Τη Κυριακή 14 Αυγούστου θα τελεστεί ο Όρθρος και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ρουάντας και Μπουρούντι κ. Σάββα.
Εν συνεχεία θα ψαλλούν τα εγκώμια της Παναγίας και θα ακολουθήσει η περιφορά του Επιταφίου.
Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ της Θεοτόκου
Ὤ πόσο πρωτοφανῆ καί ὑπέροχα εἶναι τά μυστήρια τῆς Παρθένου. Ὤ πόσο θαυμαστή αὐτή ἡ δικαιοσύνη! Ὤ μεγαλεῖο ψυχῆς, πού μέ τέτοια ἁγνότητα στόλισε τό σῶμα της! Ὤ σῶμα πού ξεπερνώντας τή φύση του τόσο πολύ ὑψώθηκε μαζί μέ τήν ψυχή! Ὤ φῶς λαμπρό πού καταύγασε ἐκεῖνο τό νοῦ! «Τί νά πῶ καί τί νά διαλαλήσω»; ρωτάει ἔκπληκτος ὁ προφήτης (Δαν. 10,17). Τόν Θεό, πού κανένας ποτέ δέν περιέλαβε τόπος, πού ἡ κτίση ὅλη –κι ἄν ἀκόμα γίνει μύριες φορές μεγαλύτερη– δέν τόν χωρεῖ, Αὐτόν τόν περιέβαλε μέ τό αἷμα της ἡ Παρθένος. Κι ὄχι ἁπλῶς τόν περιέβαλε, ἀλλά τοῦ ὕφανε μέ τό αἷμα της τέτοιο χιτώνα, πού ἀπό κάθε ἄποψη νά ταιριάζει στό βασιλιά. Αὐτή ἡ ἕνωση οὔτε μπορεῖ νά γίνει παράδειγμα σέ τίποτε ἄλλο οὔτε ἀπό κανένα ἄλλο παράδειγμα μπορεῖ νά ἐκφρασθεῖ. Ἀλλά εἶναι μιά ἕνωση μοναδική, πρωτοφανής καί ἀνεπανάληπτη. Γιατί τό αἷμα τῆς μακαρίας ἔγινε αἷμα Θεοῦ –πῶς νά τό ἐκφράσω;– καί, συμμετέχοντας τόσο στενά σέ κάθετι πού Αὐτός εἶχε, ἀναδείχθηκε ὁμότιμο καί ὁμόθρονο καί ὁμόθεο μέ τή θεία φύση. Σέ τέτοιο ὕψος ἁγιότητος ἔφθασε ἡ Παρθένος, τόσο ἡ ἀρετή της ξεπερνᾶ κάθε ἀνθρώπινο νοῦ!
Ἄνθρωπος ἦταν. Ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐβλάστησε. Κι ἦταν μέτοχος σέ κάθε κοινό χαρακτηριστικό τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Δέν κληρονόμησε ὅμως τήν ἴδια νοοτροπία οὔτε παρασύρθηκε ἀπό τήν τόσο μεγάλη κακία πού ἐπικρατεῖ σ' αὐτή τή ζωή. Ἀλλά νίκησε τήν ἁμαρτία κι ἀντιστάθηκε στή φθορά τῆς φύσεώς μας κι ἔδωσε τέλος στήν κακία. Ἔγινε ἔτσι αὐτή ἡ ἴδια ἁγία ἀπαρχή καί βάδισε πρώτη καί ὑπῆρξε ὁδηγός τῶν ἀνθρώπων στό δρόμο πρός τόν Θεό. Γιατί διατήρησε τή θέλησή της τόσο καθαρή, σάν νά ἦταν μόνη της σ' αὐτή τή ζωή, σάν νά μήν ὑπῆρχε κανείς ἄλλος ἄνθρωπος οὔτε κανένα ἄλλο πλάσμα νά εἶχε ποτέ δημιουργηθεῖ, σάν νά βρισκόταν μόνη μπροστά στόν μόνο Θεό. Δέν συγκέντρωσε τήν προσοχή της σέ κανένα ἀπό τά κτίσματα οὔτε προσηλώθηκε σέ τίποτε ἀπολύτως ἀπό ὅ,τι ὑπάρχει στόν κόσμο. Ἀλλά ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή πού ἦρθε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους τούς ἀποχωρίσθηκε κατά τό καλύτερο μέρος. Κι ἔτσι, ἔχοντας ξεπεράσει ὅλη τήν κτίση, τή γῆ, τόν οὐρανό, τόν ἥλιο, τά ἀστέρια, τόν ἴδιο τό χορό τῶν Ἀγγέλων, πού περιβάλλει τόν Θεό, δέν σταμάτησε παρά ἀφοῦ ἑνώθηκε μέ τόν καθαρό Θεό, ἡ καθαρή. Κι ἀναδείχθηκε ἱερώτερη ἀπό τίς θυσίες, τιμιώτερη ἀπό τά θυσιαστήρια γιά τόν Θεό, τόσο πιό ἅγια ἀπό τούς δικαίους καί τούς προφῆτες καί τούς ἱερεῖς, ὅσο ἁγιώτερος ἀπό αὐτούς πού ἁγιάζονται εἶναι ἐκεῖνος πού τούς ἁγιάζει. Γιατί βέβαια κανείς δέν ἦταν ἅγιος πρίν γεννηθεῖ ἡ μακαρία. Αὐτή πρώτη καί μοναδική, ἀπαλλαγμένη ἐντελῶς ἀπό τήν ἁμαρτία, παρουσιάσθηκε νά εἶναι πραγματικά ἁγία, καί ἁγία ἁγίων κι ὅ,τι ἀκόμη περισσότερο θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ. Κι ἄνοιξε καί στούς ἄλλους τήν πόρτα τῆς ἁγιοσύνης μέ τό νά ἔχει προετοιμασθεῖ κατάλληλα γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Σωτήρα, ἀπό ὅπου ἦλθε ἡ ἁγιότητα καί στούς προφῆτες καί στούς ἱερεῖς καί σέ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἀξιώθηκε νά συμμετάσχει στά θεῖα μυστήρια.
Γιατί ὁ καρπός τῆς Παρθένου εἶναι ἐκεῖνος πού πρῶτος καί μόνος ἔφερε τήν ἁγιότητα στόν κόσμο. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ μακάριος Παῦλος: «πρόδρομος γιά χάρη μας εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς εἰς τά ἅγια» (Ἑβρ. 6,20). Γιατί, ἄν συμβαίνει νά λέγεται ὅτι καί πρίν νά ἔρθει ὁ Σωτήρας πολλοί ἄνθρωποι ἀξιώθηκαν νά ἔχουν αὐτή τήν ἐπωνυμία, αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι ἔλαβαν μέρος στά μυστήρια τῆς θείας οἰκονομίας, συμμετέχοντας στίς προτυπώσεις τους. Γι’ αὐτό τό λόγο λέγει ὁ Παῦλος ὅτι καί πρίν ἀκόμη «ὀνειδισθεῖ» ὁ Χριστός, ὁ Μωυσῆς προτίμησε «ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τόν ὀνειδισμό τοῦ Χριστοῦ» (11,26). Καί ἀκόμη, γιά νά μπορέσουν νά εἶναι καλά παρασκευασμένοι γιά τήν ἀληθινή ἁγιότητα κι ἕτοιμοι νά ὑποδεχθοῦν, τήν ἀκτίνα ἐκείνη ἀπό τήν ὁποία ἀνέτειλε ἡ σωτηρία. Μέ αὐτά συμφωνεῖ ἀκριβῶς ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας: «ὑπέρ αὐτῶν ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰωάν. 17,19). Ἔτσι καταλαβαίνουμε πώς οἱ παλιοί ἐκεῖνοι ἅγιοι, μιά καί ὁ Σωτήρας δέν εἶχε ἀκόμη φανερωθεῖ, δέχθηκαν τόν ἁγιασμό διαμέσου σκιῶν καί συμβόλων.
Ἔπρεπε βέβαια νά λάβει μέρος σέ κάθετι πού ἔκανε ὁ Υἱός της γιά τή σωτηρία μας. Ὅπως τοῦ μετέδωκε τό αἷμα καί τή σάρκα της κι ἔλαβε ἀμοιβαῖα μέρος στίς δικές του χάριτες, κατά τόν ἴδιο τρόπο ἔλαβε μέρος καί σέ ὅλους τούς πόνους καί τήν ὀδύνη του. Κι αὐτός βέβαια καρφωμένος στό σταυρό δέχθηκε στήν πλευρά τήν λόγχη, ἐνῶ διαπέρασε τήν καρδιά τῆς Παρθένου ρομφαία, ὅπως ἀνήγγειλε ὁ ἁγιώτατος Συμεών. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὅλα τά ἄλλα μαρτύρια τά προξενοῦσαν οἱ «κύνες» ἐκεῖνοι ἀπό κοινοῦ στόν Υἱό καί στή μητέρα. Τό ἴδιο κι ὅταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τόν κατηγοροῦσαν σάν ἀλαζόνα κι ὅταν τόν ὀνόμαζαν πλάνο κι ἀγωνίζονταν ν' ἀποδείξουν τήν πλάνη του.
Ἔτσι, χάρις σ' αὐτές τίς ὁμοιότητες αὐτή ἦταν ἡ πρώτη πού ἔγινε «σύμμορφος» μέ τό θάνατο τοῦ Σωτήρα καί γι’ αὐτό ἔλαβε πρίν ἀπό ὅλους μέρος καί στήν ἀνάστασή Του. Γιατί, ὅταν ὁ Υἱός της διέλυσε τήν τυραννία τοῦ Ἅδη κι ἀναστήθηκε, τόν εἶδε βέβαια καί τόν ἄκουσε καί τόν προέπεμψε, ὅσο ἦταν δυνατόν, καθώς ἔφευγε γιά τόν οὐρανό καί πῆρε, μετά τήν Ἀνάληψη, τή θέση του ἀνάμεσα στούς Ἀποστόλους καί τούς ἄλλους συντρόφους του, αὐξάνοντας ἔτσι τίς εὐεργεσίες μέ τίς ὅποιες Ἐκεῖνος εὐεργέτησε τήν ἀνθρώπινη φύση, «ἀναπληρώνοντας», δηλαδή, πιό ἄξια ἀπό ὅλους «τά ὑστερήματα τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1,24). Γιατί σέ ποιόν ἄλλο μποροῦσε ὅλα αὐτά νά ταιριάζουν παρά στή μητέρα;
Ἦταν ὅμως ἀνάγκη ἡ παναγία ἐκείνη ψυχή νά χωρισθεῖ ἀπό τό ὑπεράγιο ἐκεῖνο σῶμα. Καί χωρίζεται βέβαια καί ἑνώνεται μέ τήν ψυχή τοῦ Υἱοῦ της, μέ τό πρῶτο φῶς ἑνώνεται τό δεύτερο. Καί τό σῶμα, ἀφοῦ ἔμεινε γιά λίγο στή γῆ, ἀναχώρησε κι αὐτό μαζί μέ τήν ψυχή. Γιατί ἔπρεπε νά πέρασει ἀπό ὅλους τούς δρόμους ἀπό τούς ὁποίους πέρασε ὁ Σωτήρας, νά λάμψει καί στούς ζωντανούς καί στούς νεκρούς, νά ἁγιάσει διαμέσου ὅλων τήν ἀνθρώπινη φύση καί νά λάβει ἀμέσως μετά τόν ἁρμόζοντα τόπο. Τό δέχθηκε ἔτσι γιά λίγο ὁ τάφος, τό παρέλαβε δέ καί ὁ οὐρανός, αὐτό τό πνευματικό σῶμα, τήν καινή γῆ, τό θησαυρό τῆς δικῆς μας ζωῆς, τό τιμιώτερο ἀπό τούς Ἀγγέλους, τό ἁγιώτερο ἀπό τούς Ἀρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε ἔτσι ὁ θρόνος στό βασιλιά, ὁ παράδεισος στό ξύλο τῆς ζωῆς, ὁ δίσκος στό φῶς, στόν καρπό τό δένδρο, ἡ μητέρα στόν Υἱό, ἀξία καθόλα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρώπινου γένους.
Ποιός λόγος εἶναι ἀρκετός γιά νά ὑμνήσει, ὤ μακαρία, τήν ἀρετή σου, τίς χάριτες πού σοῦ δώρισε ὁ Σωτήρας, αὐτές πού Σύ δώρισες στήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων; Κανείς, ἔστω κι ἄν «λαλεῖ τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων», ὅπως θά ΄λεγε ὁ Παῦλος (Α΄ Κορ. 13,1). Προσωπικά μοῦ φαίνεται ὅτι τό νά καταλαβαίνει κανείς καί νά διακηρύσσει σωστά καί ὅπως πρέπει τά μεγαλεῖα Σου ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς αἰώνιας μακαριότητας, πού ἀπόκειται στούς δικαίους. Τά δικά Σου μεγαλεῖα ἀνήκουν μόνο στό χῶρο ἐκεῖνο ὅπου ὁ οὐρανός εἶναι καινός καί ἡ γῆ καινή, τό χῶρο πού φωτίζεται ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος Ἥλιος οὔτε προηγεῖται οὔτε ἕπεται ἀπό τό σκοτάδι, ἐκεῖ ὅπου ὑμνητής τῶν μεγαλείων Σου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας καί Ἄγγελοι αὐτοί πού χειροκροτοῦν. Σ' αὐτόν μόνο πράγματι τό χῶρο μπορεῖ νά Σοῦ προσφερθεῖ ἡ ὑμνωδία πού Σοῦ ἀξίζει. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύνατον νά ὁλοκληρώσουμε τήν ὕμνησή Σου. Τόσο μόνο μποροῦμε νά Σέ ὑμνήσουμε, ὅσο χρειάζεται γιά νά ἁγιάσουμε τή γλώσσα καί τήν ψυχή μας. Γιατί καί μόνο ἕνας λόγος καί μιά ἀνάμνηση, πού ἀναφέρεται σέ κάποιο ἀπό τά δικά Σου μεγαλεῖα, ἀνυψώνει τήν ψυχή καί κάνει καλύτερο τό νοῦ καί μᾶς μετατρέπει ὅλους ἀπό σαρκικούς σέ πνευματικούς καί ἀπό βέβηλους σέ ἁγίους.
Ἀλλ', ὦ Παρθένε, Σύ πού εἶσαι κάθε ἀγαθό, κάθετι πού ξέρουμε σ' αὐτή τή ζωή κι ὅ,τι θά μάθουμε, ὅταν ἀφήσουμε τόν κόσμο! Ὤ Σύ, πού ἀρχίζοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου ὁδήγησες καί τούς ἄλλους πρός τή μακαριότητα καί τήν ἁγιωσύνη ! Ὤ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί φῶς τοῦ κόσμου καί ὁδός πού ὁδηγεῖ στόν Σωτήρα καί θύρα καί ζωή, Σύ πού εἶσαι ἀξία νά ὀνομάζεσαι μέ ὅλα ἐκεῖνα τά ὀνόματα μέ τά ὅποια προσφωνήθηκε γιά τή σωτηρία πού μᾶς χάρισε ὁ Σωτήρας.
Ὤ Σύ Παρθένε, πού εἶσαι ἀνώτερη ἀπό κάθε ἔπαινο κι ἀπό κάθε ὄνομα, πού θά μποροῦσε νά σέ χαρακτηρίσει, δῶσε νά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε καί νά ψάλλουμε κάπως καλύτερα τά μεγαλεῖα Σου καί τώρα, σ' αὐτή τή ζωή, καί μετά ἀπό αὐτήν, στήν αἰωνία. Ἀμήν.
[Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εἰς τήν πάνσεπτον καί ὑπερένδοξον κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν καί παναχράντου Θεοτόκου. P.G. 19, 495-510. Ἡ Θεομήτωρ, τρεῖς θεομητορικές ὁμιλίες, 4η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 1995), 163-221. Ἀπόσπασμα]
Ἄνθρωπος ἦταν. Ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐβλάστησε. Κι ἦταν μέτοχος σέ κάθε κοινό χαρακτηριστικό τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Δέν κληρονόμησε ὅμως τήν ἴδια νοοτροπία οὔτε παρασύρθηκε ἀπό τήν τόσο μεγάλη κακία πού ἐπικρατεῖ σ' αὐτή τή ζωή. Ἀλλά νίκησε τήν ἁμαρτία κι ἀντιστάθηκε στή φθορά τῆς φύσεώς μας κι ἔδωσε τέλος στήν κακία. Ἔγινε ἔτσι αὐτή ἡ ἴδια ἁγία ἀπαρχή καί βάδισε πρώτη καί ὑπῆρξε ὁδηγός τῶν ἀνθρώπων στό δρόμο πρός τόν Θεό. Γιατί διατήρησε τή θέλησή της τόσο καθαρή, σάν νά ἦταν μόνη της σ' αὐτή τή ζωή, σάν νά μήν ὑπῆρχε κανείς ἄλλος ἄνθρωπος οὔτε κανένα ἄλλο πλάσμα νά εἶχε ποτέ δημιουργηθεῖ, σάν νά βρισκόταν μόνη μπροστά στόν μόνο Θεό. Δέν συγκέντρωσε τήν προσοχή της σέ κανένα ἀπό τά κτίσματα οὔτε προσηλώθηκε σέ τίποτε ἀπολύτως ἀπό ὅ,τι ὑπάρχει στόν κόσμο. Ἀλλά ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή πού ἦρθε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους τούς ἀποχωρίσθηκε κατά τό καλύτερο μέρος. Κι ἔτσι, ἔχοντας ξεπεράσει ὅλη τήν κτίση, τή γῆ, τόν οὐρανό, τόν ἥλιο, τά ἀστέρια, τόν ἴδιο τό χορό τῶν Ἀγγέλων, πού περιβάλλει τόν Θεό, δέν σταμάτησε παρά ἀφοῦ ἑνώθηκε μέ τόν καθαρό Θεό, ἡ καθαρή. Κι ἀναδείχθηκε ἱερώτερη ἀπό τίς θυσίες, τιμιώτερη ἀπό τά θυσιαστήρια γιά τόν Θεό, τόσο πιό ἅγια ἀπό τούς δικαίους καί τούς προφῆτες καί τούς ἱερεῖς, ὅσο ἁγιώτερος ἀπό αὐτούς πού ἁγιάζονται εἶναι ἐκεῖνος πού τούς ἁγιάζει. Γιατί βέβαια κανείς δέν ἦταν ἅγιος πρίν γεννηθεῖ ἡ μακαρία. Αὐτή πρώτη καί μοναδική, ἀπαλλαγμένη ἐντελῶς ἀπό τήν ἁμαρτία, παρουσιάσθηκε νά εἶναι πραγματικά ἁγία, καί ἁγία ἁγίων κι ὅ,τι ἀκόμη περισσότερο θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ. Κι ἄνοιξε καί στούς ἄλλους τήν πόρτα τῆς ἁγιοσύνης μέ τό νά ἔχει προετοιμασθεῖ κατάλληλα γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Σωτήρα, ἀπό ὅπου ἦλθε ἡ ἁγιότητα καί στούς προφῆτες καί στούς ἱερεῖς καί σέ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἀξιώθηκε νά συμμετάσχει στά θεῖα μυστήρια.
