού. Κι αυτός αμέσως, χωρίς καμιά αντιλογία ή παρακοή, άνοιξε το στόμα του και τούς είπε πολλά ωφέλιμα.
Μερικοί όμως από τούς γεροντότερους, βλέποντας αυτό το πράγμα, δεν θέλησαν νά Τον ακούσουν. "Θα μας διδάξει αυτός ο αρχάριος;", είπαν μεταξύ τους. "Δεν θα Τον ακούσουμε!". Άφησαν λοιπόν τη σύναξη κι έφυγαν ο καθένας για το κελί του.
Όταν τέλειωσε ή διδασκαλία, ο μέγας (Παχώμιος) έστειλε και τούς κάλεσε. και μόλις ήρθαν, τούς ρώτησε:
Για ποίο λόγο αφήσατε το κήρυγμα και φύγατε για τα κελιά σας;
Καλά, αποκρίθηκαν, έβαλες ένα παιδί νά κάνει το δάσκαλο σε τόσους γέροντες, πού πέρασαν μια ζωή μέσα στο μοναστήρι; Όταν τούς άκουσε (ο όσιος), σκυθρώπιασε και αναστέναξε βαθιά.
Ξέρετε, είπε, από που άρχισαν να μπαίνουν τα κακά στον κόσμο;
Από πού; ρώτησαν εκείνοι. Από την υπερηφάνεια!
Εξαιτίας της «εξέπεσαν εκ τού ουρανού ο εωσφόρος, ο πρωί ανατέλλων» και «συνετρίβη εις την γην» (Ήσ. 14:12). Εξαιτίας της κατοίκησε μαζί με τα θηρία και ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (Δαν. 4:25-30). Η μήπως δεν ακούσατε τι λέει ή Γραφή, ότι «ακάθαρτος παρά Θεώ πας ύψηλοκάρδιος» (Παροιμ. 16:5), και ότι «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14:11);
Επειδή λοιπόν δεν τα λογαριάσατε αυτά, νικηθήκατε από το διάβολο και χάσατε όλη σας την αρετή γιατί ή υπερηφάνεια είναι μητέρα και αρχή όλων των κακών.
Φεύγοντας, Δεν απομακρυνθήκατε από το Θεόδωρο, αλλά χωριστήκατε από το Άγιο Πνεύμα, καθώς στερηθήκατε το λόγο του Θεού. Είστε πραγματικά αξιολύπητοι. πως Δεν καταλάβατε, ότι ο σατανάς ήταν πού σας παρακίνησε νά φτάσετε σ' αυτό (το κατάντημα); "Ω, τι παράδοξο! Ο Θεός «εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλιπ. 2:8) για μας, κι εμείς, αν και από τη φύση μας ταπεινοί, έχουμε έπαρση! Ο από τη φύση Του υψηλός και άπειρος, πού με το βλέμμα του και μόνο μπορεί νά κατακάψει τα πάντα, έσωσε τον κόσμο με την ταπείνωση. Κι εμείς, πού είμαστε χώμα και στάχτη και ακόμα πιο τιποτένιοι από αυτά, φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, αγνοώντας ότι καταποντιζόμαστε έτσι στα κατάβαθα της γης. Δεν είδατε εμένα, με πόση προσοχή παρακολουθούσα (την ομιλία του Θεοδώρου); Σας βεβαιώνω, ότι εγώ πάρα πολύ ωφελήθηκα πού τον άκουσα. Γιατί δεν του επέτρεψα νά σας κηρύξει για νά σας δοκιμάσω, αλλά γιατί ήθελα κι εγώ ο ίδιος νά ωφεληθώ. Πόσο περισσότερο λοιπόν εσείς έπρεπε νά τον ακούσετε με πολλή ταπεινοφροσύνη; 'Αλήθεια σας λέω, ότι εγώ, ο εν Κυρίω πνευματικός πατέρας σας, ήμουν κρεμασμένος άπ' το στόμα του, σαν νά μη γνώριζα τη δεξιά και την αριστερή (στράτα). Σας λέω λοιπόν ενώπιον του Θεού, ότι, αν δεν δείξετε πολύ μεγάλη μετάνοια γι' αυτό το σφάλμα σας, ώστε νά σας συγχωρηθεί ή πτώση, θα χάσετε την ψυχή σας και τούτο γιατί, μετά από αυτή την τόσο κακή αρχή, δεν θα σταματήσετε, ώσπου νά φτάσετε στην έσχατη απόφαση της καταδίκης σας.

Με αυτά τα λόγια τούς νουθετούσε (ο όσιος) καυτηριάζοντας αρκετά το πάθος της υπερηφάνειας, κι έτσι γιάτρεψε αποτελεσματικά την (πνευματική) αρρώστια τους. Γιατί ήταν και σκληρός, οπότε χρειαζόταν, άλλά και ήπιος πάλι, όταν το καλούσε ή περίσταση, άλλοτε ελέγχοντας και άλλοτε παρακινώντας προς το αγαθό εκείνους πού αμάρταναν.

Πηγή: http://www.gerontas.com

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ο πόνος στη ζωή μας

(Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Γεώργιος Καψάνης, Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Είναι εύκολο κάποιος να φιλοσοφεί ή να θεολογεί για τον πόνο. Αλλά είναι δύσκολο να αντιμετωπίζει σωστά τον πόνο, όταν ο ίδιος περνά ένα δυνατό πόνο στην ζωή του. Θεωρώ πολύ τολμηρό να μιλά κανείς για τον πόνο, όταν ο ίδιος δεν πονά. Σκέπτομαι όλους τους αδελφούς μας απανταχού της γης, που πονούν σωματικά ή ψυχολογικά ή πνευματικά.


Σωματικά πονούν οι άνθρωποι από αρρώστιες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικά πονούν από κατατρεγμούς, συκοφαντίες, έλλειψη αγάπης και μη ανταπόκριση στην προσφερόμενη σε άλλα προσφιλή πρόσωπα αγάπη, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ασθένειες και θανάτους προσφιλών ανθρώπων και άλλα αίτια. Πνευματικά πονούν όσοι αγαπούν τον Θεό και τον άνθρωπο και όμως βλέπουν ότι με τις αμαρτίες τους λυπούν τον Θεό και προσβάλλουν την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο.

Δεν εισήλθε ασφαλώς κατ' ευδοκία Θεού. Μπήκε κατά παραχώρηση Θεού, όταν ο άνθρωπος με την εγωιστική παρακοή του έχασε την Πηγή της Ζωής, τον Πλάστη του. Από την άπονο κατάσταση της Θείας Βασιλείας, βρέθηκε σε μία άλλη κατάσταση, στην οποία αφού δεν βασίλευε η αληθινή Ζωή, κυριαρχούσε μια ζωή φθαρμένη, συνυφασμένη με τον θάνατο, τα πάθη και την αμαρτία.

Σ' αυτήν την νέα κατάσταση, ο θάνατος και ο πόνος φαίνονταν να έχουν ένα θετικό νόημα, όπως άλλωστε και οι άλλοι δερμάτινοι χιτώνες με τους οποίους ο Θεός ένδυσε τους πρωτοπλάστους, όταν εκείνοι έφευγαν από τον Παράδεισο, για να τους παρηγορήσει στην εξορία τους. Ο θάνατος θέτει τέρμα στο κακό, που αλλιώς θα ήταν αθάνατο επί της γης.

Ο σωματικός πόνος ειδοποιεί για την ασθένεια, ώστε να υπάρχει η κατάλληλη θεραπεία. Οι ιατροί γνωρίζουν πόσο ευεργετικός είναι ο πόνος. Επίσης, όλων των ειδών οι πόνοι μας βοηθούν να λάβουμε αίσθηση της φθαρτότητάς μας και έτσι να γνωρίσουμε τα πεπερασμένα μας όρια γλιτώνοντας από κάθε μορφή αυτοθεοποιήσεως.

Ο πόνος μας βοηθά να αναθεωρήσουμε την πορεία της ζωής μας και να την επαναπροσανατολίσουμε στο σωστό κέντρο της, που είναι ο Τριαδικός Θεός.

Ο πόνος μας βοηθά να λαμπικάρουμε την αγάπη μας προς τον Θεό, ώστε να αγαπούμε τον Θεό όχι γιατί μας δίνει τα δώρα Του (όπως η υγεία, η οικογενειακή ευτυχία κλπ.), αλλά γι' Αυτόν τον Ίδιο.

Έτσι ο πολύαθλος Ιώβ, με τον τρόπο που αντιμετώπισε τις ασθένειες και τις άλλες αβάστακτες δοκιμασίες, απέδειξε ότι αγαπά τον Θεό για τον Θεό και όχι τον Θεό για τα δώρα Του. Αγαπούσε τον Θεό τόσο δυνατά, όταν βρισκόταν ριγμένος, πάνω στις κοπριές, γεμάτος πληγές και με σκοτωμένα τα δέκα παιδιά του τόσο δυνατά, όσο και όταν ευτυχούσε.

Ο πόνος μας βοηθά ακόμη να τοποθετηθούμε σωστά απέναντι στους συνανθρώπους μας, τους οποίους πολλές φορές όταν δεν πονάμε, τους καταφρονούμε, τους αδικούμε τους κάνουμε να πονούν με την εγωιστική μας στάση. Όταν η ηδονή με την οποία απομυζούμε τους συνανθρώπους μας γίνεται οδύνη, καταλαβαίνουμε ότι οι παράνομες ηδονές μας καταστρέφουν.

Πολλές φορές άνθρωποι που πόνεσαν δυνατά βρήκαν διά του πόνου το αληθινό τους πρόσωπο ξεπερνώντας τα προσωπεία, και γι' αυτό ευχαρίστησαν τον Θεό για το δώρο του πόνου, έστω και αν αυτό ήταν μια ανίατος και οδυνηρά ασθένεια.

Άλλοτε πάλι ο πόνος βοηθά και τους ωρίμους πνευματικά ανθρώπους να φθάσουν σε υψηλότερες μορφές πνευματικής τελειώσεως, να στηρίξουν και να παρηγορήσου πολλές ψυχές.

Ως παράδειγμα αναφέρω τον μακαριστό γέροντα Παίσιο, που δέχθηκε την λεγόμενη "επάρατη" νόσο με χαρά, κάνοντας τον λογισμό ότι οι κοσμικοί που πάσχουν παρηγορούνται, όταν μαθαίνουν, ότι πάσχουν και οι μοναχοί. Έτσι η επάρατη νόσος έγινε για τον π. Παίσιο ευλογημένη νόσος.

