Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Άββας Ισαάκ ο Σύρος

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ - ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ
Τον ταπεινό «υψώνει» και δοξάζει ό Θεός


Όπως ή χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινόφρονα, έτσι στον υπερήφανο έρχονται οδυνηρές περιστάσεις. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στους ταπεινόφρονες, για να τους κάνει να ευφραίνονται στους υπερήφανους όμως εναντιώνεται, για να τους ταπεινώσει. Ό ταπεινός δέχεται συνεχώς το έλεος του Θεού, ενώ ό σκληρόκαρδος και ολιγόπιστος βρίσκει στο δρόμο του συναπαντήματα φοβερά. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για όλες τίς δωρεές πού δέχθηκες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, και θα δοξαστείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Να προλαβαίνεις και να χαιρετάς όλους τους ανθρώπους, και να υποκλίνεσαι μπροστά τους, και έτσι θα τιμηθείς πιο πολύ παρά αυτοί πού προσφέρουν ως δώρο χρυσάφι καθαρό.


Εξευτέλισε τον αμαρτωλό εαυτό σου, και θα δεις μέσα σου τη δόξα του Θεού. Γιατί όπου βλαστάνει ή ταπείνωση, εκεί αφθονεί ή δόξα του Θεού. Εάν αγωνισθείς να εξευτελιστείς φανερά από τους ανθρώπους, για να εξαλείψεις την υπερηφάνεια σου και τον εγωισμό σου, ό Θεός θα σε κάνει να δοξαστείς. Εάν όμως ταπεινώνεσαι μέσα στην καρδιά σου, χωρίς να σε βλέπουν οί άλλοι, τότε ό Θεός φανερώνει τη δόξα του στην καρδιά σου. Όταν έχεις μεγάλα αξιώματα ή χαρίσματα, να γίνεις ευκαταφρόνητος, για να μην υψηλοφρονήσεις και χάσεις τη χάρη του Θεού όταν πάλι βλέπεις ότι είσαι πολύ μικρός και αδύναμος πνευματικά, μη κάνεις τον σπουδαίο. Να δέχεσαι με προθυμία την καταφρόνια των ανθρώπων, και θα γεμίσεις από την τιμή του Θεού. Δε βλέπεις μέσα σου τα πολλαπλά τραύματα της αμαρτίας σου και ζητάς να σε τιμήσουν; Απόφυγε τίς τιμές των ανθρώπων, για να σε τιμήσει ό Θεός, και μην αγαπήσεις τίς τιμές, για να μην ατιμασθείς. Όποιος κυνηγάει την τιμή, αύτη φεύγει από μπροστά του, και όποιος την αποφεύγει, ή τιμή θα τον κυνηγήσει | και θα γίνει κήρυκας της ταπείνωσης του σε όλους τους ανθρώπους. Εάν καταφρονείς τον εαυτό σου ότι τίποτε δεν είσαι χωρίς τη χάρη του Θεού, για να μην τιμηθείς από τους ανθρώπους, θα σε φανερώσει για την ταπείνωση σου. Εάν από αληθινή ταπείνωση κατηγορήσεις τον εαυτό σου, θα επιτρέψει ό Θεός σε όλα τα κτίσματα του να σε επαινέσουν. Και θα ανοίξει μπροστά σου ή πόρτα της δόξας του Πλαστουργού σου, και θα σε επαινέσουν, διότι έγινες στην πραγματικότητα κατ' εικόνα και καθ' όμοίωσιν του Θεού.


Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τίς αρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Πού ή ζωή του να είναι φωτεινή και να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνημα; Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τίς περιστάσεις και μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, πού ταπεινώνει τον εαυτό του και τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Και αν κανείς υπομένει και πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οί Απόστολοι και οί Μάρτυρες, θα τον μεθύσει ό Θεός με τα επουράνια αγαθά του. Και όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ό Θεός με τη στολή της αφθαρσίας και της δόξας. Και όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ό Θεός τον παρηγορεί με τον αληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ό Κύριος και οί Άγιοι, και χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη ή ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, και μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι άμαθης. Και εάν τον αφελή και τον αμαθή ή ταπείνωση του τον υψώνει, πόσης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (ή ταπείνωση) για τους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους;
Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, και θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, και θα θεωρείσαι σπουδαίος. Ή κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε ή υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέληση σου απαρνήθηκες, μοναχέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθηκες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ' αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες και να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.


Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπείνωση, και θα μάθεις και συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον ή διδασκαλία τους.


Να τιμάς τον πλησίον σου
Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια και τα πόδια, και κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή και βάλε τα στα μάτια σου, και παίνεψε τον και γι' αυτά πού δεν έχει. Και όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι' αυτόν ότι καλό και σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρόμοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, και τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Και σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού αποκτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρακτήρας, και αποκτάς πολλή ταπείνωση, και χωρίς κόπο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς εσύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέδωσες.


Ή ταπείνωση είναι στολή της θεότητας
Θέλω ν' ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, και να μιλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης. Όμως φοβάμαι πολύ, όπως φοβάται εκείνος πού πρόκειται να μιλήσει για το Θεό με τους δικούς του συλλογισμούς. Γιατί ή ταπείνωση είναι στολή της Θεότητας. Ό Υιός δηλ. και Λόγος του Θεού, πού έγινε άνθρωπος, την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε, και συναναστράφηκε μαζί μας με αυτήν μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Και οποίος ντυθεί την ταπεινοφροσύνη, πραγματικά γίνεται όμοιος με το Λόγο του Θεού, πού κατέβηκε από το δικό του ύψος και σκέπασε με την ταπεινοφροσύνη τη μεγαλοσύνη και τη δόξα του, για να μην καταφλεχθή ή κτίση, βλέποντας τη θεότητα του. Διότι ή κτίση δεν μπορούσε να τον αντικρίσει, αν δεν έπαιρνε ένα μέρος από αυτήν, δηλ. το ανθρώπινο σώμα, ώστε να επικοινωνήσει μαζί της. Ούτε μπορούσαν οί κτιστές υπάρξεις να ακούσουν τα λόγια του πρόσωπο με πρόσωπο. Διότι ούτε οί Ισραηλίτες μπόρεσαν να ακούσουν τη φωνή του, όταν λάλησε προς αυτούς μέσα από τη νεφέλη. Γι' αυτό είπαν στο Μωϋσή (Εξ. 20, 19): "Ας λαλήσει ό Θεός μαζί σου, και συ πες μας τους λόγους του, και ας μη λαλήσει ό Θεός μαζί μας, για να μην πεθάνουμε.


Τώρα όμως, πού ό Θεός έχυσε τη χάρη του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατέβηκε σε μας με σεισμό και φωτιά, ούτε με φοβερή και δυνατή φωνή, αλλά ήρθε όπως ή βροχή στο κουρεμένο μαλλί του προβάτου και όπως ή σταγόνα πού στάζει στο χώμα απαλά, και συναναστράφηκε μαζί μας με ανθρώπινη μορφή. Σκέπασε δηλ., όπως σκεπάζουμε ένα θησαυρό, με την ανθρώπινη σάρκα τη δόξα του, και επικοινωνούσε μαζί μας με κείνο το σώμα πού κατασκεύασε το θείο του νεύμα από τον κόλπο της παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, ώστε βλέποντας τον ως άνθρωπο να συναναστρέφεται μαζί μας, να μη ταραχθούμε από τη θεωρία του. Γι' αυτό το λόγο, οποίος φορέσει εκείνη τη στολή της ταπεινοφροσύνης, με την οποία τον είδε ή κτίση μέσα στο ανθρώπινο σώμα πού φόρεσε ό κτίστης, τον ίδιο το Χριστό ντύνεται. Και αντί να ντύνεται την κοσμική τιμή και την εξωτερική δόξα, στολίζεται με το εσωτερικό ένδυμα της ταπεινοφροσύνης. Γι' αυτό και τα λογικά κτίσματα, βλέποντας έναν οποιοδήποτε άνθρωπο να φοράει αυτό το ομοίωμα της ταπεινοφροσύνης, ακόμη και με τη σιωπή τους τον προσκυνούν, τιμώντας τον Κύριο τους, πού τον είδαν να τη φοράει και να συναναστρέφεται μαζί τους μέσω αυτής. Ποιο κτίσμα, αλήθεια, δεν ευλαβείται τη θεωρία του ταπεινόφρονα; Όμως μέχρι πού αποκαλύφθηκε σε όλους ή δόξα της ταπεινοφροσύνης, ήταν ευκαταφρόνητη ή θεωρία της, μόλο πού ήταν γεμάτη αγιότητα. Τώρα όμως ανέτειλε σαν τον ήλιο ή δόξα της στα μάτια των ανθρώπων. Και κάθε συνετός άνθρωπος την τιμά, οπού και αν φανεί. Γι' αυτό ούτε οί εξ αγνοίας εχθροί της αλήθειας δεν τη θεωρούν ευκαταφρόνητη, αν και αυτός πού την απέκτησε φαίνεται φτωχότερος άπ' όλα τα κτίσματα. Ωστόσο, όποιος έμαθε την ταπείνωση, τιμάται από τα λογικά κτίσματα σαν να φοράει στεφάνι και βασιλική πορφύρα.


Στο ταπεινόφρονα υποτάσσεται ή λογική και ή άλογη κτίση. Ό αληθινός ταπεινόφρων


Όποιος υποτάξει τον εαυτό του στο Θεό, είναι κοντά στο να υποταγούν σ' αυτόν τα πάντα. Τον καιρό δηλ. πού κυριαρχεί ή ταπείνωση στη διαγωγή σου, υποτάσσεται σε σένα τον ταπεινό ό ψυχικός σου κόσμος, και μαζί μ' αυτόν υποτάσσονται σε σένα τα πάντα. Διότι γεννιέται μέσα στην καρδιά σου ή ειρήνη του Θεού. Και όσο είσαι έξω από την ειρήνη του Θεού, θα καταδιώκεσαι συνεχώς όχι μόνο από τα πάθη σου, αλλά και από διάφορα δυσάρεστα περιστατικά. Αλήθεια, Κύριε, αν δεν ταπεινωθούμε, δεν παύεις συ να μας ταπεινώνεις. Ή αληθινή ταπείνωση γεννιέται από τη γνώση. Και ή αληθινή γνώση γεννιέται από τους πειρασμούς.


Τον ταπεινόφρονα κανένας μυαλωμένος άνθρωπος ποτέ δεν τον μισεί, δεν τον πληγώνει με λόγια, δεν τον καταφρονεί. Όλοι οί καλοί άνθρωποι τον αγαπούν, διότι τον αγαπά ό Κύριος του. Όλους τους αγαπάει και όλοι τον αγαπούν. Όλοι τον θέλουν, και σε κάθε τόπο, όπου πλησιάζει, τον βλέπουν ως άγγελο φωτός και του αποδίδουν ξεχωριστή τιμή. Και όταν μιλήσει, ό σοφός και ό δάσκαλος σιωπούν μπροστά του, διότι δίνουν το λόγο στον ταπεινόφρονα. Τα μάτια όλων προσέχουν στα λόγια του στόματος του. Κάθε άνθρωπος περιμένει τι θα πει, σαν να είναι λόγια Θεού. Τα σύντομα και κοφτά λόγια του είναι σαν τους λόγους των σοφών, πού προσέχουν ένα ένα τα νοήματα τους. Τα λόγια του είναι γλυκά για τους σοφούς πού τα ακούνε, πιο γλυκά από την κηρήθρα στο φάρυγγα. Και όλοι τον λογαριάζουν ότι έχει το Θεό μέσα του, κι ας είναι αμαθής στην έκφραση του, και στη θεωρία ευκαταφρόνητος και ευτελής.


Πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα σαρκοβόρα θηρία και, όταν πέσει το βλέμμα τους επάνω του, γίνεται ήμερη ή αγριότητα τους, και τον πλησιάζουν σαν κύριο τους, και κινούν περιποιητικά τα κεφάλια τους και γλείφουν τα χέρια και τα πόδια του διότι οσφραίνονται σ' αυτόν εκείνη την εύωδία, πού εξέπεμπε ό Αδάμ πριν από την παράβαση, όταν μαζεύτηκαν κοντά του και τα 'δωσε ονόματα στον παράδεισο. Το σώμα πού έλαβε από μας τους ανθρώπους ό Ιησούς το ξανάκτισε και το χάρισε σε μας με την ανθρώπινη παρουσία του. Αυτό είναι πού σκόρπισε την εύωδία του στο ανθρώπινο γένος.


Και πάλι, πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα θανατηφόρα ερπετά, και μόλις αισθανθούν επάνω στο σώμα τους το χέρι του, ή οξύτητα και ή σκληρότητα της θανατηφόρας πικρότητάς τους σταματάει, και στα χέρια του τα τρίβει σαν να 'ναι ακρίδες. Έρχεται κοντά στους ανθρώπους και τον προσέχουν όπως τον Κύριο. Και γιατί αναφέρω μόνο τους ανθρώπους; Άλλα και οι δαίμονες με όλη την ορμητικότητα και την πικρία τους και το καυχησιάρικο φρόνημα τους, μόλις πλησιάσουν στον ταπεινόφρονα, γίνονται αδρανείς σαν το χώμα, και μαραίνεται όλη ή κακία τους, και καταστρέφονται οι μηχανορραφίες τους, και μένουν ανενέργητες οί πανουργίες τους.
Όποιος άνθρωπος είναι από τη φύση του επιεικής και ήσυχος, ή συνετός, ή πράος, δε φτάνει μόνο άπ' αυτό στο βαθμό της ταπεινοφροσύνης. Αληθινός ταπεινόφρων είναι αυτός πού έχει ένα κρυφό ταλέντο, πού να τον κάνει να υπερηφανεύεται, αλλά δεν υπερηφανεύεται, παρά συλλογίζεται ότι είναι χωματένιο. Άλλα ούτε κι αυτόν πού, από την ενθύμηση των αμαρτημάτων, συντρίβεται ή καρδιά του, και ταπεινοφρονή και δεν αφήνει στο νου του να περηφανευτεί, ούτε κι αυτόν τον λέμε ταπεινόφρονα, αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο. Διότι ακόμη έχει το λογισμό της υπερηφάνειας, και δεν απέκτησε την αληθινή ταπείνωση, αλλά την προσεγγίζει απλώς με τους παραπάνω τρόπους. Αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο, όπως είπα, όμως ακόμη θέλει την ταπείνωση, γιατί δεν την έχει αποκτήσει. Αληθινός και τέλειος ταπεινόφρων είναι αυτός πού δε χρειάζεται να εφευρίσκει με το νου του διάφορους λόγους, όπως οι αμαρτίες του και ή χοικότητά του, για να ταπεινοφρονή, αλλά απέκτησε την ταπεινοφροσύνη σε υψηλό βαθμό και σαν κάτι το φυσιολογικό, χωρίς ιδιαίτερη εργασία. Σαν να δέχτηκε δηλ. μέσα του ένα μεγάλο χάρισμα, ανώτερο από όλη την κτίση, και, εντούτοις, αυτός θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό και ευτελή και ευκαταφρόνητο.


Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα
Αγάπησε τα πενιχρά ενδύματα, για να σβήσεις τους λογισμούς της υψηλοφροσύνης πού αναδύονται μέσα σου. Γιατί αυτός πού αγαπά την πολυτέλεια και τα λαμπερά ρούχα δεν μπορεί να αποκτήσει ταπεινούς λογισμούς. Διότι ή καρδιά μέσα στον άνθρωπο συμμορφώνεται με τα εξωτερικά σχήματα.


Πώς να προλάβεις την οίηση
Φυλάξου από την οίηση την ώρα των καλών αλλοιώσεων. Άμα αρχίσεις να αισθάνεσαι οίηση και έπαρση, να προσευχηθείς με την καρδιά σου και να παρουσιάσεις στον Κύριο την αδυναμία σου και την αμάθεια σου, για να μη σου συμβεί να πέσεις σε αισχρά αμαρτήματα. Διότι την υπερηφάνεια ακολουθεί ή πορνεία, και την οίηση ή πλάνη.


Χωρίς την ταπείνωση τα ενάρετα έργα γίνονται μάταια
Αν κάνεις ένα καλό έργο αρετής και δεν αισθανθείς τη γεύση ότι σε βοηθάει πνευματικά, μη θαυμάσεις. Γιατί, μέχρι να ταπεινωθεί ό άνθρωπος, δεν απολαμβάνει το μισθό της εργασίας του. Ή αμοιβή, πάλι, δε δίνεται για τον κόπο της εργασίας, αλλά για την ταπείνωση πού συνοδεύει την εργασία. Όποιος περιφρονεί την ταπείνωση χάνει την αμοιβή της εργασίας του. Όποιος προλάβει και πάρει από το Θεό την αμοιβή της ταπεινής του καρδιάς, ή και των ταπεινών του έργων, αυτός είναι ανώτερος από τον εργαζόμενο την απλή αρετή. Την αρετή ακολουθεί ή λύπη και ό κόπος, και από τη λύπη γεννιέται ή ταπείνωση, και στον ταπεινό δίνεται ή χάρη του Θεού. Λοιπόν, ή ανταπόδοση της θείας Χάρης δε δίνεται για την απλή αρετή, ούτε για τον κόπο πού τη συνοδεύει, αλλά για την ταπείνωση πού γεννιέται άπ' αυτά. Και αν λείψει ή ταπείνωση, τα πρώτα, δηλ. τα ενάρετα έργα και ό κόπος τους, γίνονται μάταια.


Ό Κύριος σοφίζει τον ταπεινό
Όποιος εξευτελίζει τον εμπαθή εαυτό του και τον ταπεινώνει, αυτός θα γίνει σοφός από τον Κύριο. Και όποιος έχει την ιδέα ότι είναι σοφός, αυτός θα χάσει τη σοφία του Θεού.


Και μόνο ή ταπείνωση μπορεί να παρασταθεί ενώπιον τον Θεον και να πρεσβεύσει για μας
Ή κατάσταση της ταπείνωσης, και χωρίς να συνοδεύεται από έργα αγαθά, όπως στην περίπτωση του άρρωστου, ή του εγκλείστου μονάχου, πολλά αμαρτήματα συγχωρεί τα έργα όμως, χωρίς την ταπείνωση, όχι μόνο είναι ανωφελή, αλλά και πολλά κακά μας προκαλούν. Λοιπόν, με την ταπείνωση, όπως ανέφερα, να περιμένεις τη συγχώρηση των αμαρτιών σου. Και όπως το αλάτι συντηρεί και νοστιμίζει κάθε τροφή, έτσι είναι και ή ταπείνωση για κάθε αρετή και μπορεί να συντρίψει τη δύναμη πολλών αμαρτημάτων. Γι' αυτή λοιπόν την ταπείνωση είναι ανάγκη να λυπάσαι, αδιαλείπτως, ανάλογα βέβαια με τις δυνάμεις σου, μέχρι να την αποκτήσεις. Και όταν την αποκτήσουμε στο κελί της ησυχίας μας, όπου ζούμε εντελώς απομακρυσμένοι από τον κόσμο, μας κάνει παιδιά του Θεού και χωρίς να μπορούμε να κάνουμε αγαθά έργα, όπως οι άνθρωποι πού έχουν επαφή με τον κόσμο, μας φέρνει στο Θεό. Χωρίς αυτήν όλα τα έργα μας είναι μάταια, και όλες οι αρετές, και όλες οι εργασίες μας.
Λοιπόν, ό Θεός θέλει την αλλοίωση των λογισμών μας διότι με τους καλούς λογισμούς προοδεύουμε, και με τους κακούς λογισμούς εξαχρειωνόμαστε. Μόνη ή ταπείνωση, χωρίς άλλη βοήθεια, είναι ικανή να παρασταθεί ενώπιον του Θεού και να πρεσβεύσει για μας.