Γιατί ὁ καρπός τῆς Παρθένου εἶναι ἐκεῖνος πού πρῶτος καί μόνος ἔφερε τήν ἁγιότητα στόν κόσμο. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ μακάριος Παῦλος: «πρόδρομος γιά χάρη μας εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς εἰς τά ἅγια» (Ἑβρ. 6,20). Γιατί, ἄν συμβαίνει νά λέγεται ὅτι καί πρίν νά ἔρθει ὁ Σωτήρας πολλοί ἄνθρωποι ἀξιώθηκαν νά ἔχουν αὐτή τήν ἐπωνυμία, αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι ἔλαβαν μέρος στά μυστήρια τῆς θείας οἰκονομίας, συμμετέχοντας στίς προτυπώσεις τους. Γι’ αὐτό τό λόγο λέγει ὁ Παῦλος ὅτι καί πρίν ἀκόμη «ὀνειδισθεῖ» ὁ Χριστός, ὁ Μωυσῆς προτίμησε «ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τόν ὀνειδισμό τοῦ Χριστοῦ» (11,26). Καί ἀκόμη, γιά νά μπορέσουν νά εἶναι καλά παρασκευασμένοι γιά τήν ἀληθινή ἁγιότητα κι ἕτοιμοι νά ὑποδεχθοῦν, τήν ἀκτίνα ἐκείνη ἀπό τήν ὁποία ἀνέτειλε ἡ σωτηρία. Μέ αὐτά συμφωνεῖ ἀκριβῶς ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας: «ὑπέρ αὐτῶν ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰωάν. 17,19). Ἔτσι καταλαβαίνουμε πώς οἱ παλιοί ἐκεῖνοι ἅγιοι, μιά καί ὁ Σωτήρας δέν εἶχε ἀκόμη φανερωθεῖ, δέχθηκαν τόν ἁγιασμό διαμέσου σκιῶν καί συμβόλων.
Ἔπρεπε βέβαια νά λάβει μέρος σέ κάθετι πού ἔκανε ὁ Υἱός της γιά τή σωτηρία μας. Ὅπως τοῦ μετέδωκε τό αἷμα καί τή σάρκα της κι ἔλαβε ἀμοιβαῖα μέρος στίς δικές του χάριτες, κατά τόν ἴδιο τρόπο ἔλαβε μέρος καί σέ ὅλους τούς πόνους καί τήν ὀδύνη του. Κι αὐτός βέβαια καρφωμένος στό σταυρό δέχθηκε στήν πλευρά τήν λόγχη, ἐνῶ διαπέρασε τήν καρδιά τῆς Παρθένου ρομφαία, ὅπως ἀνήγγειλε ὁ ἁγιώτατος Συμεών. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὅλα τά ἄλλα μαρτύρια τά προξενοῦσαν οἱ «κύνες» ἐκεῖνοι ἀπό κοινοῦ στόν Υἱό καί στή μητέρα. Τό ἴδιο κι ὅταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τόν κατηγοροῦσαν σάν ἀλαζόνα κι ὅταν τόν ὀνόμαζαν πλάνο κι ἀγωνίζονταν ν' ἀποδείξουν τήν πλάνη του.
Ἔτσι, χάρις σ' αὐτές τίς ὁμοιότητες αὐτή ἦταν ἡ πρώτη πού ἔγινε «σύμμορφος» μέ τό θάνατο τοῦ Σωτήρα καί γι’ αὐτό ἔλαβε πρίν ἀπό ὅλους μέρος καί στήν ἀνάστασή Του. Γιατί, ὅταν ὁ Υἱός της διέλυσε τήν τυραννία τοῦ Ἅδη κι ἀναστήθηκε, τόν εἶδε βέβαια καί τόν ἄκουσε καί τόν προέπεμψε, ὅσο ἦταν δυνατόν, καθώς ἔφευγε γιά τόν οὐρανό καί πῆρε, μετά τήν Ἀνάληψη, τή θέση του ἀνάμεσα στούς Ἀποστόλους καί τούς ἄλλους συντρόφους του, αὐξάνοντας ἔτσι τίς εὐεργεσίες μέ τίς ὅποιες Ἐκεῖνος εὐεργέτησε τήν ἀνθρώπινη φύση, «ἀναπληρώνοντας», δηλαδή, πιό ἄξια ἀπό ὅλους «τά ὑστερήματα τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1,24). Γιατί σέ ποιόν ἄλλο μποροῦσε ὅλα αὐτά νά ταιριάζουν παρά στή μητέρα;
Ἦταν ὅμως ἀνάγκη ἡ παναγία ἐκείνη ψυχή νά χωρισθεῖ ἀπό τό ὑπεράγιο ἐκεῖνο σῶμα. Καί χωρίζεται βέβαια καί ἑνώνεται μέ τήν ψυχή τοῦ Υἱοῦ της, μέ τό πρῶτο φῶς ἑνώνεται τό δεύτερο. Καί τό σῶμα, ἀφοῦ ἔμεινε γιά λίγο στή γῆ, ἀναχώρησε κι αὐτό μαζί μέ τήν ψυχή. Γιατί ἔπρεπε νά πέρασει ἀπό ὅλους τούς δρόμους ἀπό τούς ὁποίους πέρασε ὁ Σωτήρας, νά λάμψει καί στούς ζωντανούς καί στούς νεκρούς, νά ἁγιάσει διαμέσου ὅλων τήν ἀνθρώπινη φύση καί νά λάβει ἀμέσως μετά τόν ἁρμόζοντα τόπο. Τό δέχθηκε ἔτσι γιά λίγο ὁ τάφος, τό παρέλαβε δέ καί ὁ οὐρανός, αὐτό τό πνευματικό σῶμα, τήν καινή γῆ, τό θησαυρό τῆς δικῆς μας ζωῆς, τό τιμιώτερο ἀπό τούς Ἀγγέλους, τό ἁγιώτερο ἀπό τούς Ἀρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε ἔτσι ὁ θρόνος στό βασιλιά, ὁ παράδεισος στό ξύλο τῆς ζωῆς, ὁ δίσκος στό φῶς, στόν καρπό τό δένδρο, ἡ μητέρα στόν Υἱό, ἀξία καθόλα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρώπινου γένους.
Ποιός λόγος εἶναι ἀρκετός γιά νά ὑμνήσει, ὤ μακαρία, τήν ἀρετή σου, τίς χάριτες πού σοῦ δώρισε ὁ Σωτήρας, αὐτές πού Σύ δώρισες στήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων; Κανείς, ἔστω κι ἄν «λαλεῖ τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων», ὅπως θά ΄λεγε ὁ Παῦλος (Α΄ Κορ. 13,1). Προσωπικά μοῦ φαίνεται ὅτι τό νά καταλαβαίνει κανείς καί νά διακηρύσσει σωστά καί ὅπως πρέπει τά μεγαλεῖα Σου ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς αἰώνιας μακαριότητας, πού ἀπόκειται στούς δικαίους. Τά δικά Σου μεγαλεῖα ἀνήκουν μόνο στό χῶρο ἐκεῖνο ὅπου ὁ οὐρανός εἶναι καινός καί ἡ γῆ καινή, τό χῶρο πού φωτίζεται ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος Ἥλιος οὔτε προηγεῖται οὔτε ἕπεται ἀπό τό σκοτάδι, ἐκεῖ ὅπου ὑμνητής τῶν μεγαλείων Σου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σωτήρας καί Ἄγγελοι αὐτοί πού χειροκροτοῦν. Σ' αὐτόν μόνο πράγματι τό χῶρο μπορεῖ νά Σοῦ προσφερθεῖ ἡ ὑμνωδία πού Σοῦ ἀξίζει. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύνατον νά ὁλοκληρώσουμε τήν ὕμνησή Σου. Τόσο μόνο μποροῦμε νά Σέ ὑμνήσουμε, ὅσο χρειάζεται γιά νά ἁγιάσουμε τή γλώσσα καί τήν ψυχή μας. Γιατί καί μόνο ἕνας λόγος καί μιά ἀνάμνηση, πού ἀναφέρεται σέ κάποιο ἀπό τά δικά Σου μεγαλεῖα, ἀνυψώνει τήν ψυχή καί κάνει καλύτερο τό νοῦ καί μᾶς μετατρέπει ὅλους ἀπό σαρκικούς σέ πνευματικούς καί ἀπό βέβηλους σέ ἁγίους.
Ἀλλ', ὦ Παρθένε, Σύ πού εἶσαι κάθε ἀγαθό, κάθετι πού ξέρουμε σ' αὐτή τή ζωή κι ὅ,τι θά μάθουμε, ὅταν ἀφήσουμε τόν κόσμο! Ὤ Σύ, πού ἀρχίζοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου ὁδήγησες καί τούς ἄλλους πρός τή μακαριότητα καί τήν ἁγιωσύνη ! Ὤ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί φῶς τοῦ κόσμου καί ὁδός πού ὁδηγεῖ στόν Σωτήρα καί θύρα καί ζωή, Σύ πού εἶσαι ἀξία νά ὀνομάζεσαι μέ ὅλα ἐκεῖνα τά ὀνόματα μέ τά ὅποια προσφωνήθηκε γιά τή σωτηρία πού μᾶς χάρισε ὁ Σωτήρας.
Ὤ Σύ Παρθένε, πού εἶσαι ἀνώτερη ἀπό κάθε ἔπαινο κι ἀπό κάθε ὄνομα, πού θά μποροῦσε νά σέ χαρακτηρίσει, δῶσε νά μπορέσουμε νά κατανοήσουμε καί νά ψάλλουμε κάπως καλύτερα τά μεγαλεῖα Σου καί τώρα, σ' αὐτή τή ζωή, καί μετά ἀπό αὐτήν, στήν αἰωνία. Ἀμήν.
[Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εἰς τήν πάνσεπτον καί ὑπερένδοξον κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν καί παναχράντου Θεοτόκου. P.G. 19, 495-510. Ἡ Θεομήτωρ, τρεῖς θεομητορικές ὁμιλίες, 4η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 1995), 163-221. Ἀπόσπασμα]
Πηγή: http://www.imns.gr/
Πρόγραμμα Ιεράς Μονής
Τη Κυριακή 14 Αυγούστου θα τελεστεί ο Όρθρος και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία
χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ρουάντας και Μπουρούντι κ. Σάββα.
Εν συνεχεία θα ψαλλούν τα εγκώμια της Παναγίας και θα ακολουθήσει η περιφορά του Επιταφίου.
χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ρουάντας και Μπουρούντι κ. Σάββα.
Εν συνεχεία θα ψαλλούν τα εγκώμια της Παναγίας και θα ακολουθήσει η περιφορά του Επιταφίου.
Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011
Κυριακή 26 Ιουνίου 2011
Η Σύναξις των Αγίων Απόστολων (30 Ιουνίου)

Στις 30 Ιουνίου η Εκκλησία µας εορτάζει τους Δώδεκα Αποστόλους του Χριστού, την «δωδεκάριθμον φάλαγγα» των πρωταγωνιστών του Πνεύματος, όπως αναφέρει ένας ύμνος της εορτής.
Είναι οι άνθρωποι που τους επέλεξε ο Θεάνθρωπος, για να αποτελέσουν τον πυρήνα της Εκκλησίας και να γίνουν οι συνεχιστές του απολυτρωτικού έργου Του στον κόσμο. Το αποστολικό αξίωμα είναι το πιο τιμητικό αξίωμα στην Εκκλησία. Υπερέχει από κάθε άλλο αξίωμα.
Έφεραν δε εις πέρας την τιμητική αποστολή τους οι Απόστολοι με τη Χάρη και βοήθεια του Παναγίου Πνεύματος, που έλαβαν κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.
Είναι οι άνθρωποι που τους επέλεξε ο Θεάνθρωπος, για να αποτελέσουν τον πυρήνα της Εκκλησίας και να γίνουν οι συνεχιστές του απολυτρωτικού έργου Του στον κόσμο. Το αποστολικό αξίωμα είναι το πιο τιμητικό αξίωμα στην Εκκλησία. Υπερέχει από κάθε άλλο αξίωμα.
Έφεραν δε εις πέρας την τιμητική αποστολή τους οι Απόστολοι με τη Χάρη και βοήθεια του Παναγίου Πνεύματος, που έλαβαν κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.
Δεν είχαν κατά κόσµον προσόντα, στα οποία θα μπορούσαν να βασισθούν και να προχωρήσουν στο έργο της διαδόσεως του Ευαγγελίου. Ωραία ερωτά ο Ιερός Χρυσόστομος: «Tίνι γάρ ἐθάρρουν;». Πού μπορούσαν να στηριχθούν και να έχουν θάρρος για το έργο τους; «Τῇ δεινότητι τῶν λόγων;», στη ρητορική τους μήπως ικανότητα; «Ἀλλά πάντων ἦσαν ἀμαθέστεροι», απαντά ο ίδιος ιερός Πατήρ. Ήσαν αγράμματοι ψαράδες. Αλλά μήπως μπορούσαν να βασισθούν, συνεχίζει ο Χρυσόστομος, «τῇ περιουσίᾳ τῶν χρημάτων;», στον πλούτο τους; «Ἀλλ’ οὐδέ ράβδον, οὐδέ ὑποδήματα εἶχον», ήσαν δηλαδή πάμπτωχοι υλικά. «Ἀλλά τῇ περιφανείᾳ του γένους;», επιμένει να ερωτά ο Άγιος. Μήπως κατήγοντο από κάποιο ξακουστό γένος και αυτό τους έδινε «αέρα» και θάρρος; «Ἀλλ’ εὐτελεῖς ἦσαν καί ἐξ εὐτελῶν», απαντά. Ήσαν άνθρωποι άσημοι του άπλου λαού, παιδιά φτωχών γονέων με τίποτε το εντυπωσιακό κατά κόσµον (ΕΠΕ 12,370).
Και όμως αυτοί οι άσημοι, οι αγράμματοι και φτωχοί, με τη χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ανέτρεψαν το κατεστημένο των αιώνων, φώτισαν τη σκοτισμένη ανθρωπότητα, άνοιξαν την μετά Χριστόν εποχή στην ιστορία του κόσμου, εξευγένισαν με το κήρυγμα του Ευαγγελίου τα ήθη και εξαγίασαν με τη Χάρη των Μυστηρίων της Εκκλησίας τους ανθρώπους.
Η προσφορά των Αγίων Αποστολών στην ιστορία του πολιτισμού είναι θεμελιώδης. Έθεσαν τα ισχυρά και αδιάσειστα θεμέλια, για να μπορεί να ζει ο κόσμος µας. Και αν σήμερα παραπαίει ο κόσμος, είναι γιατί δεν θέλει να στηρίζεται στα ακλόνητα εκείνα θεμέλια, τα οποία έθεσαν βαθιά στη γη μας οι Αγιοπνευματοκίνητοι εκείνοι άνθρωποι, οι οποίοι κήρυξαν στην τότε γνωστή οικουμένη το Ευαγγέλιο. Υπέγραψαν δε το κήρυγμά τους με το αίμα τους, με την ζωή τους. Σύμφωνα με τον «Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, οι άγιοι Απόστολοι περάτωσαν την αποστολή τους ως εξής:
Οι πρωτοκορυφαίοι Πέτρος και Παύλος μαρτύρησαν στη Ρώμη , ο πρώτος με σταυρικό θάνατο, με την κεφαλή του προς τη γη, και ο δεύτερος με αποκεφαλισμό.
Ο άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος μαρτύρησε στην Πάτρα, σε σταυρό με σχήμα Χ.
Ο άγιος Ιάκωβος, ο αδελφός του αγίου Ιωάννου, θανατώθηκε, πρώτος από όλους τους Αποστόλους, από τον Ηρώδη τον Αγρίππα με αποκεφαλισμό στα Ιεροσόλυμα.
Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής εξορίσθηκε στην Πάτμο και τελικά πέθανε στην Έφεσο.
Ο άγιος Φίλιππος σταυρώθηκε στην Ιεράπολη της Συρίας.