Πηγή: http://www.alopsis.gr/

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Νουθεσίες περί υπακοής

Εφραίμ Φιλοθεΐτης
Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα–σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
· Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς. Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
· Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι’ αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι’ αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.
Γέροντας Παΐσιος
Η υπακοή είναι το κλειδί του Παραδείσου. Όχι όμως κακομοιριά, αναγκαστική υπακοή και προσευχή με το ζόρι. Κανείς δεν εθεραπεύθη μόνος του, και κανείς δεν θα σωθεί χωρίς υπακοή. Η υπακοή και η απλότης εκ φύσεως φθάνουν σύντομα στην αγιότητα. Ήταν ένας απλός άνθρωπος που διακονούσε ένα φτωχό ασθενή. Αυτός του ζήτησε μια μέρα να του δώσει να φάει ένα ψαράκι. Αλλά κι αυτός ο φτωχός που να το βρει το ψαράκι. Κατέβηκε στην παραλία όπου ήταν ένας ναός, μπήκε μέσα, σήκωσε τα χέρια στον ουρανό και προσευχήθηκε απλά: «Χριστέ μου, δώσε μου σε παρακαλώ ένα ψαράκι για τον άνθρωπο», και ώ του θαύματος! Αμέσως βρέθηκε μέσα στα χέρια του ένα ψάρι!!! κι ευχαριστώντας το Θεό το πήγε στον άρρωστο. Να περιπατείτε με απλότητα την οδό της ζωής σας.
Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
Κάποια καλογριούλα μου έγραψε, λέει: Γέροντα, ακούμε ότι θά 'ρθουν οι Τούρκοι και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.
-Α! άκουσε, παιδάκι μου, της λέω. Δεν έχεις υποκοή. Διότι αν είχες υπακοή, τότε: «Τι με νοιάζει εμένα; Ό,τι μου πει η Γερόντισσα· ό,τι μου πει η Γερόντισσα. Δεν είναι Γερόντισσα η Μ.; Ε, ό,τι πει η Μ., εμένα δεν με νοιάζει». Αυτή είναι υπακοή. Αλλά για να φοβάσαι, έχεις θέλημα μέσα σου, έχεις θέλημα μέσα σου, έχεις θέλημα.
Ξερετε πολύ καλά ότι ο Γέροντάς μας (Ιωσήφ) ήταν των άκρων ησυχαστής και της νοεράς προσευχής. Και όμως δεν μας παρέδωσε ως πρώτο την ησυχία ή την νοερά προσευχή,αλλά μας παρέδωσε την υπακοή το κοινόβιο!
Και τα βιβλία των αγίων Πατέρων αν παρακολουθήσετε, θα δείτε ότι πολλοί με ευκολία, με πολλήν άνεση αγίασαν, αγιάσθησαν οι ψυχές των, δίχως να κάνουν κόπους, δίχως να κάνουν θυσίες, δίχως να κάνουν ασκητικούς αγώνας, αλλά τι; Εδιάλεξαν την υπακοή.
Η υπακοή φέρει τον άνθρωπο όχι μόνο σε απάθεια σωματική, αλλά και πνευματική.
Βολιδοσκοπήσατε από που ξεκινάει η υπακοή. Από την Τριαδική Θεότητα. Ο Χριστός λέει ότι « ήρθα να κάνω όχι το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με» (Λουκ. 22,42). Από εκεί αρχίζει η υπακοή. Γι' αυτό και όποιος κάνει υπακοή, γίνεται μιμητής του Χριστού!
Βεβαιώθηκα με πείρα ότι η υπακοή είναι ανωτέρα της προσευχής.
Θέλεις ν' αποκτήσεις προσευχή; Θέλεις, όταν λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ», να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι από τα μάτια σου; Θέλεις να ζήσεις τη ζωή των αγγέλων; «Ευλόγησον», «νά 'ναι ευλογημένο». Υπακοή.
Ο μεγάλος αγώνας του ανθρώπου είναι να μην πιστεύει τον λογισμό του. Ε, ο Γέροντας τώρα λείπει, ρώτησε τον αδερφό σου κι ό,τι σου πει ν' ακούσεις. Δεν είναι μικρός αγώνας να ρίξεις τον εαυτό σου κάτω, δεν είναι μικρός αγώνας. Μα αλλιώς δεν γίνεται, αλλιώς δεν γίνεται. Αν θέλεις ν' ακολουθήσεις τον καλογερικό νόμο, εκεί θα πατήσεις.

Η Γερόντισσα Γαβριηλία









"ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΥΠΟΓΡΑΦΩ ΕΝ ΛΕΥΚΩ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ...
Ο, ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΑΣ ΓΡΑΨΕΙ...






Να σκέπτεστε και να βλέπετε μόνο το ΦΩΣ.
Όλα τα άλλα είναι παρενθέσεις που δεν πρέπει να αφήνουν ούτε ίχνος πάνω σας..
Ποτέ να μην λές «γιατί περνώ αυτό»; Ή όταν βλέπεις τόν άλλο με τη γάγγραινα, τον καρκίνο ή την τύφλωση, να μην λές «γιατί το περνά αυτό»; Αλλά να παρακαλείς τον Θεό να σου χαρίσει το όραμα της άλλης όχθης...
Τότε θα βλέπεις όπως οι Άγγελοι τα γινόμενα εδώ όπως πραγματικά είναι: ΟΛΑ στο σχέδιο τού Θεού. ΟΛΑ.


Εκείνος που αγαπά τον Θεόν, ζει βίον αγγελικόν επάνω στη γη. Νηστεύει, αγρυπνεί, προσεύχεται και έχει πάντοτε καλές σκέψεις για τους συνανθρώπους του. Ουδέποτε επλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας λύπη στην καρδιά μου για τον πλησίον μου. Και όσο πάλι εξαρτάτο από μένα, δεν άφησα άνθρωπο να κοιμηθεί στενοχωρημένος μαζί μου. Μέχρι θανάτου μπορούν να συγκρατηθούν οι άνθρωποι του Θεού , για να μη λυπήσουν τον αδελφό τους. Αδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τους αδελφούς σας, για να συγχωρηθούν αι αμαρτίαι σας. Αν μάθεις πως κάποιος σε μισεί και σε κακολογεί μη του κρατάς κακία. Αν μπορείς μάλιστα στείλε του ένα δώρο. Έτσι θα έχεις το θάρρος να είπης στον Χριστό την ώρα της Κρίσεως: Άφες μου ,Δέσποτα , τα οφειλήματά μου , καθώς και εγώ αφήκα τα οφειλήματα του πλησίον μου.


Κάθε φορά που η σκέψη σου τρέχει στο πρόσωπο που σʼ έθλιψε, σε προσέβαλε ή με οποιοδήποτε τρόπο σʼ εζημίωσε, πείσε τον εαυτό σου να τον θεωρείς σαν ευεργέτη, σαν ιατρό σταλμένο από τον Ιησού να θεραπεύση τις αμέτρητες πληγές σου. Θλίβεσαι όταν θυμάσαι εκείνον που σου έκανε κακό; Αυτό είναι σημάδι ψυχικής αρρώστιας. Αν η ψυχή σου δεν ασθενούσε, συ δε θα έπασχες. Ευχαρίστει λοιπόν εκείνον που σε λύπησε και προσεύχου γιʼ αυτόν. Σκέψου πως γίνεται αιτία νʼ αντιληφθείς την ασθένειά σου. Μάθε να δέχεσαι τις δοκιμασίες που σου προξενούν οι άνθρωποι σαι θεραπευτικά φάρμακα σταλμένα από τον Ουράνιο Ιατρόν. Αν όμως αγανακτής εναντίον τους , είναι σαν να λέγης στον Ιησού: Δεν θέλω τα φάρμακά σου. Προτιμώ καλλίτερα τη σήψι των ψυχικών τραυμάτων μου. Δέξου κι εσύ σαν καυτήρα του Μεγάλου Ιατρού εκείνον που σε κατηγορεί ή σε περιφρονεί , βέβαιος πως σου θεραπεύει την κενοδοξία. Καθαρτικό είναι εκείνος που σε ζημιώνει και σʼ αδικεί, αλλά σε απαλλάσσει από την πλεονεξία. Όσο φέρνουμε διαρκώς στο νου μας τα κακά που τυχόν μας προξένησαν οι αδελφοί μας, τόσο απομακρύνουμε τον Θεόν απʼ αυτόν. Όταν τα λησμονούμε παρευθύς, δεν τολμούν οι δαίμονες να μας πειράξουν. Κλείσου στο κελλί σου, Αδελφέ , και μη πάψης νύκτα- μέρα να προσεύχεσαι για κείνον. Μʼ αυτό τον τρόπο μόνο θʼ απαλλαγής από το πάθος που βράζει μέσα σου. Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου για να ʽχης παρρησία στο Θεό. Όχι μόνον δια της ελεημοσύνης που γίνεται με τα χρήματα φαίνεται η διάθεσις της αγάπης αλλά πολύ περισσότερο με το να μεταδίδης στον άλλον λόγο Θεού. Ακόμη δε και με κάθε είδους εξυπηρέτησι. Δε θα επιτρέψη ποτέ, το λέει η Γραφή, να δοκιμάσης πιο μεγάλο πειρασμό από όσο έχεις δύναμι να σηκώσης. Φρόντισε λοιπόν νʼ αρέσης σʼ Αυτόν που μεριμνά για σένα. Όπου υπάρχει σταυρός, δε μπορεί να σταθή η κακία του εχθρού. Καθημερινώς ατενίζομε προς τον Σταυρό του Κυρίου μας και μελετάμε τα πάθη Του. Γιατί όμως δε δείχνομε υπομονή ούτε στην παραμικρή περιφρόνιση που τυχόν μας κάνουν; Αν αγωνίζεσαι να κόψης ένα πάθος που επίμονα σε πολεμεί, μη αποκάμης. Κατάφευγε στη θεία βοήθεια. Κύριέ μου, λέγε στον Ιησού με όλη τη δύναμι της ψυχής σου, δε μπορώ νʼ αντισταθώ σʼ αυτό το πάθος. Βοήθησέ με τον αμαρτωλό. Με την προσευχή θα βρείς ανακούφιση. Αν η μακροθυμία του Θεού μας ανέχεται , όταν δουλεύωμε στην αμαρτία, πόσο μάλλον η ευσπλαχνία Του θα μας δυναμώση , όταν αγωνιζώμεθα για το καλό. Ο Θεός δεν επιτρέπει μεγάλους πειρασμούς στους σημερινούς ανθρώπους , γιατί είναι ασθενέστεροι από τους παλαιότερους και δεν κάνουν υπομονή. Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι για το φόρεμά σου κι εύκολα δεν το πετάς, πώς δε θα λυπηθή ο Θεός το πλάσμα Του και δε θα κάνη ότι είναι δυνατόν για να το διορθώση; Αν με καλή μετάνοια σηκωθής από την πτώση σου, μη παύσης να λυπάσαι γιʼ αυτή και να στενάζεις ως το τέλος της ζωής σου. Αλλιώς κινδυνεύεις να ξαναπέσεις στην ίδια αμαρτία. Η κατά Θεόν λύπη είναι χαλινάρι της ψυχής. Την προστατεύει από πολλά παραστρατήματα. Εδώ είναι η διαφορά του Χριστιανού Πρέπει να αγαπά και τους μη δικούς του. Τον κάθε άνθρωπο να τον έχει σαν αδερφό του. Εκεί είναι το μεγάλο Μυστήριο και Μυστικό του Χριστιανισμού. Γιʼ αυτό πρέπει να προσέχουμε φοβερά! Ούτε να σκεφτούμε ενάντια! Γιατί θα κάνουμε ζημιά στον εαυτό μας. Κατάλαβες πώς γίνεται; Όσο για την αχαριστία, ξέγραψέ την. Η ευγνωμοσύνη του άλλου πρέπει να φύγει από το νου σου.Εσύ θα την έχεις πρώτα για το Θεό, κι ύστερα για όλον τον κόσμο. Το να περιμένεις ευγνωμοσύνη είναι πολύ μίζερο και ταπεινό…

Αγνωμοσύνη να δέχεσαι και να χαίρεσαι! Η αγάπη και η προσευχή μπορούνε να τραντάξουν τον κόσμο όλο! Όχι σεισμοί! Όχι καταποντισμοί! Όταν αγαπά κανείς , πάντοτε θα βάλει το άλλο πρόσωπο πρώτο. Θα είναι ταπεινός μπρος στο αγαπώμενο πρόσωπο. Όσο τα κάνουμε όλα χωρίς να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, τόσο δεν κουραζόμαστε, τόσο δεν αρρωστούμε, τόσο δεν παθαίνουμε τίποτε. Όταν προσφέρετε την αγάπη σας όλη μέρα, ή με δουλειά, ή με φιλοξενία...Ξέρετε γιατί; Γιατί δεν αισθανόμαστε κούραση όταν αγαπάμε. Έτσι είναι. Τι ανταποδίδεις; Δεν μπορούμε να ανταποδώσουμε στον Θεό, αλλά θα τα ανταποδώσουμε όλα στο κατʼ εικόνα και ομοίωσιν! "






Από το βιβλίο "Γερόντισσα Γαβριηλία: Η Ασκητική της Αγάπης", 15η έκδοση, Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Ο Όσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης και Καθηγητής της Ερήμου (Εορτή Θεοδόσιος)