Τα μεγάλα μέτρα της ταπεινοφροσύνης
Αυτόν πού έφτασε σε πολύ μεγάλα ύψη ταπεινοφροσύνης, δεν τον πιάνει ταραχή όταν τον αδικούν, ούτε θέλει να απολογηθεί για κείνο το πράγμα, για το όποιο αδικήθηκε. Δέχεται, λοιπόν, τις συκοφαντίες σαν να είναι αλήθεια, και δε φροντίζει να πείσει τους ανθρώπους ότι τον συκοφάντησαν, αλλά ζητάει να τον συγχωρήσουν. Μερικοί μάλιστα, με τη θέληση τους, κατάφεραν να τους ονομάζουν οί άλλοι ακόλαστους, ενώ δεν ήταν άλλοι πάλι δέχτηκαν με υπομονή να τους ονομάζουν μοιχούς, χωρίς να είναι και, δακρύζοντας, φόρτωναν στον εαυτό τους την πικρή ανταμοιβή μιας αμαρτίας πού δε διέπραξαν, και κλαίγοντας ζητούσαν, άπ' αυτούς πού τους είχαν συκοφαντήσει, συγχώρηση για την αμαρτία πού δεν έκαμαν, ενώ ήταν στεφανωμένοι στην ψυχή με το στεφάνι της καθαρότητας και της αγνότητας. Άλλοι πάλι, για να μη δοξαστούν για την κρυμμένη μέσα τους ενάρετη κατάσταση τους, έκαναν τον παλαβό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σταθερά γαλήνιοι και καρυκευμένοι με το θεϊκό αλάτι, ώστε για την άκρα τελειότητα τους αξιώθηκαν να έχουν τους αγίους Αγγέλους κήρυκες των ανδραγαθημάτων τους.
Σύ λοιπόν νομίζεις πώς έχεις ταπείνωση άλλοι όμως κατηγορούσαν τον εαυτό τους, ενώ εσύ δεν μπορείς να υποφέρεις ούτε όταν οι άλλοι σε κατηγορούν. Ωστόσο σκέφτεσαι ότι είσαι ταπεινόφρων. Εάν πράγματι είσαι ταπεινόφρων, δοκίμασε τον εαυτό σου αν δε σε πιάνει ταραχή όταν σε συκοφαντούν και σε αδικούν.


Ποια είναι τα δείγματα της εξαιρετικής ταπείνωσης των ησυχαστών;

Όπως ή οίηση (ή υψηλοφροσύνη) με τους λογισμούς της αμαρτωλής φαντασίας διασκορπίζει την ψυχή και την κάνει να περιπλανάται σ' όλη την κτίση, έτσι και ή ταπείνωση συμμαζεύει την ψυχή στην ησυχία. Και όπως ή ψυχή δεν είναι γνωστή ούτε ορατή στους σωματικούς οφθαλμούς, έτσι και ό ταπεινόφρων παραμένει άγνωστος κατά την πρόθεση του μεταξύ των ανθρώπων. Και όπως ή ψυχή μέσα στο σώμα είναι κρυμμένη και δεν μπορούν να τη δουν οι άνθρωποι στις μεταξύ τους συναναστροφές, έτσι και ό ταπεινόφρων πού έφτασε σε πολύ μεγάλα μέτρα: όχι μόνο δε θέλει να τον βλέπουν και να τον ξεχωρίζουν οι άνθρωποι επειδή είναι απόμακρος και στερημένος των πάντων, αλλά τούτο κυρίως θέλει αν είναι δηλ. δυνατό, να διεισδύσει μέσα στα μυστικά βάθη της ύπαρξης του και να πάει να κατοικήσει σε ήσυχο τόπο, και να αφήσει όλες τίς παραστάσεις και τίς σκέψεις πού συνδέονται με τίς αισθήσεις της κοσμικής ζωής, και να γίνει σαν να μην υπάρχει και να μη γεννήθηκε για τον κόσμο, και να είναι παντελώς άγνωστος ακόμη και στον εαυτό του. Και όσο αυτός ό άνθρωπος παραμένει στον κόσμο σαν τον κρυμμένο θησαυρό, τόσο και ολόκληρη ή ύπαρξη του πλησιάζει στον Κύριο και Θεό του.


Ό ταπεινόφρων δεν αναπαύεται ποτέ στο να βλέπει μαζεμένους ανθρώπους σ' έναν τόπο ούτε αναπαύεται στην ταραχή του πλήθους, και στις κινήσεις και στις φωνές και στα ξανοίγματα και στις φροντίδες και στην ηδονή, από την οποία προέρχεται ή ασωτία ούτε αναπαύεται στα κοσμικά λόγια και στις συναναστροφές και στο διασκορπισμό των αισθήσεων αλλά μάλλον προτιμά να ζει μόνος του στην ησυχία, και να μη τον λογαριάζουν οί άλλοι. Και πιο πολύ ποθεί τη σμικρότητα, την ακτημοσύνη, την πενία. Και προτιμά πάντοτε να είναι εύκαιρος και αμέριμνος, χωρίς να συγχύζεται ό νους του από τα πράγματα του κόσμου, για να μην περιπλανιούνται οί λογισμοί του εδώ κι εκεί. Διότι έχει πεισθεί ότι, εάν αρχίσει ν' ασχολείται με πολλά πράγματα, δεν μπορεί να ξεφύγει τη σύγχυση των λογισμών διότι τα πολλά πράγματα συνεπάγονται πολλές φροντίδες και ποικίλους και σύνθετους λογισμούς, πού τον απομακρύνουν από την απλότητα. Εάν λοιπόν μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά, θα παύσει να είναι υπεράνω των κοσμικών φροντίδων, θα γίνουν πολλές οί ανάγκες του, θα χάσει την ειρήνη και τη μοναδική απασχόληση του νου του με τους άριστους λογισμούς. Και εάν οί υλικές και σωματικές του ανάγκες τον εμποδίζουν από τους καλούς και σωτήριους λογισμούς, τότε αρχίζει να βλάπτεται ό ίδιος και να βλάπτει τους άλλους. Από δω και πέρα ανοίγει ή πόρτα για να μπαίνουν μέσα του τα πάθη, και φεύγει ή γαλήνη πού φέρνει ή διάκριση, και χάνεται ή ταπείνωση, και κλείνει ή πόρτα της ειρήνης. Επειδή λοιπόν όλα αυτά είναι επικίνδυνα, φυλάγει συνεχώς τον εαυτό του από τις πολλές φροντίδες και ενασχολήσεις και, έτσι, σε κάθε περίσταση βρίσκει τον εαυτό του στη γαλήνη του Θεού, και στην ανάπαυση, και στην ειρήνη, και στην επιείκεια, και στην ευλάβεια.


Στον ταπεινόφρονα δε βλέπεις ποτέ βιασύνη και σύγχυση ή ενέργειες επείγουσας ανάγκης, ούτε θερμούς και κούφιους λογισμούς. Απεναντίας, σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος. Εάν κολλήσει ό ουρανός με τη γη, ό ταπεινόφρων δε θορυβείται. Κάθε ήσυχος και πράος άνθρωπος δεν είναι ταπεινόφρων, όμως κάθε ταπεινόφρων είναι πράος και ήσυχος. Άμα δεν είσαι ταπεινόφρων, δεν μπορείς να είσαι συνεσταλμένος στους τρόπους σου, όμως συνεσταλμένους μη ταπεινόφρονες πολλούς θα συναντήσεις. Αυτό εννοούσε ό Κύριος, ό πράος και ταπεινός, όταν είπε: «Μάθετε άπ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και εύρήσετε άνάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11, 21). Ό ταπεινόφρων σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γι' αυτόν πού να κινήσει το νου του στο κακό ή να τον ταράξει. Και όπως δεν μπορεί κανείς να τρομάξει ένα βουνό, έτσι δεν τρομάζει από τίποτε ό νους του. Και αν δεν είναι παράλογο, θα λέγαμε ότι ό ταπεινόφρων δεν ανήκει σ' αυτό τον κόσμο διότι ούτε στα λυπηρά περιστατικά ταράζεται και αλλοιώνεται ή ύπαρξη του, ούτε στα ευχάριστα εκπλήσσεται από θαυμασμό και χαλαρώνει. Όλη ή ευφροσύνη και ή χαρά του ή αληθινή βρίσκεται στην απόλαυση του Κυρίου και Θεού του. Την ταπεινοφροσύνη τη συνοδεύει ή επιείκεια και ή αυτοσυγκέντρωση. Την ταπεινοφροσύνη ακολουθεί: εγκράτεια στις αισθήσεις, φωνή μετρημένη, λίγα λόγια, καταφρόνηση του κοσμικού εαυτού μας, ευτελής ενδυμασία, βάδισμα ταπεινό το να μην αλληθωρίζουμε δεξιά και αριστερά και περισπάται ή προσοχή μας, να ξεχωρίζουμε στην ελεημοσύνη, να έχουμε πολλά δάκρυα. Ακόμη, την ταπεινοφροσύνη συνοδεύει: ψυχή μεμονωμένη από τους περισπασμούς, καρδιά συντετριμμένη, έλλειψη θύμου, αισθήσεις συμμαζεμένες, λίγα και ευτελή πράγματα για τη σωματική μας ανάπαυση, καρτερία στον πόνο, υπομονή, αφοβία, ανδρεία της καρδιάς, πού αποστρέφεται τις απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης ζωής, υπομονή στους πειρασμούς, σοβαροί λογισμοί, σβήσιμο των πονηρών λογισμών, εγκράτεια παθών, συστολή, ευλάβεια. Και πάνω άπ' όλα αυτά, πρέπει να βρίσκεται ό ασκητής σε παντοτινή ησυχία και να μη γνωρίζει τα κοσμικά πράγματα και τα πάθη.


Ό ταπεινόφρων ποτέ δεν αισθάνεται αναγκασμένος να ταραχθεί ή να συγχυσθεί. Και όταν είναι μόνος του, ντρέπεται και ευλαβείται τον εαυτό του ως εικόνα Θεού. Και μου προκαλεί θαυμασμό ότι ένας πραγματικά ταπεινόφρων ασκητής δε θα τολμήσει να προσευχηθεί με δικά του λόγια, όταν αρχίσει την ευχή, ούτε θα θεωρήσει τον εαυτό του άξιο για προσευχή, ούτε θα τολμήσει να ζητήσει τίποτε άλλο εκτός από τη βασιλεία του Θεού ούτε έχει ανθρώπινη συναίσθηση της προσευχής, παρά μονάχα σιωπά ό νους του, και περιμένει το έλεος του Θεού. Και, καθώς κλίνει το πρόσωπο του προς τη γη και ή καρδιά του είναι υψωμένη στην αγιότατη και υψηλή πύλη του ουρανού, περιμένει να ακούσει ποιο είναι γι' αυτόν το θέλημα του ενδόξου και προσκυνητού Θεού του Θεού πού ό θρόνος του είναι στα σύννεφα, πού θαμπώνει τα μάτια των Σεραφείμ, και πού ή δύναμη και ή σοφία και ή αγαθότητα του κάνει να σιωπούν όλα τα αγγελικά τάγματα. Μόνο αυτό τολμά ό ταπεινόφρων να πει και να ζητήσει στην προσευχή του: Ας γίνει, Κύριε, ή ζωή μου κατά το πανάγιο θέλημα σου. Και εμείς την ίδια ευχή να λέμε για τον εαυτό μας. Αμήν.
Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποκτήσει ταπείνωση


Ρωτήσανε οι μοναχοί τον άββά Ισαάκ πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει ταπείνωση και είπε:
Να μην ξεχνάει ότι έκαμε αμαρτίες στη ζωή του και να ελπίζει ότι ό θάνατος είναι κοντά. Τα φορέματα του να είναι ευτελή, και σε κάθε περίσταση να προτιμά τον έσχατο τόπο, και πάντοτε να κάνει πρόθυμα τις παρακατιανές εργασίες. Να έχει υπακοή, να σιωπά, και να μην του αρέσει να τρέχει σε συντροφιές κοσμικού πνεύματος, αλλά να θέλει να παραμένει άγνωστος και ασήμαντος. Να μην έχει στο κελί του πράγματα πού να τα θεωρεί όλα δικά του και να αποφεύγει τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, και να μην αγαπά τα υλικά κέρδη. Και, εκτός άπ' αυτά, να μη μέμφεται στο νου του και να μην κατηγορεί κανέναν άνθρωπο, και να μη ζηλοφθονεί, να μην είναι εριστικός, αλλά να ασχολείται με τον εαυτό του, πώς θα ταπεινωθεί και θα αγαπά τον κόσμο. Με δυο λόγια, να ζει μέσα στον κόσμο πού έπλασε ό Θεός σαν ξένος και φτωχός και απομονωμένος από το κακό. Αυτά γεννούν την ταπείνωση και καθαρίζουν την καρδιά.


Ή ταπείνωση φροντίζει να μη σκανδαλίζει
Πήγα κάποτε σε έναν παλαιό και ενάρετο γέροντα, ό όποιος με αγαπούσε πολύ. Δεν ήξερε να μιλάει όμορφα, όμως είχε φωτεινή γνώση και βαθιά καρδιά, και έλεγε οσα του υπαγόρευε το άγιο Πνεύμα. Δεν έβγαινε συχνά από το κελί του, παρά μόνο έβγαινε για τις άγιες κοινές ακολουθίες. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του και ζούσε στην ησυχία. Του είπα λοιπόν.
-Πάτερ, μου ήρθε ένας λογισμός: να πάω την Κυριακή στο υπόστεγο της εκκλησίας κι εκεί να καθίσω το πρωί και να φάω, για να με δουν αυτοί πού θα μπαίνουν στο ναό και θα βγαίνουν, και να με καταφρονήσουν.


Σ' αυτά μου απάντησε ό γέροντας έτσι: -Είναι γραμμένο ότι οποίος σκανδαλίζει τον κοσμικό αδελφό του, δε θα δει το φως του Θεού. Εσένα λοιπόν, κανένας δε σε ξέρει σ' αυτό το μέρος, ούτε γνωρίζουν το είδος της ζωής σου και, γι' αυτό, θα πουν ότι οί Μοναχοί είναι λαίμαργοι και τρώνε από το πρωί. Μάλιστα εδώ ζούνε και αρχάριοι αδελφοί, πού έχουν ασθενή λογισμό και θα σκανδαλισθούν. Πολλοί άπ' αυτούς σου έχουν εμπιστοσύνη και ωφελούνται από την παρουσία σου και, άμα σε δουν να κάνεις τέτοιο πράγμα, θα βλάφτουν. Οί αρχαίοι πατέρες τα 'καμναν αυτά για να ταπεινωθούν για τις πολλές θαυματουργίες τους και για την τιμή πού απολάμβαναν και για το μεγάλο όνομα πού είχαν αποκτήσει. Και τα 'καμναν αυτά, για να ατιμασθούν, και για να αποκρύψουν τη δόξα της αγίας ζωής τους και για να αποφύγουν τίς αιτίες της υπερηφάνειας. Εσένα όμως, πού δεν έφτασες σε τέτοια μέτρα, τι σε αναγκάζει να κάνεις αυτό πού λες; Δε γνωρίζεις ότι κάθε βαθμίδα πνευματικής ζωής έχει τη δική της τάξη και το δικό της χρονικό στάδιο; Εσύ βέβαια ούτε τέτοια ξεχωριστή πολιτεία έχεις, ούτε τέτοιο μεγάλο όνομα. Γιατί είσαι ένας απλός μοναχός σαν τους άλλους και, άμα κάνεις αυτό πού σκέφτηκες, ούτε τον εαυτό σου θα ωφελήσεις, αλλά και τους άλλους θα βλάψεις. Και πάλι, αυτού του είδους οί υπερβολές δεν είναι για όλους ωφέλιμες, αλλά μόνο στους τέλειους και στους μεγάλους, οί όποιοι έτσι νεκρώνουν τίς αισθήσεις τους. Για τους μεσαίους και τους αρχάριους μια τέτοια πολιτεία είναι επιζήμια, διότι ακόμη χρειάζονται να προσέχουν συνεχώς τον εαυτό τους και να επιβάλλονται στις αισθήσεις τους. Οί γεροντάδες πέρασαν αυτό το στάδιο και, όταν θέλουν, μπορούν από όλα να ωφεληθούν. Όπως συμβαίνει με τους εμπόρους πού, όταν είναι άπειροι και αρχίζουν μεγάλες επιχειρήσεις, προκαλούν μεγάλες ζημίες στους εαυτούς τους όμως στις μικρές επιχειρήσεις γρήγορα πηγαίνουν μπροστά. Και πάλι, όπως είπα, κάθε είδος εργασίας έχει τη δική της τάξη, και κάθε βαθμίδα πολιτείας έχει το δικό της χρονικό στάδιο. Όποιος λοιπόν αρχίζει υπέρμετρη άσκηση πριν να έλθει ό καιρός του, εκτός του ότι δεν κερδίζει τίποτε, διπλασιάζει τη βλάβη για τον εαυτό του. Εάν επιθυμείς την άσκηση πού έχει ό λογισμός σου, να υπομείνεις πρώτα με χαρά την ακούσια ατιμία πού επιτρέπει ή οικονομία του Θεού να σε βρει, και να μην ταραχθείς, μήτε να μισήσεις αυτόν πού σε ατιμάζει. Αυτά με συμβούλεψε αυτός ό σοφός γέροντας.