Ο άγιος Θωμάς τρυπήθηκε με ακόντια και λόγχες στη χώρα των Ινδών και παρέδωσε εκεί την ψυχή του.
Ο άγιος Βαρθολομαίος σταυρώθηκε στην Ουρβανούπολη της Ινδίας.
Ο άγιος Ματθαίος μαρτύρησε διά λιθοβολισμού και πυρός στην Ιεράπολη της Συρίας.
Ο άγιος Ιάκωβος ο του Αλφαίου περάτωσε το αποστολικό έργο του κρεμασμένος σ’ ένα σταυρό.
Ο άγιος Σίμων ο Ζηλωτής και Κανανίτης παρέδωσε το πνεύμα του καρφωμένος σ’ ένα σταυρό στη Μαυριτανία της Αφρικής.
Ο άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος θανατώθηκε με τόξα στη Μεσοποταμία κρεμασμένος σ’ ένα δέντρο.
Τέλος, ο άγιος Ματθίας, που πήρε τη θέση του προδότη Ιούδα, παρέδωσε την ψυχή του με φρικτά βασανιστήρια στην Αιθιοπία.
Αυτοί ήσαν οι άγιοι Απόστολοι, τα εκλεκτά δοχεία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, οι Φωτοδότες που με το κήρυγμα και τη ζωή τους έδωσαν υψηλό, ουσιαστικό νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Οι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι, που εμπνέουν και σήμερα όσους θέλουν να ζουν μια ζωή αληθινά πνευματική.
Και όμως αυτοί οι άσημοι, οι αγράμματοι και φτωχοί, με τη χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος ανέτρεψαν το κατεστημένο των αιώνων, φώτισαν τη σκοτισμένη ανθρωπότητα, άνοιξαν την μετά Χριστόν εποχή στην ιστορία του κόσμου, εξευγένισαν με το κήρυγμα του Ευαγγελίου τα ήθη και εξαγίασαν με τη Χάρη των Μυστηρίων της Εκκλησίας τους ανθρώπους.
Η προσφορά των Αγίων Αποστολών στην ιστορία του πολιτισμού είναι θεμελιώδης. Έθεσαν τα ισχυρά και αδιάσειστα θεμέλια, για να μπορεί να ζει ο κόσμος µας. Και αν σήμερα παραπαίει ο κόσμος, είναι γιατί δεν θέλει να στηρίζεται στα ακλόνητα εκείνα θεμέλια, τα οποία έθεσαν βαθιά στη γη μας οι Αγιοπνευματοκίνητοι εκείνοι άνθρωποι, οι οποίοι κήρυξαν στην τότε γνωστή οικουμένη το Ευαγγέλιο. Υπέγραψαν δε το κήρυγμά τους με το αίμα τους, με την ζωή τους. Σύμφωνα με τον «Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, οι άγιοι Απόστολοι περάτωσαν την αποστολή τους ως εξής:
Οι πρωτοκορυφαίοι Πέτρος και Παύλος μαρτύρησαν στη Ρώμη , ο πρώτος με σταυρικό θάνατο, με την κεφαλή του προς τη γη, και ο δεύτερος με αποκεφαλισμό.
Ο άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος μαρτύρησε στην Πάτρα, σε σταυρό με σχήμα Χ.
Ο άγιος Ιάκωβος, ο αδελφός του αγίου Ιωάννου, θανατώθηκε, πρώτος από όλους τους Αποστόλους, από τον Ηρώδη τον Αγρίππα με αποκεφαλισμό στα Ιεροσόλυμα.
Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής εξορίσθηκε στην Πάτμο και τελικά πέθανε στην Έφεσο.
Ο άγιος Φίλιππος σταυρώθηκε στην Ιεράπολη της Συρίας.
Ο άγιος Θωμάς τρυπήθηκε με ακόντια και λόγχες στη χώρα των Ινδών και παρέδωσε εκεί την ψυχή του.
Ο άγιος Βαρθολομαίος σταυρώθηκε στην Ουρβανούπολη της Ινδίας.
Ο άγιος Ματθαίος μαρτύρησε διά λιθοβολισμού και πυρός στην Ιεράπολη της Συρίας.
Ο άγιος Ιάκωβος ο του Αλφαίου περάτωσε το αποστολικό έργο του κρεμασμένος σ’ ένα σταυρό.
Ο άγιος Σίμων ο Ζηλωτής και Κανανίτης παρέδωσε το πνεύμα του καρφωμένος σ’ ένα σταυρό στη Μαυριτανία της Αφρικής.
Ο άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος θανατώθηκε με τόξα στη Μεσοποταμία κρεμασμένος σ’ ένα δέντρο.
Τέλος, ο άγιος Ματθίας, που πήρε τη θέση του προδότη Ιούδα, παρέδωσε την ψυχή του με φρικτά βασανιστήρια στην Αιθιοπία.
Αυτοί ήσαν οι άγιοι Απόστολοι, τα εκλεκτά δοχεία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, οι Φωτοδότες που με το κήρυγμα και τη ζωή τους έδωσαν υψηλό, ουσιαστικό νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Οι αληθινά πνευματικοί άνθρωποι, που εμπνέουν και σήμερα όσους θέλουν να ζουν μια ζωή αληθινά πνευματική.
Πηγή: http://www.xfd.gr/
Σάββατο 4 Ιουνίου 2011
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος - Δέησις αμαρτωλοῦ
Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ καλὸ ὄνομα, ὁ γλυκασμός μου, ἡ ἐπιθυμία μου καὶ ἡ ἐλπίδα μου, σὺ ποὺ ἔγινες ἄνθρωπος γιὰ μᾶς καὶ τακτοποίησες τὰ πάντα μὲ σοφία γιὰ τὴ σωτηρία μας! Σὲ δοξάζω, Κύριε Θεέ μου, μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου. Γονατίζω μπροστά Σου μὲ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μου καὶ ἐξομολογοῦμαι τὶς ἁμαρτίες μου. Σκῦψε καὶ σὺ καὶ ἄκουσε τὴ δέησή μου καὶ συγχώρησε τὴν ἀσέβειά μου.Ἁμάρτησα, ἀνόμησα, ἐπλημμέλησα, παρώξυνα καὶ παραπίκρανα Ἐσένα τὸν ἀγαθό μου Κύριο καὶ τροφέα καὶ προστάτη. Δὲν ὑπάρχει εἶδος κακίας ποὺ δὲν ἔκανα μὲ ἔργο καὶ μὲ λόγο, ἐν γνώσει καὶ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ μὲ ἐνθυμήσεις καὶ σκέψεις πονηρὲς πολὺ ἁμάρτησα. Καὶ ὅσες φορὲς ὑποσχέθηκα νὰ μετανοήσω ἄλλες τόσες ξανάκανα τὰ ἴδια. Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ μετρηθοῦν οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς παρὰ οἱ ἁμαρτίες μου. Ἔφτασαν καὶ πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου ἀκόμα! Γιατὶ ἀπὸ τὰ νιάτα μου καὶ μέχρι σήμερα ἄνοιξα τὶς πόρτες τῆς ψυχῆς μου στὶς ἄτοπες ἐπιθυμίες, δούλεψα στὶς ἄτακτες καὶ ἀχαλίνωτες ὁρμές, λέρωσα τὸν λευκὸ χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος, μόλυνα τὸν ναὸ τοῦ σώματός μου, καὶ βρώμισα τὴν ψυχή μου μὲ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας ποὺ διέπραξα.Σὺ τὰ ξέρεις ὅλα – τί νὰ τὰ λέω;Ἡ καρδιά μου συντρίβεται καὶ ἡ ψυχή μου βουλιάζει μέσα στὴν ἀπορία, γιατὶ ἂν καὶ τόσα ἁμαρτήματα ἔκανα, οὔτε ἕνα μικρὸ ἔργο μετάνοιας δὲν παρουσίασα… Γιὰ αὐτὸ εἶναι ταραγμένη ἡ ψυχή μου, γεμάτη ὀδύνη καὶ κατήφεια...Παρὰ ταῦτα δὲν μπορῶ παρὰ νὰ ἐλπίζω στὴ σωτηρία μου… ἐλπίζοντας στὴν ἀγάπη σου.Ἐλέησέ με, Θεέ μου, μὲ τὸ μέγα ἔλεός σου, γιατὶ σὲ Σένα πιστεύω… Συγχώρησέ με τὸν ἀχρεῖο καὶ ταπεινό. Ἄκουσε τὴν προσευχὴ τοῦ ταπεινοῦ δούλου σου … Σὰν ἄνθρωπος ἁμάρτησα. Ὡς Θεὸς συγχώρεσέ με… γιὰ τὴν πολλή σου ἀγαθότητα καὶ τὴν ἀνέκφραστη εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς πανενδόξου, πανυμνήτου, ὑπερευλογημένης καὶ κεχαριτωμένης, ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας… Ἀμήν.
Σάββατο 14 Μαΐου 2011
Λόγος του Αγίου Μακαρίου του Πατμίου εις την Κυριακήν του Παραλύτου
Ο άνθρωπος κλίνει φυσικά στο να λυπήται και να πονά στις δυστυχίες και συμφορές των άλλων. Ίσως επειδή είναι κοινές ή επειδή όλοι είμεθα από το ίδιο φύραμα, ή επειδή δεν γνωρίζει ο άνθρωπος «τι τέξεται η επιούσα». Δεν είναι βέβαιος ότι αργότερα δεν θα φυτρώσουν στον ίδιον οι άκανθες των πόνων τις οποίες βλέπει σε άλλους. Γι’ αυτούς τους λόγους δικαίως σύρεται κανείς σε συμπαθή διάθεση, όταν θεωρή τις ασθένειες και τους πόνους των συνανθρώπων του. Ποίος, λοιπόν, θα ήταν τόσο σκληρός στην καρδία, τόσο θηριογνώμων στην διάθεση ώστε να μη συλλυπηθή και να μη συμπονέση σήμερα, ακούγοντας από το ιερόν Ευαγγέλιον τους πολλούς εκείνους χρόνους, τους οποίους επέρασεν ο σημερινός παράλυτος κατάκοιτος, σαν αναίσθητος λίθος, επάνω σε ένα κρεββάτι; Ποίου η ψυχή δεν θα πονούσε ακούγοντας πως αυτός ο ταλαίπωρος ήταν όχι μόνον παράλυτος αλλά και ευρίσκετο σε εσχάτην πτωχεία, και γι’ αυτό ήταν έρημος από φίλους, γυμνός από συγγενείς; Ποίος να μη συλλυπηθή, όταν συλλογισθή όχι μόνον τους πόνους που του προκαλούσε η βαρυτάτη ασθένεια της παραλυσίας, αλλά ακόμη την λύπη και το παράπονο που ησθάνετο όταν έβλεπε τον Άγγελο να ταράσση το ύδωρ της κολυμβήθρας, να ιατρεύεται άλλος και να φεύγη, και ο ίδιος να κείτεται πάντοτε εκεί; Μου φαίνεται, λοιπόν, πως όσοι χρόνοι επερνούσαν και όσοι ασθενείς ιατρεύοντο, τόσες πληγές εδέχετο ο δυστυχισμένος αυτός παράλυτος, συλλογιζόμενος πως οι άλλοι όλοι είχαν συγγενείς και φίλους, οι οποίοι τους εβοηθούσαν στην θεραπείαν τους, ενώ γι’ αυτόν δεν ευρέθη ποτέ σε τόσους χρόνους ούτε φίλος ούτε συγγενής να τον βοηθήση για να ιατρευθή. Ποίος, λοιπόν, είναι που θα συλλογισθή την εσχάτην αυτήν πτωχεία του παραλύτου και δεν θα λυπηθή μαζί του; Και καθώς δεν υπάρχει κανείς που να μην παρακινηθή σε συμπάθεια από αυτήν την εσχάτη δυστυχία του παραλύτου, ομοίως δεν ευρίσκεται κανείς που να μην αγανακτήση και να μην παρασυρθή σε θυμόν και οργήν όταν ιδή ότι κάποιος άλλος παρόμοιος παράλυτος, έχοντας άνθρωπον που στέκεται πάντοτε πρόθυμος, έτοιμος να του δώση την θεραπείαν, αυτός παρακινημένος από την ιδικήν του εθελοκακίαν και αγνωσίαν, αναβάλλει τον χρόνον της θεραπείας του, ημπορεί και δεν θέλει να σηκωθεί μέσα από τον τάφον εκείνον της ασθενείας; Τοιούτον παράλυτον, τοιούτον ασθενή, ποίος θα τον ακούση και δεν θα αγανακτήση; Ποίος θα τον ιδή και δεν θα οργισθή εναντίον του; Αλλά είναι δυνατόν να ευρεθή, θα μου ειπή κάποιος, τοιούτος ανόητος ασθενής, τοιούτος αναίσθητος παράλυτος, που να αποστρέφεται τον ιατρόν του; Να μη θέλη την υγείαν του, αλλά να προτιμά να είναι λεπρωμένος παρά καθαρός, να είναι συζώντανος ενταφιασμένος μέσα στους πόνους, μέσα στην δυσωδία της ασθενείας; Ναι, είναι πολλοί. Τόσοι, όσοι και οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, οι οποίοι μένουν κατάκοιτοι, παράλυτοι, ακίνητοι στην εργασίαν των εντολών του Θεού. Όλους αυτούς εικονίζει ο παράλυτος εκείνος ο οποίος αποστρέφεται τον ιατρόν του, εκείνος που είχε άνθρωπον, τον Υιόν του Θεού, ο οποίος ημπορεί να τον ιατρεύση σε μία στιγμή, χωρίς να χρειάζεται άγγελο να ταράξη το ύδωρ μίαν φορά τον χρόνο, επειδή αυτός ο ίδιος είναι «ο της μεγάλης βουλής Άγγελος», και μάλιστα έχει στήσει πολλές φορές κολυμβήθρες εμπρός στους οφθαλμούς του αμαρτωλού. Όσα μυστήρια, όσοι σταλαγμοί δακρύων της μετανοίας, τόσες και οι θεραπευτικές αναταραχές. Όσες στιγμές έχει η ώρα, τόσες φορές και ο της μεγάλης βουλής Άγγελος είναι έτοιμος να δώση την συγχώρηση για να ιατρεύση την λέπραν της αμαρτίας. Και όμως ο αμαρτωλός, ο πνευματικώς παράλυτος, σφαλίζει τους οφθαλμούς του να μην ιδή τον ιατρόν, προτιμά να είναι νεκρός, κατάκοιτος στην αμαρτία παρά ζωντανός στην αρετή.