Ο Όσιος Θεοδόσιος καταγόταν από την κωμόπολη της Μωγαρισσού, η οποία ανήκε στην επαρχία της Καππαδοκίας. Έζησε κατά τους χρόνους του Λέοντος του Θρακός και έφτασε έως και τους χρόνους του αυτοκράτορα Αναστασίου (491-518 μ.Χ.). Ο πατέρας του ονομαζόταν Προαιρέσιος και η μητέρα του Ευλογία. Ήταν και οι δύο ευσεβείς και πιστοί άνθρωποι. Ο Θεοδόσιος όμως, από θείο ζήλο, δεν ακολούθησε την έγγαμο ζωή, αλλά το μοναχικό βίο. Γι’ αυτό έφυγε από την πατρίδα του και πήγε στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Στη συνέχεια μετέβη από εκεί και ήλθε στην Αντιόχεια, όπου επισκέφθηκε τον Άγιο Συμεών τον Στυλίτη, ο οποίος το εμύησε στα της μοναχικής πολιτείας και της αρετής και του προείπε ότι θα γίνει ποιμένας πολλών λογικών προβάτων. Ασκήτεψε κοντά στο θαυμαστό και ενάρετο ασκητή, που ονομαζόταν Λογγίνος, με τον οποίο μαζί μελετούσε, συζητούσε και προσευχόταν και του οποίου σπούδαζε την πνευματική διαύγεια και τη μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
Ο Όσιος Θεοδόσιος από την προσευχή και την άσκηση, έφθασε σε τόσο ύψος ηθικής τελειότητας, ώστε να επιτελεί, με την χάρη του Θεού, θαύματα. Ο Άγιος είχε κατασκευάσει έναν τάφο για τον εαυτό του, ώστε βλέποντάς τον να θυμάται το θάνατο. Τον τάφο αυτόν εγκαινίασε με τον θάνατό του ένας Άγιος ασκητής, ονόματι Βασίλειος. Τον ασκητή λοιπόν αυτόν, ενώ είχε πεθάνει, μόνο ο Θεοδόσιος και ένας άλλος μοναχός τον έβλεπαν να στέκεται ανάμεσα στους άλλους μοναχούς και να συμψάλλει. Στους υπόλοιπους μοναχούς ο Βασίλειος ήταν αθέατος. Ένα άλλο θαύμα του Αγίου, είναι το ότι σε έναν τόπο στον οποίο πρόκειται να ιδρύσει μοναστήρι, άναψε σβησμένα κάρβουνα, χωρίς να έχει φωτιά.
Αλλά και το προορατικό χάρισμα είχε λάβει από τον Θεό ο Άγιος. Έτσι προείπε την καταστροφή που θα γινόταν στην Αντιόχεια από μεγάλο σεισμό.
Ο Όσιος Θεοδόσιος υπήρξε και καθηγητής πολλών μοναχών στην ασκητική ζωή. Δεν άργησε έτσι πλησίον του να σχηματισθεί κοινοβιακή ζωή που τον είχε ως κέντρο και οδηγό. Ο υπερβολικός αριθμός των μοναχών που συγκεντρώθηκαν κοντά του, τον έκανε να σκεφθεί που θα ήταν προτιμότερο να ιδρύσουν κοινοβιακό μοναστήρι. Μετά από προσευχή και σκέψη εξέλεξαν ερημικό τόπο, πέραν της Νεκράς Θάλασσας, η οποία απέχει από τα Ιεροσόλυμα αρκετές ώρες. Εκεί το μέγα πλήθος της αδελφότητας, έκτισε σε λίγο χρόνο μονή με εκκλησία και νοσοκομεία, καθόσον η φήμη του Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου έφερε εκεί πλήθη που ζητούσαν την συμβουλή του, την ευλογία του ή την υλική του βοήθεια. Εκείνος τους δεχόταν πατρικά πάντοτε, τους καθοδηγούσε, τους ενθάρρυνε ή τους παρακαλούσε, σαν να ήταν αυτός που έπασχε και είχε ανάγκη της γιατρειάς. Στις ώρες του μεσονυκτίου ανέτεινε τα χέρια του στον ουρανό και ζητούσε ενίσχυση και χάρη και άφεση για ανθρώπους, προς τους οποίους προ ολίγων ωρών ήταν εντελώς άγνωστος.
Ο Όσιος Θεοδόσιος, αφού έφθασε σε βαθύτατο γήρας, κοιμήθηκε με ειρήνη. Η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε σαν αστραπή. Και έτρεξαν πολλοί, λαϊκοί, κληρικοί και μοναχοί, ακόμη και Επίσκοποι, για να ασπαστούν το ιερό λείψανο του Αγίου ανδρός, που στάθηκε για όλους φιλόστοργος πατέρας και προστατευτικός αδελφός. Και αυτός ακόμη ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων προσήλθε να ασπασθεί και να παραστεί στην εξόδιο Ακολουθία, μεγάλη δε υπήρξε η συγκίνησή του, όταν βρέθηκε ενώπιον του ιερού σκηνώματος του Οσίου. Η σύναξή του ετελείτο στο σεπτό Αποστολείο του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Αγία Σοφία.

Απολυτίκιον. Ήχος πλάγιος α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αρεταίς θεοσδότοις εκλάμψας όσιε, Μοναστικής πολιτείας ώφθης λαμπρός χαρακτήρ, και φωστήρ θεοειδής Πάτερ και έξαρχος, Θεοδόσιε σοφέ, των Αγγέλων μιμητά, θεράπων ο της Τριάδος ην εκδυσώπει απαύστως,ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.


Κοντάκιον Ήχος πλ. δ'. Τη υπερμάχω
Πεφυτευμένος εν αυλαίς ταις του Κυρίου σου, τας φανοτάτας αρετάς τερπνώς εξήνθησας, και επλήθυνας τα τέκνα σου εν ερήμω, των δακρύων σου τοις όμβροις αρδευόμενα, αγελάρχα των Θεού θείων επαύλεων, όθεν κράζομεν. Χαίροις Πάτερ Θεοδόσιε.

Αποσπάσματα από το βιβλίο "Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή"


"Παρακαλώ ουν πρώτον πάντων ποιείσθε δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις ευχαριστίας. Αυτό λοιπόν που ο Παύλος είπε είναι οτι η προσευχή προπορεύεται σε κάθε τι. Χωρίς προσευχή ο Χριστιανός δεν μπορεί να καταλάβει την αλήθεια... Η καρδία του αδυνατεί να φωτισθή με το φως του Χριστού και ο ίδιος δεν μπορεί να ενωθή δια της σωτηρίας με τον Θεό."


"Είναι σωστό να προσευχώμεθα συχνά, να προσευχώμεθα πάντοτε, πράξεις που έχουμε τη δύναμη να τις κάνουμε και που θα μας βοηθήσουν σιγά σιγά να φθάσουμε εις το ύψος της καθαρότητας της προσευχής, που είναι η μητέρα κάθε πνευματικής ευλογίας".


"Κάθησε κάτω μόνος με σιωπή , χαμήλωσε το κεφάλι σου, κλείσε τα μάτια σου, ανάπνεε ήρεμα και φαντάσου οτι βλέπεις μες της καρδιάς σου τα βάθη. Κάνε ώστε οι σκέψεις σου να βαδίζουν απ΄εκεί μέσ΄στην καρδιά σου και με το ρυθμό της αναπνοής λέγε, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ! Λέγε την επίκλησιν αυτήν ελαφρά με τα χείλη σου ή καλύτερα με το μυαλό σου, προσπάθησε να διώξεις κάθε άλλη σκέψη και με υπομονή και ηρεμία προχώρει επαναλαμβάνοντας την συνεχώς."
Ἁπόρριψε όλες τις άλλες σκέψεις-μπορείς να το κάνεις αυτό αν θελήσεις- και κανε τη γλώσσα σου να επαναλαμβάνη συνεχώς τις ακόλουθες λέξεις:Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με. Πίεσε τον εαυτό σου να κάνει το ίδιο συνεχώς. Εάν επιτύχεις για κάμποσο χρόνο, τότε χωρίς καμμίαν αμφιβολία, η καρδιά σου θα ανοίξη, τέλος, για προσευχή. Αυτό το ξεύρουμε από πείρα."
Ἑίτε στέκεσαι, είτε κάθεσαι κι όταν περπατής κι όταν είσαι ξαπλωμένος ακόμη, λέγε χωρίς διακοπήν Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησον με. Λέγε το μέσα σου χωρίς βιασύνη..."


Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης – 8 Ιανουαρίου




Πολύ γνωστό το όνομα του στον χριστιανικό κόσμο. Γνωστό και το μοναστήρι στην Παλαιστίνη που ασκήτεψε.

Βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ.

Στην Αγία Γραφή η τοποθεσία αυτή λέγεται χείμαρρος Χορράθ κι είναι συνδεδεμένη με πολλά ιστορικά γεγονότα.

Σ’ αυτό το μέρος είναι η σπηλιά στην όποια είχε κάποτε κρυβεί ο προφήτης Ηλίας (910 π.Χ.) για να γλιτώσει από την καταδίωξη του ασεβέστατου βασιλιά Αχαάβ και της ειδωλολάτριδας συζύγου του της Ιεζάβελ.

Σ’ αυτή τη σπηλιά ο ζηλωτής προφήτης έμεινε μήνες και τρεφόταν κατά ένα θαυμαστό τρόπο. Μερικά κοράκια του έφερναν πρωί και βράδυ ψωμί και κρέας.

Νερό έπινε από τον χείμαρρο. Όταν όμως κι από εδώ έλειψε το νερό, εξ αιτίας της ανομβρίας, ο προφήτης αναχώρησε κατ’ εντολή του Θεού στα Σάρεπτα της Σιδώνος.

Στη σπηλιά αυτή ύστερα από χρόνια ήρθε και κλείστηκε κι ο θεοπάτορας Ιωακείμ. Σαράντα μερόνυχτα έμεινε εδώ νηστεύοντας και προσευχόμενος να του χαρίσει ο Θεός ένα παιδί, γιατί ήταν άτεκνος. Σ’ αυτό το διάστημα κι η σύζυγος του Άννα είχε παραμείνει στο σπίτι της και προσευχόταν θερμά. Με δάκρυα παρακαλούσε και ζητούσε να της λύσει ο Πανάγαθος Θεός την ατεκνία της.

Πολύ συγκινητική είναι η προσευχή του Ιωακείμ, στη σπηλιά όπως μας την διέσωσε αρχαία παράδοση: «Ου καταβήσομαι», έλεγε μονολογώντας ο ευσεβής Ιωακείμ, «ούτε επί ποτόν, έως ότου επισκέψεταί με Κύριος ο Θεός μου και έσται μου η ευχή βρώμα και πόμα».

Και δεν κινήθηκε απ’ εκεί, παρά μονάχα, όταν ο φιλάνθρωπος Θεός που ακούει πάντα τις προσευχές των ευσεβών παιδιών του, εισήκουσε τη δέηση του και μ’ ένα άγγελο του διεμήνυσε το χαρμόσυνο μήνυμα, πώς θα αποκτούσε παιδί. Και πραγματικά. Την επόμενη χρονιά ο Ιωακείμ και η Άννα αξιωνόντουσαν να αποκτήσουν την κεχαριτωμένη Μαρία, τη Μητέρα του Θεού. Γι’ αυτό και το όνομα Θεοπάτορες, δηλαδή πρόγονοι κατά σάρκα του Σωτήρος μας Χριστού, του Θεού μας.

Από μία τυπική διάταξη της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων μανθάνουμε, πώς ο χείμαρρος ήταν κτήμα του Ιωακείμ, του πατέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εδώ υπήρχε και κήπος του ιδίου κι εδώ αργότερα κτίστηκε και Εκκλησία επ’ ονόματι της Παναγίας στην οποία διάφορες μέρες του χρόνου γινόντουσαν μεγαλόπρεπες πανηγύρεις. Σε τούτο το μέρος κτίστηκε κι η μονή της Παναγίας του Χοζεβά, που θεωρείται μία από τις αρχαιότερες μονές της Παλαιστίνης. Στην ιερά αυτή Μονή έζησαν την αγγελική ζωή της πλήρους αφιερώσεως χιλιάδες ευλαβείς ψυχές. Σ’ αυτή πέρασε κι ο άγιος Γεώργιος από τη νήσο Κύπρο, που είναι γνωστός με το επώνυμο Χοζεβίτης, τα περισσότερα χρόνια της ασκητικής ζωής του.

Η όλη περιοχή διακρίνεται για την αγριότητα της. Κι αυτή την περιοχή χωρίς άλλο θα είχε υπ’ όψη ο Κύριος, όταν έλεγε την παραβολή του ανθρώπου που περιέπεσε στους ληστές κι είναι γνωστή σαν παραβολή του καλού Σαμαρείτη.