Ό θεός ταπεινώνει τον υπερήφανο
Μην πιστέψεις στον εαυτό σου ότι είσαι δυνατός στην αρετή, μέχρι να δοκιμασθείς στους πειρασμούς και βεβαιωθείς ότι ή καρδιά σου είναι αμετάθετη. Να αποκτήσεις μέσα σου ορθή και σταθερή πίστη, για να μπορέσεις, με τη δύναμη της, να καταπατήσεις τους εχθρούς σου και να 'χεις το νου σου συμμαζεμένο, και να μην πάρεις θάρρος από τη δύναμη σου, οποία και να 'ναι, για να μην παραχωρήσει ό Θεός και δοκιμάσεις πόσο αδύνατος είσαι από τη φύση σου, και πέσεις στην αμαρτία, και τότε θα μάθεις για τα καλά την αδυναμία σου. Μήτε να πιστέψεις στις γνώσεις σου, για να μην μπει στη μέση ό διάβολος, και σου στήσει παγίδα με την πανουργία του. Ποτέ να μην καυχηθείς για τα έργα πού κατόρθωσες, για να μην καταντροπιαστείς. Γιατί για όποιο πράγμα καυχιέται ό άνθρωπος, σ' αυτό επιτρέπει ό Θεός να αλλάξει ή κατάσταση, για να ταπεινωθεί και να μάθει, έτσι, τι θα πει ταπείνωση. Γι' αυτό πρέπει, όσα συμβαίνουν, να τα αποδίδεις στη θεία πρόνοια, και να μην πιστεύεις ότι σ' αυτή τη ζωή υπάρχει τίποτε πού να μη μεταβάλλεται.


Ό υπερήφανος δεν έχει πνευματική δράση
Ό υπερήφανος δεν καταλαβαίνει ότι βαδίζει στο σκοτάδι και ότι αγνοεί την αληθινή σοφία. Γιατί, πώς μπορεί να το γνωρίζει, ενόσω βρίσκεται στο σκοτάδι και δε βλέπει; Γι' αυτό και υπερηφανεύεται με το σκοτισμένο λογισμό του, ότι είναι ανώτερος όλων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ευτελέστερος και ασθενέστερος των ταπεινών, και δεν μπορεί να μάθει και να βαδίσει τον άγιο δρόμο του Κυρίου. Και ό Κύριος κρύβει από τον υπερήφανο το άγιο θέλημα του, γιατί δε θέλησε να βαδίσει στο δρόμο των ταπεινών.


Ή υψηλοφροσύνη μας απομακρύνει από το Θεό
Να πορεύεσαι στη ζωή σου με απλότητα, και μην κάνεις το σοφό μπροστά στο Θεό. Ή πίστη πηγαίνει οπού υπάρχει απλότητα, ενώ ή υψηλοφροσύνη ακολουθεί τον άνθρωπο, πού κάνει λεπτούς και έξυπνους συλλογισμούς, και παρουσιάζει τα πράγμα τα διαφορετικά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό όμως τον απομακρύνει από το Θεό.


Τα μεγάλα, αλλά χωρίς ταπείνωση, ασκητικά κατορθώματα συντρίβουν τον αγωνιστή και τον κάνουν καταγέλαστο στους δαίμονες
Το όνομα του ήταν Μαλπάς. Καταγόταν από την Έδεσσα της Μεσοποταμίας και φαινόταν ότι ζούσε σε μεγάλα πνευματικά μέτρα, υπομένοντας σκληραγωγίες και θλίψεις. Αυτός λοιπόν εφεύρε την αίρεση των Ευχιτών. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν μαθητής του μακαρίου Ιουλιανού, πού ονομαζόταν Σαβάς, και για μικρό διάστημα πήγε μαζί του στο Σινά και στην Αίγυπτο και συνάντησε τους μεγάλους πατέρες εκείνου του καιρού. Είδε και το Μέγα Αντώνιο και άκουσε άπ' αυτόν λόγια μυστικής θεολογίας για την καθαρότητα και τη σωτηρία των ψυχών, και τον άκουσε να απαντά σε ερωτήσεις λεπτές για τα πάθη. Ερμήνευσε λοιπόν, με τίς απαντήσεις του, ό Άγιος ότι ό νους, μετά την κάθαρση του, δέχεται θαυμαστό φωτισμό για τα μυστήρια του Πνεύματος, και ότι ή ψυχή μπορεί με τη χάρη του Θεού να αξιωθεί να δεχθεί την απάθεια, όταν βγάλει από πάνω της τα παλιά πάθη με την εργασία των εντολών του Θεού, και επανακτήσει την υγεία της φύσης της, πού είχε κατά τη δημιουργία του κόσμου. Και σαν άκουσε αυτά τα λόγια ό Μαλπάς, στην ακμή της νιότης του, έγινε θερμός σαν τη φωτιά και ήρθε στην πόλη του, οπότε άναψε μέσα του το πάθος της φιλοδοξίας, και βρήκε έναν έρημο και ήσυχο τόπο, όπου αναχώρησε και αφιέρωσε τον εαυτό του σε αγώνες και σε σκληρές δοκιμασίες και σε αδιάλειπτες προσευχές. Και άναψε για τα καλά μέσα του το πάθος της δοξομανίας, ελπίζοντας να φθάσει σε υψηλά μέτρα, για τα όποια είχε ακούσει από τον άγιο Αντώνιο. Όμως δεν έμαθε, δυστυχώς, την τέχνη πώς να πολεμά τους νοητούς εχθρούς της αγιοσύνης, και δεν κατάλαβε τι ενέδρες και δόλους και πανουργίες μετέρχεται ό αντίπαλος, για να εξαπατήσει τους ισχυρούς και να τους φέρει στην απώλεια. Γι' αυτό το λόγο στηρίχθηκε ό ταλαίπωρος μόνο στους αγώνες, και στις στενοχώριες, και στην ακτημοσύνη, και στην άσκηση, και στην εγκράτεια, χωρίς όμως να αποκτήσει την εξουδένωση του εγωισμού του, και την ταπείνωση, και τη συντριβή της καρδιάς (πού είναι όπλα αήττητα στον πόλεμο πού ξεσηκώνει ό πονηρός), και χωρίς να θυμηθεί το λόγο της Γραφής πού λέει: «Όταν κάμετε όλα τα έργα, και φυλάξετε όλες τίς εντολές, και υπομείνετε τίς θλίψεις, να θεωρείτε τους εαυτούς σας ως άχρηστους δούλους» (Λκ. 17, 10). Έτσι λοιπόν, θερμαινόταν με την υψηλοφροσύνη του, πού την έτρεφε ή εργασία των ασκητικών του αγώνων, και φλεγόταν από την επιθυμία να αποκτήσει τα μεγάλα χαρίσματα πού άκουσε. Και υστέρα από πολύ καιρό, σαν τον είδε ό διάβολος κούφιο από ταπείνωση, και ότι το μόνο πού επιθυμούσε ήταν να γνωρίσει τα θαυμάσια μυστήρια του Θεού πού άκουσε, του παρουσιάσθηκε μέσα σε εξαίρετο φως λέγοντας του: Εγώ είμαι ό παράκλητος, και με έστειλε ό πατέρας σε σένα, για να σε αξιώσω επιτέλους να γνωρίσεις τα θαυμάσια του Θεού, πού επιθυμείς ως ανταμοιβή των αγώνων σου, και να σου χαρίσω την απάθεια, και να σε απαλλάξω στο εξής από τον κόπο της άσκησης. Ως αντίβαρο, θα λέγαμε, για όλα αυτά πού του υποσχέθηκε, ζήτησε από κείνων τον δύστυχο να τον προσκυνήσει! Κι εκείνος ό ανόητος, μη κατανοώντας τον πόλεμο πού άρχισε ό διάβολος, αμέσως και μετά χαράς τον δέχθηκε και τον προσκύνησε, και αμέσως πέρασε στη δαιμονική εξουσία. Και αντί της θεωρίας των θαυμάσιων του Θεού, τον γέμισε με δαιμονικές φαντασίες, και τον έκαμε ν' αφήσει την εργασία των αρετών του Θεού, και τον εξύψωσε, και τον χλεύασε για την κούφια ελπίδα της απάθειας, λέγοντας του: Τώρα πια δε χρειάζεσαι τα ασκητικά έργα, και τίς ταπεινώσεις του σώματος, και τον αγώνα ενάντια στα πάθη και τίς κατώτερες επιθυμίες. Στο τέλος τον έκαμε αρχηγό της αίρεσης των Ευχιτών.
----* Οί Ευχίτες, ή Μασσαλιανοί στη συριακή γλώσσα, εμφανίσθηκαν το β' μισό του Δ' αιώνα στη Μεσοποταμία. Ή πλάνη τους έφτασε μέχρι τη Θράκη και την Αίγυπτο. Είχαν μακριά μαλλιά και ζούσαν μαζί άνδρες και γυναίκες. Αποστρέφονταν την εργασία και ζούσαν ζητιανεύοντας. Ή διδασκαλία τους λέει ότι κάθε άνθρωπος κληρονομεί, με τη γέννηση του, και ένα δαίμονα, τον όποιο δεν μπορεί να εκδιώξει το βάπτισμα. Ή εκδίωξη του, και ή εκρίζωση της αμαρτίας, επιτυγχάνονται με επίμονη προσευχή. Γι' αυτό, περιφρονούσαν τα μυστήρια της Εκκλησίας και δέχονταν ότι με τη συνεχή προσευχή έρχεται το άγιο Πνεύμα, πού ή παρουσία του ήταν γι' αυτούς αισθητή και ορατή. Πίστευαν ότι έφταναν στην απάθεια, ότι αποκτούσαν προφητική δύναμη και ότι έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια τον Πατέρα και τίς αόρατες δυνάμεις. Υποστήριζαν ακόμη ότι έβλεπαν την κατάσταση των ψυχών των πεθαμένων, και τους στοχασμούς και τίς διαθέσεις των ανθρώπων. Καταδικάσθηκαν από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο. Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 8, 814π.


Όταν τελείωσε τη δουλειά του ό διάβολος, και φανερώθηκε ή βέβηλη και κάλπικη διδασκαλία του Μαλπά, αυτός και οι οπαδοί του διώχτηκαν από τον επίσκοπο της πόλης.


Ήταν κι ένας άλλος, ονομαζόμενος Άσινάς, πού ζούσε στην ίδια πόλη πού ανέφερα παραπάνω, στην Έδεσσα, και συνέθεσε πολλά τραγουδάκια με τρεις λέξεις στον κάθε στίχο. Αυτός φαινόταν να ζει σε μεγάλα πνευματικά μέτρα και, χωρίς διάκριση, επιδόθηκε σε σκληρότερους ασκητικούς αγώνες, μέχρι να δοξαστεί από τον κόσμο ως άγιος. Αυτόν τον πλάνησε ό διάβολος, και τον έβγαλε από το κελί του, και τον έβαλε να σταθεί όρθιος επάνω σ' ένα βουνό, πού το λέγανε Στόριο, και έκαμε μια φανταστική σύνθεση (όχι πραγματική δηλ.) με άρματα και ιππείς, του τα 'δειξε και του είπε: ό Θεός με έστειλε να σε πάρω, όπως έγινε με τον προφήτη Ηλία. Και καθώς, αυτός ό Άσινάς, απατήθηκε από τον διάβολο εξαιτίας της ανοησίας του, ανέβηκε να καθίσει πάνω στο άρμα, οπότε διαλύθηκε όλο εκείνο το σκηνικό της φαντασίας, και κατέπεσε από μεγάλο ύψος κάτω στα ριζά του βουνού, και πέθανε γελοιοποιημένος.


Αυτά τα παραδείγματα τα ανέφερα όχι χωρίς λόγο, αλλά για να μάθουμε πώς μας εμπαίζουν οι δαίμονες, πού διψούν για την απώλεια των αγωνιστών, και να μην επιθυμήσουμε, προτού να μάθουμε καλά την ταπείνωση, τις υψηλές πνευματικές αναβάσεις, για να μη γίνουμε καταγέλαστοι από τον πονηρό εχθρό μας. Διότι βλέπω, ακόμη και σήμερα, ότι νέοι άνθρωποι, γεμάτοι με τα πάθη τους, φλυαρούν και αποφαίνονται χωρίς κανένα δισταγμό για τα μυστήρια του Θεού! (392-4).


Και οι άγιοι υπόκεινται σε πτώσεις. Να μην υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έχεις από το Θεό. Να ταπεινωθείς μόλις αισθανθείς το άγγιγμα της υψηλοφροσύνης


Ό άγιος Μακάριος έγραψε μια επιστολή με πολλή περίσκεψη και σοβαρότητα, για να την έχουν στη μνήμη τους οι αδελφοί και να διδαχθούν, ώστε να μην πέσουν στην απόγνωση, όταν μεταπίπτουν από την κατάσταση της θείας χάρης στον πνευματικό κίνδυνο και στη σύγχυση. Διότι, όσοι βρίσκονται στην κατάσταση της καθαρότητας, υπόκεινται σε πτώσεις, και μάλιστα ενώ δε ζουν σε αμέλεια και δε βρίσκονται σε πνευματική παραλυσία. Όπως δηλ. συμβαίνει και με τον καιρό, όπου το ψύχος διαδέχεται τη ζέστη. Ενώ λοιπόν πορεύονται σύμφωνα με τον μοναχικό τους κανόνα, συμβαίνουν σ' αυτούς πτώσεις, πού είναι βέβαια αντίθετες προς τη βούληση τους. Άλλα και ό άγιος Μάρκος, έχοντας, όπως και ό άγιος Μακάριος, ακριβή πείρα του πράγματος, μας δίνει τη δική του μαρτυρία γι' αυτό το θέμα, σε επιστολές πού έγραψε. Έχοντας, τώρα πια, δύο μάρτυρες, θα μπορεί ό άνθρωπος, όταν βρεθεί στην ανάγκη, να δεχθεί την παρηγοριά του χωρίς κανένα δισταγμό. τι λέγει λοιπόν ό άγιος Μάρκος; «Αλλοιώσεις, λέει, γίνονται στον καθένα, όπως συμβαίνει με τίς τέσσερις εποχές». Πρόσεξε εκείνη τη λέξη, «στον καθένα», πού σημαίνει ότι ή ανθρώπινη φύση είναι μία και, επομένως, όλοι υποκείμεθα σε μεταβολές. Μη νομίσεις δηλ. ότι ό άγιος είχε στο νου του μόνο τους αρχάριους και τους ελάχιστους, και ότι οι τέλειοι και προχωρημένοι δεν υπόκεινται τάχα σε πνευματικές μεταβολές, και ότι βρίσκονται πάντα, χωρίς να παρεκκλίνουν, σε μια ανώτερη κατάσταση, χωρίς εμπαθείς λογισμούς. Αυτά τα λένε, δυστυχώς, οι Ευχίτες. Γι' αυτό λοιπόν ανέφερε στο κείμενο του «στον καθένα».


Λέει ό άγιος Μακάριος: Τώρα έχουμε ψύχος, και μετά, ακολουθεί καύσωνας, και ίσως χαλάζι, φουρτούνα, και καλοσύνη. Έτσι γίνεται, λέει, και με την άσκηση μας. Πόλεμος από τον πονηρό, και βοήθεια από τη θεία χάρη. Καμιά φορά γίνεται στην ψυχή τρικυμία, και την προσβάλλουν κύματα δυνατά. Και πάλι, υστέρα, έχουμε την καλή αλλοίωση, καθώς επισκέπτεται την καρδιά ή θεία χάρη, και την γεμίζει με θεϊκή χαρά και ειρήνη, και με λογισμούς σώφρονες και ειρηνικούς.
Αναφέροντας ό άγ. Μακάριος, εδώ, τους «σώφρονες λογισμούς», υπονοεί ότι οι προηγούμενοι ήταν κτηνώδεις και ακάθαρτοι. Συνεχίζει λοιπόν και συμβουλεύει: Εάν μετά άπ' αυτούς τους λογισμούς, τους σώφρονες και τους επιεικείς, ακολουθούν πονηροί λογισμοί, να μη λυπηθούμε και φτάσουμε στην απόγνωση κι όταν βρισκόμαστε στην ανάπαυση πού δίνει ή θεία χάρη, να μην καυχηθούμε, παρά, ενώ χαιρόμαστε, να περιμένουμε τη θλίψη. Όμως μας συμβουλεύει να μην αφήνουμε και κάνει κατοχή στην καρδιά μας ή λύπη, όταν ακολουθήσουν πτώσεις


Και ενώ οι πτώσεις στρέφονται εναντίον μας, όμως εμείς να τίς δεχόμαστε με χαρά, λέει, ως κάτι το φυσικό και ανθρώπινο. Και να μην απελπιστούμε σαν εκείνον πού περιμένει τέλεια και αναλλοίωτη ανάπαυση, και δεν μπορεί να δεχθεί ότι και πάλι θα αγωνισθεί, και θα λυπηθεί στη ζωή του, και ότι θα του συμβούν ανεπιθύμητα και ενάντια στο θέλημα του Θεού πράγματα. Και αυτό πού είπαμε, το οικονόμησε ό Θεός, για να μη μείνουμε τελείως άνεργοι -εννοώ σε ασκητικούς αγώνες- και αποχαυνωθούμε και πέσουμε στην απόγνωση, και μείνουμε ακίνητοι στο δρόμο της αρετής. Και συμπληρώνει ό άγιος: Να ξέρεις ότι όλοι οι άγιοι καταπιάνονταν με τους συνεχείς ασκητικούς αγώνες. Όσο είμαστε σ' αυτό τον κόσμο, ή μεγάλη παρηγοριά μας από τα λυπηρά έρχεται μέσα μας με τρόπο μυστικό. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ό Θεός ζητάει να δοκιμάσει την προς αυτόν αγάπη μας με την πάλη και τον αγώνα μας κατά των πειρασμών. Να μη μας καταβάλλει ή λύπη, θα πει να μην παραμελούμε τον αγώνα μας. Έτσι προκόβουμε, ό κάθε μοναχός, στο δρόμο της αρετής. Όποιος θέλει να ξεφύγει από τούτο τον αγώνα και να παρεκκλίνει, αυτός είναι σαν τους λύκους. Και με αύτη τη σύντομη και θαυμαστή παρομοίωση θέλει να πει ότι, όπως ό λύκος δε θέλει να βαδίζει στον κανονικό δρόμο, έτσι και ό μοναχός πού δε θέλει να αγωνίζεται, θέλει να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι, πού δεν περπατήθηκε από τους αγίους πατέρες. Γι' αυτό χρειάζεται οι θλίψεις να διαδέχονται τη χαρά. Όμως μετά τίς θλίψεις, με την ενέργεια της χάρης του Θεού έρχονται μέσα μας καλοί λογισμοί και εκπλήξεις θαυμαστές, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση μας, όπως είπε ό άγιος Μάρκος. Όταν οί άγιοι Άγγελοι μας πλησιάσουν, γεμίζουμε με πνευματική κατάσταση, οπότε όλα τα λυπηρά και τα ενάντια αναχωρούν, και γίνεται ειρήνη και άρρητη γαλήνη, για όσο καιρό ζει κανείς σ' αυτή την κατάσταση. Όταν λοιπόν σε επισκιάσει ή χάρη του Θεού, και έρθουν κοντά σου και σε περιτειχίσουν οί άγιοι Άγγελοι, και απομακρυνθούν όλοι οί πειρασμοί, τότε να μη σε πιάσει ή έπαρση και βάλεις ιδέα ότι έφτασες στο λιμάνι, οπού δεν πιάνει πια τρικυμία, και ότι ό αέρας πού σε περιβάλλει είναι αμετάβλητος, και ότι μια για πάντα γλίτωσες από την ταραχώδη θάλασσα και τους άνεμους της, και ότι δε θα σε βρει ξανά ό εχθρός και το κακό. Διότι πολλοί, όπως είπε και ό μακάριος άββάς Νείλος, έκαναν τέτοιες σκέψεις, και έπεσαν σε κινδύνους. Η, πάλι, μην ξεχαστείς και βάλεις στο νου σου, ότι τάχα έγινες ανώτερος από τους άλλους, τους πολλούς, και ότι σε σένα αρμόζει να είσαι μόνιμα σε τέτοια χαρισματική κατάσταση, και όχι σε άλλους, επειδή τάχα ή πολιτεία τους είναι κατώτερη, και ή γνώση τους είναι ελλιπής. Μην υποβαθμίζεις λοιπόν τους άλλους και λες ότι «εγώ έπρεπε και έφθασα στην τελειότητα της αγιότητας, και σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, και στη χαρά την αμετάβλητη», διότι όλα αυτά είναι υπερήφανοι στοχασμοί. Αντί γι' αυτά, να καθίσεις και να συλλογισθείς τους ακάθαρτους λογισμούς σου, και τίς απρεπείς φαντασίες πού μπήχτηκαν στο μυαλό σου τον καιρό της πνευματικής σου τρικυμίας και της ταραχής και της αταξίας των λογισμών σου, πού πριν από λίγο, ενώ ήσουν σκοτισμένος, επαναστάτησαν εναντίον σου να συλλογισθείς δηλ. πώς τόσο γρήγορα έκλινες τότε προς τα πάθη, και έζησες μαζί τους με το σκοτεινό νου σου, και δεν ντράπηκες, ούτε σ' έπιασε δέος για τη θεϊκή δράση πού είχες, και για τα χαρίσματα πού είχες δεχθεί πρωτύτερα. Και να ξέρεις ότι όλα αυτά -την ταραχή, την αταξία των λογισμών κ.τ.λ.- ή πρόνοια του Θεού τα έφερε σε μας για να ταπεινωθούμε, γιατί ό Θεός μας νοιάζεται και οικονομεί στον καθένα μας ξεχωριστά τι πρέπει να πάθει, για να βάλει μυαλό. Εάν λοιπόν υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έλαβες, και δεν είναι δικά σου, σε αφήνει και πέφτεις τότε σ' εκείνα τα αμαρτήματα, για τα όποια είχες μόνο λογισμούς και πειρασμούς.


Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος και να μην πέφτεις στα πάθη, δεν οφείλεται στη δική σου αρετή, αλλά στη χάρη του Θεού, πού σε βαστάζει στα χέρια του, για να μη φοβηθείς. Αυτά να σκέφτεσαι τον καιρό της πνευματικής χαράς σου, και όταν αρχίζεις να υψηλοφρονείς, είπε ό άγιος αυτός πατέρας μας, κλάψε και δάκρυσε και να θυμάσαι συνεχώς τα πρότερα παραπτώματα σου, στα όποια έπεσες με την παραχώρηση του Θεού. Κάνε έτσι, για να αποκτήσεις ταπείνωση και να γλιτώσεις από την πτώση. Όμως και πάνω στις πτώσεις σου, μην απελπισθείς, αλλά με ταπεινούς λογισμούς εξιλέωσε το Θεό και άφησε τον να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σου.


Από τους λογισμούς της υπερηφάνειας έρχεται ό πειρασμός της πορνείας
Όταν το σώμα σου ημερέψει με την εγκράτεια, με την αγρυπνία και με την προσοχή της καρδιάς, πού ευνοείται από την ησυχία των αισθήσεων, και εντούτοις αρχίζεις και αισθάνεσαι στο σώμα σου την οξύτητα του πάθους της πορνείας, το όποιο δεν προέρχεται από τη φυσική λειτουργία του οργανισμού, να ξέρεις ότι δέχθηκες λογισμούς υπερηφάνειας και γι' αυτό σε πειράζει ό δαίμονας. Σ' αυτή την περίπτωση ταπείνωσε πολύ την τροφή σου και το στομάχι σου, και ψάξε να βρεις τι λογισμούς δέχθηκες, και μάθε ότι αλλοιώθηκε ή φύση σου και ότι τα έργα της είναι έξω από τη φυσική τους τάξη, και τότε, αν ή μετάνοια σου είναι αληθινή, θα σε ελεήσει ό Θεός και θα σε φωτίσει να μάθεις την ταπείνωση, για να μην αυξηθεί ή υπερηφάνεια σου. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν να αγωνιζόμαστε πρόθυμα, μέχρις ότου δούμε μέσα μας τη μετάνοια, και βρούμε την ταπείνωση, και αναπαυθεί ή καρδιά μας εν τω Θεώ.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Αιωνία σου η μνήμη, αοίδιμε Ιεράρχα Απόστολε!


Στην τελευταία του κατοικία στο Δημοτικό Κοιμητήριο Ταξιαρχών της πόλεως Ρόδου και με τιμές εν ενεργεία Μητροπολίτη οδηγήθηκε σήμερα ο μακαριστός πρώην Μητροπολίτης Ρόδου κυρός Απόστολος.

Το παρών έδωσε κλήρος και λαός της Ρόδου καθώς και συντοπίτες του εκλιπόντος από την γενέτειρά του, το χωριό Αρχάγγελος Ρόδου.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εκπροσώπησε ο Μητροπολίτης Ιερισσού ου Όρους και Αρδαμερίου Νικόδημος, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας εκπροσώπησε ο Επίσκοπος Μπουρούντι και Ρουάντας Σάββας, ο Μητροπολίτης Μιλήτου Απόστολος, ο Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος, ο Ζακύνθου Χρυσόστομος, ο Σύμης Χρυσόστομος, ο Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας, Λέρου – Καλύμνου – Αστυπαλαίας Παίσιος, Πατριαρχικός Έξαρχος Πάτμου κ. Αντίπας.

Της εξοδίου ακολουθίας προέστη ο Αριχεπίσκοπος Κρήτης κ. Ειρηναίος.

Το πένθος της Εκκλησίας κράτησε ο Μιλήτου Απόστολος και ο Λέρου – Καλύμνου - Αστυπαλαίας Παϊσιος ενώ τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος.

Παρόντες ήταν επίσης ο εκπρόσωπος της Καθολικής Εκκλησίας στη Ρόδο πατήρ Λουκάς και ο Χότζας της Ρόδου.

Από τις τοπικές αρχές παρέστησαν βουλευτές, ο νομάρχης Δωδεκανήσου, δήμαρχοι του νησιού, εκπρόσωποι των Σωμάτων Ασφαλείας και πολύς κόσμος που γνώριζε και τίμησε με την παρουσία του τον εκλιπόντα ιεράρχη.

Η Romfea.gr δημοσιεύει παρακάτω και τον επικήδειο λόγο:

ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ

ΠΡΩΗΝ ΡΟΔΟΥ ΚΥΡΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΝ

«Ελεύση δε εν τάφω ώσπερ σίτος ώριμος κατά καιρόν θεριζόμενος, η ώσπερ θιμωνία άλωνος καθ̉ ώραν συγκομισθείσα» (Ιώβ 5.26).

Σεβασμιώτατε Εκπρόσωπε της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, Μητροπολίτα Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ. Νικόδημε.

Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι Άγιοι Αρχιερείς,

Εξοχώτατοι και Εντιμότατοι Εκπρόσωποι της τε Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας,

Τίμιον Πρεσβυτέριον, οσιώτατοι Μοναχοί και Μοναχαί,

Λαέ του Κυρίου ηγαπημένε,

Επιτρέψατέ μοι την αναφερθείσαν εις την αρχήν του λόγου ρήσιν Ελιφάζ του Θαιμανίτου προς τον δίκαιον και πολύαθλον Ιώβ να προσαρμόσω επικαίρως εις το πρόσωπον του των προσκαίρων μεταστάντος και προς τας αιωνίους καταπαύσεις εκδημήσαντος Μητροπολίτου πρώην Ρόδου κυρού Αποστόλου.

Διότι ο αείμνηστος πλέον Ιεράρχης της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και επί δεκαεξαετίαν Ποιμενάρχης της Παυλικής των Ροδίων Μητροπόλεως, ο επί εξήκοντα και τέσσαρα έτη βαστάσας επωμάδιον τον βαρύν αλλά χρηστόν ζυγόν της ιερωσύνης και αρχιερωσύνης, υπερβάς και το «εν δυναστείας» Δαυϊτικόν όριον ηλικίας, κατά την μακράν και ευδόκιμον εκκλησιαστικήν διακονίαν του και κατά τα τελευταία έτη του από της ενεργού δράσεως σαββατισμού του ανέδειξε εαυτόν πολυειδώς και πολυτρόπως «σίτον Χριστού», κατά την φράσιν Ιγνατίου του Θεοφόρου, και αυξηθείς και ωριμάσας εν αγάπη, ταπεινώσει, καρτερία και υπομονή, εθερίσθη, όντως «κατά καιρόν θεριζόμενος» υπό του ουρανίου γεωργού των ψυχών, κατά τας πρώτας .....

Επί τω γενομένω τούτω θερισμώ του ωρίμου «σίτου Χριστού», επί τη επισυμβάση δηλαδή οσιοτρόπω τελευτή του αειμνήστου Μητροπολίτου, θλίψις κατ̉ άνθρωπον κατέλαβεν πάντας ημάς, τον τε ιερόν κλήρον και το χριστεπώνυμον πλήρωμα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, το επί σειράν ετών ηγαπημένον ποίμνιον του όντως καλού και αγαθού ποιμένος Αποστόλου.

Και ολίγον προ της ταφής του σκηνώματός του εις την γενέτειραν γην, συνελθόντες αυθορμήτως και εν μέσω εκκλησίας προσευχητικώς κυκλούντες αυτό, αποκομίζομεν ως βίωμα το υπό του μεγίστου εν σοφία Σειραχίδου λεχθέν, τουτέστιν το, «Κυκλόθεν αυτού στέφανος αδελφών ως βλάστημα κέδρου εν τω Λιβάνω και εκύκλωσαν αυτόν στελέχη φοινίκων» (Σοφ. Σειράχ 20, 13).

«Στέφανος αδελφών» και «στελέχη φοινίκων» περί το σεπτόν σκήνωμά του πάντες ημείς, ευχαριστούντες τον εν Τριάδι Θεόν ότι έδωκεν αυτόν εις την Εκκλησίαν Του και κατέστησεν αυτόν ποιμένα του λαού Του και ασπαζόμενοι δια τελευταίαν φοράν, μετά αγάπης υικής, την τιμίαν αρχιερατικήν χείρά του, την τοσαύτας ευλογίας εις πάντας επιφυλάξασαν και διανείμασαν, αποδίδομεν τον εκ καρδίας σεβασμόν και την γνησίαν ευγνωμοσύνην μας.

Ο Μητροπολίτης πρώην Ρόδου κυρός Αποστόλος, κατά κόσμον Παναγιώτης Διμέλης, εγεννήθη αρχομένης της τρίτης δεκαετηρίδος του εικοστού αιώνος εις την Κωμόπολιν Αρχάγγελος της Ρόδου εκ γονέων πιστών, ευσεβών και παραδοσιακών.

Ο πατέρας του Σάββας, πρόσωπον σεβαστόν της τοπικής κοινωνίας και στέλεχος των Κατηχητικών Σχολείων της περιόδου μετά την απαγόρευσιν της Ελληνικής παιδείας εις την Δωδεκάνησον, και η ευλαβής μητέρα του Δέσποινα, ανέθρεψαν το πέμπτον από τα οκτώ τέκνα των κατά το αποστολικόν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και ενστάλλαξαν εις την ψυχήν του τα νάματα της πίστεως και της αγάπης προς την Εκκλησία, προετοιμάζοντες αυτόν δια την μελλοντικήν αφιέρωσιν και την εκκλησιαστικήν σταδιοδρομίαν.

Συμπληρώσας τον κύκλον των εγκυκλίων μαθημάτων εις την γενέτειραν και έχων έφεσιν δια ευρυτέραν μόρφωσιν και παιδείαν ανεχώρησε προς την Βασιλίδα των Πόλεων, την Κωνσταντινούπολη, φέρων συστατικόν Γράμμα του αοιδίμου Μητροπολίτου Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος, του οποίου το όνομα θα λάβη αργότερον κατά την εις Διάκονον χειροτονίαν του.

Φθάσας εκεί εφοίτησε κατ̉ αρχάς εις το γυμνασιακόν τμήμα της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, δεδομένου ότι αύτη δεν ανεγνώριζε τους ους είχε τίτλους αποφοιτήσεως εκ του ιταλικού γυμνασίου. Περατώσας επιτυχώς τας γυμνασιακάς σπουδάς ενεγράφη εις το Πανεπιστημιακό τμήμα αυτής, το έτος 1951, εκ του οποίου απεφοίτησεν αριστούχος το έτος 1956.

Πλήρης των εφοδίων δι̉ ην προωρίζετο ιεράν διακονίαν, ολίγον προ της αποφοιτήσεως εχειροτονήθη Διάκονος και Πρεσβύτερος από τον τότε Σχολάρχη αείμνηστο Μητροπολίτη Ικονίου κυρό Ιάκωβο.

Εν συνεχεία απεστάλη ως υπότροφος της Εκκλησίας δια μεταπτυχιακάς σπουδάς εις την Θεολογικήν Σχολήν του Βουκουρεστίου, τας οποίας και συμπληρώσας επιτυχώς επέστρεψεν εις το Φανάριον, όπου και έλαβε το Οφίκκιον του Αρχιμανδρίτου υπό του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου, ο οποίος μεγάλως εξετίμα τον νέον φέρελπιν Κληρικόν του Θρόνου και έτρεφε δι̉ αυτόν πολλάς και χρηστάς ελπίδας. Εις τας αυλάς της Μεγάλης Εκκλησίας παρέμεινεν επί διετίαν διακονών την Εκκλησίαν και τον Προκαθήμενον Αυτής ως Εφημέριος του Πατριαρχικού Παρεκκλησίου.

Το έτος 1961, προτάσει του Πατριάρχου, μετέβη εις Θεσσαλονίκην επί σκοπώ ανωτέρων σπουδών και εκπονήσεως διδακτορικής διατρικής εις τον τομέα της Καινής Διαθήκης, επιλέξας σύμβουλον καθηγητή τον Βασίλειο Ιωαννίδη και εδιωρίσθη παραλλήλως Εφημέριος εις την Ενορίαν των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Καλαμαριάς, όπου και διηκόνησε επί μικρόν χρονικόν διάστημα, διορισθείς το αμέσως επόμενον έτος Αναπληρωτής Ηγούμενος της Ιεράς Βασιλικής, Σταυροπηγιακής και Πατριαρχικής Μονής της Αγίας Αναστασίας Χαλκιδικής, στην ηγουμενεία της οποίας δια σεπτού Πατριαρχικού Γράμματος κατεστάθη τον Ιούλιο του επομένου έτους (1963) εις διαδοχήν του Ηγουμένου Γεωργίου, κατόπιν Μητροπολίτου Καρπάθου και Κάσου.

Ως Αναπληρωτής Ηγούμενος είχε την τιμήν να υποδεχθή τον Πατριάρχην Αθηναγόραν κατά την γενομένην επίσκεψιν εις την Ιεράν Μονήν εξ αφορμής της ελεύσεως αυτού δια τον εορτασμόν της Χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους.

Αναλαβών την καθηγεσίαν της Ιεράς Μονής της Αγίας Αναστασίας επέδειξεν αξιοζηλεύτους διοικητικάς και οργανωτικάς ικανότητας μεριμνήσας δια την διοργάνωσιν και την εν γένει καλήν πορείαν αυτής.

Επί των ημερών της ηγουμενίας του εβελτιώθησαν αι κτιριακαί εγκαταστάσεις της Μονής, κατεσκευάσθη ο δρόμος προς αυτήν, εδημιουργήθη ο οικοδομικός συνεταιρισμός, κατοχυρώθη και αξιοποιήθη η περιουσία αυτής και χάριν εις τας αόκνους προσπαθείας του επετεύχθη η έκδοσις του Ν. Δ. 249/1969, δια του οποίου η Ιερά Μονή υπήχθη πνευματικώς και διοικητικώς εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, συμβάλας τοιουτρόπως εις το να λάβουν τέλος αι εξαιτίας της προηγουμένης ασαφούς καταστάσεως προστριβαί και έριδαι μεταξύ του πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Παραλλήλως, ως έχων την προεδρείαν της εν τη Μονή λειτουργούσης Εκκλησιαστικής Σχολής, συνέβαλλε τα μέγιστα εις την απρόσκοπτον και εύρυθμον λειτουργίαν αυτής, επιδείξας ιδιαίτερον πατρικόν ενδιαφέρον προς τους σπουδαστάς και ελθών προσωπικώς εις πολλούς εξ αυτών αρωγός και συμπαραστάτης και βοηθός.

Μέχρι σήμερον οι επί των ημερών του απόφοιτοι της Σχολής «Αγιαναστασίται» μνημονεύουσι μετά μεγάλου σεβασμού και ευγνωμοσύνης πολλής του τιμίου ονόματός του.

Η Μήτηρ Εκκλησία αμείβουσα τους κόπους και την εύορκον και επαινετήν διακονίαν του , τη εισηγήσει του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου, εξέλεξεν αυτόν Επίσκοπον Ευμενείας την 20 Νοεμβρίου του έτους 1972. Επίσκοπος εχειροτονήθη εις τον Ιερόν Ναόν Εισοδίων της Θεοτόκου της μεγαλωνύμου Κοινότητος του Σταυροδρομίου υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Χαλκηδόνος κυρού Μελίτωνος. Τέσσαρα χρόνια αργότερον, την 17η Νοεμβρίου 1977 προαχθείς εξελέγη Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως και Θείρων.

Εις την ηγουμενείαν της γεραράς Μονής της Αγίας Αναστασίας παρέμεινε έως την 15η Οκτωβρίου 1985 και μετά την οικειοθελή παραίτησιν συνέχισε να διαμένη εις την Ιεράν Μονήν παρέχοντας τας πολυτίμους υπηρεσίας του και τιμώμενος από την, υπό την καθηγεσίαν του πνευματικού αυτού τέκνου Μητροπολίτου Μιλήτου κ. Αποστόλου, αδελφότητα αυτής.