Από που προέρχεται αυτή η εσχάτη αναισθησία; Από πού αυτή η αξιοδάκρυτος καταδίκη στον αμαρτωλόν; Από την πονηράν συνήθεια της αμαρτίας. Αυτή είναι που έχει δεμένον τον αμαρτωλό στο κρεβάτι της αναισθησίας, αυτή είναι που τον παρακινεί να προτιμήση τον θάνατον από την ζωήν. Και για να βεβαιωθής πως είναι τόσο δυνατή αυτή η συνήθεια, πρόσεχε: Εκείνος που έχει ανοικτές τις ακοές του στο κήρυγμα του Ευαγγελίου και δέχεται με τόσην προθυμία τα κηρυττόμενα, ωσάν επιστολές που του στέλλει ο Ουράνιός του Πατήρ, εύκολα αντιλαμβάνεται πως ο σημερινός παράλυτος παριστάνει μίαν εικόνα εκείνου που είναι δεμένος από την συνήθεια της αμαρτίας. Διότι καθώς η παράλυσις, επειδή διαλύει τα νεύρα του σώματος, κάμνει το σώμα νεκρόν και ακίνητον, τοιουτοτρόπως και η συνήθεια της αμαρτίας, κόπτει τα νεύρα της ψυχής και γι’ αυτό την κάμνει ακίνητον σε κάθε εργασία της αρετής, στην οποίαν δεν έχει δύναμιν η ψυχή να ανεβή, επειδή σύρεται πάντοτε κάτω από το βάρος των αμαρτημάτων. Όθεν και ο μέγας Βασίλειος γράφει: «η συνήθεια που επαγιώθη, με την πάροδο μακρού χρόνου, λαμβάνει ισχύν φύσεως. Γι’ αυτό δεν είναι μικρός ο πόλεμος να νικήση κάποιος την συνήθεια». Ας κοπιάση όσον θέλει, ας προσπαθήση όποιος θέλει με ό,τι τρόπον ημπορεί να κόψη ένα φυσικόν ιδίωμα του ανθρωπίνου σώματος, ας ειπούμεν το γελαστικόν ή το επιθυμητικόν. Ματαίως κοπιάζει. Κατά τον ίδιον τρόπον και η συνήθεια της αμαρτίας, όταν γηράση, μεταβάλλεται σε φύσιν, αποκτά ιδιότητες φυσικής δυνάμεως. Και βεβαίως, ο μέγας Πατήρ που αναφέραμε δικαίως λέγει ότι δεν είναι μικρός ο πόλεμος να νικήση κάποιος την παλαιάν συνήθεια. Τρισόλβιος λοιπόν και άξιος πολλών εγκωμίων όποιος, πριν να γηράση η αμαρτία, της κόπτει τα νεύρα και πριν τον νεκρώση αυτή, την θανατώνει. Καθώς σε ένα καινούργιον αγγείον, ό,τι βάλεις στην αρχή και το αφήσεις να πολυκαιρίση, παίρνει εκείνου την οσμή, είτε καλή είναι είτε κακή, και ύστερα όσον και αν πλύνης εκείνο το αγγείον, δεν ημπορείς με τίποτε να αφαιρέσης εκείνην την ευωδίαν ή δυσωδίαν, κατά τον ίδιον τρόπον και η αμαρτία, όταν πολυκαιρίση στην καρδία, όταν γίνη συνήθεια, δύσκολα πλέον ή παντελώς δεν χωρίζεται από τον άνθρωπον, αλλά όσον πολυκαιρίζει τόσον ριζώνει η συνήθεια του κακού και της αμαρτίας. Όθεν επαινώ εκείνον τον σοφόν, όποιος και αν είναι, ο οποίος θέλοντας να φανερώση το πλάτος και βάθος της πονηράς συνηθείας, της έδιδε τοιούτον σύμβολον. Εζωγράφιζεν ως ιερογλυφικόν ένα σπήλαιον υπόγειον με την επιγραφήν: «το εύρος τόσον, όσον και το βάθος». Θέλοντας με τούτο να φανερώση ότι η πονηρά συνήθεια αυξάνοντας κάθε ημέρα με το γάλα της κακίας και της πονηρίας, όσον πολυχρόνιον πάθος είναι, τόσο είναι και χειρότερον. Διότι καθώς και τα άλλα πράγματα αρχίζουν από μικρά και αυξάνουν με την πολυκαιρίαν, με ανάλογον τρόπον και η συνήθεια της αμαρτίας φθάνει με την πολυκαιρία σε τόσην αύξηση, ώστε γίνεται ακατανίκητος. Γράφει με πολύν πόνο στο χρυσόν βιβλίον των Εξομολογήσεών του ο μέγας Αυγουστίνος: ανεστέναζα δεμένος. Από ποίον ω άνθρωπε του Θεού; Όχι από άλλον, λέγει, όχι από ξένην αλυσίδα, αλλά με την ιδικήν μου σιδηράν συνήθεια, η ιδική μου θέλησις ήταν ο τύραννος. Η άρρηκτος άλυσις ήταν η συνήθεια, η οποία με έδεσε τόσον που με έφερε σε ακολασίαν, πράγμα το οποίο, μην ημπορώντας να αποκόψω, έγινεν ανάγκη, και η ανάγκη κατέληξε να γίνη φύσις. Όθεν μετά από όλα αυτά φωνάζει: κανείς δεν ημπορεί να καταλάβη πόσην δυσκολίαν έχει, πόσον πόνον, πόσον πόλεμον, το να αποκόψη κάποιος μίαν παλαιάν συνήθεια, εκτός από αυτόν που έχει αγωνισθή. Για ποίον λόγον όμως, εξήγησέ μας καθαρώτερα, διδάσκαλε της οικουμένης; Διότι, λέγει, ο πονηρός λογισμός γεννά ηδονήν, από αυτήν πάλι γεννάται η συγκατάθεσις, και από την συγκατάθεσιν η πράξις, και από την πράξιν η συνήθεια, και από την συνήθεια γεννάται η ανάγκη, και αυτήν ακολουθεί ο θάνατος. Όθεν δεν σφάλλεις αν παρομοιάσης τον αμαρτωλόν εκείνον που άφησε την αμαρτία να γίνη στην ψυχή του συνήθεια, δεν σφάλλεις λέγω, εάν τον παρομοιάσης με κάποιον που έπεσε στα χέρια ενός ασπλάχνου και ανελεήμονος τυράννου, τον οποίον, θέλοντας εκείνος ο τύραννος να θανατώση, τον έκλεισε σε μία σκοτεινήν φυλακήν, χωρίς να τον κλειδώση. Πλην όμως έχασε την πόρτα και δεν ευρίσκει από πού να εξέλθη. Όθεν τριγυρίζοντας αποθνήσκει εκεί μέσα. Το ίδιο συμβαίνει και σ’ εκείνον για τον οποίον η αμαρτία έχει γίνει συνήθεια. Αισθάνεται πως ευρίσκεται σε μία σκοτεινή φυλακή και τριγυρίζει να εύρη την πόρταν, πλην όμως την έχει κλεισμένην η πονηρά συνήθεια. Γι’ αυτό, αφού αναβάλλει συνεχώς να εύρη την πόρτα της ελευθερίας, ευρίσκει τον θάνατον της παντελούς απωλείας, καθώς έχει γραφή: «συνήθειαν λαβούσα η αμαρτία, έλκει εις παντελή απώλειαν». Ήλθε σε μεγάλην ανάγκην ο βασιλεύς Σαούλ, στον πόλεμον εκείνον που εκήρυξεν εναντίον του ο υπερήφανος Γολιάθ, γι’ αυτό ηναγκάσθη να ενδύση με τα ιδικά του βασιλικά άρματα τον Δαβίδ. Εκείνος τα εφόρεσε μετά πολλής χαράς, όμως εκεί που έκαμε να σαλεύση για να υπάγη εναντίον του Γολιάθ, βλέπει ότι από τα άρματα εκείνα περισσότερον εμποδίζεται παρά βοηθείται. Ενθυμούμενος λοιπόν ο Δαβίδ ότι αυτός δεν εσυνήθιζε ποτέ να νικά εχθρούς με τοιαύτα όπλα, αλλά με την βοήθειαν του Θεού, σε συνδυασμό με την ιδικήν του ποιμαντικήν σφενδόνα, λέγει στον βασιλέα: «Υψηλότατε βασιλεύ, ευχαριστώ για την τιμήν που μου έκαμες. Λαμπρά και πολύτιμα είναι τα άρματά σου, αλλά δεν είναι για εμένα, διότι εγώ δεν εσυνήθισα να νικώ εχθρούς με τοιαύτα άρματα.
Βλέπεις πόσην δύναμιν έχει η συνήθεια, ώστε να υπερβαίνη και την δύναμη των βασιλικών αρμάτων; Πόσοι ευγενείς, πόσοι βασιλικού αίματος, πόσοι βασιλικού νοός, πόσοι σοφίας θρέμματα; Και όμως δεν ημπορούν να αντιπαλαίσουν έναν Γολιάθ, ένα πάθος, έναν θυμόν, μίαν μέθην, μίαν παλλακίδα, μίαν φιλαργυρίαν, μίαν κενήν δόξαν; Αλλά αρματωμένοι με βασιλικά και λαμπρά όπλα σύρονται στο σκότος της αμαρτίας, από την πονηράν συνήθειαν των καταφρονεμένων εκείνων παθών, τα οποία και αυτοί οι ίδιοι το ομολογούν ότι είναι επονείδιστα, πως είναι θανατηφόρα. Αναστενάζουν αυτοί οι βασιλικοί άνδρες, οι λαμπροφορεμένοι γίγαντες, κάτω από τα πόδια ενός υβριστού και βλασφήμου Γολιάθ, αναστενάζουν κάτω από την τυραννία μιας πολυκεφάλου Ύδρας, την οποίαν ο νέος Ηρακλής Δαβίδ θανατώνει ευκολότατα με μίαν σφενδόνα, με μίαν φυγήν, με μίαν γρήγορον αποκοπήν της αμαρτίας. Ω κατηραμένη συνήθεια της αμαρτίας, ποίος θα αναλογισθή την δύναμη που έχεις και δεν θα αναστενάξη; Ποίος θα αναλογισθή την καταφρόνηση και το όνειδος που προξενείς στους βασιλικούς και ευγενικούς άνδρες, και δεν θα ειπή με τον μεγαλοφωνότατον Ησαϊαν «Ουαί οι επισπώμενοι τας αμαρτίας αυτών ως σχοινίω μακρώ»’;
Ας σας απαριθμήσω όμως με συντομίαν τα άλλα όσα προξενεί στην ψυχή αυτή η πονηρά συνήθεια: Πρώτον, κάμνει τα αμαρτήματα βαρύτερα, επειδή οι ρίζες τους, τα πάθη, προχωρούν όλο και βαθύτερα. Είναι φανερόν για κάθε σκεπτόμενον άνθρωπον αυτό που λέγω, ότι δηλαδή κάθε αμαρτία, όσον αργοπορεί στον άνθρωπο, τόσο γίνεται βαρυτέρα, τόσον αυξάνει η κακία της. Δεύτερον, η πονηρά συνήθεια σμικρύνει τα έμφυτα αγαθά, και τούτη η ζημία δεν χρειάζεται απόδειξιν σε κάποιον που στοχάζεται την ευλάβειαν, την αγάπην που είχε προς τον Θεόν κάθε ψυχή πριν να κυριευθή από κάποιο θανάσιμον πάθος, ή και την κλίσιν που είχε στο να ελεή και να σπλαχνίζεται τους άλλους πριν να κυριευθή από την φιλαργυρίαν. Αυτές τις αρετές που έχει ο άνθρωπος πριν να πέση στις αντίθετες αυτών των αρετών αμαρτίες, εάν τις μετρήσης ύστερα, ευρίσκεις ότι εξέπεσαν πολύ από τον πρώτον τους βαθμόν. Τρίτον, κάμνει η συνήθεια τον άνθρωπον ευάλωτον στα λοιπά αμαρτήματα, επειδή ανοίγει δρόμον η μία αμαρτία στην άλλη, το ένα βοηθά το άλλο. Τέταρτον, με το βάρος που δίδει στην ψυχήν η συνήθεια, δεν παρακινεί πλέον όπως στην αρχήν, αλλά εξαναγκάζει, βιάζει, στενοχωρεί τον άνθρωπο, πολλές φορές, και χωρίς να το θέλη, να αμαρτάνη. Πέμτον αποτέλεσμα της συνηθείας είναι η απελπισία, και τελευταίον η αιώνιος κόλασις. Όθεν ο ιερός Αυγουστίνος παρομοιάζει την κακήν συνήθεια της αμαρτίας, με έναν ύπνο βαθύ, από τον οποίον, όταν ξυπνήση ο άνθρωπος, θέλει να περιπατήση, αλλά δεν ημπορεί, επειδή εμποδίζεται από το βάρος του ύπνου. Έτσι και αυτός που είναι κυριευμένος από την πολυκαιρινήν συνήθεια της αμαρτίας, ακούει τον λόγον του Θεού που λέγει: «απολιπέτω ο ασεβής τας οδούς αυτού, και ανήρ άνομος τας βουλάς αυτού, και επιστράφητε προς με, και ελεήσω υμάς, και αφήσω τας αμαρτίας υμών». Θέλει να επιστρέψη στον Θεόν, επιθυμεί να αφήση τις αμαρτίες, όμως δεν ημπορεί, εμποδιζόμενος από την συνήθειαν. Και εάν καμμίαν φοράν φαίνεται πως επιστρέφει προς τον Θεόν, η επιστροφή του δεν είναι αληθινή, αλλά επίπλαστος. Και καθώς, όταν πέση η βροχή στην γη, φαίνονται πως βρέχονται και οι πέτρες, αλλά από έξω, και εάν τις ιδής στο εσωτερικόν τους είναι κατάξηροι και έρημοι από την δρόσον της βροχής, το ίδιο γίνεται και σ’ εκείνους που η καρδία τους εσκληρύνθη από την πονηράν συνήθειαν. Εξωτερικώς φαίνονται πως εδέχθησαν την θείαν δρόσον της μετανοίας, όθεν πολλές φορές και αναστενάζουν και κλαίουν, όμως από μέσα η καρδία τους είναι ξηρά και έρημος από την δρόσον της Θείας μετανοίας, επειδή η πονηρά συνήθεια δεν επιτρέπει στην δρόσον του Θείου λόγου να φθάση μέχρι τα ενδότερα μέρη της ψυχής.
Ένας διδάσκαλος παρομοιάζει εκείνους οι οποίοι είναι κυριευμένοι από συνήθεια μιας αμαρτίας, με ένα παιγνίδι που παίζουν τα παιδιά. Πιάνουν πολλές φορές κανένα άγριον πουλί και το δένουν από το πόδι με κλωστήν. Το αφήνουν να πετάξη, και αυτό πετά στο ύψος για να φύγη, αλλά εκείνα το σύρουν πάλι χαμηλά. Το ίδιο παιγνίδι φαίνεται πως κάμνει και ο διάβολος με εκείνους που έχει δεμένους με το σχοινί της συνηθείας. Πολλές φορές τους αφήνει να πετάξουν στο ύψος της αρετής, και βλέπεις ότι, ενώ ευρίσκονται ακόμη μέσα στα πάθη, στα δεσμά των προηγουμένων αμαρτιών, αρχίζουν να εγκρατεύωνται, να νηστεύουν, να κατηγορούν την ζωή που έκαμαν, να ψέγουν την δουλεία της αμαρτίας, να επαινούν την ελευθερία της αρετής. Όμως, ενώ κάμνουν αυτό το καλόν προοίμιον της αρετής, τους βλέπεις πάλι να κρημνίζωνται στο βάραθρον της κακίας, επειδή ο διάβολος τους έχει δεμένους με το σχοινί της συνηθείας, γι’ αυτό τους αφήνει να πετάξουν λίγο μόνον στο ύψος της αρετής, προς αισχύνην και όνειδός τους, και προς ηδονήν και χαράν ιδικήν του, διότι ποτέ δεν εγνώρισεν άλλην απόλαυσιν, άλλην ηδονήν από τότε που εξωρίσθη από τα κάλλη του ουρανού, από το να εμπαίζη τον ταλαίπωρον άνθρωπον με την συνηθειαν της αμαρτίας.
Γράφουν οι Ιστορικοί για τον Μιθριδάτην, εκείνον τον περιβόητον τύραννον, ότι μεταχειριζόμενος συχνά για τροφήν το δηλητήριο που λέγεται κώνειον, έφθασε σε τοιαύτην έξιν, ώστε και αναγκαζόμενος κάποτε να θανατωθή από την μεγάλην του δυστυχίαν, εζήτησε αυτό το δηλητήριο και έφαγε πολύ. Όμως αυτό δεν ενήργησε, δεν του επέφερε εκείνο που επιθυμούσε, δηλαδή τον θάνατον, τον οποίον εθεωρούσε προτιμότερον από το να πέση στα χέρια των εχθρών του και να γίνη παιγνίδι ιδικό τους. Το ίδιο συμβαίνει και στον ταλαίπωρον αμαρτωλόν. Επειδή η καθημερινή μεταχείρισις της αμαρτίας γίνεται γι’ αυτόν δευτέρα φύσις, συμμετέχει χωρίς όρεξη και πόθο στα Μυστήρια. Όμως με την συχνή καταφρόνηση που κάμνει σ’ αυτά, παρακινημένος από την συνήθεια, τελικά τα ευρίσκει ανενέργητα. Του συμβαίνει κάτι παρόμοιον καθώς σε έναν διαβάτην, ο οποίος ερχόμενος να περάση ένα ποταμόν, ευρίσκει στην αρχή μια μικρή ξύλινη γέφύρα, αλλά την καταφρονεί και προχωρεί νομίζοντας ότι θα εύρη άλλην μεγαλύτέρη γέφυρα πέτρινη. Κοπιάζει όμως πολύ και δεν την ευρίσκει, γι’ αυτό αναγκάζεται να γυρίση πίσω, για να τον περάση τάχα από εκείνη την ξύλινη. Όμως μέχρι να έλθη αυτός, ο ποταμός αυξάνει από την βροχή, κατεβαίνει ρεύμα πολύ, σκεπάζεται η γέφυρα εκείνη η ξύλινη, οπότε ο διαβάτης απομένει στην ερημία και ακολούθως στον θάνατο. Το ίδιο γίνεται και στον δυστυχισμένον αμαρτωλόν, ο οποίος δεμένος με την συνήθεια στην αμαρτίαν, ευρίσκει στην αρχήν εύκολο να λυθή με την ουράνιο γέφυρα της μετανοίας. Επειδή όμως στην αρχή την καταφρονεί, παρακινείται ύστερα να την ζητήση, αλλά δεν την ευρίσκει, επειδή η συνήθεια έχει κατεβάσει πολλά ρεύματα παθών και αμαρτιών, και σκεπάζει την συντριβή της καρδίας, παχύνει τον νου, ψυχραίνει την θείαν αγάπην, οπότε δεν απομένει άλλο στον ταλαίπωρον αμαρτωλόν από του να κρημνίζεται από το μικρότερο βάραθρο της αμαρτίας στο μεγαλύτερο, και τελικώς στα τάρταρα του άδου. Για να πληροφορηθής αυτό που σου λέγω, γύρισε μίαν φορά το βλέμμα σου στην αυλήν του Καϊάφα. Θα ιδής εκεί τον Πέτρον, ο οποίος, όταν ηρωτήθη στην αρχή αν είναι και αυτός μαθητής του Χριστού, λέγει: «Ουκ οίδα τον άνθρωπον», και πάλιν, όταν μετά από λίγην ώραν ηρωτήθη για δευτέρα φορά, κάμνει και όρκον ότι δεν γνωρίζει. Την δε τρίτην φορά που ηρωτήθη, προσθέτει και ανάθεμα. «Τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον». Ω κατηραμένη συνήθεια, και τι δεν ημπορείς να κάμης; Ποίον δεν ημπορείς να κρημνίσης; Ας αποφύγωμε λοιπόν, ω αγαπημένοι μου, την συνήθεια της αμαρτίας, ας μην καταφρονήσωμε την μικρά συνήθεια, για να μην κυριευθούμε από την μεγάλη. Ο Πέτρος, αν δεν άφηνε να χωρέση στην ψυχή του αυτή η παραμικρή πρότασις «ουκ οίδα τον άνθρωπον», δεν θα έφθανε σε τόσην ανάγκη, ώστε σ’ εκείνο το «ουκ οίδα τον άνθρωπον», να προσθέση όρκον και ανάθεμα. Είναι αξιέπαινον, αν και φαίνεται αξιοκατάκριτον, το έργον που έκαμε ο νέος εκείνος, τον οποίον παίρνοντας οι δήμιοι για να τον κρεμάσουν, επειδή ήταν κλέπτης, παρεκάλεσε τους δημίους να τον αφήσουν να πλησιάση την μητέρα του, η οποία ήταν εκεί κοντά και έκλαιε. Εκείνοι, αν και άσπλαχνοι στις συμφορές των άλλων, όμως τότε δεν γνωρίζω πώς, εφάνησαν συμπαθητικοί και έδωσαν άδεια στον καταδικασμένον εκείνον νέο να πάει κοντά στην μητέρα του, νομίζοντας ότι θέλει ίσως να την ασπασθή και να της ειπή το τελευταίον «υγίαινε», αφού εκείνη την ώρα επρόκειτο να αποχωρισθούν με τοιούτον χωρισμόν. Άφησαν λοιπόν οι δήμιοι τον νέον, αν και δεμένον, και επλησίασε την μητέρα του, και εκεί που έκαμε πως θέλει να της ειπή ένα λόγον κρυφόν, αυτός αρπάζει με τα δόντια το αυτί της μητέρας και το κόπτει. Αυτό το ασεβές έργον ετάραξε πολύ τους παρευρισκομένους εκεί, οι οποίοι έλεγαν ότι αυτός ο νέος ήταν άδικος όχι μόνον στους άλλους, αλλά και στην ιδία την μητέρα του. Εκείνος όμως αποκρίνεται «αυτή είναι αίτιος τούτου του θανάτου μου και όλης της άλλης μου κακίας. Διότι εάν μου έκοπτε την συνήθεια που είχα στην νεότητά μου να κλέπτω τις πλάκες που είχαν για να γράφουν οι συμμαθηταί μου, δεν θα τολμούσα να κλέψω και την Οκτώηχο εκείνη, και ακολούθως τα μεγαλύτερα, και έτσι να έλθω σε αυτήν την συμφορά.»