Καθ’ όλη τη διαδρομή του χειμάρρου υπάρχουν πολλά σπήλαια, τα οποία από ενωρίς προσείλκυσαν πολλούς αναχωρητές. Σ’ ένα από αυτά, που βρίσκεται από πάνω από τη Μονή, είχε εγκατασταθεί κάποτε ο άγιος Ιωάννης ο θαυματουργός, που είχε διατελέσει επίσκοπος της Καισαρείας κι ύστερα εγκατέλειψε την επισκοπή κι ήρθε στο μέρος αυτό να μονάσει. Ο μεγάλος αυτός άγιος και θαυματουργός έκτισε την εκκλησία και τη Μονή στο όνομα της Παναγίας και καλλώπισε τον χώρο εκείνο έτσι, που σε λίγο καιρό χιλιάδες φιλέρημες ψυχές ήρθαν να ζήσουν την αγγελική ζωή. Την ακμή της Μονής, στην οποία πολλά θαύματα γινόντουσαν από την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά και των γύρω ασκητηρίων, που στις αρχές του εβδόμου αιώνα φιλοξενούσαν πιο πολλές από πέντε χιλιάδες ψυχές, ανέκοψαν οι περσικές επιδρομές. Σαν καταιγίδα αληθινή είχαν ενσκήψει οι άγριες αυτές ορδές, που έσφαζαν, έκαιαν, ερήμωναν τα πάντα από εκεί που περνούσαν. Αυτή την εποχή καταστράφηκε κι ο άγιος ναός της Αναστάσεως και όλοι οι ναοί και τα μοναστήρια της Παλαιστίνης (614 μ.Χ.)

Οι άγιοι Δομνίκα, Γεώργιος ο Χοζεβίτης και Ελλάδιος (8 Ιανουαρίου).

Αυτό τον καιρό έζησε κι ο όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης που απ’ τον καιρό που ήταν παιδί το όνομα του έγινε συνώνυμο με την αρετή.

Η άγια αυτή μορφή γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Κύπρου μας από πολύ ευσεβείς κι ευκατάστατους γονείς. Τα πολλά αγαθά όμως που η ευσπλαχνία του Θεού τους είχε χαρίσει, δεν τους εμπόδισαν να ζούνε με απόλυτη υποταγή στο θέλημα Του. Με του Χριστού τα λόγια μεγάλωσαν και τα δύο παιδιά τους, τον Ηρακλείδη και τον Γεώργιο. Οι ευλαβείς γονείς απ’ αυτήν ακόμη τη βρεφική ηλικία φρόντισαν να ενσταλάξουν στην ψυχή και των δύο παιδιών τους τον σεβασμό προς το άγιο Όνομα του Θεού, μα και την υπακοή, την τυφλή υπακοή στο θέλημα Του. Κι οι κόποι τους όχι μόνο δεν πήγαν χαμένοι, αλλά και πλούσια ευλογήθηκαν από τον φιλάνθρωπο Πατέρα.

Ο Ηρακλείδης που ήταν κι ο πιο μεγάλος, όταν ενηλικιώθηκε, πήρε την ευχή των γονιών του και πήγε να προσκυνήσει τους τόπους που γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε ο Χριστός μας. Η ευγενική και φιλόθρησκη ψυχή του νέου, σαν έφτασε στην Αγία Γη κι επισκέφθηκε τον Γολγοθά και τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού, τόσο γοητεύθηκε, που πήρε την απόφαση να μείνει πια στα μέρη εκείνα για όλη του τη ζωή. Και πραγματικά.

Ο πιστός και φιλόθεος νέος, αφού γύρισε διάφορα μέρη, κατέβηκε και στον Ιορδάνη. Περπάτησε με συνεπαρμένη ψυχή στον τόπο που κατά την παράδοση ο προφήτης της ερήμου βάπτισε τον Κύριο κι από εκεί προχώρησε στη Λαύρα του Καλαμώνας1 όπου και παρέμεινε αγωνιζόμενος τον αγώνα τον καλό, της αρετής τον αγώνα. Ο αδελφός του Γεώργιος, μικρός ακόμη παρέμεινε κοντά στους γονείς του και ξεχώριζε απ’ όλους τους συνομήλικες του στη φρονιμάδα και τη σεμνή ζωή.

Στα χρόνια τα δύσκολα, της εφηβείας τα χρόνια, μεγάλη δοκιμασία κτύπησε το καλό παιδί. Οι γονείς του αρρώστησαν και πέθαναν σε λίγο διάστημα ο ένας μετά τον άλλο. Εκείνος όμως, που βεβαιώνει με το Πανάγιο Πνεύμα του πώς το ορφανό και τη χήρα τα παίρνει πάντα υπό την ιδιαίτερη προστασία του, δεν εγκατέλειψε το πιστό παιδί. Ένας θείος του φρόντισε και πήρε το παιδί κοντά του με όλα τα πράγματα και την κληρονομιά του με σκοπό σαν μεγαλώσει να τον συζεύξει με την επίσης μικρή και μονάκριβη θυγατέρα του. Επειδή όμως ο Γεώργιος απεστρέφετο την κοσμική ζωή κι η ψυχή του λαχταρούσε μια ανώτερη ζωή, την αγγελική ζωή, ένα πρωί έφυγε από το σπίτι καί πήγε σ’ ένα άλλο θείο του, που ήταν ηγούμενος σ’ ένα μοναστήρι. Όταν ο πρώτος θείος έμαθε τι έγινε, πήγε στο μοναστήρι με σκοπό να ξαναπάρει τον Γεώργιο και να τον φέρει πίσω στο χωριό. Στην προσπάθεια του μάλιστα να επιτύχει τον σκοπό του, δεν δυσκολεύθηκε να φιλονεικήσει και με τον αδελφό του τον μοναχό. Αυτός όμως με ηρεμία και πραότητα του απήντησε:

Αδελφέ μου, ούτε έφερα τον νέο εδώ, ούτε και τον διώχνω. Άς απο φασίσει μόνος του, ο ίδιος, ό,τι θέλει. Ηλικίαν έχει…

Όταν ο νέος έμαθε τη φιλονικία των θείων του για το πρόσωπο του, σηκώθηκε κρυφά κι έφυγε από το μοναστήρι κι από την Κύπρο και τράβηξε προς την αγία πόλη, την Ιερουσαλήμ. Εκεί σαν έφτασε, πήγε και γονάτισε και με ευλάβεια προσκύνησε τα πάνσεπτα προσκυνήματα της ευλογημένης πόλεως, κι ύστερα κατέβηκε προς τον Ιορδάνη. Το άδολο γάλα της πίστεως με το οποίο από της βρεφικής ηλικίας τον πότισαν οι ευσεβείς γονείς του, τον σπρώχνει να βρει τον αδελφό του. Η ψυχή του ποθεί τη μακαρία ζωή, την αγγελική ζωή. Οι κίνδυνοι της αμαρτίας που αντίκριζε γύρω του, του έφερναν στ’ αυτιά καθαρά τον απόηχο της φωνής των αγγέλων προς τον Λώτ: «Σώζων σώζε την σ’ εαυτού ψυχήν» (Γεν. ιθ’, 17). Δηλαδή κοίταξε πώς θα σώσεις την ψυχή σου. Η ματαιότητα των φθαρτών αυτού του κόσμου συνετάραττε το είναι του. Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα σκεπτόταν κι επανελάμβανε μόνος του. Οδηγούμενος από το προσκλητήριο διάγγελμα του Κυρίου «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείται μοι» προχώρησε και τράβηξε προς τη Λαύρα του Καλαμώνας στην οποία, όπως είχε μάθει, βρισκόταν ο αδελφός του.

Η Λαύρα του Καλαμώνας βρισκόταν κοντά στο σημερινό μοναστήρι του Αββά Γερασίμου εκεί στον Ιορδάνη.

Χωρίς κανένα ενδοιασμό σαν τον συνάντησε έπεσε στα πόδια του και του φανέρωσε τον πόθο και την απόφαση του να μείνει κοντά του. Εκείνος παρά τη μυστική χαρά που δοκίμασε για την αγία διάθεση του αδελφού του. βλέποντας τον τόσο νεαρό, φοβήθηκε να τον κρατήσει κοντά του και τον συνώδευσε στη Μονή της Παναγίας του Χοζεβά στον εκεί ηγούμενο, που ήταν και φίλος του και του τον παρέδωσε. Αυτός δε επέστρεψε στο μοναστήρι του.

Ο ηγούμενος από την πρώτη στιγμή εξετίμησε τον ένθεο ζήλο του νεαρού Γεωργίου και τον κατηύθυνε με φόβο Θεού στης ασκητικής ζωής τα σκαλοπάτια. Η βαθιά ταπείνωση του νέου, η υπακοή κι η προθυμία του να εκτελεί πάσαν εργασία της μονής, ενεθάρρυναν τον ηγούμενο, ώστε σε λίγο καιρό να προχωρήσει στην κουρά του νέου σε μοναχό, και να τον αναθέσει σ’ ένα προκομμένο γέροντα σαν συμβοηθό του στο διακόνημα του νεοκηπίου που είχε.

Με αχώριστο σύντροφο τον ενθουσιασμό ο νεαρός μοναχός περνά την καθημερινή ζωή του ανάμεσα σε νηστείες, αγρυπνίες και πολύωρες προσευχές. Εμπνεόμενος από τον φλογερό ζήλο του υποβάλλει τον εαυτό του σε πολλούς κόπους για τελειότερη ζωή. Δυστυχώς ο γέροντας του παρά τις πολλές του αρετές δεν τον βοηθά και πολύ στην ευγενική του προσπάθεια. Ήταν άνθρωπος σκληρός και με το «ψύλλου πήδημα» τον απόπαιρνε σε βαθμό αποκαρδιωτικό.

Κάποια μέρα μάλιστα ο γέροντας έστειλε τον υποτακτικό του στον χείμαρρο να φέρει νερό. Επειδή όμως το νερό ήταν μαζεμένο και τα καλάμια και τα ξύλα που ήσαν μπροστά ήταν πολύ πυκνά κι ο νέος ήταν ντυμένος τα ενδύματα του, δεν μπόρεσε να περάσει με το δοχείο του νερού κι επέστρεψε άπρακτος. Ο γέροντας σαν είδε τον νέο χωρίς το νερό θύμωσε και του είπε να βγάλει το ιμάτιο του, να φορέσει μόνο το επάνω ράσο του και χωρίς να αντείπει υπάκουσε και πήγε. Επειδή όμως αυτός άργησε και στο μεταξύ κτύπησε ο κώδωνας για το τραπέζι, ο γέροντας έκρυψε το ιμάτιο του παιδιού και πήγε στο φαγητό. Όταν ο νέος επέστρεψε και δεν βρήκε ούτε το ιμάτιο του, ούτε τον γέροντα, πήγε στη μονή χωρίς το ζωστικό και κτύπησε την πόρτα. Όταν ο μοναχός που ήρθε να του ανοίξει τον είδε έτσι γυμνό, τον ρώτησε τι του συνέβη. Κι όταν ο νεαρός του εξήγησε, πήγε και του έφερε ένα ιμάτιο, το όποιο φόρεσε και μπήκε στο μοναστήρι. Τη στιγμή που έμπαινε, ο γέροντας που τον είδε εκεί μπροστά από τους τάφους των αγίων πέντε Πατέρων, χωρίς οίκτο και με θυμό αδικαιολόγητο του έδωκε ένα δυνατό ράπισμα λέγοντας του:

- Γιατί άργησες;

Την ίδια στιγμή το χέρι τού γέροντα ξηράνθηκε ολόκληρο και δεν κουνιότανε καθόλου. Συντετριμμένος ο αββάς από την τιμωρία που τον βρήκε, έπεσε μπροστά στα πόδια του νεαρού υποτακτικού του και τον παρακαλούσε λέγοντας:

— Παιδί μου, συγχώρεσε με και μη με φανερώσεις. Έφταιξα. Πολύ έφταιξα. Μη με διαπομπεύσεις, αλλά παρακάλεσε τον Θεό να με συγχωρήσει και να με κάμει καλά.

Ο νεαρός μοναχός βαθιά λυπημένος για το πάθημα του γέροντα, του είπε με ταπείνωση και συντριβή:

— Πήγαινε, πάτερ, εκεί στους τάφους των αγίων Πατέρων, βάλε μετάνοια κι αυτοί θα σε θεραπεύσουν.

Ο γέροντας όμως επέμενε.

Παιδί μου, σε σένα έφταιξα. Συ παρακάλεσε τον Θεό να με σπλαχνιστεί και να με συγχωρήσει.

Τότε ο νεαρός, αφού πήρε από το χέρι τον γέροντα, τον οδήγησε εκεί στους τάφους κι αφού έβαλαν βαθιά μετάνοια, προσευχήθηκαν και το θαύμα έγινε. Το χέρι ξαναγύρισε στη φυσική του κατάσταση. Μα κι η ψυχή του γέροντα μαλάκωσε. Ο θυμός παραμέρισε κι η πραότητα μαζί με τη συγκατάβαση στήσανε στην καρδιά του τον θρόνο τους.