Την 5η Μαΐου του έτους 1988 εξελέγη Μητροπολίτης της Παυλικής Μητροπόλεως Ρόδου εις διαδοχήν του επί 38 συναπτά έτη Ποιμενάρχου αυτής αειμνήστου Μητροπολίτου Σπυρίδωνος του Συνοδινού και ενεθρονίσθη την 22α του ιδίου μηνός εις τον Ιερόν Μητροπολιτικόν Ναόν των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Αναλαβών τους οίακας της πρώτης των Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου έθεσε ευαγγελικώς «την χείρα επί το άροτρον» και ανέλαβε μετά ζήλου την διαποίμανσιν του εν Ρόδω και εν ταις νήσοις Σύμη, Νισύρω, Χάλκη, Τήλω και Καστελορίζω λαού του Θεού, γενόμενος τύπος «των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι...» (Α’ Τιμ. Ε’, 12), ιερουργών τα θεία μυστήρια και εκτελών την εμπιστευθείσαν αυτώ αρχιερατικήν και ποιμαντικήν διακονίαν άνευ επιδείξεων και τυμπανοκρουσιών.

Επί των ημερών της αρχιερατείας του ανηγέρθησαν και εκαλλωπίσθησαν πλείστοι ιεροί Ναοί, ανεκαινίσθησαν και ελειτούργησαν Ιεραί Μοναί ως αι του Ταξιάρχου Μιχαήλ Θαρρίου και της Υπεραγίας Θεοτόκου της Υψενής, ιδρύθησαν νέαι, ως αι της Παραμυθίας και της Παντανάσσης, και μετά πολλούς χρόνους οργανωμέναι Μοναστικαί Αδελφότηται εφυτεύθησαν εν Ρόδω, ελειτούργησαν αι Εκκλησιαστικαί Κατασκηνώσεις εις τας Ιεράς Μονάς Θαρρίου και Υψενής και αι της Ιεράς Μητροπόλεως εν Λάρδω, ο Τηλεοπτικός Σταθμός «ΘΑΡΙ», συνεκροτήθησαν νέαι Ενορίαι κατά τας αναφανείσας τοπικάς ανάγκας, εχειροτονήθησαν πολλοί νέοι κληρικοί και εφιλοξενήθησαν Διορθόδοξα και Διαχριστινιακά Συνέδρια.

Είχε δε την ιδιαιτέραν ευλογίαν και τιμήν να υποδεχθή τρις επισήμως εις τα όρια της Επαρχίας του τον νυν ευκλεώς πατριαρχεύοντα Οικουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ.

Αποχωρήσας της εκκλησιαστικής κονίστρας τον Απρίλιο του έτους 2004 αφήκεν εις τιμήν και έπαινόν του και δεκαεξαετή πολύκαρπον και καλλίκαρπον εν Ρόδω ποιμαντικήν διακονίαν και παρέμεινε έκτοτε ενταύθα εφησυχάζων εις την οικίαν του και απολαύων του παρά πάντων σεβασμού, διακριτικώτατος εις τας κινήσεις του και υποδεχόμενος πάντας μετ̉ εγκαρδίων αισθημάτων χαράς και πνευματικής ικανοποιήσεως.

Ο Μητροπολίτης Απόστολος καθ̉ όλον το διάστημα της μακράς ιερατικής και αρχιερατικής διακονίας του επέδειξε γνήσιον εκκλησιαστικόν φρόνημα, αγάπην προς τον Χριστόν και την Εκκλησίαν Του, αγάπην προς τον άνθρωπον.

Ως κύριον χαρακτηριστικόν της προσωπικότητός του ως Ιεράρχου του Θρόνου είναι αναμφιβόλως η άνευ όρων και ορίων αφοσίωσις εις τον θεσμόν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η πιστότης και υπακοή εις τα κελεύσματα της Μητρός ημών Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, τα δίκαια της οποίας μετ̉ ευλαβείας διεφύλαξε και προάσπισε.

Ως χαρακτήρ διεκρίθη δια το απλούν και ανεπιτήδευτον εις τους τρόπους, το μέτριον και ολιγαρκές, το πράον και μειλίχιον προς πάντας, την κατά Χριστόν ταπείνωσιν, την σεμνότητα και την προσήνειαν, αρετάς αι οποίαι κατηξίωσαν αυτόν εις τας συνειδήσεις του ποιμνίου και δια τας οποίας εξετιμήθη και ηγαπήθη.

Αλλ̉ ήδη ο πολιός Ιεράρχης ως άλλος Ιακώβ, «τη νόσω καμφθείς και τω γήρα τριχωθείς», κατέπαυσε και μετεκλήθη υπό του Κυρίου εις την αχειροποίητον πόλιν, την άνω Ιερουσαλήμ. «Συνετέλεσεν εν αγαθοίς τον βίον αυτού» (Ιώβ 14, 14) και κατέρχεται πλήρης ημερών εις τον τάφον εν τη πεποιθήσει της εκπληρώσεως της εν τω κόσμω και τη Εκκλησία αποστολής του, λέγων συν τω Παύλω· «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα· λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος» (Τιμ. Β’, 4, 7-8)

Αοίδιμε Μητροπολίτα Απόστολε

Κατά την ιεράν ταύτην στιγμήν της εξοδίου Ακολουθίας σου ιστάμεθα πάντες ημείς ενώπιον του σεπτού σκηνώματός σου αποδίδοντας ευχαριστίας δι̉ όλα όσα υπέρ του ποιμνίου σου και της Εκκλησίας εκοπίασας.

Εν τη πίστει και τη προσδοκία της Αναστάσεως των κεκοιμημένων και της ζωής του μέλλοντος αιώνος προπέμπομέν σε του προσκαίρου κόσμου. Πορεύου, ίνα συναυλισθής μετά των προαπελθόντων Πατέρων και Αδελφών ημών και αναπαυθής «παρά τας διεξόδους των υδάτων» (Ψαλμ. 1,3). Μνημόνευε εν τω επουρανίω θυσιαστηρίω πάντων ημών και προσεύχου υπέρ της Εκκλησίας.

Αιωνία σου η μνήμη, αοίδιμε Ιεράρχα Απόστολε!


http://www.romfea.gr/

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

Η Προσευχή

Αγίου Νείλου του Ασκητού

Πρόλογος

Γνωρίζουμε, άραγε, οι σημερινοί Χριστιανοί, τι είναι η αληθινή προσευχή, ποια τα χαρακτηριστικά της και ποιοι οι καρποί της;

Οι 'Άγιοι της Εκκλησίας μας, που υπήρξαν οι κατεξοχήν προσευχόμενοι άνθρωποι, μας έχουν παραδώσει την ιερή τους εμπειρία με τρόπο εκφραστικό και κατηγορηματικό. Η προσευχή, μας λένε, είναι ανύψωση του νου στον Θεό και συνομιλία μαζί Του. Η προσευχή είναι ένωση τού ανθρώπου με τον Θεό· έργο των αγγέλων κλειδί τού Παραδείσου· φωτισμός της ψυχής· συγχώρηση των αμαρτημάτων μητέρα των αρετών. Η προσευχή είναι όπλο ακαταμάχητο· θησαυρός αδαπάνητος· γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς· τείχος που προστατεύει από τις θλίψεις. Η προσευχή είναι καθρέφτης της πνευματικής ζωής τού ανθρώπου και εργασία που ποτέ δεν τελειώνει.

Εύκολα, λοιπόν, αντιλαμβάνεται κανείς, πώς η προσευχή δεν αποτελεί ένα απλό «θρησκευτικό καθήκον» ή μια «συναισθηματική εκτόνωση». Είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει η ψυχή. Είναι η ολοκληρωτική στροφή και προσφορά τού ανθρώπου στον Θεό. Μια προσφορά, που, όταν συνοδεύεται από τον αγώνα για την τήρηση των εντολών τού Χριστού, ελκύει τη θεία χάρη. Κι αυτή με τη σειρά της καθαρίζει την καρδιά, φωτίζει το νου, μεταμορφώνει τον όλο άνθρωπο και τον χριστοποιεί.

Γι’ αυτό, χριστιανός που δεν προσεύχεται, δεν είναι αληθινός χριστιανός. Και άνθρωπος που δεν ξέρει να προσευχηθεί, δεν είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος.

«Όπως το σώμα», λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «χωρίς την ψυχή, είναι νεκρό, έτσι και η ψυχή, χωρίς την προσευχή, είναι νεκρή».

Στις επόμενες σελίδες προσφέρεται επιλεκτικά, σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση, ένα κλασικό έργο της πατερικής γραμματείας, ο «Λόγος περί προσευχής», που βρίσκεται καταχωρισμένος στη Φιλοκαλία και αποδίδεται στον Σιναΐτη άγιο Νείλο τον ασκητή (5ος αι. ).

Ολόκληρο το έργο αποτελείται από 153 μικρά μα περιεκτικά κεφάλαια, που χειραγωγούν με ασφάλεια στην οδό της πνευματικής προσευχής οποίον θελήσει όχι να τα διαβάσει βιαστικά, μα να τα μελετήσει προσεκτικά και να τ' αφομοιώσει. Γιατί είναι αλήθεια, πώς για τον σημερινό άνθρωπο ο λόγος του αγίου Νείλου είναι τροφή στέρεη. Είναι ισχυρό αντίδοτο στον πνευματικό λιμό της εποχής μας, όπου το «μυστήριον της ανομίας» ενεργείται με ταχύτατους ρυθμούς.

Στις επερχόμενες δοκιμασίες θα μας θρέψει και θα μας στηρίξει μόνο η «εν πνεύματι και αληθεία» κοινωνία με τον όντως Όντα Θεό, τον Παντοκράτορα Κύριο. Ο δικός Του αιώνιος λόγος ακούγεται σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, αφυπνιστικός και σωτήριος: «Βλέπετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε… ίνα καταξιωθήτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι και σταθήναι έμπροσθεν τού Υιού του ανθρώπου» (Μάρκ. 13:33 και Λουκ. 21:36).

Η προσευχή

Προσευχή είναι το ανέβασμα του νου στον Θεό. Πρόκειται για μια εργασία πνευματική, που αρμόζει στην αξία του ανθρώπινου νου περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη ασχολία.

► Η προσευχή γεννιέται από την πραότητα και την αοργησία· φέρνει στην ψυχή τη χαρά και την ευχαριστία· προφυλάσσει τον άνθρωπο από τη λύπη και την αθυμία.

► Όπως το ψωμί είναι τροφή του σώματος και η αρετή τροφή της ψυχής, έτσι και του νου τροφή είναι η πνευματική προσευχή.

► Όπως η όραση είναι ανώτερη απ’ όλες τις αισθήσεις, έτσι και η προσευχή είναι η πιο θεία και ιερή απ’ όλες τις αρετές.

► Εκείνος που αγαπά τον Θεό, συνομιλεί πάντοτε μαζί Του σαν γιος προς πατέρα και αποστρέφεται κάθε εμπαθή σκέψη.

► Αφού η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με τον Θεό, σε ποιαν άραγε κατάσταση θα πρέπει να βρίσκεται αυτός, για να μπορέσει, χωρίς να στρέφεται άλλου, να πλησιάσει τον Κύριό του και να συνομιλεί μαζί Του χωρίς τη μεσολάβηση άλλου;

► Αν ο Μωυσής, προσπαθώντας να πλησιάσει τη φλεγόμενη βάτο, εμποδιζόταν, ώσπου έβγαλε τα σανδάλια από τα πόδια του, εσύ, που θέλεις να δεις τον Θεό και να συνομιλήσεις μαζί Του, δεν θα πρέπει να βγάλεις και να πετάξεις από πάνω σου κάθε αμαρτωλό λογισμό;

► Όλος ο πόλεμος ανάμεσα σ' εμάς και τους ακάθαρτους δαίμονες δεν γίνεται για τίποτ' άλλο παρά για την πνευματική προσευχή. Γιατί σ' αυτούς είναι πολύ εχθρική και ενοχλητική η προσευχή, ενώ σ' εμάς είναι πρόξενος σωτηρίας, τερπνή και ευχάριστη.

► Τι θέλουν οι δαίμονες να ενεργούν μέσα μας; Γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, μνησικακία και τα λοιπά πάθη, για να παχυνθεί ο νους απ’ αυτά και να μην μπορέσει να προσευχηθεί σωστά. Γιατί όταν υπερισχύσουν τα άλογα πάθη, δεν τον αφήνουν να κινείται λογικά.

► Μη νομίζεις ότι απέκτησες αρετή, αν προηγουμένως δεν αγωνίστηκες γι’ αυτήν μέχρις αίματος. Γιατί, κατά τον απόστολο Παύλο (Εφ. 6:11), πρέπει ν' αντιστεκόμαστε στην αμαρτία μέχρι θανάτου, με αγωνιστικότητα και άμεμπτο τρόπο.

► Δεν μπορεί ο δεμένος να τρέξει. Ούτε ο νους, που δουλεύει σαν σκλάβος σε κάποιο πάθος, θα μπορέσει να κάνει αληθινή προσευχή. Γιατί σύρεται και γυρίζει εδώ κι εκεί από την εμπαθή σκέψη και δεν μπορεί να σταθεί ατάραχος.

► Δεν θα κατορθώσεις να προσευχηθείς καθαρά, αν ανακατεύεσαι με υλικά πράγματα και ταράζεσαι με αδιάκοπες φροντίδες. Γιατί προσευχή σημαίνει απαλλαγή από κάθε μέριμνα.

► Αν θέλεις να προσευχηθείς, έχεις ανάγκη από τον Θεό, που δωρίζει την αληθινή προσευχή σ' οποίον επιμένει ακούραστα στον αγώνα της προσευχής. Να Τον επικαλείσαι, λοιπόν, λέγοντας· «Αγιασθήτω το όνομα σου, ελθέτω η βασιλεία σου» (Ματθαίος 6:9)· δηλαδή, ας έρθει το Άγιο Πνεύμα και ο Μονογενής Σου Υιός. Γιατί αυτό μας δίδαξε ο Χριστός, λέγοντας μας πώς πρέπει να προσκυνούμε και να λατρεύουμε τον θεό Πατέρα «με τη δύναμη τού Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια» (Ιωάνν. 4:24).

► Πρώτα-πρώτα προσευχήσου ν' αποκτήσεις δάκρυα, για να μαλακώσεις με το πένθος την αγριότητα της ψυχής σου. Εύκολα τότε θα ομολογήσεις με ειλικρίνεια, ενώπιον του Κυρίου, τις αμαρτίες που διέπραξες, και θα λάβεις απ’ Αυτόν την άφεση.

► Να χρησιμοποιείς τα δάκρυα για να πετύχεις κάθε αίτημα σου. Γιατί χαίρεται πολύ ο Κύριος, όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.

► Αν στην προσευχή σου χύνεις πηγές δακρύων, μην υπερηφανεύεσαι πώς είσαι τάχα ανώτερος από τους πολλούς. Δεν είναι δικό σου κατόρθωμα αυτό, αλλά βοήθεια για την προσευχή σου από τον Κύριο, για να μπορέσεις έτσι να εξομολογηθείς πρόθυμα τις αμαρτίες σου και να Τον εξευμενίσεις.

► Όταν νομίσεις πώς δεν έχεις ανάγκη από δάκρυα στην προσευχή σου για τις αμαρτίες σου, να αναλογιστείς πόσο πολύ έχεις απομακρυνθεί από τον Θεό, ενώ θα 'πρεπε να είσαι διαρκώς κοντά Του και τότε θα κλάψεις με μεγαλύτερη θέρμη.

► Πράγματι, αν έχεις επίγνωση της καταστάσεως σου, θα πενθήσεις μ' ευχαρίστηση, ελεεινολογώντας τον εαυτό σου και λέγοντας όπως ο προφήτης Ησαΐας: «πως, ενώ είμαι ακάθαρτος και γεμάτος από πάθη, τολμώ να παρουσιάζομαι μπροστά στον Παντοδύναμο Κύριο;» (παράβαλλε Ησ. 6: 5 ).

► Αν θέλεις να προσεύχεσαι αξιέπαινα, να αρνείσαι τον εαυτό σου κάθε στιγμή· κι αν υποφέρεις πολλά δεινά, να στοχαστείς την ανακούφιση που θα βρεις, όταν καταφύγεις στην προσευχή.

► Αν λαχταράς να προσευχηθείς όπως πρέπει, μη λυπήσεις κανέναν άνθρωπο. Διαφορετικά άδικα προσεύχεσαι.

► Όσα κάνεις εναντίον κάποιου αδελφού, που σ' έχει αδικήσει, όλα θα σου γίνουν εμπόδιο στον καιρό της προσευχής.

► «Άφησε το δώρο σου», λέει ο Χριστός, «μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου, και μετά έλα και προσευχήσου χωρίς ταραχή» (παράβαλλε Ματθαίος 5:24). Γιατί η μνησικακία θαμπώνει το λογικό του ανθρώπου που προσεύχεται, και σκοτίζει τις προσευχές του.

► Εκείνοι που προσεύχονται, αλλά συσσωρεύουν μέσα τους λύπες και μνησικακίες, μοιάζουν με ανθρώπους που αντλούν νερό απ’ το πηγάδι και το αδειάζουν σε τρύπιο πιθάρι.

► Μην αγαπάς τα πολλά λόγια και την ανθρώπινη δόξα. Διαφορετικά, όχι πίσω αττό την πλάτη σου, αλλά μπροστά στα μάτια σου θα σε επιβουλεύονται οι δαίμονες και θα χαίρονται μαζί σου στον καιρό της προσευχής, καθώς εύκολα τότε θα σε παρασύρουν και θα σε δελεάζουν με αλλόκοτους λογισμούς.

► Αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, μην υποχωρήσεις σε καμιά σαρκική απαίτηση, και δεν θα 'χεις στην ώρα της προσευχής κανένα σύννεφο να σε σκοτίζει.

► Μην αποφεύγεις τη φτώχεια και τη θλίψη, γιατί αυτές κάνουν ανάλαφρη την προσευχή.

► Πρόσεχε! Στέκεσαι αληθινά ενώπιον του Θεού την ώρα της προσευχής, ή μήπως νικιέσαι απ’ τον ανθρώπινο έπαινο κι αυτόν επιδιώκεις με το να κάνεις πολλές και μεγάλες προσευχές;

► Να προσεύχεσαι όχι φαρισαϊκά αλλά τελωνικά, για να δικαιωθείς κι εσύ από τον Κύριο.

► Έπαινος της προσευχής δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα. Αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου και από το λόγο του Χριστού: «Όταν προσεύχεστε, μη φλυαρείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν» (Ματθαίος 6: 7).

► Μην προσεύχεσαι μόνο με εξωτερικά σχήματα, αλλά να προτρέπεις το νου σου να συναισθάνεται το έργο της προσευχής με πολύ φόβο.

► Είτε μόνος σου είτε μαζί με αδελφούς προσεύχεσαι, αγωνίσου να προσεύχεσαι όχι από συνήθεια, αλλά με συναίσθηση.