Βλέπει ο Πλάτων ένα φίλον του που έπαιζε κύβους, και αρχίζει ευθύς να τον κατηγορή δριμύτατα και να τον υβρίζη χωρίς έλεος. Και εκείνος ο φίλος του Πλάτωνος, απορώντας για την υπερβολικήν αντίδρασή του, το μόνο που απήντησε ήταν: «ως επί μικροίς» σαν να του έλεγε: «ω σοφότατε Πλάτων, για ένα τόσο μικρόν αμάρτημα μου κάμεις τόσες ύβρεις; Για τόσην ολίγην άνεσιν, που δίδω στο σώμα μου με το αθώον αυτό παιγνίδι, μου πλέκεις τόσους ονειδισμούς; Μου δίδεις τόσες ύβρεις; Τόσες πολλές κατηγορίες; Και μάλιστα εμπρός σε τόσους πολλούς ανθρώπους; Μεγάλη αντίδρασις, για μικρά πραγματα. Με υβρίζεις για τόσο μικρόν πράγμα». Και εκείνος του αποκρίνεται: «Όταν όμως θα γίνη συνήθεια, δεν θα είναι μικρόν». Ακούεις λόγον από στόμα έλληνος, ακούεις διδασκαλίαν χρυσήν ευαγγελικήν; Μικρόν είναι το αμάρτημα που κάμεις, φίλε μου, όμως η συνήθεια της αμαρτίας δεν είναι μικρόν πράγμα, αλλά θανατηφόρον, το οποίο κάμνει πολλούς να κλείνουν τους οφθαλμούς, για να μη ιδούν τον ιατρόν της ψυχής τους. Αυτό έχει θανατώσει και καθημερινώς θανατώνει πολλούς και μάλιστα γίγαντες. Πράγματι, η αμαρτία όταν γίνη συνήθεια δεν είναι μικρόν πράγμα. Διότι αυτή είναι η παράλυσις της ψυχής, είναι η αλυσίδα με την οποίαν ο διάβολος δένει τον άνθρωπον επάνω στο κρεβάτι της αναισθησίας. Δεν είναι μικρόν πράγμα η συνήθεια, αλλά μέγα και φοβερόν, επειδή προξενεί στον άνθρωπον την φοβεράν εκείνην και απαρηγόρητον κόλασιν. Δεν είναι κάτι μικρόν η συνήθεια, διότι είναι ανίατος σε εκείνους που δεν γνωρίζουν τα θεραπευτικά μέσα, τα οποία είναι:
Το πρώτον που χρειάζεται για να κόψη τις ρίζες και τα νεύρα μιας πονηράς συνηθείας, δεν είναι άλλο από την παντοδυναμίαν του Θεού. Αυτή είναι που αχρόνως και ακόπως θεραπεύει αυτό το ανίατον πάθος, όπως κηρύττει ο σημερινός παράλυτος με τον κράββατο στον ώμο. Αυτή όμως η παντοδυναμία δεν ενεργεί μόνη της. Όχι πως δεν ημπορεί, ούτε πως δεν θέλει, αλλά για να μην αναιρέση εκείνο που εχάρισεν άπαξ δια παντός στον άνθρωπο, το προαιρετικόν. Χρειάζεται λοιπόν πολλά η παντοδυναμία αυτή του Θεού για να ενεργήση σ’ εμάς: την αποχήν του κακού, το μίσος κατά της αμαρτίας, την συντριβήν της καρδίας, την ικανοποίησιν, το μυστήριον της μετανοίας και αληθινής εξομολογήσεως. Και μαζί με όλα αυτά, την προσευχή και την θέληση του ανθρώπού να κλίνη τον αυχένα, και με θερμά δάκρυα να ζητά την παντοδυναμίαν του Θεού. Αυτό που λέγω γίνεται φανερόν από τον σημερινόν παράλυτον. Εγνώριζεν ο καρδιογνώστης μας Χριστός και τους πολλούς χρόνους που τον είχεν η ασθένεια δεμένον στον κράββατον επάνω, εγνώριζεν επίσης και τους πόνους και την ταλαιπωρίαν την πολλήν που υπέμεινε. Δεν αγνοούσε ούτε την επιθυμίαν που είχεν ο ταλαίπωρος εκείνος να ελευθερωθεί από την ασθένειαν, ούτε την έλλειψη των αναγκαίων, ούτε την ερημία των φίλων και των συγγενών. Παρ’ όλα ταύτα όμως τον ερωτά: «θέλεις υγιής γενέσθαι;» για να του δώση αφορμή να τον ομολογήση Κύριον και Παντοδύναμον, και μαζί με την ομολογία να ζητήση και την θεραπείαν του. Αλλά για να δώσει και σ’ εσέ, άνθρωπε, να καταλάβης πόσην δύναμη έχει η πονηρά συνήθεια της αμαρτίας, ώστε να χρειάζεται την παντοδυναμίαν του Θεού για να την κόψη.
Δεύτερον Θεραπευτικό μέσον είναι η επιθυμία και η αγάπη των αντιθέτων της αμαρτίας, πράγμα που συμφωνεί και με τον ορισμόν που δίδουν οι ιατροί, «τα εναντία τοις εναντίοις ιάματα». Θέλεις λοιπόν να κόψης την πονηράν συνήθειαν της μέθης και της πολυφαγίας; Βάλε σαν δραστικό βότανον επάνω στο πάθος την αγάπην και επιθυμίαν της νηστείας. Σε κυριεύει πάθος σαρκικόν, είσαι δεμένος από την συνήθεια της κτηνώδους πορνείας και μοιχείας; Αγάπησε, ζήτα να αποκτήσης την καθαρότητα και την παρθενίαν των Αγγέλων, και με αυτήν την επαινετήν και αγίαν όρεξιν, κόπτεις την πρώτην, την βδελυκτήν και βρωμεράν. Σε κυριεύει το πάθος της μνησικακίας και έχθρας; Αγάπησε την αμνησικακίαν του Θεού και την αγάπην της Ευαγγελικής ζωής, και με τον τρόπον αυτόν κόπτεις εκείνην την συνήθεια. Σε κυριεύει το πάθος της φιλαργυρίας και ασπλαχνίας; Αγάπησε την Ευαγγελικήν αυτάρκεια και τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του ουρανίου σου Πατρός, και τοιουτοτρόπως κόπτεις εκείνο το πάθος της Ιουδαϊκής αναισθησίας. Σε κυριεύει η διαβολική αλαζονεία και η υπερηφάνεια; Αγάπησε την ταπεινοφροσύνην του Δεσπότου σου, και με τον τρόπον αυτόν ιατρεύεις τα πονηρά μαθήματα του εωσφόρου.
Τρίτον θεραπευτικό μέσον είναι η πλήρης υποταγή του σώματος, το οποίον δεν ημπορείς να το νικήσης με άλλον τρόπο από αυτόν που σου έδειξεν ο εσταυρωμένος Ιησούς επάνω στον Γολγοθά, και με όλον το παράδειγμα της παναγίας ζωής του. Καθώς, λοιπόν, εκείνος παρέδωσε την παναγίαν του σάρκα στο πικρότατον εκείνο πέλαγος των φρικτών παθών, με τον ίδιο τρόπον και συ μη λυπηθής την σάρκα, για να κερδίσης την ψυχήν. Γνώρισε πως αυτό το σώμα είναι δούλος, και η ψυχή είναι κύριός του. Μή λυπήσαι τον δούλο μήπως πεινάση, μην ιδρώση και κοπιάσει, και θα τιμηθή έτσι ο κύριός του. Μη λυπηθής τον δούλον, την σάρκα σου, αν καταφρονηθή και γυμνωθή προσκαίρως, διότι έτσι θα ενδυθή με το ένδυμα της αθωότητος και θα δοξασθή αιωνίως η ψυχή.
Αυτά είναι τα μέσα με τα οποία ημπορεί κανείς να κόψη τα νεύρα κάθε πονηράς συνηθείας. Στοχάσου, άνθρωπε, και την ευκολίαν, αλλά και την τιμήν και την δόξαν που έχουν αυτά. Εάν λοιπόν τα αποστραφής, γνώριζε ότι είσαι ένας παράλυτος, ο οποίος και άνθρωπον έχει για να τον βοηθήση να εισέλθη στα ύδατα της κολυμβήθρας, και θεραπευτικά μέσα για να τον ελευθερώσουν από εκείνο το αξιοδάκρυτον πάθος, και με το ιδικόν του θέλημα τον αποστρέφεται. Συ είσαι που με το ίδιο το χέρι σου υπογράφεις στην διαθήκην του ουρανίου Πατρός να είσαι απόκληρος της Βασιλείας Του.
Γράφει ο ‘Αριστοτέλης στα «πολιτικά» του, πως στους Σκύθες υπήρχε νόμος που όριζε να μην έχη δικαίωμα στις πανηγύρεις να χρησιμοποιή το ποτήρι με το οποίον έπιναν όλοι όποιος δεν έχει θανατώσει έστω έναν εχθρόν της πόλεως. Αυτό γνώριζε, άνθρωπε, ότι θα συμβή και σ’ εσέ, αν δεν θανατώσης, αν δεν κόψης την πονηράν συνήθειαν της αμαρτίας, στην οποίαν ευρίσκεσαι δεμένος από την έχθρα και την συμβουλή του εχθρού σου διαβόλου. Δεν πρόκειται να αξιωθής ποτέ να πίης το ποτήριον εκείνο της Καινής Διαθήκης, το ποτήριον εκείνο της ουρανίου ζωής, την κληρονομία της άνω δόξης. Και από αυτήν την δυστυχίαν, από αυτήν την συμφοράν, ημπορεί να ευρεθή ή να εννοηθή άλλη μεγαλυτέρα;
Λοιπόν, εσύ ταλαίπωρε άνθρωπε, το υποφέρεις για μίαν κακήν συνήθεια να χάσης την ουράνιο Βασιλείαν; Είναι τούτο έργο ψυχής λογικής, να πωλή για τόσο λίγο, για μίαν πρόσκαιρον ηδονήν, την δόξαν, την παρρησίαν, την αγάπην της τρισυποστάτου Θεότητος; Είναι τούτο έργον φρονίμου ανδρός, να αφήση την συντροφίαν των ‘Αγγέλων, την συνοδείαν των Αποστόλων, την χαράν των Προφητών, τις σκηνές των δικαίων, για μίαν συνήθειαν κακήν και διεστραμμένην; Μη, παρακαλώ, ας μην ευρεθή κάποιος από εμάς τόσον ανόητος, αλλά όλοι, με τα θεραπευτικά μέσα που είπα, ας κόψωμε κάθε πονηράν συνήθεια, για να αξιωθουμε των επηγγελμένων ημίν αγαθών, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.Αμήν.
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 59 και εξής.
ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ
Από που προέρχεται αυτή η εσχάτη αναισθησία; Από πού αυτή η αξιοδάκρυτος καταδίκη στον αμαρτωλόν; Από την πονηράν συνήθεια της αμαρτίας. Αυτή είναι που έχει δεμένον τον αμαρτωλό στο κρεβάτι της αναισθησίας, αυτή είναι που τον παρακινεί να προτιμήση τον θάνατον από την ζωήν. Και για να βεβαιωθής πως είναι τόσο δυνατή αυτή η συνήθεια, πρόσεχε: Εκείνος που έχει ανοικτές τις ακοές του στο κήρυγμα του Ευαγγελίου και δέχεται με τόσην προθυμία τα κηρυττόμενα, ωσάν επιστολές που του στέλλει ο Ουράνιός του Πατήρ, εύκολα αντιλαμβάνεται πως ο σημερινός παράλυτος παριστάνει μίαν εικόνα εκείνου που είναι δεμένος από την συνήθεια της αμαρτίας. Διότι καθώς η παράλυσις, επειδή διαλύει τα νεύρα του σώματος, κάμνει το σώμα νεκρόν και ακίνητον, τοιουτοτρόπως και η συνήθεια της αμαρτίας, κόπτει τα νεύρα της ψυχής και γι’ αυτό την κάμνει ακίνητον σε κάθε εργασία της αρετής, στην οποίαν δεν έχει δύναμιν η ψυχή να ανεβή, επειδή σύρεται πάντοτε κάτω από το βάρος των αμαρτημάτων. Όθεν και ο μέγας Βασίλειος γράφει: «η συνήθεια που επαγιώθη, με την πάροδο μακρού χρόνου, λαμβάνει ισχύν φύσεως. Γι’ αυτό δεν είναι μικρός ο πόλεμος να νικήση κάποιος την συνήθεια». Ας κοπιάση όσον θέλει, ας προσπαθήση όποιος θέλει με ό,τι τρόπον ημπορεί να κόψη ένα φυσικόν ιδίωμα του ανθρωπίνου σώματος, ας ειπούμεν το γελαστικόν ή το επιθυμητικόν. Ματαίως κοπιάζει. Κατά τον ίδιον τρόπον και η συνήθεια της αμαρτίας, όταν γηράση, μεταβάλλεται σε φύσιν, αποκτά ιδιότητες φυσικής δυνάμεως. Και βεβαίως, ο μέγας Πατήρ που αναφέραμε δικαίως λέγει ότι δεν είναι μικρός ο πόλεμος να νικήση κάποιος την παλαιάν συνήθεια. Τρισόλβιος λοιπόν και άξιος πολλών εγκωμίων όποιος, πριν να γηράση η αμαρτία, της κόπτει τα νεύρα και πριν τον νεκρώση αυτή, την θανατώνει. Καθώς σε ένα καινούργιον αγγείον, ό,τι βάλεις στην αρχή και το αφήσεις να πολυκαιρίση, παίρνει εκείνου την οσμή, είτε καλή είναι είτε κακή, και ύστερα όσον και αν πλύνης εκείνο το αγγείον, δεν ημπορείς με τίποτε να αφαιρέσης εκείνην την ευωδίαν ή δυσωδίαν, κατά τον ίδιον τρόπον και η αμαρτία, όταν πολυκαιρίση στην καρδία, όταν γίνη συνήθεια, δύσκολα πλέον ή παντελώς δεν χωρίζεται από τον άνθρωπον, αλλά όσον πολυκαιρίζει τόσον ριζώνει η συνήθεια του κακού και της αμαρτίας. Όθεν επαινώ εκείνον τον σοφόν, όποιος και αν είναι, ο οποίος θέλοντας να φανερώση το πλάτος και βάθος της πονηράς συνηθείας, της έδιδε τοιούτον σύμβολον. Εζωγράφιζεν ως ιερογλυφικόν ένα σπήλαιον υπόγειον με την επιγραφήν: «το εύρος τόσον, όσον και το βάθος». Θέλοντας με τούτο να φανερώση ότι η πονηρά συνήθεια αυξάνοντας κάθε ημέρα με το γάλα της κακίας και της πονηρίας, όσον πολυχρόνιον πάθος είναι, τόσο είναι και χειρότερον. Διότι καθώς και τα άλλα πράγματα αρχίζουν από μικρά και αυξάνουν με την πολυκαιρίαν, με ανάλογον τρόπον και η συνήθεια της αμαρτίας φθάνει με την πολυκαιρία σε τόσην αύξηση, ώστε γίνεται ακατανίκητος. Γράφει με πολύν πόνο στο χρυσόν βιβλίον των Εξομολογήσεών του ο μέγας Αυγουστίνος: ανεστέναζα δεμένος. Από ποίον ω άνθρωπε του Θεού; Όχι από άλλον, λέγει, όχι από ξένην αλυσίδα, αλλά με την ιδικήν μου σιδηράν συνήθεια, η ιδική μου θέλησις ήταν ο τύραννος. Η άρρηκτος άλυσις ήταν η συνήθεια, η οποία με έδεσε τόσον που με έφερε σε ακολασίαν, πράγμα το οποίο, μην ημπορώντας να αποκόψω, έγινεν ανάγκη, και η ανάγκη κατέληξε να γίνη φύσις. Όθεν μετά από όλα αυτά φωνάζει: κανείς δεν ημπορεί να καταλάβη πόσην δυσκολίαν έχει, πόσον πόνον, πόσον πόλεμον, το να αποκόψη κάποιος μίαν παλαιάν συνήθεια, εκτός από αυτόν που έχει αγωνισθή. Για ποίον λόγον όμως, εξήγησέ μας καθαρώτερα, διδάσκαλε της οικουμένης; Διότι, λέγει, ο πονηρός λογισμός γεννά ηδονήν, από αυτήν πάλι γεννάται η συγκατάθεσις, και από την συγκατάθεσιν η πράξις, και από την πράξιν η συνήθεια, και από την συνήθεια γεννάται η ανάγκη, και αυτήν ακολουθεί ο θάνατος. Όθεν δεν σφάλλεις αν παρομοιάσης τον αμαρτωλόν εκείνον που άφησε την αμαρτία να γίνη στην ψυχή του συνήθεια, δεν σφάλλεις λέγω, εάν τον παρομοιάσης με κάποιον που έπεσε στα χέρια ενός ασπλάχνου και ανελεήμονος τυράννου, τον οποίον, θέλοντας εκείνος ο τύραννος να θανατώση, τον έκλεισε σε μία σκοτεινήν φυλακήν, χωρίς να τον κλειδώση. Πλην όμως έχασε την πόρτα και δεν ευρίσκει από πού να εξέλθη. Όθεν τριγυρίζοντας αποθνήσκει εκεί μέσα. Το ίδιο συμβαίνει και σ’ εκείνον για τον οποίον η αμαρτία έχει γίνει συνήθεια. Αισθάνεται πως ευρίσκεται σε μία σκοτεινή φυλακή και τριγυρίζει να εύρη την πόρταν, πλην όμως την έχει κλεισμένην η πονηρά συνήθεια. Γι’ αυτό, αφού αναβάλλει συνεχώς να εύρη την πόρτα της ελευθερίας, ευρίσκει τον θάνατον της παντελούς απωλείας, καθώς έχει γραφή: «συνήθειαν λαβούσα η αμαρτία, έλκει εις παντελή απώλειαν». Ήλθε σε μεγάλην ανάγκην ο βασιλεύς Σαούλ, στον πόλεμον εκείνον που εκήρυξεν εναντίον του ο υπερήφανος Γολιάθ, γι’ αυτό ηναγκάσθη να ενδύση με τα ιδικά του βασιλικά άρματα τον Δαβίδ. Εκείνος τα εφόρεσε μετά πολλής χαράς, όμως εκεί που έκαμε να σαλεύση για να υπάγη εναντίον του Γολιάθ, βλέπει ότι από τα άρματα εκείνα περισσότερον εμποδίζεται παρά βοηθείται. Ενθυμούμενος λοιπόν ο Δαβίδ ότι αυτός δεν εσυνήθιζε ποτέ να νικά εχθρούς με τοιαύτα όπλα, αλλά με την βοήθειαν του Θεού, σε συνδυασμό με την ιδικήν του ποιμαντικήν σφενδόνα, λέγει στον βασιλέα: «Υψηλότατε βασιλεύ, ευχαριστώ για την τιμήν που μου έκαμες. Λαμπρά και πολύτιμα είναι τα άρματά σου, αλλά δεν είναι για εμένα, διότι εγώ δεν εσυνήθισα να νικώ εχθρούς με τοιαύτα άρματα.