Παρά την αποχώρηση του νεαρού μοναχού από τη σκηνή του θαύματος, τούτο έγινε γρήγορα γνωστό σ’ όλη την αδελφότητα. Από τη στιγμή εκείνη όλοι οι μοναχοί με ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό άρχισαν να περιβάλλουν τον νέο και για το θαύμα του να μιλούν. Κι αυτός από φόβο μήπως πιαστεί στα δίχτυα της υπερηφάνειας, σηκώθηκε μια βραδιά κι εγκατέλειψε το μοναστήρι και τράβηξε στη Λαύρα που βρισκόταν ο αδελφός του. Εκεί με αυστηρή εγκράτεια στόλισε τη ζωή του και με τη νηστεία και τη σκληρή άσκηση νέκρωσε το σώμα του, ώστε οι προσβολές του εχθρού να μη μπορούν να τον επηρεάσουν. Καμιά υστεροβουλία ή ιδιοτέλεια δεν υπεισερχόταν στις σκέψεις του. Το θέλημα τού Κυρίου σαν φωτεινός φάρος πρόβαλλε πάντα μπροστά του και του φώτιζε τον δρόμο του. Ζούσε όμως σαν ουράνιος άνθρωπος, μα και επίγειος άγγελος. Ζωή «πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάννη α’, 14) είχε καταντήσει η ζωή του. Πηγή ακένωτη θαυμάτων. Θαυμάτων που προκαλούν στ’ αλήθεια κατάπληξη.

Ένα τέτοιο θαύμα ήταν και τούτο. Κάποια μέρα ένας γεωργός από την Ιεριχώ, γνωστός και φίλος των δύο ασκητών, ήρθε στη Λαύρα, με ένα ζεμπίλι από διάφορους καρπούς που γεωργούσε και κτύπησε τη θύρα του κελιού τους. Ο Γεώργιος πήγε κι άνοιξε την πόρτα και τον προσκάλεσε να μπει μέσα. Ο επισκέπτης μόλις μπήκε έβαλε μια μετάνοια κι αφού τοποθέτησε το ζεμπίλι με τα δώρα παρακάλεσε θερμά τους αβάδες να ευλογήσουν τους καρπούς οπότε κάτω από αυτούς με μεγάλη έκπληξη τι βλέπουν; Ένα νήπιο νεκρό. Ήταν το νεογέννητο παιδί του επισκέπτη που είχε αποθάνει κι αυτός το έφερε στους αβάδες με τη γλυκιά ελπίδα πώς αυτοί θα μπορούσαν να το αναστήσουν και να του το ξαναδώσουν ζωντανό. Ο αβάς Ηρακλείδης σαν το είδε με τρόμο και ταραχή είπε στον αδελφό του: «Πήγαινε και κάλεσε τον άνθρωπο να ‘ρθει να πάρει το ζεμπίλι με τα πράγματα που έφερε. Μας βάζει, πες του σε μεγάλο πειρασμό, Κύριε, αναφώνησε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς».

Ο αβάς Γεώργιος όμως που ήταν τότε σαράντα περίπου χρόνων, έβαλε στον αδελφό του μετάνοια και με σεβασμό του είπε:

Πάτερ μου, μη στενοχωρείσαι και μη ταράττεσαι. Αλλά έλα να παρακαλέσουμε με πίστη τον Πολυεύσπλαχνο και Πανοικτίρμονα Θεό να κάμει το θαύμα του. Κι αν μας ακούσει η ευσπλαχνία του κι αναστήσει το παιδί, ευλογημένο ας είναι στους αιώνες το Πανάγιο Όνομα Του. Τότε καλούμε τον πατέρα και του δίνουμε το παιδί του, όπως πίστεψε. Αν όμως η αγαθότητα του Θεού δεν θελήσει, για λόγους που γνωρίζει Εκείνος, να γίνει το θαύμα, τότε πάλι καλούμε τον πατέρα και του εξηγούμε, πώς κι εμείς αμαρτωλοί άνθρωποι είμεθα και δεν έχουμε τέτοια παρρησία, ώστε να επιτύχουμε αυτό που ποθεί τόσο εκείνος, όσο κι εμείς. Στα λόγια του Γεωργίου ο αβάς Ηρακλείδης πείσθηκε. Τότε κι οι δύο οι πατέρες αφού γονάτισαν, με δάκρυα στα μάτια και καρδιά ραγισμένη άρχισαν να προσεύχονται… Δεν πέρασε πολλή ώρα και το θαύμα έγινε. Ο φιλάνθρωπος Θεός που ακούει πάντα τις προσευχές των παιδιών του που γίνονται με πίστη, άκουσε και των πιστών αβάδων την παράκληση. Το νεκρό παιδί κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια κι αφήκε ένα ελαφρό κλαψούρισμα. Οι ευλαβείς ασκητές με την ψυχή πλημμυρισμένη από ευγνωμοσύνη άνοιξαν την πόρτα κι κάλεσαν μέσα τον πατέρα του παιδιού και του είπαν:

-Αδελφέ μας, η αγάπη του Θεού, κατά την πίστη που έδειξες σ’ Αυτόν, σου δίνει το παιδί σου πίσω ζωντανό. Πάρε το και δόξαζε τον με όλη σου την ψυχή, αλλά και μην αναφέρεις σε κανένα τίποτα από ότι έγινε.

Ο ευλαβής πατέρας με δάκρυα χαράς πήρε στην αγκαλιά του το αγαπημένο του παιδί και βγήκε δοξολογώντας από τα βάθη της ψυχής του τον φιλάνθρωπο Θεό. Έφυγε κι αφήκε πίσω τους αβάδες να συνεχίζουν τον αγώνα τους. Αγώνα κουραστικής σκληραγωγίας του κορμιού, αγώνα συνεχούς προσευχής.

Έτσι περνούσε κάθε μέρα η ζωή τους με ευλάβεια και ειρήνη και ταπείνωση και ζηλευτή γενικά αρετή. Ποτέ τους δεν καταδέχτηκαν να αντιμιλήσουν ο ένας στον άλλο ή να λυπήσουν κανένα. Ο αβάς Ηρακλείδης είχε πολλή πραότητα κι υπομονή και ταπείνωση. Κι αυτές τις αρετές τις κράτησε με παραδειγματικό ζήλο και προσοχή μέχρι της ημέρας που ο μεγάλος Πατέρας τον κάλεσε να αφήσει τούτο τον κόσμο και να μεταπηδήσει στη χώρα του ουρανού και της αιώνιας ευτυχίας και χαράς. Κοιμήθηκε γύρω στα εβδομήντα του χρόνια και τάφηκε εκεί στους τάφους των οσίων Πατέρων. Στον ουρανό τώρα πρεσβεύει για όλο τον κόσμο κι ιδιαίτερα για την πατρίδα, τη μαρτυρική Κύπρο μας.

Ύστερα από τον θάνατο του αβά Ηρακλείδη, αδελφού ομογάλακτου, συμμοναστού όμως και συναθλητού του αβά Γεωργίου, τότε κι αυτός εγκατέλειψε τη Λαύρα και ξαναγύρισε στο μοναστήρι του Χοζεβά από το οποίο ξεκίνησε. Και στο περιβάλλον αυτό η ζωή του ταπεινού αβά συνεχίζεται σαν την προηγούμενη του ζωή στη Λαύρα. Κι εδώ η αυστηρή νηστεία, μαζί με την υπερβολική αγρυπνία και θερμή προσευχή αποτελούν την καθημερινή του ενασχόληση. Η νηστεία μάλιστα στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό του, όπως μας λέει ο μαθητής του ο όσιος Αντώνιος, αυτός που έγραψε και τη βιογραφία του, είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Αλλά και στη μελέτη και την προσευχή είχε ξεπεράσει όλους εκεί τους συμμοναστές του. Χωρίς καμιά υπερβολή μπορούσε να έλεγε για τη ζωή του. «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός». (Γαλ. β’, 20). Οι άνθρωποι που τον έβλεπαν τον θαύμαζαν. Κι οι δαίμονες τον έτρεμαν για την αυταπάρνηση και την υπομονή του.

Όταν οι Πέρσες έφτασαν στη Δαμασκό, ο όσιος που την ήμερα καθόταν έξω απ’ το κελί του και ζεσταινόταν στον ήλιο, γιατί από την υπερβολική εγκράτεια είχε καταντήσει πολύ αδύνατος, με θείο όραμα προέβλεψε την καταστροφή της χώρας. Οι αμαρτίες των ανθρώπων της εποχής εκείνης που κατοικούσαν στα μέρη εκείνα της Συρίας και της Παλαιστίνης είχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο όριο. Όταν μάλιστα οι Πέρσες είχαν προχωρήσει και περικυκλώσει την αγία πόλη Ιερουσαλήμ, τότε οι αδελφοί του κοινοβίου και πολλοί από αυτούς που έμεναν σε κελιά έφυγαν για την Αραβία ή πήγαν και κρύφτηκαν στα σπήλαια και στον καλαμώνα. Μαζί μ’ αυτούς με την επιμονή των πατέρων πήγε κι ο γέροντας Γεώργιος. Εκεί τον βρήκαν οι Πέρσες και τον πήραν κι αυτόν αιχμάλωτο μαζί με άλλους. Πολλούς απ’ αυτούς κατάσφαξαν. Μεταξύ αυτών κι ένα γέροντα εκατόν περίπου χρόνων με άγια ζωή, τον αβά Στέφανο τον Σύρο. Τον άγιο Γεώργιο τον σεβάστηκαν σαν τον είδαν έτσι αδύνατο και ευλαβή, του έδωκαν μάλιστα κι ένα ζεμπίλι με ψωμιά κι ένα δοχείο με νερό και τον αφήκαν ελεύθερο λέγοντας του: «Όπου θέλεις πήγαινε, γέρο, να σώσεις τον εαυτό σου». Ο άγιος κατέβηκε στον Ιορδάνη τη νύκτα και κρυβόταν εκεί μέχρις ότου έφυγαν οι Πέρσες προς τη Δαμασκό μαζί με τους αιχμαλώτους που πήραν κι από την αγία πόλη των Ιεροσολύμων. Μαζί τους είχαν και τον επίσκοπο Ιεροσολύμων τον Ζαχαρία και τον Τίμιο Σταυρό.

Ο γέροντας αφού περιπλανήθηκε ένα διάστημα σε διάφορα μέρη, στο τέλος γύρισε στο μοναστήρι του Χοζεβά όπου παρέμεινε μέχρι του θανάτου του. Αυτή την περίοδο ο όσιος παρά την ηλικία του ανέπτυξε μεγάλη ιεραποστολική δράση. Το «παρακαλείτε, παρακαλείτε τον λαό μου» το έκαμε βίωμα του και σύνθημα ζωής. Καθημερινά έβγαινε από το κελί του και δίδασκε και στήριζε τους αδελφούς και τους πολλούς επισκέπτες. Μαζί με τη διδασκαλία του ο όσιος πρόσφερε και τα πολλά θαύματα του. Πολύ τον χαρίτωσε ο Κύριος τούτο τον καιρό. Πηγή χαριτόβρυτη κι ανεξάντλητη θαυμάτων έμεινε μέχρι της ημέρας που κοιμήθηκε.

Ειρηνικά και ήσυχα ένα πρωινό ο άγιος μας αφήκε το πνεύμα του να πετάξει κοντά στον Κύριο που αγάπησε με όλη την ψυχή του κι έζησε για τη δόξα του. «Δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού και ου μη άψηται αυτών βάσανος». Ποικίλες θεραπείες προσφέρει ο όσιος μας και μετά την κοίμηση του σ’ εκείνους που με ευλάβεια και πίστη στον Θεό ζητούν τη μεσιτεία του. Η μνήμη του αθάνατη θα μένει στους αιώνες και το παράδειγμα του ζωντανό θα καλεί τις γενεές των ανθρώπων και μάλιστα της Νήσου των Αγίων, της Κύπρου μας στην αγάπη του Χριστού. Ναι! στην αγάπη του Χριστού, γιατί μόνο η αγάπη του Χριστού κι η προσήλωση μας στο θέλημα του ομορφαίνει τη ζωή μας και της δίνει νόημα και ασφάλεια κι αξία.