► Συναίσθηση προσευχής σημαίνει συγκέντρωση του νου με ευλάβεια, με κατάνυξη, με στεναγμούς μυστικούς και με πόνο ψυχής, που συνοδεύει την εξομολόγηση των αμαρτιών μας.

► Να στέκεσαι υπομένοντας τον κόπο, να προσεύχεσαι με ένταση και επιμονή και ν' αποστρέφεσαι τις φροντίδες και τις σκέψεις που σου έρχονται. Γιατί σε ταράζουν και σε θορυβούν, για να παραλύσουν τη δύναμη και την ένταση σου.

► Αν είσαι υπομονετικός, θα προσεύχεσαι πάντα με χαρά.

► Αγωνίσου να κρατήσεις το νου σου την ώρα της προσευχής κουφό και άλαλο. Έτσι μόνο θα μπορέσεις να προσευχηθείς.

► Η ψαλμωδία καταπραΰνει τα πάθη και γαληνεύει τις άτακτες κινήσεις του σώματος. Γι’ αυτό να ψάλλεις με συναίσθηση και κοσμιότητα και θα μοιάζεις έτσι με αετόπουλο που πετάει στα ύψη.

► Αν δεν έλαβες ακόμα χάρισμα προσευχής ή ψαλμωδίας, ζήτησε το με επιμονή και θα το λάβεις.

► Ο διάβολος φθονεί πολύ τον άνθρωπο που προσεύχεται, και χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα, προκειμένου να πλήξει το σκοπό του. Έτσι, όταν δουν οι δαίμονες ότι είσαι πρόθυμος να προσευχηθείς αληθινά, σου θυμίζουν κάποια δήθεν αναγκαία πράγματα. Σε λίγο όμως σε κάνουν να τα ξεχάσεις και σε σπρώχνουν να τα αναζητήσεις. Κι επειδή δεν τα θυμάσαι, στενοχωριέσαι και λυπάσαι. Όταν ξανασταθείς στην προσευχή, σου υπενθυμίζουν πάλι εκείνα που έψαχνες, για να στραφεί ξανά ο νους σ' αυτά και να χάσει τελικά την καρποφόρα προσευχή.

► Στην ώρα της προσευχής η μνήμη σου φέρνει η φαντασίες παλαιών πραγμάτων η καινούργιες φροντίδες ή το πρόσωπο εκείνου που σ' έχει λυπήσει. Φύλαγε λοιπόν καλά τη μνήμη σου, για να μη σου παρουσιάζει τις δικές της υποθέσεις. Και να παρακινείς συνεχώς τον εαυτό σου να συνειδητοποιεί μπροστά σε ποιόν βρίσκεται. Γιατί είναι πολύ φυσικό για το νου να παρασύρεται εύκολα από τη μνήμη στον καιρό της προσευχής.

► Η προσοχή του νου που προσπαθεί να βρει προσευχή, θα βρει προσευχή. Γιατί η προσευχή ακολουθεί όσο τίποτε άλλο την προσοχή. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, με προθυμία ν' αποκτήσουμε την προσοχή.

► Άλλοτε, με το που θα σταθείς στην προσευχή, μπορείς αμέσως να συγκεντρωθείς και να προσευχηθείς καλά κι άλλοτε πάλι θα κοπιάσεις πολύ χωρίς να πετύχεις το σκοπό σου. Αυτό συμβαίνει για να ζητήσεις με περισσότερη ζέση την προσευχή· κι αφού τη λάβεις, να την έχεις αναφαίρετο κατόρθωμα.

► Να ξέρεις πώς οι άγιοι άγγελοι μας παροτρύνουν σε προσευχή και στέκονται μαζί μας και χαίρονται και προσεύχονται για μας. Αν λοιπόν αμελήσουμε και δεχθούμε τους λογισμούς που μας υποβάλλουν οι δαίμονες, πολύ παροργίζουμε τους αγγέλους. Γιατί, ενώ αυτοί τόσο πολύ αγωνίζονται για μας, εμείς ούτε για τον εαυτό μας δεν θέλουμε να ικετεύσουμε τον Θεό, αλλά, περιφρονώντας την υπηρεσία τους και εγκαταλείποντας τον Κύριο τους και Θεό, συνομιλούμε με ακάθαρτους δαίμονες.

► Πραγματική προσευχή κάνει εκείνος που προσφέρει πάντα στον Θεό ως θυσία την πρώτη του σκέψη.

► Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα θελήματα σου, γιατί οπωσδήποτε δεν συμφωνούν με το θέλημα του Θεού αλλά μάλλον, καθώς διδάχθηκες, λέγε στην προσευχή σου: «Γενηθήτω το θέλημά σου» (Ματθαίος 6:10). Και για κάθε πράγμα αυτό να ζητάς από τον Θεό, να γίνει το θέλημα Του, γιατί Αυτός θέλει το καλό και το συμφέρον της ψυχής σου ενώ εσύ οπωσδήποτε δεν ζητάς πάντοτε το συμφέρον σου.

► Πολλές φορές ζήτησα με την προσευχή από τον Θεό να μού γίνει κάτι που νόμιζα καλό. Και επέμενα παράλογα να το ζητώ, βιάζοντας το θείο θέλημα. Δεν άφηνα τον Θεό να οικονομήσει ό,τι Αυτός γνώριζε ως δικό μου συμφέρον. Και λοιπόν, αφού έλαβα ό,τι ζητούσα, στενοχωρήθηκα ύστερα πολύ, που δεν είχα παρακαλέσει να γίνει μάλλον το θέλημα Του. Γιατί δεν μου ήρθε το πράγμα έτσι όπως το νόμιζα.

► Τι είναι αγαθό, παρά ο Θεός; Σ' Αυτόν λοιπόν ας αναθέσουμε όλα μας τα ζητήματα, και θα πάνε καλά. Γιατί ο αγαθός οπωσδήποτε χορηγεί και αγαθές δωρεές.

► Στην προσευχή σου να ζητάς μόνο τη δικαιοσύνη και τη βασιλεία του Θεού, δηλαδή την αρετή και τη θεία γνώση. Και όλα τα υπόλοιπα θα σου προστεθούν.

► Ανάθεσε με εμπιστοσύνη στον Θεό τις ανάγκες του σώματος σου, κι αυτό θα φανερώσει πώς Του αναθέτεις και τις ανάγκες του πνεύματος.

► Ν' αγωνίζεσαι, ώστε να μη ζητήσεις το κακό κανενός στην προσευχή σου, για να μην γκρεμίσεις ό,τι χτίζεις, κάνοντας σιχαμερή την προσευχή σου.

► Ο χρεωφειλέτης των μυρίων ταλάντων της ευαγγελικής παραβολής ας σου γίνει παράδειγμα. Αν δεν συγχωρέσεις αυτόν που σ' έβλαψε, ουτ' εσύ θα πετύχεις την άφεση των αμαρτιών σου. Γιατί λέει το Ευαγγέλιο για τον χρεωφειλέτη των μυρίων ταλάντων, που δεν συγχωρούσε τον δικό του χρεώστη, ότι «τον παρέδωσε στους βασανιστές» (Ματθαίος 18:24-35).

► Καλό είναι να μην προσεύχεσαι μόνο για τον εαυτό σου, αλλά και για κάθε συνάνθρωπο σου, ώστε να μιμηθείς έτσι τον αγγελικό τρόπο προσευχής.

► Μη θλίβεσαι, αν δεν παίρνεις αμέσως από τον Θεό ό,τι ζητάς. Γιατί θέλει να σ' ευεργετήσει περισσότερο με το να υπομένεις καρτερικά στην προσευχή. Τι ανώτερο υπάρχει, αλήθεια, από το να συναναστρέφεσαι τον Θεό και να συνομιλείς μαζί Του;

► Ο Κύριος, θέλοντας να διδάξει τους μαθητές Του ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποθαρρύνονται, τους διηγήθηκε μια σχετική παραβολή (Λουκ. 18:1-8). Σ' αυτή την παραβολή κάποιος άδικος δικαστής είπε για μια χήρα γυναίκα, που ζητούσε επίμονα το δίκιο της: Αν ούτε τον Θεό φοβάμαι ούτε τους ανθρώπους ντρέπομαι, όμως, επειδή αυτή η γυναίκα με ενοχλεί συνεχώς, ζητώντας το δίκιο της, θα της το δώσω. Και ο Κύριος κατέληξε στο συμπέρασμα: Έτσι και ο Θεός θα εκπληρώσει σύντομα το θέλημα αυτών που Τον παρακαλούν νύχτα-μέρα. Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εσύ μη χάνεις το θάρρος σου και μη στενοχωριέσαι, επειδή δεν έλαβες. Γιατί θα λάβεις αργότερα. Να είσαι χαρούμενος και να επιμένεις, υπομένοντας τον κόπο της αγίας προσευχής.

► Να παραβλέπεις τις ανάγκες του σώματος όταν προσεύχεσαι, για να μη χάσεις το μέγιστο κέρδος της προσευχής σου από το τσίμπημα ενός κουνουπιού ή την ενόχληση μιας μύγας.

► Αν έχεις επιμέλεια στην προσευχή, να ετοιμάζεσαι για επιθέσεις δαιμόνων και να υπομένεις με γενναιότητα τα χτυπήματα τους. Γιατί θα ορμήσουν επάνω σου σαν άγρια θηρία, για να σε ταλαιπωρήσουν.

► Εκείνος που υποφέρει τα λυπηρά, θα επιτύχει και τα χαρμόσυνα. Κι εκείνος που εγκαρτερεί στα δυσάρεστα, θα απολαύσει και τα ευχάριστα.

► Μη φανταστείς κανένα σχήμα για τον Θεό όταν προσεύχεσαι, μήτε να επιτρέψεις να τυπωθεί κάποια μορφή στο νου σου, αλλά πλησίασε με άυλο τρόπο τον άυλο θεό.

► Μην επιθυμήσεις να δεις με τα μάτια τού σώματος σου αγγέλους ή δυνάμεις ή το Χριστό, μην τυχόν και χάσεις εντελώς το μυαλό σου και δεχθείς έτσι λύκο αντί για βοσκό και προσκυνήσεις τους εχθρούς δαίμονες.

► Φυλάξου από τις παγίδες των δαιμόνων. Γιατί συμβαίνει, εκεί που προσεύχεσαι ήσυχα και καθαρά, ξαφνικά να σου παρουσιάσουν κάποια παράξενη μορφή, για να σε οδηγήσουν στην υπερηφάνεια, καθώς θα υποθέσεις ότι εκεί βρίσκεται το θείο. Το θείο όμως είναι άυλο και χωρίς σχήμα.

► Φρόντισε να έχεις πολλή ταπεινοφροσύνη και ανδρεία, και δεν θ' αγγίξει την ψυχή σου δαιμονική επήρεια. Οι άγγελοι αοράτως θα διώξουν μακριά όλη την ενέργεια των δαιμόνων.

► Όταν μεταχειριστεί ο παμπόνηρος δαίμονας πολλά μέσα και δεν μπορέσει να εμποδίσει την προσευχή του δικαίου, τότε αποσύρεται για λίγο. Μα τον εκδικείται αργότερα, σπρώχνοντας τον στην οργή, για να εξαφανίσει την εξαίρετη εσωτερική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσευχή, ή ερεθίζοντάς τον σε σαρκική ηδονή, για να μολύνει την ψυχή του.

► Όταν προσευχηθείς όπως πρέπει, να περιμένεις πειρασμούς. Στάσου λοιπόν γενναία, για να διατηρήσεις τον καρπό της προσευχής. Γιατί εξαρχής σ' αυτό έχεις ταχθεί, να εργάζεσαι την προσευχή και να φυλάττεις τους καρπούς της (Παράβαλλε Γεν. 2:15). Αφού εργαστείς, λοιπόν, μην αφήσεις αφύλαχτο ό,τι κέρδισες· διαφορετικά, δεν ωφελήθηκες καθόλου από την προσευχή σου.

► Αν προσεύχεσαι θεάρεστα, θα σε βρουν τέτοιες δοκιμασίες, ώστε να νομίσεις πώς είναι δίκαιο να θυμώσεις. Δεν υπάρχει όμως καθόλου δικαιολογημένος θυμός εναντίον του πλησίον. Αν καλοεξετάσεις την υπόθεση, θα βρεις πώς είναι δυνατό και χωρίς θυμό να διευθετηθεί το ζήτημα. Μεταχειρίσου, λοιπόν, κάθε τρόπο για να μη θυμώσεις.

► Το Άγιο Πνεύμα, συμπάσχοντας με την ασθένειά μας, έρχεται σ' εμάς, μολονότι είμαστε ακάθαρτοι από τα πάθη και τις αμαρτίες. Κι αν βρει το νου να προσεύχεται ειλικρινά μόνο σ' Αυτό, κυριαρχεί πάνω του, εξαφανίζει όλη τη φάλαγγα των πονηρών λογισμών και σκέψεων, που τον περικυκλώνουν, και τον προτρέπει στον έρωτα της πνευματικής προσευχής.

► Έχεις πόθο να προσευχηθείς; Γίνε νεκρός για τη γη. Έχε παντοτινά πατρίδα τον ουρανό όχι με λόγια, αλλά με ζωή αγγελική και με γνώση θεϊκή. Απαρνήσου τα πάντα, για να κληρονομήσεις το παν.

► Αν είσαι πραγματικός θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά. Κι αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι πραγματικός θεολόγος.

► Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής δεν σχηματίζει μέσα του καμιάν απολύτως μορφή. Μακάριος ο νους, που προσεύχεται απερίσπαστα και αποκτά διαρκώς περισσότερο πόθο για τον Θεό. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής γίνεται άυλος κι ελεύθερος απ’ όλα. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής μένει ανεπηρέαστος από κάθε πράγμα.

► Αν στον καιρό της προσευχής σου νιώσεις χαρά μεγαλύτερη από κάθε άλλη χαρά, τότε πράγματι βρήκες την αληθινή προσευχή.

Πηγή:

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ. ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2002.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Η Αγία Ευφημία




Βίος και πολιτεία της Αγίας και Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας


Η Αγία Ευφημία έζησε κατά τούς χρόνους του Διοκλητιανού καί ήθλησε τό έτος 303. Κατήγετο από την Χαλκηδόνα. Ήτο θυγάτηρ του περιφανούς και πλουσίου Συγκλητικού Φιλόφρονος και της ευσεβούς και φιλοπτώχου Θεοδοσιανής. Η Αγία επαιδαγωγήθη «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» διό ηγάπησε τόν Χριστό , την παρθενίαν και την μετά ζήλου ομολο­γίαν του Χριστού.

O ανθύπατος της Ανατολής Πρίσκος εχων συγ­κάθεδρον τον φιλόσοφον και ιερέα του Άρεως Απελ­ιανόν, εκήρυξε, κατά την απόφασιν και εντολήν του Διοκλητιανού, διωγμόν κατά των Χριστιανών εις την Ανατολήν. Κατά την εορτήν του ψευδωνύμου Θεού Άρεως εζήτησε άπαντες οι κάτοικοι να προσέλθουν εις την εορτήν. Όσoι δεν θα προσήρχοντο θα ετιμωρούντο με φοβερά κολαστήρια. Οι χριστιανοί καθ' ομά­δας εκρύπτοντο άλλοι εις οικίας και άλλοι εις ερημι­κάς περιοχάς. Ή Αγία Ευφημία ηγείτο μιας τοιαύτης ομάδος στηρίζουσα τούς πιστούς διά του φλογερού λόγου της.

Συνελήφθη η Αγία μετά των τεσσαράκοντα εννέα μελών της ομάδος της. Εις την πρόσκλησιν του Πρί­σκου νά θυσιάσουν εις τό είδωλον του Άρεως η Αγία και η ομάδα της ηρνήθησαν με τόλμην και παρρη­σίαν, από την απάντησίν των εθυμώθη ο Πρίσκος και έδωκεν εντολήν να δέρουν επί είκοσι ημέρας τους Αγίους και να τους φυλακίσουν. Μετά τας είκοσι ημέρας εδοκίμασε και πάλιν να πείσει τούς μάρτυρας να θυσιάσουν. Μετά την αρνησίν των, τους έδειραν τόσον, ώστε κατεπονήθησαν οι δέροντες στρατιώται. Τότε τούς λοιπούς μάρτυρας ο Πρίσκος έκλεισεν εις την φυλακήν, την δε Αγίαν προσεπάθησε να την πεί­σει να θυσιάσει. Μετά την άρνησίν της και την ομολο­γίαν της πίστεώς της εις τον Χριστόν την έβαλον εις τον τροχόν και έτσι κατεκόπτετο όλον το σώμα της Αγίας. Κατά το μαρτύριόν της η Αγία προσηύχετο διαρκώς. Μετά το πέρας της προσευχής της θαυμα­τουργικώς ελύθη από τον τροχόν και αποκατεστάθη τέλειον και υγιές το σώμα της. Εν συνεχεία ερρίφθη η Αγία εις πυρακτωμένην κάμινον. Οι προεστώτες των υπηρετών Σωσθένης και Βίκτωρ ηρνήθησαν να ρίψουν την Αγίαν εις την κάμινον, διότι έβλεπον να ίνστανται παρά το πλευρόν της Αγίας δύο φοβεροί άν­δρες, οι οποίοι απειλούσαν ότι θα διασκορπίσουν το πυρ. Ο Σωσθένης και ο Βίκτωρ ομολόγησαν τον Χρι­στόν και εμαρτύρησαν. Προσευχηθείσα η Αγία ερρί­φθη εις την κάμινον. Η φλόξ δεν ήγγισε την Αγίαν, αλλά διεσκορπίσθη έξω της καμίνου και έκαυσε πολλούς.

Ο Πρίσκος υπέβαλε την Αγίαν εις νέον μαρτύ­ριον. Εκτύπωv την Μάρτυρα με οξείς λίθους και σί­δηρα αιχμηρά και έτσι κατεκόπη και κατεξεσχίσθη το σωμά της. Και πάλιv θαυματουργικώς αποκατεστά­θη υγιής. Ακολούθως ερρίφθη η Αγία εις μεγάλην δε­ξαμενήv, όπου ύπηρχον σαρκοβόρα θηρία της θαλάσ­σης. Τα θηρία όχι μόνον δεv έβλαψαv την Αγίαν, αλ­λά και τηv εβάσταζοv επάνω των. Έπειτα έβαλοv την Μάρτυρα εις λάκκον με σουβλιά. Και εκείθεν εξήλ­θεν αβλαβής. Επεχείρησεv ο Πρίσκος να πριονίσει και να καύσει την Αγίαν. Οι οδόντες εστράβωσαν και το πυρ εσβέσθη και ουδέν αύτη έπαθεν. Τέλος ερρί­φθη η Μάρτυς εις θηρία, τα οποία ήλθον πλησίον της προσκυvούντα αυτήv. Επειδή η Αγία προ του μαρτυ­ρίου αυτού ικέτευσε τον Χριστόν vα την αναπαύση πλησίον Του, μία άρκτος τηv εδάγκωσε και ούτω πα­ρέδωκε την αγίαv της ψυχήv εις χείρας του Νυμφίου της.