Βλέπεις πόσην δύναμιν έχει η συνήθεια, ώστε να υπερβαίνη και την δύναμη των βασιλικών αρμάτων; Πόσοι ευγενείς, πόσοι βασιλικού αίματος, πόσοι βασιλικού νοός, πόσοι σοφίας θρέμματα; Και όμως δεν ημπορούν να αντιπαλαίσουν έναν Γολιάθ, ένα πάθος, έναν θυμόν, μίαν μέθην, μίαν παλλακίδα, μίαν φιλαργυρίαν, μίαν κενήν δόξαν; Αλλά αρματωμένοι με βασιλικά και λαμπρά όπλα σύρονται στο σκότος της αμαρτίας, από την πονηράν συνήθειαν των καταφρονεμένων εκείνων παθών, τα οποία και αυτοί οι ίδιοι το ομολογούν ότι είναι επονείδιστα, πως είναι θανατηφόρα. Αναστενάζουν αυτοί οι βασιλικοί άνδρες, οι λαμπροφορεμένοι γίγαντες, κάτω από τα πόδια ενός υβριστού και βλασφήμου Γολιάθ, αναστενάζουν κάτω από την τυραννία μιας πολυκεφάλου Ύδρας, την οποίαν ο νέος Ηρακλής Δαβίδ θανατώνει ευκολότατα με μίαν σφενδόνα, με μίαν φυγήν, με μίαν γρήγορον αποκοπήν της αμαρτίας. Ω κατηραμένη συνήθεια της αμαρτίας, ποίος θα αναλογισθή την δύναμη που έχεις και δεν θα αναστενάξη; Ποίος θα αναλογισθή την καταφρόνηση και το όνειδος που προξενείς στους βασιλικούς και ευγενικούς άνδρες, και δεν θα ειπή με τον μεγαλοφωνότατον Ησαϊαν «Ουαί οι επισπώμενοι τας αμαρτίας αυτών ως σχοινίω μακρώ»’;
Ας σας απαριθμήσω όμως με συντομίαν τα άλλα όσα προξενεί στην ψυχή αυτή η πονηρά συνήθεια: Πρώτον, κάμνει τα αμαρτήματα βαρύτερα, επειδή οι ρίζες τους, τα πάθη, προχωρούν όλο και βαθύτερα. Είναι φανερόν για κάθε σκεπτόμενον άνθρωπον αυτό που λέγω, ότι δηλαδή κάθε αμαρτία, όσον αργοπορεί στον άνθρωπο, τόσο γίνεται βαρυτέρα, τόσον αυξάνει η κακία της. Δεύτερον, η πονηρά συνήθεια σμικρύνει τα έμφυτα αγαθά, και τούτη η ζημία δεν χρειάζεται απόδειξιν σε κάποιον που στοχάζεται την ευλάβειαν, την αγάπην που είχε προς τον Θεόν κάθε ψυχή πριν να κυριευθή από κάποιο θανάσιμον πάθος, ή και την κλίσιν που είχε στο να ελεή και να σπλαχνίζεται τους άλλους πριν να κυριευθή από την φιλαργυρίαν. Αυτές τις αρετές που έχει ο άνθρωπος πριν να πέση στις αντίθετες αυτών των αρετών αμαρτίες, εάν τις μετρήσης ύστερα, ευρίσκεις ότι εξέπεσαν πολύ από τον πρώτον τους βαθμόν. Τρίτον, κάμνει η συνήθεια τον άνθρωπον ευάλωτον στα λοιπά αμαρτήματα, επειδή ανοίγει δρόμον η μία αμαρτία στην άλλη, το ένα βοηθά το άλλο. Τέταρτον, με το βάρος που δίδει στην ψυχήν η συνήθεια, δεν παρακινεί πλέον όπως στην αρχήν, αλλά εξαναγκάζει, βιάζει, στενοχωρεί τον άνθρωπο, πολλές φορές, και χωρίς να το θέλη, να αμαρτάνη. Πέμτον αποτέλεσμα της συνηθείας είναι η απελπισία, και τελευταίον η αιώνιος κόλασις. Όθεν ο ιερός Αυγουστίνος παρομοιάζει την κακήν συνήθεια της αμαρτίας, με έναν ύπνο βαθύ, από τον οποίον, όταν ξυπνήση ο άνθρωπος, θέλει να περιπατήση, αλλά δεν ημπορεί, επειδή εμποδίζεται από το βάρος του ύπνου. Έτσι και αυτός που είναι κυριευμένος από την πολυκαιρινήν συνήθεια της αμαρτίας, ακούει τον λόγον του Θεού που λέγει: «απολιπέτω ο ασεβής τας οδούς αυτού, και ανήρ άνομος τας βουλάς αυτού, και επιστράφητε προς με, και ελεήσω υμάς, και αφήσω τας αμαρτίας υμών». Θέλει να επιστρέψη στον Θεόν, επιθυμεί να αφήση τις αμαρτίες, όμως δεν ημπορεί, εμποδιζόμενος από την συνήθειαν. Και εάν καμμίαν φοράν φαίνεται πως επιστρέφει προς τον Θεόν, η επιστροφή του δεν είναι αληθινή, αλλά επίπλαστος. Και καθώς, όταν πέση η βροχή στην γη, φαίνονται πως βρέχονται και οι πέτρες, αλλά από έξω, και εάν τις ιδής στο εσωτερικόν τους είναι κατάξηροι και έρημοι από την δρόσον της βροχής, το ίδιο γίνεται και σ’ εκείνους που η καρδία τους εσκληρύνθη από την πονηράν συνήθειαν. Εξωτερικώς φαίνονται πως εδέχθησαν την θείαν δρόσον της μετανοίας, όθεν πολλές φορές και αναστενάζουν και κλαίουν, όμως από μέσα η καρδία τους είναι ξηρά και έρημος από την δρόσον της Θείας μετανοίας, επειδή η πονηρά συνήθεια δεν επιτρέπει στην δρόσον του Θείου λόγου να φθάση μέχρι τα ενδότερα μέρη της ψυχής.
Ένας διδάσκαλος παρομοιάζει εκείνους οι οποίοι είναι κυριευμένοι από συνήθεια μιας αμαρτίας, με ένα παιγνίδι που παίζουν τα παιδιά. Πιάνουν πολλές φορές κανένα άγριον πουλί και το δένουν από το πόδι με κλωστήν. Το αφήνουν να πετάξη, και αυτό πετά στο ύψος για να φύγη, αλλά εκείνα το σύρουν πάλι χαμηλά. Το ίδιο παιγνίδι φαίνεται πως κάμνει και ο διάβολος με εκείνους που έχει δεμένους με το σχοινί της συνηθείας. Πολλές φορές τους αφήνει να πετάξουν στο ύψος της αρετής, και βλέπεις ότι, ενώ ευρίσκονται ακόμη μέσα στα πάθη, στα δεσμά των προηγουμένων αμαρτιών, αρχίζουν να εγκρατεύωνται, να νηστεύουν, να κατηγορούν την ζωή που έκαμαν, να ψέγουν την δουλεία της αμαρτίας, να επαινούν την ελευθερία της αρετής. Όμως, ενώ κάμνουν αυτό το καλόν προοίμιον της αρετής, τους βλέπεις πάλι να κρημνίζωνται στο βάραθρον της κακίας, επειδή ο διάβολος τους έχει δεμένους με το σχοινί της συνηθείας, γι’ αυτό τους αφήνει να πετάξουν λίγο μόνον στο ύψος της αρετής, προς αισχύνην και όνειδός τους, και προς ηδονήν και χαράν ιδικήν του, διότι ποτέ δεν εγνώρισεν άλλην απόλαυσιν, άλλην ηδονήν από τότε που εξωρίσθη από τα κάλλη του ουρανού, από το να εμπαίζη τον ταλαίπωρον άνθρωπον με την συνηθειαν της αμαρτίας.
Γράφουν οι Ιστορικοί για τον Μιθριδάτην, εκείνον τον περιβόητον τύραννον, ότι μεταχειριζόμενος συχνά για τροφήν το δηλητήριο που λέγεται κώνειον, έφθασε σε τοιαύτην έξιν, ώστε και αναγκαζόμενος κάποτε να θανατωθή από την μεγάλην του δυστυχίαν, εζήτησε αυτό το δηλητήριο και έφαγε πολύ. Όμως αυτό δεν ενήργησε, δεν του επέφερε εκείνο που επιθυμούσε, δηλαδή τον θάνατον, τον οποίον εθεωρούσε προτιμότερον από το να πέση στα χέρια των εχθρών του και να γίνη παιγνίδι ιδικό τους. Το ίδιο συμβαίνει και στον ταλαίπωρον αμαρτωλόν. Επειδή η καθημερινή μεταχείρισις της αμαρτίας γίνεται γι’ αυτόν δευτέρα φύσις, συμμετέχει χωρίς όρεξη και πόθο στα Μυστήρια. Όμως με την συχνή καταφρόνηση που κάμνει σ’ αυτά, παρακινημένος από την συνήθεια, τελικά τα ευρίσκει ανενέργητα. Του συμβαίνει κάτι παρόμοιον καθώς σε έναν διαβάτην, ο οποίος ερχόμενος να περάση ένα ποταμόν, ευρίσκει στην αρχή μια μικρή ξύλινη γέφύρα, αλλά την καταφρονεί και προχωρεί νομίζοντας ότι θα εύρη άλλην μεγαλύτέρη γέφυρα πέτρινη. Κοπιάζει όμως πολύ και δεν την ευρίσκει, γι’ αυτό αναγκάζεται να γυρίση πίσω, για να τον περάση τάχα από εκείνη την ξύλινη. Όμως μέχρι να έλθη αυτός, ο ποταμός αυξάνει από την βροχή, κατεβαίνει ρεύμα πολύ, σκεπάζεται η γέφυρα εκείνη η ξύλινη, οπότε ο διαβάτης απομένει στην ερημία και ακολούθως στον θάνατο. Το ίδιο γίνεται και στον δυστυχισμένον αμαρτωλόν, ο οποίος δεμένος με την συνήθεια στην αμαρτίαν, ευρίσκει στην αρχήν εύκολο να λυθή με την ουράνιο γέφυρα της μετανοίας. Επειδή όμως στην αρχή την καταφρονεί, παρακινείται ύστερα να την ζητήση, αλλά δεν την ευρίσκει, επειδή η συνήθεια έχει κατεβάσει πολλά ρεύματα παθών και αμαρτιών, και σκεπάζει την συντριβή της καρδίας, παχύνει τον νου, ψυχραίνει την θείαν αγάπην, οπότε δεν απομένει άλλο στον ταλαίπωρον αμαρτωλόν από του να κρημνίζεται από το μικρότερο βάραθρο της αμαρτίας στο μεγαλύτερο, και τελικώς στα τάρταρα του άδου. Για να πληροφορηθής αυτό που σου λέγω, γύρισε μίαν φορά το βλέμμα σου στην αυλήν του Καϊάφα. Θα ιδής εκεί τον Πέτρον, ο οποίος, όταν ηρωτήθη στην αρχή αν είναι και αυτός μαθητής του Χριστού, λέγει: «Ουκ οίδα τον άνθρωπον», και πάλιν, όταν μετά από λίγην ώραν ηρωτήθη για δευτέρα φορά, κάμνει και όρκον ότι δεν γνωρίζει. Την δε τρίτην φορά που ηρωτήθη, προσθέτει και ανάθεμα. «Τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι ουκ οίδα τον άνθρωπον». Ω κατηραμένη συνήθεια, και τι δεν ημπορείς να κάμης; Ποίον δεν ημπορείς να κρημνίσης; Ας αποφύγωμε λοιπόν, ω αγαπημένοι μου, την συνήθεια της αμαρτίας, ας μην καταφρονήσωμε την μικρά συνήθεια, για να μην κυριευθούμε από την μεγάλη. Ο Πέτρος, αν δεν άφηνε να χωρέση στην ψυχή του αυτή η παραμικρή πρότασις «ουκ οίδα τον άνθρωπον», δεν θα έφθανε σε τόσην ανάγκη, ώστε σ’ εκείνο το «ουκ οίδα τον άνθρωπον», να προσθέση όρκον και ανάθεμα. Είναι αξιέπαινον, αν και φαίνεται αξιοκατάκριτον, το έργον που έκαμε ο νέος εκείνος, τον οποίον παίρνοντας οι δήμιοι για να τον κρεμάσουν, επειδή ήταν κλέπτης, παρεκάλεσε τους δημίους να τον αφήσουν να πλησιάση την μητέρα του, η οποία ήταν εκεί κοντά και έκλαιε. Εκείνοι, αν και άσπλαχνοι στις συμφορές των άλλων, όμως τότε δεν γνωρίζω πώς, εφάνησαν συμπαθητικοί και έδωσαν άδεια στον καταδικασμένον εκείνον νέο να πάει κοντά στην μητέρα του, νομίζοντας ότι θέλει ίσως να την ασπασθή και να της ειπή το τελευταίον «υγίαινε», αφού εκείνη την ώρα επρόκειτο να αποχωρισθούν με τοιούτον χωρισμόν. Άφησαν λοιπόν οι δήμιοι τον νέον, αν και δεμένον, και επλησίασε την μητέρα του, και εκεί που έκαμε πως θέλει να της ειπή ένα λόγον κρυφόν, αυτός αρπάζει με τα δόντια το αυτί της μητέρας και το κόπτει. Αυτό το ασεβές έργον ετάραξε πολύ τους παρευρισκομένους εκεί, οι οποίοι έλεγαν ότι αυτός ο νέος ήταν άδικος όχι μόνον στους άλλους, αλλά και στην ιδία την μητέρα του. Εκείνος όμως αποκρίνεται «αυτή είναι αίτιος τούτου του θανάτου μου και όλης της άλλης μου κακίας. Διότι εάν μου έκοπτε την συνήθεια που είχα στην νεότητά μου να κλέπτω τις πλάκες που είχαν για να γράφουν οι συμμαθηταί μου, δεν θα τολμούσα να κλέψω και την Οκτώηχο εκείνη, και ακολούθως τα μεγαλύτερα, και έτσι να έλθω σε αυτήν την συμφορά.»