Είναι καιρός, όλοι όσοι κατοικούμε τούτο τον τόπο να συνειδητοποιήσουμε πώς το όνομα «χριστιανός» δεν είναι ένα κενό όνομα κι ένας κληρονομικός τίτλος χωρίς ευθύνη. Το όνομα, το τιμημένο όνομα χριστιανός, είναι περισσότερο τρόπος σκέψεως κι ένας κανόνας ζωής. Είναι «αίρεσις βίου». Καθένας από μας είναι υποχρεωμένος την κάθε μέρα να δίνει «την μαρτυρία Ιησού Χριστού». Κι αυτή η μαρτυρία δεν είναι μία πράξη ανώδυνη. Σε πολλές περιστάσεις η μαρτυρία Ιησού Χριστού καταντά διωγμός «ένεκεν δικαιοσύνης». Κι ακόμη μαρτύριο και θάνατος για χάρη του Χριστού και του Ευαγγελίου του. Σήμερα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά ο κάθε πιστός πρέπει να είναι αθλητής της πίστεως. Της πίστεως, την οποία πρέπει να είναι έτοιμος να ομολογήσει και να βεβαιώσει με την πολιτεία του. Να βεβαιώσει δηλαδή ότι καμιά δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Μαζί με τον θείο Απόστολο Παύλο καθένας από μας πρέπει να είναι έτοιμος να επαναλάβει το «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα»; Και με πεποίθηση ακλόνητη στη δύναμη που χαρίζει ο Χριστός, σ’ εκείνους που με αληθινή πίστη τον επικαλούνται, να δίνει και την απάντηση, όπως την έδινε η φάλαγγα των αγίων, οσίων, πατέρων και μαρτύρων της εκκλησίας μας, όπως την έδινε ο μεγάλος άγιος μας Γεώργιος ο Χοζεβίτης με τα λόγια και πάλιν του θείου Παύλου:

«Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. η’, 25, 38, 39).

Άγιε Γεώργιε του Χοζεβά, αγλάϊσμα των Πατέρων, δόξα των οσίων, τρανό υπόδειγμα βαθιάς πίστεως και ευσέβειας, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών. Πρέσβευε, άγιε Πάτερ, και εύχου η πατρίδα σου Κύπρος και πατρίδα μας. να ιδεί μια ώρα γρηγορότερα την ποθητή ελευθερία και τη λύτρωση από τα ανήκουστα δεινά που περνά. Αμήν.


http://www.synaxaristis.googlepages.com/

Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση




Πρωτ. Γεωργιος Μεταλληνός
Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.
1. Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.
Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».
2. Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).
Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.
Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ’ αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα, εκδ. Χρήστου, Β’ σ.145): Το φως του Χριστού «ει δ’ εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, αλλά διαφόρως μετέχεται…».
Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.
3. Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι, πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας, όπως συνεχώς κηρύσσει πατερικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία, όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου, όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.
Η ζωή στο σώμα του Χριστού (στην Εκκλησία) αυτό το νόημα έχει. Αυτός είναι ο λόγος υπάρξεως της Εκκλησίας. Σ’ αυτό αποβλέπει όλο το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Δ’ Ομιλία περί Β’ Παρουσίας) λέγει, ότι η προαιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο είναι να «χωρήσαι την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας». Να φθάσει ο άνθρωπος στη θέωση. Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας. Και συνεχίζει : «Αλλά και η θεία και απόρρητος κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, τα μυστήρια πάντα (δηλαδή όλο το επί γης έργο του Χριστού) δια τούτο το τέλος (σκοπό) προμηθώς (προνοητικώς) και πανσόφως προωκονόμηται».
4.Σημασία όμως έχει, ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πρόσκληση του Χριστού και γι’ αυτό δεν μετέχουν όλοι κατά τον ίδιο τρόπο στην άκτιστη δόξα Του. Αυτό διδάσκεται από τον Χριστό στην παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ, κεφ. 16). Ο άνθρωπος αρνείται την προσφορά του Χριστού, γίνεται εχθρός του Θεού και απορρίπτει την προσφερόμενη από τον Χριστό σωτηρία (Αυτό είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, διότι εν Αγίω Πνεύματι δεχόμεθα την κλήση του Χριστού). Αυτοί είναι οι «μηδέποτε μετανοήσαντες» του ύμνου. Ο Θεός «ουδέποτε εχθραίνει», παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, εμείς γινόμασθε εχθροί Του (εχθραίνομεν), Τον απορρίπτουμε. Ο αμετανόητος άνθρωπος δαιμονοποιείται, επειδή αυτός το επιλέγει. Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Γρηγόριος Παλαμάς: «…ου γαρ εμόν εστί τούτο προηγούμενον θέλημα, ουκ εις τούτο υμάς εποίησα, ουκ εφ’ υμάς ητοίμασα την πυράν· δια τους αμετάβλητον έχοντας της κακίας την έξιν δαίμονας προανκαύθη το άσβεστον πυρ, οις υμάς συνήψεν η κατ’ εκείνους αμετανόητος γνώμη». «Αυθαίρετος (=εκούσια) εστίν η μετά των πονηρών αγγέλων συμβίωσις» (όπ.π) Είναι δηλαδή ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου.
Πλούσιος και Λάζαρος βλέπουν την ίδια πραγματικότητα, τον Θεό στο άκτιστο φως Του. Ο πλούσιος φθάνει στην Αλήθεια, στη θέα του Χριστού, αλλά δεν μπορεί να μετάσχει σ’ αυτήν, όπως ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος «παρακαλείται» (παρηγορείται), εκείνος όμως «οδυνάται» (βασανίζεται). Ο λόγος του Χριστού «έχουσι Μωσέα και τους προφήτας», για αυτούς που είναι ακόμη στον κόσμο αυτό, σημαίνει ότι όλοι είμεθα αδικαιολόγητοι. Διότι υπάρχουν οι Άγιοι, που έχουν την εμπειρία της θεώσεως και μας καλούν να ενταχθούμε στον τρόπο της δικής τους ζωής και να φθάσουμε στη θέωση, όπως εκείνοι. Άρα, οι κολαζόμενοι, όπως ο πλούσιος, είναι αδικαιολόγητοι.
Η στάση προς τον συνάνθρωπο δείχνει την εσωτερικότητα του ανθρώπου και για αυτό είναι το κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β’ Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι, παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν έχουμε Θεό μέσα μας ή όχι(πρβλ ανάλογες φράσεις στην ποτισμένη από την ορθοδοξία γλώσσα μας: ο αθεόφοβος· δεν έχει Θεό μέσα του…) Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στον συνάνθρωπο. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β’ Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθο ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ’ Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.
5. Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Γι’ αυτό είναι φρικτή η Β’ Παρουσία («Ω ποία ώρα τότε…», ψάλλουμε στους Αίνους). Είναι πραγματικότητα αδιάψευστη, στην οποία είναι μόνιμα προσανατολισμένη η Ορθοδοξία («προσδοκώ ανάσταστιν νεκρών…»). Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι Φαρισαίοι (Μαρκ. 3,5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών») βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας. «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι. Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι' αυτούς είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής «απήλαυσε τα αγαθά του». Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3,13-15): «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει. Ει τίνος του έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται· ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ» της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά αλώβητος, ο δε άλλος καίγεται. «Σώζεται», αλλά όπως περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Ο Ευθύμιος Ζιγαβινός (ιβ’ αι.) παρατηρεί σχετικά: «Πυρ τον Θεόν ως φωτίζοντα μεν και λαμπρύνοντα τους καθαρούς, φλογίζοντα δε και σκοτίζοντα τους ρυπαρούς». Και ο Θεοδώρητος Κύρου για το «σωθήσεται» γράφει: «σωθήσεται δια πυρός και αυτός δοκιμαζόμενος», όπως δηλαδή περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Αν έχει κάλυμμα κατάλληλο δεν καίγεται, διαφορετικά «σώζεται» μεν, αλλά τσουρουφλισμένος!
Το πυρ της κολάσεως, συνεπώς, δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας (θεραπείας). Ο «πνευματικός θάνατος» είναι η θέα του ακτίστου φωτός, της θείας δόξης, ως πυρός, φωτιάς. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, στον Θ’ Λόγο του στην Α’ Κορινθ. Σημειώνει: «αθάνατος η κόλασις…οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ’ έστιν, ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο εστιν· ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα, εις το μηδέν χωρών(=στην ανυπαρξία), αλλά μένει εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί… Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».
Οι σχολαστικές αντιλήψεις-ερμηνείες, που μέσω του έργου του Δάντη (Κόλαση) πέρασαν και στο δικό μας χώρο, έχουν συνέπειες που φθάνουν σε ειδωλολατρικές εκδοχές. Π.χ. ο χωρισμός παραδείσου-κολάσεως, ως δυο διαφορετικών τόπων. Αυτό γίνεται λόγω της μη διακρίσεως κτιστού και ακτίστου. Επίσης η άρνηση της αιωνιότητας της κολάσεως, με την έννοια της «αποκαταστάσεως» των πάντων ή με την έννοια του «καλού Θεού» (Bon Dieu). Ο Θεός είναι όντως «αγαθός» (Ματθ. 8,17), αφού προσφέρει σωτηρία σ’ όλους. «Πάντας θέλει σωθήναι…» (Α’ Τιμ. 2,4). Είναι φοβερός όμως ο λόγος του Χριστού μας, που ακούεται στις κηδείες: «Ου δύναμαι απ’ εμαυτού ποιείν ουδέν· καθώς ακούω κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία εστίν» (Ιω. 5.30). Πλαστή είναι εξάλλου και η έννοια της «θεοδικίας», που εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση. Όλα ανάγονται τελικά στον Θεό (θα σώσει ή θα κολάσει), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «συνέργεια» ως παράγων σωτηρίας. Σωτηρία είναι δυνατή μόνο στα όρια συνεργίας-συνεργασίας του ανθρώπου με τη Θεία Χάρη. Κατά τον Ι. Χρυστόστομο, «Το πλέον, σχεδόν δε το παν, του Θεού εστίν, ημίν δε μικρόν τι αφήκεν». Αυτό το «τι» είναι η αποδοχή της προσκλήσεως του Θεού. Ο ληστής σώθηκε «βαλών κλείδα το, μνήσθητί μου»! Ειδωλολατρική είναι και η αντίληψη για Θεό οργιζόμενο κατά του αμαρτωλού, ενώ ο Θεός, όπως είδαμε. «ουδέποτε εχθραίνει». Αυτή είναι δικανική αντίληψη για τον Θεό, που οδηγεί και στην εκδοχή των «επιτιμίων» στην εξομολόγηση ως ποινών και όχι ως φαρμάκων (θεραπευτικών μέσων).
6. Το μυστήριο παραδείσου-κολάσεως βιώνεται και στη ζωή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Στα μυστήρια πραγματοποιείται μέθεξη του πιστού στη Χάρη, για να ενεργοποιηθεί η Χάρη στη ζωή μας με την εν Χριστώ πορεία μας. Κυρίως δε στη Θ. Ευχαριστία το άκτιστο, η θεία κοινωνία, γίνεται μέσα μας ή παράδεισος ή κόλαση, ανάλογα με την κατάστασή μας. Κυρίως η μετοχή στη θεία κοινωνία είναι μετοχή στον παράδεισο ή την κόλαση μέσα στην ιστορία. Γι' αυτό συνδέεται η μετοχή στη θεία κοινωνία με την όλη πνευματική πορεία του πιστού. Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως "παράδεισο" Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, β’ αι..), συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του. Και αυτό δυστυχώς γίνεται συχνότατα, όταν νοούμε τον χριστιανισμό ως «θρησκεία».
Η παρούσα ζωή εξάλλου, αξιολογείται από το φως του διδύμου παραδείσου/ κολάσεως. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού» συνιστά ο Χριστός μας (Ματθ .6.33). «Προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν…» λέγει ο Μ. Βασίλειος στους Νέους (κεφ.3) Η ζωή μας πρέπει να είναι διαρκής προετοιμασία για τη μετοχή στον «παράδεισο», δηλαδή στην κοινωνία με το Άκτιστο (πρβλ. Ιωάν. 17.3) Και αυτό αρχίζει ήδη στον κόσμο αυτό. Γι’ αυτό λέγει ο απ. Παύλος: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β’ Κορ 6.2). Κάθε στιγμή της ζωής μας έχει σωτηριολογική σημασία. Ή κερδίζουμε την αιωνιότητα, την αιώνια κοινωνία με τον Θεό, ή τη χάνουμε. Γι' αυτό τα ανατολικά θρησκεύματα και λατρείες που κηρύσσουν μετενσαρκώσεις, αδικούν τον άνθρωπο. Διότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε άλλες (ανύπαρκτες φυσικά) ζωές. Μία ζωή όμως υπάρχει, στην οποία ή σωνόμαστε ή χανόμαστε. Γι’ αυτό συνεχίσει ο Μ. Βασίλειος: «α μεν ουν αν συντελή προς τούτον (=τον βίον) ημίν, αγαπάν τε και διώκειν παντί σθένει χρήναι φαμέν, τα δε ουκ εξικνούμενα προς εκείνον, ως ουδενός άξια παροράν». Αυτό είναι το κριτήριο του χριστιανικού βίου. Ο Χριστιανός επλέγει συνεχώς ό,τι συντελεί στη σωτηρία του. Σ’ αυτή τη ζωή κερδίζουμε τον παράδεισο ή τον χάνουμε και καταλήγουμε στην κόλαση. Γι’ αυτό λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : «Ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται· ο μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού του Θεού» (3,18)
Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια, όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι.
Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Ιωάννης ο Πρόδρομος