Χαίροvτες οι γονείς της έθαψαv μετά πάσης τιμής το πάνσεπτόν της λείψανον εις την Χαλκηδόνα και εδόξαζαν τοv Κύριον, διότι ηξιώθησαν της τιμής να έ­χουν τηv θυγατέρα των Μεγαλομάρτυρα της Εκκλη­σίας και πρέσβειράν των πλησίον Του.

O Κύριος ετίμησε την καλλίνικον παρθένον και μάρτυρα Ευφημίαν με την δωρεάν της αφθαρσίας του πολυάθλου και παρθενικού της σώματος. Εις την Χαλκηδόνα συνήλθαν οι 630 θεοφόροι Πατέρες το έ­τος 451 συγκροτήσαντες την Αγίαν Τετάρτην Οικου­μενικήν Σύνοδον, επί των ευσεβεστάτων Βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας. Ή Σύνοδος αυτή κατεδί­κασε τον αιρετικόν Ευτυχή, όστις εκήρυττε την πλά­νην, ότι ο Χριστός έχει μόνον μίαν φύσιν και μίαν ε­νέργειαν, αυτήv της Θεότητος. Οι Άγιοι Πατέρες εδογμάτισαν την πίστιv της Εκκλησίας, ότι ο Χριστός έχει δύο τελείας φύσεις, θελήσεις και ενεργείας, την θείαν και την ανθρωπίνην, εις μίαν Yπόστασιν. Είναι δε ηνωμέναι αι δύο φύσεις ατρέπτως, ασυγχύτως,. αναλλοιώτως και αδιαιρέτως. Κατά την ανωτέρω Σύνο­δον οι Όρθόδοξοι Πατέρες συνέταξαν Τόμον, ο ο­ποίος περιείχε την πίστιν την αληθή, την οποίαν πά­ντοτε επίστευε και εκήρυττεν η Έκκλησία τσυ Χρι­στού. Επίσης οι αιρετικοί Μονοφυσίται συνέταξαν ίδιον τόμον, που περιείχε τας πλάνας των. Τότε ομο­φώνως ορθόδοξοι και αιρετικοί απεφάσισαν να τε­θούν και τα δύο κείμενα επί του στήθους της Αγίας Ευφημίας και ανοίξαντες την λειψανοθήκην έπραξαν ούτως και εσφράγισαν πάλιν ταύτην. Ότε δε ήνοιξαν την θήκην, εύρον τον Τόμον των Ορθοδόξωv εις τας χείρας αυτής και των αιρετικών Μονοφυσιτών το κεί­μενον εις τους πόδας αυτής. Έτσι η Μεγαλομάρτυς Ευφημία με το έξαίσιον αυτό θαύμα επεκύρωσε και υπέγραψε τον ορθόδοξον Τόμον και διεσάλπισε το Χριστολογικόν δόγμα περί των δύο φύσεων του Χρι­στού μας εις τα πέρατα της οικουμένης και απέδειξε την διδασκαλίαν του Ευτυχούς και των οπαδών του Μονοφυσιτών ως σατανικήν πλάνην.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη θεσσαλονίκη"
Αρχιμ. Νικοδήμου Γ.Αεράκη Ιεροκήρυκος

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού


Τίμιος Σταυρός Απολλώνων Ρόδου






Του κ. Π. Μ. Σωτήρχου

Από την εφημερίδα «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ»


31 Αυγούστου 2005

Δυο φορές τον χρόνο εορτάζει πανηγυρικά η Εκκλησία μας τον Τίμιον Σταυρόν. Μια για την ανεύρεση του την 6ην Μαρτίου του 326 μ.Χ. και μία κατά την Ύψωση του την 14ην Σεπτεμβρίου, στα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Το σημαντικόν, και όχι πολύ γνωστόν, στον διπλόν αυτόν έορτασμόν είναι το γεγονός ότι αποκαλύπτεται άλλο ένα μέγα μυστήριον της απερίγραπτης αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και μάλιστα κατά την θεία λατρεία, που ενώνει την γη με τον ουρανό.

Το γεγονός αυτό εκφράζει επιγραμματικά την σωτηρία του εκπεσμένου ανθρώπου, τον όποιον παίρνει από την Κόλαση της πτώσεως του και τον θρονιά­ζει πάλι μέσα στο Παράδεισο της αιώνιας αγάπης. Πιο συγκεκριμένα, παίρνει με την σταυρική του θυσία τον προδότη Ιούδα τον Ισκαριώτη, πού αντιπροσωπεύει όλην την προδοσία του ανθρωπίνου γένους και την αμέτρητη αγνωμοσύνη του έναντι του Σωτήρος Χριστού, και οδηγεί σε άλλον Ιούδα, επίσης Εβραίον, που έγινε οδηγός στην ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού και φανερώνει την μεταστροφή και την μετάνοια του ανθρώπου και την πορεία του στην αγιότητα. Όπως ακριβώς έγινε και με τον δεύτερον αυτόν Ιούδα, που πίστεψε, μετανόησε και έγινε Χριστιανός με το όνομα Κυριάκος. Αργότερα έγινε κληρικός και Επίσκοπος Ιεροσολύμων, μετά τον Πατριάρχην Μακάριον, και αφού μαρτύρησε, μαζί με την μητέρα του Άννα, μπήκε στο Αγιολόγιον της Εκκλησίας και η ετήσια μνήμη του εορτάζεται την 28ην Οκτωβρίου.

Το «Συναξάρι» της ημέρας αυτής αναφέρει: «Τη αύτη ήμερα Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Κυριακού του φανερώσαντος τον Τίμιον Σταυρόν, επί της Βασιλείας Κωνσταντίνου του Μεγάλου και Ελένης της αυτού μητρός». Και για την μητέρα του Άννα, που γιορτάζει την ίδια μέρα: «Τη αύτη ημέρα, η μήτηρ του Άγιου Κυριακού Άννα, λαμπάσι φλεχθεΐσα και ξεσθεΐσα ετελειώθη». Και λίγα για τον βίον του:

«Ο Άγιος Κυριάκος, πρώην Ιούδας, μετά την φανέρωση του Τιμίου Σταυρού επίστευσε, εβαπτίσθη Χριστιανός και έγινε, όπως προαναφέραμε, Επίσκοπος Ιεροσολύμων και έζησε ως τις ήμερες του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη. Αυτός όταν έφθασε στα Ιεροσόλυμα, μετά την εκστρα­τεία του κατά των Περσών, έμα­θε για τον Άγιον Κυριακόν τι ήταν και τι έγινε και τον διέταξε αυστηρά να θυσιάση στα είδωλα. Ό Άγιος, όμως, αρνήθηκε απο­φασιστικά και ήλεγξε με τόλμην την ειδωλολατρία του Ιουλιανού. Τότε εκείνος διέταξε να του κόψουν το δεξί του χέρι, διότι καθώς είπε: «Πολλές επιστολές έχει γράψει το χέρι αυτό, με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν πολλοί από τα είδωλα του Δωδεκαθέου». Ύστερα διέταξε να ρίξουν λιωμένο μολύβι μέσα στο στόμα του Αγίου, που ομολογούσε και δοξολογούσε τον Χριστόν και στη συνέχεια τον έβαλαν οι δήμιοι μπρούμυτα σε πυρακτωμένη σιδερένια κλίνη, που ήταν ένα από τα όργανα βασανισμού των Χριστιανών.

Όταν ήλθε η μητέρα του, που είχε γίνει και αυτή πιστή Χριστιανή, στον τόπον του μαρτυρίου του παιδιού της, ο Ιουλιανός διέταξε να την κρεμάσουν από τα μαλλιά και να σκίζουν το κορμί της με σιδερένια νύχια, που ήταν κι αυτό άλλο ένα εργαλείο βασανισμού των Χριστιανών, και αφού την έκαιγαν με αναμμένες λαμπάδες, παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριον. Ύστερα έρριξαν τον Άγιον Κυριακόν, σε ένα μεγάλο καμίνι, τον εθανάτωσαν με ξίφος, κόβοντας το κεφάλι του».

Η ανεύρεση και ύψωση του Τιμίου Σταυρού, που είναι η σημαία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, έγινε με τρόπον θαυμαστόν και υπερθαύμαστον από την Αγίαν Ελένην την Ισαπόστολον, που είχε μεταβή για προσκύνηση στους Άγιους Τόπους και με την ρητήν εντολήν του γιου της αυτοκράτορας Κωνσταντίνου να βρή τον Τίμιον Σταυρόν, τον οποίον είχαν εξαφανίσει οι αντίχριστοι Εβραίοι και οι ειδωλολάτρες. Είχαν ρίξει και τους τρείς σταυρούς σε έναν βαθύ λάκκον και τον σκέπασαν με χώματα και πέτρες και πολλά σκουπίδια. Εκεί έμεινε ο Τίμιος Σταυρός για περισσότερα από τριακόσια χρόνια.

Όταν η Αγία Ελένη με τους συνοδούς της άρχισε τις έρευνες, μια νεαρή Εβραιοπούλα οδήγησε την Βασιλομήτορα στον Ιούδα, πού έμενε στα Ιεροσόλυμα, διότι εκείνος εγνώριζε από τους παλαιοτέρους την τοποθεσία, όπου είχαν ρίξει τους τρεις σταυρούς. Εκεί μάλιστα φύτρωνε κάθε χρόνον μόνο του και το ευωδιαστό «βασιλικό χόρτο», αυτό, που λέγεται και σήμερα βασιλικός. Πήγε, λοιπόν, η Αγ. Ελένη στην τοποθεσία αυτή και πριν δώση εντολή να αρχίσουν οι ανασκαφές, γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά στον Χριστόν. Μόλις όμως σηκώθηκε στα πόδια της και πριν να πει μια λέξη, έγινε μέγας σεισμός, μόνον στο σημείον αυτό, και το έδαφος σχίστηκε σε μεγάλο βάθος. Τότε άρχισαν αμέσως οι ανασκαφές και σε λίγη ώρα βρέθηκαν και οι τρεις σταυροί, προς γενικήν κατάπληξιν όλων των παρισταμένων.

Όλοι έκλαιγαν από χαρά και άλλοι δόξαζαν τον Θεόν και προσεύχονταν. Η στιγμή ήταν μοναδική και πανίερη. Καθάρισαν τους τρεις σταυρούς από τα χώματα, μολονότι, βρέθηκαν σε ένα κοίλωμα της γης και ήταν καλά προστατευμένοι. Δεν ήξεραν όμως ποιος από τους τρεις ήταν ο Σταυρός επάνω στον όποιον σταυρώθηκε ο Χριστός. Εκεί κοντά βρισκόταν σε μια καλύβα μια ετοιμοθάνατη γυναίκα, που έπασχε από χρόνια ασθένεια. Η Αγ. Ελένη σκέφθηκε αμέσως ότι ο πραγματικός Τίμιος Σταυρός θα θεράπευε αμέσως την γυναίκα, εάν της έβαζαν πάνω της τον Σταυρόν του Κυρίου. Έτσι έβαλαν διαδοχικά τους δύο πρώτους σταυρούς, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μόλις όμως έβαλαν στο σώμα της τον τρίτον Σταυρόν, η ετοιμοθάνατη γυναίκα έγινε αμέσως καλά και σηκώθηκε στα πόδια της. Έτσι αποδείχτηκε ότι αυτός ήταν ο πραγματικός Τίμιος Σταυρός. Και όπως γράφει και ο Ευθύμιος Ζυγαβηνός στον Σταυρόν του Κυρίου υπήρχε και η μικρή σανίδα με την επιγραφή «Ι.Ν.Β.Ι.» (Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων), πού είχε βάλει ο Πόντιος Πιλάτος.

Αμέσως μετά την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού η Αγ. Ελένη, έχτισε (στον Γολγοθά τον Ναόν της Αναστάσεως και στην συνέχεια τον Ναόν της Γεννήσεως στο Σπήλαιον της Βηθλεέμ και τον Ναόν του Όρους των Ελαίων. Και όταν ο Πατριάρχης Μακάριος έστησε τον Τίμιον Σταυρόν στον ναόν του Πατριαρχείου για προσκύνηση από τον πιστόν λαόν, ήταν η 14η Σεπτεμβρίου του 326 και γι' αυτό καθιερώθηκε από τότε να εορτάζεται το γεγονός της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού από την Εκκλησίαν την ημέραν αυτήν. Την ίδιαν ήμερα εορτάζεται και η δεύτερη Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, που έγινε από τον αυτοκράτορα Ηράκλειον (628 μ.Χ.), όταν ενίκησε τους Πέρσες, οι οποίοι είχαν κλέψει τον Τίμιον Σταυρόν άπο τα Ιεροσόλυμα. Σήμερα το μεγαλύτερον τεμάχιον του Τιμίου Σταυρού διασώζεται στον Άγιον Όρος, στην Ί. Μονή Ξηροποτάμου.

Η ανεύρεση και η ύψωση του Τιμίου Σταυρού είναι ασφαλώς μέγα γεγονός της παγκοσμίας ιστορίας, διότι αφορά στο σύνολον της ανθρωπότητας, ανεξαρτήτως αν δεν έχουν ακόμα αποδεχθή την Χριστιανική Πίστη και δεν γνωρίζουν όλοι την αλλαγή πορείας της ιστορίας. Ιδιαίτερα, όμως, είναι κορυφαίον γεγονός στην Ιστορία της Εκκλησίας, διότι επιβεβαιώνει και επισφραγίζει την δωρεάν της σωτηρίας σε όλον τον κόσμον και καλεί αδιαλείπτως κάθε άνθρωπον να επιστρέψη στην αληθινήν πατρίδα του Παραδείσου. Δεν είναι απλώς συμβολική και ενδεικτική η μεταστροφή του Ιούδα, που έγινε Χριστιανός και Άγιος Μάρτυς της Εκκλησίας, ωσάν να αποπλύνη την προδοσία του άλλου Ιούδα του Ισκαριώτη, που παρέδωσε τον Θεάνθρωπον στους σταυρωτές του. Και είναι τούτο μέγα δίδαγμα για κάθε άνθρωπο, που όσον και αν έχει πέσει στο έσχατον άκρον της αμαρτίας, όπως ο Ισκαριώτης, μπορεί και πρέπει να διανύση την απόσταση μεταξύ αμαρτίας και σωτηρίας, μεταξύ προδοσίας και μετανοίας, πού δεν έκανε ο πρώτος Ιούδας, αλλά αγχονίσθηκε μέσα στην απελπισία του. Αυτή η μέγιστη μεταστροφή του δεύτερου Ιούδα είναι ο αιώνιος και εμπράγματος αντίλαλος της προσευχής του Θεανθρώπου την ώρα της θυσίας του, όταν παρεκαλεσε τον Θεόν Πατέρα και είπε για τους σταυρωτές του τον λόγον της ύψιστης συγνώμης για όλους τους άρνητές του, άρα και του Ιούδα:

— «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. ΚΓ' 34).

Κλείνοντας τις λίγες αυτές γραμμές για τον εορτασμόν του Τιμίου Σταυρού, θα θέλαμε να αναφέρουμε τον σχετικόν λόγον ενός μακαριστού Γέροντος, που έλεγε:

— «Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού, παιδιά μου, δεν γίνεται μόνον κατά την εορτήν της 14ης Σεπτεμβρίου, αλλά κάθε φορά, πού μετανοεί μια ψυχή και πηγαίνει κοντά στον Χριστόν. Μας το είπε ο ίδιος ο Θεάνθρωπος: «Λέγω δε υμίν ότι ούτω χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ΙΕ' 7). Γιατί η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού φανερώνει τον θρίαμβον της θυσιαστικής αγάπης και αυτός ο θρίαμβος αποτελεί μεγάλη χαρά στον ουρανόν του Θεού και γίνεται κάθε φορά, που μετανοεί αληθινά ένας άνθρωπος. Γι' αυτό ας μετανοούμε όλοι μας συνεχώς και αληθινά, για να κυρίαρχη πάντοτε η χαρά και στην γη και στον ουρανόν. Αμήν».

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Η Παναγία Τσαμπίκα και η Παναγία η Σκιαδενή

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΣΑΜΠΙΚΑ

Νικολάου Κ. Διμέλη

Κρήνην έχουσα των δωρεών σου
την εικόνα σου, η νήσος Ρόδος,
Θεοτόκε Τσαμπίκα, γεραίρει σε
και καυχωμένη ενθέως σοις θαύμασι
τον ασπασμόν του Αγγέλου προσάδοι σοι
Χαίρε κράζουσα, Παρθένε θεοχαρίτωτε,
λαού του χριστωνύμου το διάσωσμα
.

(Απολυτίκιον Παναγίας Τσαμπίκας. Σύνθεση του Μητροπολίτου Ρόδου κ.κ. Κυρίλλου).