Βλέπει ο Πλάτων ένα φίλον του που έπαιζε κύβους, και αρχίζει ευθύς να τον κατηγορή δριμύτατα και να τον υβρίζη χωρίς έλεος. Και εκείνος ο φίλος του Πλάτωνος, απορώντας για την υπερβολικήν αντίδρασή του, το μόνο που απήντησε ήταν: «ως επί μικροίς» σαν να του έλεγε: «ω σοφότατε Πλάτων, για ένα τόσο μικρόν αμάρτημα μου κάμεις τόσες ύβρεις; Για τόσην ολίγην άνεσιν, που δίδω στο σώμα μου με το αθώον αυτό παιγνίδι, μου πλέκεις τόσους ονειδισμούς; Μου δίδεις τόσες ύβρεις; Τόσες πολλές κατηγορίες; Και μάλιστα εμπρός σε τόσους πολλούς ανθρώπους; Μεγάλη αντίδρασις, για μικρά πραγματα. Με υβρίζεις για τόσο μικρόν πράγμα». Και εκείνος του αποκρίνεται: «Όταν όμως θα γίνη συνήθεια, δεν θα είναι μικρόν». Ακούεις λόγον από στόμα έλληνος, ακούεις διδασκαλίαν χρυσήν ευαγγελικήν; Μικρόν είναι το αμάρτημα που κάμεις, φίλε μου, όμως η συνήθεια της αμαρτίας δεν είναι μικρόν πράγμα, αλλά θανατηφόρον, το οποίο κάμνει πολλούς να κλείνουν τους οφθαλμούς, για να μη ιδούν τον ιατρόν της ψυχής τους. Αυτό έχει θανατώσει και καθημερινώς θανατώνει πολλούς και μάλιστα γίγαντες. Πράγματι, η αμαρτία όταν γίνη συνήθεια δεν είναι μικρόν πράγμα. Διότι αυτή είναι η παράλυσις της ψυχής, είναι η αλυσίδα με την οποίαν ο διάβολος δένει τον άνθρωπον επάνω στο κρεβάτι της αναισθησίας. Δεν είναι μικρόν πράγμα η συνήθεια, αλλά μέγα και φοβερόν, επειδή προξενεί στον άνθρωπον την φοβεράν εκείνην και απαρηγόρητον κόλασιν. Δεν είναι κάτι μικρόν η συνήθεια, διότι είναι ανίατος σε εκείνους που δεν γνωρίζουν τα θεραπευτικά μέσα, τα οποία είναι:
Το πρώτον που χρειάζεται για να κόψη τις ρίζες και τα νεύρα μιας πονηράς συνηθείας, δεν είναι άλλο από την παντοδυναμίαν του Θεού. Αυτή είναι που αχρόνως και ακόπως θεραπεύει αυτό το ανίατον πάθος, όπως κηρύττει ο σημερινός παράλυτος με τον κράββατο στον ώμο. Αυτή όμως η παντοδυναμία δεν ενεργεί μόνη της. Όχι πως δεν ημπορεί, ούτε πως δεν θέλει, αλλά για να μην αναιρέση εκείνο που εχάρισεν άπαξ δια παντός στον άνθρωπο, το προαιρετικόν. Χρειάζεται λοιπόν πολλά η παντοδυναμία αυτή του Θεού για να ενεργήση σ’ εμάς: την αποχήν του κακού, το μίσος κατά της αμαρτίας, την συντριβήν της καρδίας, την ικανοποίησιν, το μυστήριον της μετανοίας και αληθινής εξομολογήσεως. Και μαζί με όλα αυτά, την προσευχή και την θέληση του ανθρώπού να κλίνη τον αυχένα, και με θερμά δάκρυα να ζητά την παντοδυναμίαν του Θεού. Αυτό που λέγω γίνεται φανερόν από τον σημερινόν παράλυτον. Εγνώριζεν ο καρδιογνώστης μας Χριστός και τους πολλούς χρόνους που τον είχεν η ασθένεια δεμένον στον κράββατον επάνω, εγνώριζεν επίσης και τους πόνους και την ταλαιπωρίαν την πολλήν που υπέμεινε. Δεν αγνοούσε ούτε την επιθυμίαν που είχεν ο ταλαίπωρος εκείνος να ελευθερωθεί από την ασθένειαν, ούτε την έλλειψη των αναγκαίων, ούτε την ερημία των φίλων και των συγγενών. Παρ’ όλα ταύτα όμως τον ερωτά: «θέλεις υγιής γενέσθαι;» για να του δώση αφορμή να τον ομολογήση Κύριον και Παντοδύναμον, και μαζί με την ομολογία να ζητήση και την θεραπείαν του. Αλλά για να δώσει και σ’ εσέ, άνθρωπε, να καταλάβης πόσην δύναμη έχει η πονηρά συνήθεια της αμαρτίας, ώστε να χρειάζεται την παντοδυναμίαν του Θεού για να την κόψη.
Δεύτερον Θεραπευτικό μέσον είναι η επιθυμία και η αγάπη των αντιθέτων της αμαρτίας, πράγμα που συμφωνεί και με τον ορισμόν που δίδουν οι ιατροί, «τα εναντία τοις εναντίοις ιάματα». Θέλεις λοιπόν να κόψης την πονηράν συνήθειαν της μέθης και της πολυφαγίας; Βάλε σαν δραστικό βότανον επάνω στο πάθος την αγάπην και επιθυμίαν της νηστείας. Σε κυριεύει πάθος σαρκικόν, είσαι δεμένος από την συνήθεια της κτηνώδους πορνείας και μοιχείας; Αγάπησε, ζήτα να αποκτήσης την καθαρότητα και την παρθενίαν των Αγγέλων, και με αυτήν την επαινετήν και αγίαν όρεξιν, κόπτεις την πρώτην, την βδελυκτήν και βρωμεράν. Σε κυριεύει το πάθος της μνησικακίας και έχθρας; Αγάπησε την αμνησικακίαν του Θεού και την αγάπην της Ευαγγελικής ζωής, και με τον τρόπον αυτόν κόπτεις εκείνην την συνήθεια. Σε κυριεύει το πάθος της φιλαργυρίας και ασπλαχνίας; Αγάπησε την Ευαγγελικήν αυτάρκεια και τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του ουρανίου σου Πατρός, και τοιουτοτρόπως κόπτεις εκείνο το πάθος της Ιουδαϊκής αναισθησίας. Σε κυριεύει η διαβολική αλαζονεία και η υπερηφάνεια; Αγάπησε την ταπεινοφροσύνην του Δεσπότου σου, και με τον τρόπον αυτόν ιατρεύεις τα πονηρά μαθήματα του εωσφόρου.
Τρίτον θεραπευτικό μέσον είναι η πλήρης υποταγή του σώματος, το οποίον δεν ημπορείς να το νικήσης με άλλον τρόπο από αυτόν που σου έδειξεν ο εσταυρωμένος Ιησούς επάνω στον Γολγοθά, και με όλον το παράδειγμα της παναγίας ζωής του. Καθώς, λοιπόν, εκείνος παρέδωσε την παναγίαν του σάρκα στο πικρότατον εκείνο πέλαγος των φρικτών παθών, με τον ίδιο τρόπον και συ μη λυπηθής την σάρκα, για να κερδίσης την ψυχήν. Γνώρισε πως αυτό το σώμα είναι δούλος, και η ψυχή είναι κύριός του. Μή λυπήσαι τον δούλο μήπως πεινάση, μην ιδρώση και κοπιάσει, και θα τιμηθή έτσι ο κύριός του. Μη λυπηθής τον δούλον, την σάρκα σου, αν καταφρονηθή και γυμνωθή προσκαίρως, διότι έτσι θα ενδυθή με το ένδυμα της αθωότητος και θα δοξασθή αιωνίως η ψυχή.
Αυτά είναι τα μέσα με τα οποία ημπορεί κανείς να κόψη τα νεύρα κάθε πονηράς συνηθείας. Στοχάσου, άνθρωπε, και την ευκολίαν, αλλά και την τιμήν και την δόξαν που έχουν αυτά. Εάν λοιπόν τα αποστραφής, γνώριζε ότι είσαι ένας παράλυτος, ο οποίος και άνθρωπον έχει για να τον βοηθήση να εισέλθη στα ύδατα της κολυμβήθρας, και θεραπευτικά μέσα για να τον ελευθερώσουν από εκείνο το αξιοδάκρυτον πάθος, και με το ιδικόν του θέλημα τον αποστρέφεται. Συ είσαι που με το ίδιο το χέρι σου υπογράφεις στην διαθήκην του ουρανίου Πατρός να είσαι απόκληρος της Βασιλείας Του.
Γράφει ο ‘Αριστοτέλης στα «πολιτικά» του, πως στους Σκύθες υπήρχε νόμος που όριζε να μην έχη δικαίωμα στις πανηγύρεις να χρησιμοποιή το ποτήρι με το οποίον έπιναν όλοι όποιος δεν έχει θανατώσει έστω έναν εχθρόν της πόλεως. Αυτό γνώριζε, άνθρωπε, ότι θα συμβή και σ’ εσέ, αν δεν θανατώσης, αν δεν κόψης την πονηράν συνήθειαν της αμαρτίας, στην οποίαν ευρίσκεσαι δεμένος από την έχθρα και την συμβουλή του εχθρού σου διαβόλου. Δεν πρόκειται να αξιωθής ποτέ να πίης το ποτήριον εκείνο της Καινής Διαθήκης, το ποτήριον εκείνο της ουρανίου ζωής, την κληρονομία της άνω δόξης. Και από αυτήν την δυστυχίαν, από αυτήν την συμφοράν, ημπορεί να ευρεθή ή να εννοηθή άλλη μεγαλυτέρα;
Λοιπόν, εσύ ταλαίπωρε άνθρωπε, το υποφέρεις για μίαν κακήν συνήθεια να χάσης την ουράνιο Βασιλείαν; Είναι τούτο έργο ψυχής λογικής, να πωλή για τόσο λίγο, για μίαν πρόσκαιρον ηδονήν, την δόξαν, την παρρησίαν, την αγάπην της τρισυποστάτου Θεότητος; Είναι τούτο έργον φρονίμου ανδρός, να αφήση την συντροφίαν των ‘Αγγέλων, την συνοδείαν των Αποστόλων, την χαράν των Προφητών, τις σκηνές των δικαίων, για μίαν συνήθειαν κακήν και διεστραμμένην; Μη, παρακαλώ, ας μην ευρεθή κάποιος από εμάς τόσον ανόητος, αλλά όλοι, με τα θεραπευτικά μέσα που είπα, ας κόψωμε κάθε πονηράν συνήθεια, για να αξιωθουμε των επηγγελμένων ημίν αγαθών, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.Αμήν.
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 59 και εξής.
ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ
Κυριακή 8 Μαΐου 2011
Τραγουδούν το Χριστός Ανέστη δημόσια - (VIDEO)
Πηγή:www.romfaia.gr
To μήνυμα της Ανάστασης του Χριστού μας, εμπνέει, χαροποιεί, συγκλονίζει ακόμη και τους αλλόθρησκους.
Σας παρουσιάζουμε ένα εκπληκτικό βίντεο από το αραβικό δορυφορικό κανάλι SAT 7.
Προβάλλεται η αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία ορθοδόξων σε μεγάλο εμπορικό κέντρο της Βηρυτού στο Λίβανο οι οποίοι ανήμερα το Πάσχα σηκωνόταν ένας - ένας όρθιος και τραγουδούσαν το Χριστός Ανέστη και μάλιστα και στα Ελληνικά!!!
Θυμίζουμε ότι ο Λίβανος επί χρόνια μαστιζόταν από αιματηρότατο εμφύλιο πόλεμο και συγκρούσεις μεταξύ θρησκευτικών ομάδων.
Ας σκεφτούμε: στην Ορθόδοξη Ελλάδα πόσοι από εμάς θα μπορούσαν να κάνουν δημόσια το ίδιο;
http://www.youtube.com/watch?v=KFgawJ0PboU&feature=player_embedded
To μήνυμα της Ανάστασης του Χριστού μας, εμπνέει, χαροποιεί, συγκλονίζει ακόμη και τους αλλόθρησκους.
Σας παρουσιάζουμε ένα εκπληκτικό βίντεο από το αραβικό δορυφορικό κανάλι SAT 7.
Προβάλλεται η αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία ορθοδόξων σε μεγάλο εμπορικό κέντρο της Βηρυτού στο Λίβανο οι οποίοι ανήμερα το Πάσχα σηκωνόταν ένας - ένας όρθιος και τραγουδούσαν το Χριστός Ανέστη και μάλιστα και στα Ελληνικά!!!
Θυμίζουμε ότι ο Λίβανος επί χρόνια μαστιζόταν από αιματηρότατο εμφύλιο πόλεμο και συγκρούσεις μεταξύ θρησκευτικών ομάδων.