Ο Αγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος γεννήθηκε από τον ιερέα Ζαχαρία και την Ελισάβετ. Μέχρι τα 30 του χρόνια έζησε ζωή ασκητική στην έρημο, η οποία ήταν αφιερωμένη στην προσευχή και την πνευματική ολοκλήρωση. Τα ρούχα του ήταν από τρίχες καμήλας και στην μέση του φορούσε δερμάτινη ζώνη, ενώ την τροφή του αποτελούσαν βλαστάρια χόρτων και άγριο μέλι.
Με την άσκηση και την αρετή απέκτησε όλα τα προσόντα του επιβλητικού και διαπρυσίου κήρυκα του Θείου λόγου. Καυτηρίαζε τη φαρισαϊκή, αλαζονική έπαρση και την ψυχική σκληρότητα. Η διδασκαλία του, που συνοψίζεται στη γνωστή φράση μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των Ουρανών, ήταν ουσιαστικά η προετοιμασία της έλευσης του Ιησού Χριστού. Αξιώθηκε μάλιστα να βαπτίσει το Χριστό, τον Υιό του Θεού.
Ο Ιωάννης έλεγχε με δριμύτητα τον τοπικό άρχοντα της Ιουδαίας για την ανήθικη σχέση του με την γυναίκα του αδελφού του με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να αποκεφαλιστεί. Το άγιο σώμα του ενταφιάστηκε με τιμές από τους μαθητές του και συγκαταλέχθηκε στην χορεία των μεγάλων Αγίων της Εκκλησίας μας.
Οι γιορτές του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου είναι οι εξής :
1. Σύλληψις του Τιμίου Προδρόμου – 23 Σεπτεμβρίου
2. Σύναξις του Τιμίου Προδρόμου – 7 Ιανουαρίου
3. Α΄ και Β΄ εύρεσις της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου – 24 Φεβρουαρίου
4. Γ΄ σχέσις Τιμίας κεφαλής του Προδρόμου – 25 Μαΐου
5. Το Γενέσιον του Τιμίου Προδρόμου – 24 Ιουνίου
6. Αποτομή της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου – 29 Αυγούστου
Απολυτίκιον. Ήχος β΄
Μνήμη δικαίου μετ΄ εγκωμίων, σοί δε αρκέσει η μαρτυρία του Κυρίου, Πρόδρομε, ανεδείχθης γαρ όντως και προφητών σεβασμιώτερος, ότι και εν ρείθροις βαπτίσαι κατηξιώθεις τον κηρυττόμενον. Όθεν της αληθείας υπεραθλήσας, χαίρων ευηγγελίσω και τοις εν άδη Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί, τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου, και παρέχοντα ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος πλ. α΄.
Η του Προδρόμου ένδοξος αποτομή, οικονομία γέγονε τις θεϊκή, ίνα και τοις εν άδη, του Σωτήρος κηρύξη την έλευσιν, Θρηνείτω ούν Ηρωδιάς, άνομον φόνον αιτήσασα, ού νόμον γάρ τον του Θεού, ού ζώντα αιώνα ηγάπησεν, αλλ΄ επίπλαστον πρόσκαιρον.

25 Μαϊου
Η ΤΡΙΤΗ ΕΥΡΕΣΗ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ"Ως θείον θησαύρισμα έγκεκρυμμένον τη γη". Πράγματι, ή τιμία κεφαλή του Βαπτιστή Ιωάννη, ενώ ήταν πολλά χρόνια κρυμμένη, τώρα φάνηκε μέσα στη γη, όπως διακρίνεται ό χρυσός από τα άλλα κοινά μέταλλα. Όμως, δεν ήταν κλεισμένη μέσα σε ειδική στάμνα όπως πρώτα, αλλά βρισκόταν μέσα σε άργυρό αγγείο και σε τόπο Ιερό. Ή εύρεση αυτή έγινε από κάποιο ιερέα στα Κόμανα της Καππαδοκίας. Από εκεί μετακόμισαν το Ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, όπου ή υποδοχή έγινε με μεγάλη επισημότητα. Ό τότε πιστότατος βασιλιάς και ό Πατριάρχης με όλο τον ορθόδοξο λαό, υποδέχθηκαν με πολλή χαρά την τιμία κεφαλή του Προδρόμου. Έπειτα, με ευλάβεια την προσκύνησαν και την τοποθέτησαν σε τόπο Ιερό. Έτσι, επαληθεύεται ό λόγος του ψαλμωδού Δαυίδ: "Φυλάσσει Κύριος πάντα τα οστά αυτών, εν εξ αυτών ου συντριβήσεται"1. Ό Κύριος, δηλαδή, φυλάσσει όλα τα οστά των δικαίων, και ούτε ένα από αυτά δε θα συντριβεί.1. Ψαλμός λγ' 21.
Άπολυτίκιον. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.Ως θείον θησαύρισμα, έγκεκρυμμένον τη γη, Χριστός απεκάλυψε, την Κεφαλήν σου ημίν, Προφήτα και Πρόδρομε· πάντες ουν συνελθόντες, εν τη ταύτη εύρέσει, άσμασι θεηγόροις, τον Σωτήρα ύμνούμεν, τον σώζοντα ημάς εκ φθοράς, ταις ίκεσίαις σου.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Το Ιερό Βάπτισμα και οι συμβολισμοί του


«Εν τοις ρείθροις σήμερον του Ιορδάνου γεγονώς ο Κύριος,τω Ιωάννη εκβοά.μη δειλιάσεις βαπτίσαι με σωσαι γαρ ηκω Αδάμ τον πρωτόπλαστον».


Το βάπτισμα, μυστήριο της εν Χριστώ αναγέννησης του ανθρώπου προεικονίζεται στη Παλαιά Διαθήκη με το κατακλυσμό του Νώε (Ά Πέτρου 3,20-21),το πέρασμα της Ερυθράς Θάλασσας (Α Κορινθ. 10,1-6), τη περιτομή (Κολ.2,10-13), τη νεφέλη που φώτιζε τη πορεία των Εβραίων μέσα στην έρημο (Ά Κορινθ 10,1-6). Θεμελιώνεται στη Καινή Διαθήκη από τον ίδιο το Κύριο στη δική του βάπτιση. Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί το βάπτισμα τόσο αναγκαίο για τον άνθρωπο όσο και η αναπνοή για το σώμα, το φως για τα μάτια. Κατά τον ίδιο, ο Κύριος κηρύσσει βάπτισμα υιοθεσίας το οποίο αντικαθιστά το βάπτισμα του Ιωάννου που ήταν βάπτισμα μετανοίας συμφιλιώνοντας μας κατά τον τρόπο αυτό με το Θεό. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει το βάπτισμα ως «υπαναγομένη θύρα» δια της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να «εισέλθει όθεν εξήλθε». Ο άνθρωπος επειδή έχασε με τη πτώση του την αρχική μορφή τώρα επανέρχεται πάλι στο πρώτο είδος με δεύτερη γέννηση. Όπως ένας τεχνίτης, σημειώνει ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, αναπλάττει και φτιάχνει από την αρχή έναν ανδριάντα που έχασε τη μορφή του έτσι και ο Χριστός του ανθρώπου αναγεννά την εικόνα και αναπλάττει.
Ο άνθρωπος είναι «διπλός», αποτελείται από ψυχή και σώμα, για το λόγο αυτό διπλή είναι και η κάθαρσις, από νερό και το πνεύμα καθώς λέγουν οι Πατέρες. Το μεν πνεύμα ανακαινίζει μέσα μας το καθ΄ομοίωσιν, το δε νερό με τη χάρη του Πνεύματος καθαρίζει το σώμα της αμαρτίας και μας απαλλάσσει από τη φθορά (Αγ. Ιωαννης ο Δαμασκηνός).

Οι συμβολισμοί του Βαπτίσματος

Η κολυμβήθρα, τόπος κολύμβησης κατά την αρχαιότητα και σκεύος βαπτίσεως στην εκκλησιαστική γλώσσα. Τον 3ο αι. μ.Χ οι κολυμβήθρα ήταν ένα ειδικό οικοδόμημα στο μπροστινό μέρος του ναού. Η σημερινή μορφή της κυριάρχησε μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού. Θεωρείται ως μητέρα της υιοθεσίας, πνευματική μητέρα, κολυμβήθρα της Τριάδος.
Το Νερό, ο ίδιος ο Κύριος αναφέρει ότι εάν κανείς δεν γεννηθεί «εξ ύδατος και πνεύματος» δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού.
Επορκιστό έλαιο, το λάδι με το οποίο ο φωτιζόμενος χρίεται πριν τη βάπτιση λέγεται επορκιστό λόγω του εξορκιστικού του χαρακτήρα. Το λάδι συμβολίζει τη συμφιλίωση, την ειρήνη και το έλεος του Θεού.
Το Μύρο, με αυτό σφραγίζεται ο πιστός μετά το βάπτισμα. Είναι το ορατό σημείο της μετάδοσης της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος.
Ο χιτώνας που φοράει ο νεοφώτιστος είναι εις τύπον του θείου φωτός και της αγγελικής καθαρότητας.
Ο σταυρός, που δίνεται μετά το χρίσμα είναι η σφραγίδα του Κυρίου σταυρωθέντος και αναστάντος.
Η Λαμπάδα είναι σύμβολο του φωτισμού του χριστού τον οποίον έλαβα οι φωτισθέντες κατά το βάπτισμα.
Ο Ιερός χορός, ο κύκλος που γίνεται τρεις φορές γύρω από την κολυμβήθρα είναι η παλαιά πομπή και είσοδος των νεοφωτίστων από το βαπτιστήριο στο κυρίως ναό για την έναρξη της Θείας Λειτουργίας. Ο αριθμός τρία δηλώνει την Αγία Τριάδα.
Η τριχοκουρία, γίνεται μετά το χρίσμα σε ένδειξη ότι ο νεοφώτιστος έχει ως κεφαλή το Χριστό αφού τα μαλλιά κόβονται σταυροειδώς. Στη Παλαιά Διαθήκη η εκκοπή των μαλλιών ήταν σημείο αφιέρωσης στο Θεό. Για αυτό τα μαλλιά δεν πετιούνται αλλά τίθενται «εν τόπω ιερώ».

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ " ΕΣΤΡΑΦΗ ΕΙΣ ΤΑ ΟΠΙΣΩ..."