Είναι όντως αδύνατο να περιγράψει κανείς τη μεγαλοσύνη της υπεραγίας Θεοτόκου, της μόνης και πραγματικής Δέσποινας του κόσμου. Η ίδια, ως σκεύος εκλογής του Θεού, ως δοχείο μέγιστο της χάρης Του, έγινε το μέσο της ενσάρκωσης του Σωτήρος Χριστού και της σωτηρίας των ανθρώπων.
Η Παρθένος Μαρία είναι το μοναδικής αξίας πρόσωπο που στόλισε και τίμησε τη γυναίκα. Είναι η δεύτερη Εύα, επειδή έφερε τη σωτηρία και τη λύτρωση στο ανθρώπινο γένος με τη γέννηση του Θεανθρώπου.
Η Παναγία είναι εκείνο το πρόσωπο που στην ιστορία της ορθόδοξης θεολογίας τιμήθηκε ιδιαίτερα από τους πιστούς λόγω των πολλών ευεργεσιών της. Στην επί γης ζωή της ήταν η γυναίκα που υπερείχε στις άγιες αρετές της αγάπης, της ταπείνωσης και της αγνότητας. Ενωμένη με τον Χριστό από το θαύμα της ενσαρκώσεως τώρα στην ουράνια ζωή της εξακολουθεί να είναι «η αγία μυροθήκη του ακένωτου μύρου της θείας ευωδίας του Χριστού» (αγ. Μόδεστος Ιεροσολύμων)· να φωτίζει εμάς τους αμαρτωλούς στο δρόμο της σωτηρίας μας. Με τις μεσιτικές της προσευχές σπεύδει στις ικεσίες μας, συμπαρίσταται στις δοκιμασίες μας, μαλακώνει τους πόνους μας, γαληνεύει τις ψυχές μας και γενικά βρίσκεται σαν μάνα δίπλα σε κάθε μας στιγμή. Έτσι εύκολα μπορούμε να ομολογήσουμε ότι η Παναγία δεν πήγε μόνο στον ουρανό, αλλά και στον ουρανό της καρδιάς των ανθρώπων και έγινε η γλυκιά αγάπη και προστασία όλων.
Εξάλλου η αγάπη που έδειξαν οι άνθρωποι στο πρόσωπο της Παναγίας, φαίνεται από το σύνολο των ναών που είναι αφιερωμένοι στο πρόσωπό της. Από τους 8.660 ενοριακούς ναούς της Ελλάδας οι 1900 είναι αφιερωμένοι στην Παναγία, ενώ από τα 490 μοναστήρια τα 170 είναι αφιερωμένα στη χάρη της. Μέσα στο πλήθος των χιλίων περίπου επιθέτων της Παναγίας βρίσκεται και το τοπωνύμιο Παναγία η Τσαμπίκα.
Κάθε προσπάθεια καταγραφής και εξύμνησης της παρουσίας της Παναγίας στη ζωή της Εκκλησίας μας είναι μικρή και δεν μπορεί να προσθέσει κάτι στην ουράνια λαμπρότητά της. Προσανατολίζει το συγγραφέα και κάθε αναγνώστη στην πηγή των ευλογιών της, στον Υιό της, τον Χριστό. Όταν μάλιστα αυτή η παρουσία της Παναγίας μας έχει αδιάψευστο μάρτυρα την πολλαπλή ωφέλεια πολλών ανθρώπων, όπως στην περίπτωση της Παναγίας Τσαμπίκας, πως μπορεί κανείς να σιωπήσει;
Αν και ήταν γνωστή η περίπτωση της Παναγίας Τσαμπίκας, για πολλά χρόνια δεν έχαιρε αποκλειστικής συγγραφής κάποιου βιβλίου η λευκώματος.
Η πρώτη προσπάθεια καταγραφής της παράδοσης της εμφάνισης της εικόνας έγινε από το μακαριστό Σάββα Διμέλη, πατέρα του Μητροπολίτου πρώην Ρόδου κ.κ. Αποστόλου, σε μορφή ποιήματος 129 στίχων. Φέρει τον τίτλο «Το θαύμα της Παναγίας».

Η δεύτερη προσπάθεια έγινε τον Μάιο του 1998 από τον γράφοντα σε βιβλίο με εκτενέστερη παρουσίαση. Ο τίτλος του βιβλίου αυτού είναι «Παναγία Τσαμπίκα θεολογική-ιστορική προσέγγιση».

Η Παναγία Τσαμπίκα είναι ένα από τα επιφανέστερα και γνωστότερα προσκυνήματα προς τιμήν της Θεομήτορος στη Δωδεκάνησο και βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Αρχάγγελος της Ρόδου. Εδώ ευδόκησε η υπεραγία Θεοτόκος να καταστήσει φανερή τη μητρική πρόνοια και κηδεμονία της με τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί σ’ όσους καταφεύγουν με πίστη και επικαλούνται την μεσιτεία της προς τον Χριστό.
Η λέξη Τσαμπίκα, σύμφωνα με την άγραφη προφορική παράδοση προέρχεται από τη λέξη τσάμπα, που στην τοπική αρχαγγελίτικη διάλεκτο σημαίνει φωτιά-σπίθα.
Σύμφωνα με την παράδοση η εικόνα από μακριά δε φαινόταν καθαρά, διακρινόταν όμως η φωτιά της κανδήλας που είχε μαζί της.
Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας Τσαμπίκας ήλθε τρεις φορές από το βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας Κυκκώτισσας η Ελεούσης της Κύπρου.Όταν οι μοναχοί από την Κύπρο εντόπισαν την εικόνα στη Ρόδο, ήρθαν να την επαναφέρουν πίσω στο μοναστήρι τους· η εικόνα, όμως, επέστρεψε πάλι στο λόφο της στη Ρόδο. Οι Κύπριοι για να πιστοποιήσουν ότι πράγματι ήταν αυτή η εικόνα που έφευγε, την έκαψαν στο πίσω μέρος της, προκειμένου να έχουν κάποιο αποδεικτικό σημάδι. Το κάψιμο διακρίνεται πολύ καθαρά και σήμερα.
Η Παναγία Τσαμπίκα μέχρι σήμερα δείχνει την αγάπη της στα άτεκνα ζευγάρια δίνοντάς τους τη χαρά της μητρότητας και πατρότητας.
Η λαϊκή ευσέβεια τιμά τη μεγαλόχαρη Παναγία Τσαμπίκα – Κυρά την Γ Κυριακή των Νηστειών δηλαδή της Σταυροπροσκυνήσεως, όταν ο Τίμιος Σταυρός λάμπει ως φάρος στο πέλαγος της Σαρακοστής και σκορπίζει ελπίδες γλυκιές στις χριστιανικές καρδιές. Ο οδοιπόρος ανεβαίνοντας αυτή τη μέρα στην Παναγία Τσαμπίκα κουράζεται, μουσκεύει στον ιδρώτα, φλογίζονται τα σπλάχνα του από τη δίψα και όμως επιμένει. Τα δέντρα με τη σκια τους του χαρίζουν ένα αναστεναγμό ανακούφισης και του δίνουν θάρρος για να φτάσει ψηλά στην πνευματική εκείνη πηγή.
Επίσης, στο γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου 8 Σεπτεμβρίου, αρκετός κόσμος συρρέει στην Παναγιά Τσαμπίκα τη χαμηλή.
Η Παναγία Τσαμπίκα ας στηρίζει όλους κάθε στιγμή της ζωής μας και να πραγματοποιείται ο λόγος του τροπαρίου: «Θεοτόκε, η ελπίς πάντων των χριστιανών σκέπε, φρούρει, φύλαττε τους ελπίζοντας εις σε».


Παναγία η Σκαιδενή


Μονή Σκιάδι βρίσκεται στο Ν.Δ. μέρος της Ρόδου και είναι κτισμένη στους πρόποδες του βουνού Σκιάδι.
Απέχει 90 χιλ. από τη Ρόδο. Δύο δρόμοι οδηγούν στη Μονή, ο ένας από δυτικά από τη θάλασσα δια μέσου της Απολακκιάς και Κατταβιάς, ο άλλος πιο περιπετειώδης αλλά και πιο επιβλητικός από τη Ν.Α.πλευρά δια μέσου των βουνών του χωριού Μεσαναγρού.
Για την ετυμολογία της λέξης Σκιάδι αναφέρονται :
Οφείλει την ονομασία της στο Σκιάδιον=σκιερό τοπίο, κατά τους χωρικούς σκιερό μέρος. Κατά άλλους στη σκιά ενός μεγάλου σύννεφου που βρίσκεται τις περισσότερες φορές η απότομη πλαγιά. Μια δεύτερη εκδοχή στηρίζεται στην ομοιότητα με σκιάδιον, ένα πυραμιδοειδές σκέπασμα κεφαλής. Και πράγματι, αν το κοιτάξει κανείς από τη Μονόλιθο, μοιάζει με καπέλο των αρχαίων.
Ο μικρός ναός είναι Βυζαντινός και όχι παλαιοχριστιανικός. Γύρω από την Εκκλησία διακρίνονται τα λείψανα ενός μεγάλου κτίσματος που πιθανότατα ν’ ανήκουν σε παλαιοχριστιανική βασιλική. Στα μεταβυζαντινά χρόνια 1200 μ.Χ., σύμφωνα με σωζόμενη χρονολογία, στον τοίχο του Ιερού Βήματος οικοδομήθηκε στα ερείπια του αρχαίου ναού, μικρός ναός βυζαντινού ρυθμού. Αγιογραφήθηκε κατά το ΙΗ΄ αιώνα – οπότε άρχισε και επέκταση του ναού – γεγονός που μαρτυρείται από τη σωζόμενη χρονολογία 1777 και ολοκληρώθηκε περί το 1861 επί ηγουμενίας Ιγνατίου Ζαννετίδη.
Κατά τον ΙΑ΄ αιώνα μ.Χ., σε απόσταση 200-300 μέτρων από τη Μονή, μέσα σε πυκνά δέντρα και θάμνους, ζούσαν δύο ή τρεις ασκητές από την Κατταβιά ή το Βάτι σ’ ένα κτίριο που ονομαζόταν «Ασκηταργό». Για αρκετά βράδια ξεχώριζαν εκεί κοντά ένα μοναδικό φως. Πήγαν στο σημείο, όπου εντόπισαν μια εικόνα της Παναγίας.
Σύμφωνα πάντα με την παράδοση, αυτό συνέβη σε μια περιοχή που την λένε «Κυρά μένει». Οι ασκητές ανακάλυψαν από θαύμα την εικόνα της Παναγίας και εκτίμησαν ότι επρόκειτο για μια από τις τέσσερις που ιστόρησε – φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Πήραν την εικόνα και το καντήλι με πολλή ευλάβεια και το μετέφεραν στο ασκηταργό τους. Το πρωί η εικόνα είχε εξαφανιστεί.
Την αναζήτησαν και τη βρήκαν εκεί που είναι σήμερα κτισμένη η Εκκλησία. Αυτό το συμβάν επαναλήφθηκε και άλλες φορές.
Τότε κατάλαβαν ότι η Παναγία ήθελε να μείνει εκεί και αποφάσισαν να εκπληρώσουν την επιθυμία της. Έκτισαν σ’ αυτή τη θέση ένα ναό. Επίσης, πριν από αρκετά χρόνια ήταν κτισμένος ένας πανύψηλος τοίχος γύρω στη Μονή για την προστασία της από τους πειρατές. Σήμερα, αυτός ο τοίχος έχει γκρεμιστεί και σώζεται μόνο ένα κομμάτι, το οποίο είναι και η είσοδος της Μονής.
Σχετικά με την εικόνα αναφέρονται :
Παλαιότερη εικόνα του Μοναστηριού, θα πρέπει να είναι αυτή που βρίσκεται επάνω στην Αγία Τράπεζα και είναι κατασκευασμένη από μαστίχι. Αυτή η μοναδική εικόνα τέχνης και τεχνικής έχει επενδυθεί με λεπτοσκαλισμένο ασήμι.
Η εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται αριστερά της εισόδου του Ιερού Βήματος, είναι σκεπασμένη μ’ ένα ακριβό χυτοϊμάντιο, το οποίο φέρει πολλές γραφές πάνω από το δεξί ώμο της Παναγίας.
Διαβάζουμε τ’ ακόλουθα :
ΑΥΤΟΣ Ο ΧΙΤΝΑΣ / ΗΡΓΥΡΩΘΗ Κ(ΑΙ) ΕΠΙΧΡΥΣΩΘΗ / ΤΗ ΦΙΛΟΠΟΝΩ ΔΑΠΑΝΗ / ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓ(ΙΟΤΑΤΟΥ) / ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ / Κ ΙΓΝΑΤΙΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1886. ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΜΡ ΘΕΟΥ Η ΣΚΙΑΔΕΝΗ.
Πάνω από το φωτοστέφανο του μικρού Χριστού : ΕΠΙ ΤΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ / ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙ(ΟΤΑΤΟΥ) ΑΓΙΟΥ ΡΟΔΟΥ / Κ ΓΕΡΜΑΝΟΥ / ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ / 1886 ΝΟΕΜΒ ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΜΤΕΛΙ. Δ ΧΡΙΣΟΧΟΟΥ ΚΡΗ ΕΤΟΣ 1886.
Το πρόσωπο της Παναγίας έχει ζωντανά, εκφραστικά γλυκά μάτια, παρά τη σκοτεινιά που άφησε ο χρόνος.
Γύρω από τη Παναγία και το μικρό Χριστό, υπάρχουν σκαλισμένα περίτεχνα άγγελοι, φρούτα, λουλούδια, περικοκλάδες. Η διακόσμηση συμπληρώνεται με φύλλα ροδιάς, σύμβολο γονιμότητας και ζωής. Πάνω στους ώμους, τ’ αστέρια της παρθενίας και της καλοσύνης και οι Άγγελοι ξετυλίγουν πάπυρους με φράσεις από την Αγία Γραφή.
Στη Μονή υπάρχει επίσης ένα σπάνιο Ευαγγέλιο του 1781, έργο τέχνης ή επίτευγμα της τυπογραφίας, το Μηνιαίο (1862) και η παρακλητική παλαιών εκδόσεων κ.ά.
Το σημερινό τέμπλο, είναι αξιόλογο έργο τέχνης, χωρίς βημόθυρο με γλυπτό φυσικό διάκοσμο, με εικόνες μεταβυζαντινής περιόδου, στέκει σε καλή κατάσταση. Μέσα στη μονή υπάρχει ακόμα ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος. Το δάπεδο είναι στρωμένο με άσπρα και μαύρα βότσαλα.
Το κτιριακό συγκρότημα αποτελείται από το οίκημα που ονομάζουν Χαλκήτικα γιατί το ’χτισαν οι Χαλκίτες για να διαμένουν όταν έρχονται να προσκυνήσουν. Γενικά, η Μονή πλαισιώνεται από διάφορα προσκτίσματα, οντάδες και νεόδμητα κτίρια που μπορούν να παράσχουν φιλοξενία στους επισκέπτες. Κυρίως όμως πλαισιώνεται από την πανέμορφη θέα, τη γαλήνη του τοπίου που ενισχύεται από τη χάρη και πνευματική παρουσία της Παναγίας.
Η Μονή έχει λεηλατηθεί από Γερμανούς – Εγγλέζους – Τούρκους και άλλους ιερόσυλους. Το κτιριακό συγκρότημα από θαύμα δεν πειράχτηκε από την πυρκαγιά του 1992 αν και ο παπα – Ιωάννης Κεραμιτζής από τη Σάμο αγκάλιασε την εικόνα και την απομάκρυνε.
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Σκιαδενής συνηθίζεται μέχρι σήμερα να λιτανεύεται από χωριό σε χωριό της Ρόδου, κατά την περίοδο της Σαρακοστής και οι κάτοικοι τις περισσότερες φορές την μεταφέρουν πεζοί.
Την ημέρα της χάρης της, στις 8 Σεπτεμβρίου, που τιμάται το «Γενέσιον της Θεοτόκου», πλήθος πιστών συρρέουν από το νησί της Ρόδου και της Χάλκης.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο ηγούμενος Ιγνάτιος Ζαννετίδης είχε μετατρέψει τη Μονή σε ίδρυμα κυνηγημένων και απελπισμένων γυναικών. Ως δεύτερη Μητρόπολη, έβγαζε άδειες γάμου και βαπτίσεων. (Την περίοδο εκείνη ο Μητροπολίτης Συνέσιος, προσκληθέντος δε του Πατριάρχου, ανεχώρησεν στην Κων/πολιν και άφησεν στη θέση του τον Ιγνάτιο ως αρχιερατικό επίτροπο για όλη τη Ρόδο και τα νησιά Σύμη, Τήλο, Χάλκη, Νίσυρο, Καστελλόριζο).
Εκτός από τον τρόπο εύρεσης της εικόνας της Παναγίας, σας παραθέτουμε και μερικά θαύματα ακόμη :
Ι) Στα χρόνια των πειρατών ανάγεται η ακόλουθη ιστορία. Ένα πειρατικό πλοίο, έριξε άγκυρα κοντά στη θάλασσια περιοχή του βουνού Σκιάδι. Οι πειρατές που γνώριζαν πως η Εκκλησία έχει τιμαλφή, ανέβηκαν στο μοναστήρι και άρχισαν να λεηλατούν. Άρπαξαν και το εικόνισμα της Μεγαλόχαρης. Όταν όμως επέστρεψαν στο σκάφος, το πλοίο μαρμάρωσε. Οι χριστιανοί το απέδωσαν σε θαύμα της Παναγίας Σκιαδενής. Στη θαλάσσια περιοχή από Μεσαναγρό προς Σκιάδι, υπάρχει ένα μικρό νησί που μοιάζει με πετρωμένο πειρατικό καράβι. Το ονομάζουν «πετροκάραβο» ή «Χτενιά» ή «Χτενιές».
ΙΙ) Ο Αναστάσιος Βρόντης, στη «Ροδιακή Λαογραφία» μας περιγράφει άλλο ένα θαύμα της Παναγίας Σκιαδενής, στη ροδιακή διάλεκτο και το μεταφέρουμε όπως έχει :
«Ένας Τούρκος αγάς σε καιρόν Τουρκίας δεν επίστευε στα θαύματα της Παναγίας κι εκειδά που γύριζαν το κόνισμα, το κάρφωσε με την κάμαν του. Για μιας έτρεξεγ γαίμαν που την εικόναν και το χέρι του αγά εκουλλάθη. Το μετάδεν ο Τούρκος κι επαρακάλεσεν την Παναγιάν να τον γιάνη και να χαρίσει στο μοναστήρι ούλα τα χωράφια του, πούχεν εκειά κοντά. Η Παναγιά τον εσυγχώρησε έκαμεν καλά το χέρι του και ούλα τα χωράφια του αγά εγίνασι ιδιοχτησία του μοναστηριού».
Αλλού αναφέρεται : Η Παναγία δέχτηκε τη μετάνοιά του και τον θεράπευσε. Τότε ο Τούρκος αξιωματούχος με επίσημα έγγραφα, που σώζονται μέχρι σήμερα, δώρισε στην Ι.Μ. Παναγίας Σκιαδενής όση έκταση μπορούσε να δει από την αυλή του μοναστηριού.
ΙΙΙ) Η παράδοση, λέει πως υπήρχε ένας αγριόχοιρος που επρόκειτο να καταστρέψει τα σπαρτά του Χιλιομοδιού της πιο εύφορης πεδιάδας της Απολακκιάς. Η Παναγιά τον πέτρωσε και τον πέταξε σε ένα βράχο στη θαλάσσια περιοχή. Το βραχονήσι αυτό ονομάζουν «Μαντήλα».
Στο Μοναστήρι σήμερα, εκτός από την εικόνα της Σκιαδενής, έργο του 1886, υπάρχουν και άλλες 4 εικόνες που απεικονίζουν : Τον Ιησού Χριστό, τον Άγιο Ιωάννη, τον Άγιο Νικόλαο και τη Γέννηση της Θεοτόκου. Οι εικόνες αυτές, έργα του 1885, είναι δωρεές Χαλκιτών και διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση.
Το Καθολικό της Μονής ανακαινίστηκε τελευταία και αγιογραφήθηκε από τον αγιορείτη μοναχό Παϊσιο Επίσης εξοπλίστηκε με νέα λειτουργικά σκεύη. Η Μονή διοικείται από επιτροπή στην οποία προεδρεύει ο Μητροπολίτης Ρόδου κ.κ. Κύριλλος. Η Παναγία η Σκιαδενή πολιούχος πλέον της Νοτίας Ρόδου έχει μια μοναδική ιστορία και λιτή ομορφιά που γέννησε η φύση, ανέθρεψαν οι άνθρωποι και ευλόγησε ο Θεός.


Αναζήτηση