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου:Λόγος ΛΗ΄ Εις τα Θεοφάνεια είγουν γενέθλια του Σωτήρος
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει πώς ο Χριστός ενδύεται με την ανθρώπινη σάρκα για να την κάνει αθάνατη: «Και αφού τιμωρήθηκε (ο άνθρωπος) προηγουμένους για τα πολλά αμαρτήματα (από τα οποία φύτρωσε η ρίζα της κακίας) από διάφορες αιτίες και διάφορους τρόπους, με τον λόγο, τον νόμο, τους προφήτες, τις ευεργεσίες, τις απειλές, τις τιμωρίες, τις πλημμύρες, τις πυρκαγιές, τους πολέμους, τις νίκες, τις ήττες, τα σημεία απ τον ουρανό, τα σημεία απ τον αέρα, τη γη και τη θάλασσα, με τις ανέλπιστες μεταβολές ανθρώπων, πόλεων και λαών, πράγματα τα οποία είχαν σκοπό στο να εξαφανιστεί η κακία, έχει ανάγκη τελικά από κάποιο πιο ισχυρό φάρμακο για τις φοβερότερες ασθένειες. Δηλαδή, τις αδελφοκτονίες, τις μοιχείες, τις επιορκείες, τις ανώμαλες επιθυμίες, και το χειρότερο και μεγαλύτερο από όλα τα κακά, την ειδωλολατρία και την μετατόπιση της προσκυνήσεως από τον δημιουργό στα δημιουργήματα. Και επειδή είχε ανάγκη από μεγαλύτερη βοήθεια, του δίδεται και τέτοια βοήθεια. Και η βοήθεια αυτή ήταν ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, ο προαιώνιος, ο αόρατος, αυτός που δεν μπορεί να περιοριστεί, ο ασώματος, η αρχή που προέρχεται από την αρχή, το φως που προέρχεται από το φως, η πηγή της αθανασίας και της ζωής, το αντίγραφο του πρωτοτύπου κάλλους, η αναλλοίωτη σφραγίδα, η απαράλλακτη εικόνα, ο όρος και ο Λόγος του Πατέρα. Αυτός έρχεται στην ίδια την εικόνα Του (τον άνθρωπο), ντύνεται με σάρκα για χάρη της σάρκας και με πνευματική ψυχή για χάρη της ψυχής μου, καθαρίζοντας έτσι το όμοιο με το όμοιό του και γίνεται σε όλα τέλειος άνθρωπος, εκτός από την αμαρτία (Εβρ. δ΄15). Γεννήθηκε μεν απ την Παρθένο, της οποίας το σώμα και η ψυχή είχε καθαριστεί από πριν από το Πνεύμα (διότι έπρεπε μεν και να τιμηθεί η γέννηση, και να προτιμηθεί η παρθενία), παρέμεινε όμως Θεός και αφού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Και έγινε ένα, από τα δυο αντίθετα. Από τη σάρκα δηλαδή και από το Πνεύμα, από τα οποία το ένα μεν έκανε το άλλο Θεό, ενώ το άλλο έγινε Θεός. Πόσο αξιοθαύμαστη, είναι αλήθεια, είναι η νέα ένωση! Πόσο παράδοξη είναι η σύνθεση! Αυτός που πάντα υπάρχει (ο Ών), δημιουργείται, πλάθεται ο αδημιούργητος, περιορίζεται ο απεριόριστος δια μέσου της πνευματικής ψυχής, η οποία μεσιτεύει στη θεότητα και δια μέσου της υλικής φύσεως της σάρκας. Εκείνος που δίνει τον πλούτο, γίνεται φτωχός. Διότι γίνεται φτωχός καθότι παίρνει τη σάρκα μου, για να γίνω εγώ πλούσιος με τη θεότητά του. Εκείνος που είναι πλήρης αδειάζει. Διότι αδειάζει από τη δόξα του για λίγο καιρό, για να γευθώ εγώ την πληρότητά του. Ποιος είναι ο πλούτος της αγαθότητας; Ποιο είναι το μυστήριο που με περιβάλλει; Πήρα τη θεία εικόνα και Δε την φύλαξα. Παίρνει τη σάρκα μου, για να διατηρήσει την εικόνα, αλλά και για να κρίνει αθάνατη τη σάρκα. Έρχεται σε δεύτερη επικοινωνία πολύ πιο παράδοξη από την πρώτη, καθόσον τότε μεν έδωσε το καλύτερο (= το «κατ εικόνα») και τώρα παίρνει το χειρότερο (= τη σάρκα). Αυτό είναι ακόμα πιο ταιριαστό στο Θεό, αυτό είναι, για όσους διαθέτουν κρίση, ακόμη πιο υψηλό».

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Διδαχές Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ




Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Όσοι αληθινά απεφάσισαν να υπηρετήσουν τον Κύριο, πρέπει να καταγίνονται στη μνήμη του Θεού και στην αδιάλειπτη και νοερά επίκληση του ονόματος Του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Τις ώρες που ακολουθούν μετά το γεύμα μπορεί κανείς να προσεύχεται ως εξής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, πρεσβείαις της Θεοτόκου ελέησόν με τον αμαρτωλό». Μπορεί επίσης να καταφεύγει ιδιαιτέρως στη Θεοτόκο: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» ή να λέει τον αρχαγγελικό ασπασμό: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία…» Με αύτη την απασχόληση όχι μόνο διατηρούμε ειρηνική τη συνείδησή μας, αλλά μπορούμε να πλησιάσουμε τον Θεό και να ενωθούμε μαζί Του. Διότι, κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, δεν μπορούμε να πλησιάσουμε με άλλο τρόπο τον Θεό, έκτος από την αδιάλειπτη προσευχή.
Τα είδη της προσευχής περιγράφει πολύ καλά ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Όσο για την αξία της ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Μεγάλο το όπλο της προσευχής· είναι θησαυρός ατίμητος, πλούτος αδαπάνητος, λιμάνι αχείμαστο, πρόξενος της ησυχίας , ρίζα, πηγή και μητέρα πλήθους καλών έργων».
Όταν προσεύχεσαι στον ναό, να στέκεσαι σε στάση προσοχής. Σ’ αυτό θα βοηθηθείς αν έχεις τα μάτια κλειστά. Να τα ανοίγεις μόνο όταν σε κυριεύει η νύστα και η ακηδία. Τότε να προσηλώνεις το βλέμμα σου σε κάποια εικόνα και στο κερί που καίει μπροστά της.
Αν αιχμαλωτισθείς την ώρα της προσευχής από λογισμούς, ταπεινώσου και ζήτησε συγχώρηση λέγοντας: «Αμάρτησα, Κύριε, με τον λόγο, τον νου, την πράξη και με όλες μου τις αισθήσεις».
Αγωνίζου διαρκώς εναντίον της διασπάσεως του νου. Διαφορετικά η ψυχή σου, με την ενέργεια του διαβόλου, θα ξεφύγει από τη μνήμη και την αγάπη του Θεού, καθώς λέει ο άγιος Μακάριος: «Όλη η φροντίδα του αντιπάλου μας έγκειται στο να απομακρύνει τον λογισμό μας από τη μνήμη του Θεού, από τον φόβο και την αγάπη μας προς Αυτόν».
Όταν ο νους και η καρδιά ενωθούν στην προσευχή και οι λογισμοί δεν διασκορπίζονται, τότε η θεία χάρη φωτίζει και θερμαίνει την ψυχή και μια μυστική αγαλλίαση και ειρήνη πλημμυρίζει όλο τον εσωτερικό άνθρωπο. Οφείλουμε να ευχαριστούμε για όλα το Θεό και να παραδίδουμε τον εαυτό μας στο θέλημά Του. Οφείλουμε επίσης να αναφέρουμε σ’ Αυτόν όλους τους λογισμούς, τους λόγους και τις πράξεις μας και να προσπαθούμε, ώστε να υπηρετούν όλα μόνο το θέλημά Του.
Η ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΕΞΙΚΑΚΙΑ
Μη κατακρίνεις κανένα, κι αν ακόμα τον βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια να αμαρτάνει. Λέει ο Κύριος: «Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε»
Γιατί κρίνουμε τους αδελφούς μας; Διότι δεν προσπαθούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Όποιος καταγίνεται με τη γνώση του εαυτού του δεν προλαβαίνει να παρατηρεί τους άλλους. Κατάκρινε τον εαυτό σου και θα παύσεις να κατακρίνεις τους άλλους.
Να κρίνεις την κακή πράξη, όχι αυτόν που την έκανε. Πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας αμαρτωλότερο απ’ όλους. Πρέπει να συγχωρούμε κάθε κακό του πλησίον και να μισούμε μόνο τον διάβολο που τον παρέσυρε.
Συμβαίνει κάποτε να μας φαίνεται ότι ο άλλος κάνει μια κακή πράξη. Στην πραγματικότητα όμως η πράξη αυτή μπορεί να είναι καλή, επειδή γίνεται με αγαθή πρόθεση. Η θύρα της μετανοίας είναι ανοικτή για όλους, και δεν γνωρίζουμε ποιός θα τη διαβεί πρώτος, εσύ ή αυτός που κατακρίνεις.
«Όταν κατακρίνεις τον πλησίον, διδάσκει ο όσιος Αντίοχος, τότε κρίνεσαι μαζί του κι εσύ γι’ αυτό που τον κρίνεις. Η κρίση και η κατάκριση δεν ανήκουν σ’ εμάς, αλλά μόνο στο Θεό, τον μεγάλο Κριτή, που γνωρίζει την καρδιά μας και τα κρυφά πάθη της φύσεώς μας».
Η κατάκριση φέρνει την εγκατάλειψη του Θεού. Κι όταν ο Θεός εγκαταλείψει τον άνθρωπο στις δικές του μόνο δυνάμεις, ο διάβολος είναι έτοιμος να τον συνθλίψει, όπως η μυλόπετρα αλέθει το σιτάρι.
Ας έχουμε πάντοτε στον νου μας τα λόγια του Αποστόλου: «Ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση». Γιατί είναι άγνωστο πόσο καιρό θα μπορέσουμε να παραμείνουμε στην αρετή. Όταν κάποιος σε προσβάλει με οποιοδήποτε τρόπο, δεν πρέπει να τον εκδικηθείς, αλλ’ αντιθέτως να τον συγχωρήσεις από την καρδιά σου. Κι αν η καρδιά σου αντιστέκεται, να την κάμψεις έχοντας πίστη στο λόγο του Κυρίου: «Εάν μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών».
Δεν πρέπει να διατηρούμε στη καρδιά μας κακία ή μίσος για τον άλλο, έστω κι αν μας εχθρεύεται. Οφείλουμε να τον αγαπάμε, κι όσο μπορούμε να τον ευεργετούμε σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου: «Αγαπάτε τούς εχθρούς υμών». Αν αγωνισθούμε κατά τη δύναμή μας να εκπληρώσουμε την εντολή αυτή, τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα λάμψει στη καρδιά μας το θείο φώς, που θα μας φωτίζει τον δρόμο προς την άνω Ιερουσαλήμ,
Ας θελήσουμε να μοιάσουμε στα αγαπημένα παιδιά του Θεού. Ας ζηλέψουμε την πραότητα του Δαβίδ, για τον οποίο είπε ο υπεράγαθος και φιλάγαθος Κύριος ότι βρήκε άνθρωπο που Τον ευαρεστεί και τηρεί όλες τις εντολές Του.
Έτσι εκφράζεται για τον Δαβίδ, τον αμνησίκακο και αγαθό προς τους εχθρούς του. Γι’ αυτό κι εμείς δεν πρέπει με κανένα τρόπο να εκδικηθούμε τον αδελφό μας, αν θέλουμε, κατά τον όσιο Αντίοχο, να μη συναντήσουμε εμπόδιο την ώρα της προσευχής.
Ο νόμος προστάζει να μεριμνούμε για το υποζύγιο του εχθρού. Για τον Ιώβ έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Θεός ότι ήταν άνθρωπος άκακος. Ο Ιωσήφ δεν εκδικήθηκε τους αδελφούς του, που επιχείρησαν να τον σκοτώσουν. Ο Άβελ πήγε στον αδελφό του Κάϊν με απλότητα και χωρίς υποψίες.
Όπως μαρτυρεί ο λόγος του Θεού, όλοι οι άγιοι έζησαν με ακακία. Ο Θεός μας έδωσε εντολή να έχουμε έχθρα μόνο εναντίον του «όφεως», ο όποιος απάτησε εξ αρχής τον άνθρωπο και τον έδιωξε από τον Παράδεισο, δηλαδή εναντίον του ανθρωποκτόνου διαβόλου. Έδωσε επίσης ο Κύριος εντολή να έχουμε έχθρα εναντίον των Μαδιανιτών, δηλαδή των ακαθάρτων πνευμάτων της ασωτίας και υψηλοφροσύνης, που σπείρουν στην καρδιά τους αισχρούς λογισμούς.
Το όριο της αρετής και της σοφίας είναι να ενεργούμε πάντοτε με διάκριση και ανεξικακία, χωρίς πονηρία και υστεροβουλία.
(Αρχιμ. Τιμοθέου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Παρακλήτου. «Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ» – σύντομες διδασκαλίες. Εκδ. Ι.Μ.Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1988)

Αναζήτηση