Ας σκεφτούμε: στην Ορθόδοξη Ελλάδα πόσοι από εμάς θα μπορούσαν να κάνουν δημόσια το ίδιο;
http://www.youtube.com/watch?v=KFgawJ0PboU&feature=player_embedded
Σάββατο 30 Απριλίου 2011
Δευτέρα 18 Απριλίου 2011
Πρόγραμμα Ακολουθιών Μεγάλης Εβδομάδος Ιερά Μονή Παναγίας Υψενής
v Κυριακή των Βαΐων Εσπέρας 19:00μ.μ (7:00μ.μ) Ακολουθία του Νυμφίου v Μ.Δευτέρα Πρωί 06:00π.μ Προηγιασμένη, Εσπέρας 19:00 (7:00μ.μ) Ακολουθία του Νυμφίου v Μ.Τρίτη Πρωί 06:00π.μ Προηγιασμένη, Εσπέρας 19:00 (7:00μ.μ) Ακολουθία του Νυμφίου v Μ.Τετάρτη Πρωί 06:00π.μ Προηγιασμένη, Εσπέρας 17:30(5:30μ.μ) Άγιο Ευχέλαιο και 19:00 (7:00μ.μ) Ακολουθία του Νιπτήρος v Μ.Πέμπτη Πρωί 07:00 Θεία Λειτουργία, Εσπέρας 19:00 (7:00μ.μ) Ακολουθία των Παθών v Μ. Παρασκευή Πρωί 10:00 Ακολουθία Μ. Ωρών και Αποκαθήλωση, Εσπέρας 19:00 (7:00μ.μ) Επιτάφιος θρήνος v Μ. Σάββατο Πρωί 07:00 Θεία Λειτουργία, Τελετή Αναστάσεως 23:00 (11:00μ.μ) v Κυριακή του Πάσχα Εσπερινός της Αγάπης 11:00 π.μ
Τετάρτη 13 Απριλίου 2011
Δεήσεις με ευχαριστία Η Κυριακή των Βαΐων είναι μία μέρα μοναδική μέσα στην περίοδο του ιερού Τριωδίου. Είναι ο πρόναος της Μεγάλης Εβδομάδος. Είναι ημέρα πανηγυρική ανάμεσα στις τόσες κατανυκτικές. Διότι ο Κύριος προτυπώνοντας τον αιώνιο θρίαμβό του, εισέρχεται στην αγία πόλη «καθήμενος επί πώλον όνου». Και τα πλήθη του λαού Τον υποδέχονται μετά βαΐων και κλάδων και ζητωκραυγάζουν: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ». Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας σ’ αυτό το κλίμα κινείται. «Χαίρεται εν Κυρίω πάντοτε», μας λέει ο απόστολος Παύλος. Και το επαναλαμβάνει και πάλι, «χαίρετε». Να χαίρεστε. Η επιείκειά σας και η υποχωρητικότητά σας ας γίνει γνωστή σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμη και στους απίστους. Ο Κύριος πλησιάζει να έλθει και θ’ αποδώσει στον καθένα ό,τι του ανήκει. Μη κυριεύεστε από άγχος για τίποτε, αλλά για κάθε τι που σας παρουσιάζεται να κάνετε γνωστά τα αιτήματά σας προς τον Θεό με την προσευχή και με τη δέηση, οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται και με ευχαριστία ευγνωμοσύνης για όσα ο Θεός μας έδωσε. «Μετά ευχαριστίας τα αιτήματα υμών γνωριζέσθω προς τον Θεόν». Κι έτσι, η ειρήνη του Θεού, της οποίας την τελειότητα δεν μπορεί να νιώσει κάθε νους, θα φρουρήσει τις καρδιές σας και τις σκέψεις σας, εφόσον μένετε ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό. Σ’ αυτό το ιερό κείμενο μας προκαλεί εντύπωση μια φράση του Αποστόλου που δεν την κατανοεί κανείς με μία πρώτη ανάγνωση. Ζητά να αναφέρουμε τα προβλήματα και τις δυσκολίες της ζωής μας στον Κύριό μας με αισθήματα ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης. Γιατί; Διότι όταν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στα χέρια του Θεού, κατανοούμε ότι ακόμη και τα δυσάρεστα γεγονότα είναι για το καλό μας. Τα ξέρει όλα ο Κύριός μας και ό,τι επιτρέπει τελικώς συντελεί στη σωτηρίας μας. Αφού όμως τα ξέρει, γιατί να Του τα αναφέρουμε; Για να δείξουμε την εξάρτησή μας απ’ Αυτόν και την εμπιστοσύνη μας σ’ Αυτόν. Όλα τα προβλήματά μας μόνο ο Κύριος μπορεί να μας τα λύσει, γι’ αυτό να τ’ αναθέτουμε όλα στον Θεό. Όλη μας τη ζωή να την εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν. Το θέλημά του να γίνεται. Εάν είμαστε γνήσιοι άνθρωποι του Χριστού, θα πρέπει όλα να τα κάνουμε δοξολογητική προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη και τη χαρά και την επιτυχία. Ό,τι κι αν μας συμβεί. Διότι όλα με την προσευχή παίρνουν τον δρόμο τους, όταν εμείς έχουμε εμπιστοσύνη και πίστη στην αγάπη του και την πρόνοιά του. Έτσι θα ζούμε χωρίς αγωνία. Όλα θα γίνονται προσευχή μέσα στο κλίμα της προσευχής όλα γίνονται με χάρη και χαρά. Οι σκέψεις και οι πράξεις Ο άγιος Απόστολος στη συνέχεια μας δίνει πνευματικές παρακαταθήκες σπουδαίες, που αναφέρονται στις σκέψεις και στις πράξεις μας. Αδελφοί, λέει, όσα είναι αληθινά, όσα είναι σεμνά, όσα είναι δίκαια, όσα είναι αμόλυντα και αγνά, όσα είναι προσφιλή στον Θεό και στους καλούς ανθρώπους, όσα έχουν καλή φήμη, και οποιαδήποτε άλλη αρετή και οποιοδήποτε καλό έργο που είναι άξιο επαίνου, αυτά να συλλογίζεστε και να προσέχετε, κι έτσι να τα εφαρμόζετε και στη ζωή σας· «ταύτα λογίζεσθε· και… ταύτα πράσσετε». Αυτά που μάθατε και παραλάβατε με την προφορική διδασκαλία μου και τα ακούσατε και τα είδατε σ’ όλη τη συμπεριφορά μου και τη διαγωγή μου, αυτά και να κάνετε. Και τότε ο Θεός που είναι ο χορηγός της ειρήνης θα είναι μαζί σας. Όλες αυτές οι πνευματικές παρακαταθήκες που δίνει ο απόστολος Παύλος στους Φιλιππησίους, αναφέρονται ουσιαστικά σ’ ένα θέμα, στην καθαρότητα και την αγιότητα των σκέψεων και των πράξεών μας. Να είναι οι σκέψεις μας αμόλυντες, για να είναι και οι πράξεις μας θεάρεστες. Διότι από το περιεχόμενο του νου και της καρδιάς μας πηγάζουν και οι πράξεις μας. Αυτήν βέβαια τη γενική αλήθεια μπορούμε ιδιαιτέρως τώρα τις άγιες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος να την εφαρμόσουμε με ιδιαίτερο περιεχόμενο. Μην αφήσουμε δηλαδή το νου μας τις μεγάλες και κοσμοσωτήριες και ιερές αυτές ημέρες να πελαγοδρομεί στα καθημερινά και τα βιοτικά. Αλλά ας στρέψουμε το νου και την καρδιά μας στον ερχόμενο Βασιλέα των βασιλευόντων. Ας Τον υποδεχθούμε ότι τόσο με βαΐα φοινίκων και πρόσκαιρα επιδερμικά αισθήματα αλλά με βιώματα ιερά. Σε λίγο η Μεγάλη Εβδομάδα αρχίζει. Θα αντικρίσουμε τον Κύριο και Βασιλέα της ζωής μας επάνω στο σταυρό. Ας Του προσφέρουμε όχι τόσο τα δάκρυα και τα άνθη μας, αλλά την καρδιά μας και την αγάπη μας. Να αφήσουμε το νου μας να πλημμυρίσει με άγιες σκέψεις και αισθήματα αφοσιώσεως και μετανοίας. Να γίνει η καρδιά μας ιερό όχημα, για να έλθει μέσα της ο Χριστός. Έτσι θα μεταμορφωθεί και η ζωή μας. Έτσι και οι πράξεις μας θα εξαγιασθούν. Μοναδική εντρύφησή μας να είναι η μελέτη των αγίων Παθών του Κυρίου μας. Να πονέσουμε όχι μόνο για τα δικά του Πάθη αλλά και για τις δικές μας αμαρτίες, που τόσο εύκολα και εξακολουθητικά διαπράττουμε. Κι ας Τον παρακαλέσουμε να μας κάνει νέους ανθρώπους, αναγεννημένους και αναστημένους. Περιοδικό «Ο Σωτήρ», αριθ. १९९७
Πηγή:http://www.xfd.gr/
Σάββατο 9 Απριλίου 2011
Ο Άγιος Σάββας ο νέος ο εν Καλύμνω Γόνος γέγονας Γάνου και χώρας Μέγα καύχημα νήσου Καλύμνου παμμακάριστε Σάββα, πατήρ ημών και γαρ οδόν διελθών της ασκήσεως του ακροτάτου τέλους επέτυχες. Διό πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών. Ο ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΜΟΡΦΩΣΗ – ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ Ο θεόφρων πατήρ ημων Σάββας ο νέος ο εν Καλύμνω, γεννήθηκε το έτος 1862 στην Ηρακλείτσα (αναφέρεται και η Γάνου Χώρα της περιφέρειας Αβδίμ) της Ανατολικής Θράκης, από πτωχούς γονείς, τον Κωνσταντίνο, που ασκούσε το επάγγελμα του μικροπωλητού και τη Σμαραγδή. Ήταν μοναχοπαίδι και κατά το βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος. Από μικράς ηλικίας ήταν πιστός και ευσεβής, αλλά και ένθερμος εραστής της αγγελικής μοναχικής ζωής. Αφού τελείωσε τα εγκύκλια μαθήματα και φύλαξε τον εαυτό του καθαρό από κάθε μολυσμό, δεν συνέχισε τις σπουδές του στο γυμνάσιο, είτε διότι δεν είχε τη δύναμη ο πατέρας του, είτε διότι ο ίδιος ο Βασίλειος δεν είχε διάθεση περαιτέρω μορφώσεως. Κατόπιν τούτου, οι γονείς του του άνοιξαν ένα μικρό κατάστημα. Ο Βασίλειος, άγοντας το 12ο έτος της ηλικίας του, διαπίστωνε καθημερινά, ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στη φύση του. Έπρεπε, λοιπόν, να κόψει το δεσμό που του δημιουργούσε αυτό με τον υλικό κόσμο και να προχωρήσει στο πέλαγος της χάριτος του Θεού. Ήθελε να ζήσει για τον Χριστό και μόνο. Η μητέρα του, μόλις πληροφορήθηκε τους πόθους του τον εβεβαίωσε ότι «αν το κάνεις αυτό θ΄ αποθάνω». ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΑ ΕΓΚΟΣΜΙΑ Στην απαλή ηλικία των 12 ετών αντιμετωπίζει τον μέγα τούτο προβληματισμό. Η έλξη του Θεού είναι ισχυρότατη, όπως και η κλίση του. Το «φύγε και σώζου» κυριάρχησε και έτσι, μία ημέρα ιστορική, αλλά και λαμπρή, έβαλε το κλειδί του καταστήματος κάτω από μία πέτρα και κατέβηκε στο λιμάνι για να πραγματοποιήσει την απόφασή του. Ως ελάφι, τώρα, κατευθύνεται προς το ευωδες περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος. Εκεί, εγκαταβιώνει στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου και απολαμβάνει τους πρώτους καρπούς των ιερών πόθων του. (Κατ΄άλλη γνώμη, που στηρίζεται σε διηγήσεις, πρώτα πήγε στα Ιεροσόλυμα). Στη Σκήτη αυτή δέχθηκε το βάρος της μοναστικής δοκιμασίας επί 12 έτη (κατ΄άλλους επί 6 έτη) και ασκήθηκε στο έργο της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής. ΜΕΤΑΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ Μετά από προσευχή παίρνει την απόφαση να πάει στα Ιεροσόλυμα. Διέρχεται από την γενέτειρά του, επισκεπτόμενος δε τους γονείς του, αναγνωρίζεται από κάποιο σημάδι του μετώπου του. Ο πειρασμός θερμαίνεται και πάλι. Πάλι εμπόδια από τη μητέρα του. Φεύγει ο ακτήμων με τη βοήθεια πλουσίου ανδρογύνου, που πηγαίνει στους Αγίους Τόπους. Ως χρόνος αφίξεώς του στα Ιεροσόλυμα αναφέρεται το έτος 1887, σε έγγραφο του Αρχιγραμματέως του ομωνύμου Πατριαρχείου. Αφού προσκύνησε με δέος και ευλάβεια τους Αγίους Τόπους, εισέρχεται στην ιστορική Μονή του Χοτζεβά και γίνεται αδελφός αυτής. ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ Μετά τριετή ενάρετο και οσιακό βίο στη Μονή αυτή κείρεται το έτος 1890 Μοναχός. Οπλισμένος με την αγιαστική χάρη και θωρακισμένος με την αήττητη πανοπλία του αγγελικού σχήματος, το 1894 αποστέλλεται από τον Καθηγούμενο της Μονής στο Άγιον Όρος για να ασκηθεί στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, υπό την καθοδήγηση του αειμνήστου Αρχιμανδρίτου Ανθίμου, εις την αγιογραφία, προφανώς να ειδικευθεί στην τέχνη. Επανέρχεται μετά 3ετίαν στην Ι. Μ. Χοτζεβά και το 1902 προχειρίζεται σε διάκονο και το επόμενο έτος σε πρεσβύτερο. Διατελεί επί ένα έτος (1906) εφημέριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, όπου γνωρίζεται με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου και Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αποφαινόμενος περί του Αγίου Σάββα, πριν ακόμα κοιμηθεί και αναγνωρισθεί η αγιότητά του, έλεγε στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος». Το 1907 επανέρχεται στην Ιερά Μονή Χοτζεβά και ασχολείται, παράλληλα προς την έντονη πνευματική ενάσκησή του, με το ευλογημένο εργόχειρο της αγιογραφίας. ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Το 1916, ύστερα από 26 χρόνια περίπου παραμονής στους Αγίους Τόπους επέστρεψε στην Ελλάδα. Έτσι σφραγίζει μια ωραία ασκητική ζωή, πλήρη πνευματικής καρποφορίας. Έφυγε από την έρημο του Ιορδάνου, όπου ζούσε «ως υψιπέτης αετός», τρεφόμενος ως πτηνό με μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι την ημέρα και νερό από τον ποταμό, διότι οι Άραβες πολεμούσαν τον ευλογημένο ερημικό βίο. Ευρισκόμενος στην Ελλάδα αναζητεί νέα γη ασκήσεως. Κατά το έτος της επιστροφής του, φαίνεται ότι μετέβη στη νήσο Πάτμο. Αφού παραμένει εκεί επί 2 έτη, πηγαίνει στο Άγιον Όρος, απ΄όπου κατέρχεται στην Αθήνα για να αγοράσει υλικά αγιογραφίας. Κατά το διάστημα αυτό και μέχρι μεταβάσεώς του στην Αίγινα φαίνεται ότι μετέβη στο ξερονήσι Παραμπόλα και στην Ύδρα. ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ ΣΤΗ ΑΙΓΙΝΑ Στην Αθήνα συναντά υποτακτικό του Αγίου Νεκταρίου, ο οποίος τον πληροφορεί ότι τον αναζητεί. Απ΄αυτό συνάγεται ότι οι δύο Άγιοι είχαν προηγούμενη γνωριμία. Από την Αθήνα, λοιπόν, πηγαίνει στην Αίγινα, όπου διακονεί τον Άγιο Νεκτάριο μέχρι την κοίμησή του. Η μετά του Αγίου Νεκταρίου συγκαταβίωσή του συνέβαλε πολύ στην περαιτέρω πνευματική πρόοδο του Οσίου. Εγνώρισε την αυστηρά άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, τους πολέμους των μικρών ανθρώπων, αλλά και την αναμφισβήτητη αρετή του, την παροιμιώδη ταπείνωση και απλότητά του. Είδε τη θεία κοίμησή του, η οποία εβεβαίωσε την ευαρέσκεια προς αυτόν του Παναγάθου Θεού με τα έκδηλα σημεία του Αγίου Μύρου και της ευωδίας, αλλά κυρίως της θαυματουργικής χάριτος. Εις την Αίγινα παραμένει μέχρι το έτος 1926. Αναχωρεί για την Αθήνα, διότι στη Μονή προσέρχεται πολύς κόσμος και ο θόρυβος τον κουράζει. Στην Αθήνα συναντά τον Γεράσιμο Ζερβό, ο οποίος τον φιλοξενει στο σπίτι του και τον πείθει τελικά να μεταβεί στην Κάλυμνο. ΜΕΤΑΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΜΝΟ Το ίδιο έτος (1926) φθάνει στην Κάλυμνο, όπου μετά από κάποια έρευνα-περιπλάνηση εγκαταβιώνει οριστικά στην Ιερά Μονή Αγίων Πάντων. Σ΄αυτή τη Μονή, της οποίας τυγχάνει κτήτορας, ειχε ασκητεύσει και ο ενάρετος και διορατικός Ιερομόναχος π. Ιερόθεος Κουρούνης. Ο θεσπέσιος αυτός λειτουργός του Υψίστου, προ της κοιμήσεώς του, παρηγορώντας τις λυπημένες αδελφές είπεν: «μετ΄ολίγον θα έλθη εδώ ανώτερός μου». Και πράγματι επαληθεύθηκαν τα λόγια του. Ο π. Σάββας, ευθύς μετά την εγκατάστασή του στην Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων, κτίζει με τη βοήθεια του Γεράσιμου Ζερβού τα επάνω κελλιά και αρχίζει μία έντονη πνευματική ζωή. Αγιογραφεί, τελεί τα Θεία Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει με το στόμα και το παράδειγμά του και βοηθεί χήρες, ορφανά και φτωχούς. Ζει με ταπείνωση, άσκηση και προσφορά, ώστε το αγγελικό παράδειγμά του να ενθυμούνται με δάκρυα και συγκίνηση όσοι τον εγνώρισαν. Πάντοτε δε θα επικαλούνται με πίστη τη χάρη του στις ποικίλες δοκιμασίες της ζωής τους. Πρόθυμος όταν ζούσε, προθυμότατος μετά την κοίμησή του. ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ Ηταν επιεικής και εύσπλαχνος στις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν τη βλασφημία και την κατάκριση. Αυτά τα δύο πολύ τον ετάρασσαν. Η σκληρά άσκησή του του χάρισε την ευωδία του σώματός του, αλλά και την ασθένεια. Το πέρασμά του ηταν ευώδες. Αυτή η ευωδία θα εξέλθει και από το μνήμα του κατά την εκταφή του. Όπως σ΄όλους τους ανθρώπους του Θεού, έτσι και από τον π. Σάββα δεν έλλειψε «ο σκόλοψ τη σαρκί». Υπέφερε από προστάτη και σοβαρά κοιλιακή πάθηση. Για τον προστάτη έκανε εγχείρηση και θεραπεύτηκε. Όταν του έλεγαν να πάει στην Αθήνα να θεραπευθεί και για το κοιλιακό νόσημα, απαντούσε: «Αυτό, παιδί μου, θα μας σώση, τίποτε άλλο δεν κάναμε. Αυτό είναι το καλό που θα μας πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός είναι μεγάλος». Ο π. Σάββας αγαπούσε όλους τους ανθρώπους και κατέβαλλε προσπάθεια για τη μετάνοιά τους και επιστροφή τους στον Χριστό. Η αγάπη του ηταν ειλικρινής και πηγαία. Ηταν δε αφιλοχρήματος. Ουδέποτε κρατούσε χρήματα. Από την αγιογραφία και τα μυστήρια ό,τι ελάμβανε τα έδινε στους πτωχούς, στις χήρες και τα ορφανά. Η ζωή του ήταν μία συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής. Ενδεικτικό αυτού είναι και η υπακοή του να δεχθεί κατά την περίοδο σοβαράς ασθενείας, ο ακρότατος αυτός ασκητής (στο Άγιον Όρος κατ΄εντολή του γέροντά του) τον 15αύγουστο κρέας πετεινού. Ο μακάριος, για κάθε πνευματικό πρόβλημα ελάμβανε άνωθεν την πληροφορία και έτσι βάδιζε επί του ασφαλούς. Είχε πολλούς πειρασμούς και χάλασε πολλές παγίδες του διαβόλου. Κάποτε, και συγκεκριμένα μία Καθαρά Δευτέρα, για να μη τελέσει τις ακολουθίες του, τον έκλεισε επί τρεις ημέρες στο κελλί του. Ήταν χαριτωμένος και ευλογημένος από τον Κύριο. Πράος, ανεξίκακος, άδολος, υπάκουος και πονετικός. ΤΟ ΟΣΙΑΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Εδόξασε τον άγγελο στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς। Ήταν άγγελος και άνθρωπος και αντιστρόφως. Κατά τον τρόπο αυτό εκπλήρωσε τις ημέρες της επί γης πορείας του μέχρι της 7ης Απριλίου 1948, ότε παρέδωκε την αγία του ψυχή στον Κύριο. Περί το τέλος της ζωής του ευρίσκεται σε άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη. Επί τρεις ημέρες δεν εδέχθη ουδένα. Ευρίσκετο πλέον στο στάδιο της ιεράς μεταστάσεώς του. Έδωκε τις τελευταίες συμβουλές και εζήτησε την εν Χριστώ αγάπη και υπακοή. Όταν ο επιθανάτιος ρόγχος τον κατέλαβε και επί μακρόν συνεχίζετο, ξαφνικά λαμβάνει δυνάμεις, ενώνει τα μικρά ευλογημένα χέρια του και χειροκροτεί επανειλημμένα, ενώ από τα χείλη του εξέρχονται οι τελευταίες ιερές φράσεις: «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Ήταν η βεβαίωση της θείας μεταφυσικής πορείας του. Ήταν το κύκνειο άσμα της θεοφιλούς ζωής του. Την ώρα εκείνη ολίγες μόνον μοναχές περιέβαλαν μία αγία μορφή, έναν θαυμάσιο αγωνιστή της πίστεως και της ευσεβείας, έναν οικιστή του Παραδείσου. Ο ουρανός εγνώρισε τη μετάστασή του και επανηγύριζε. Έτσι, η γη εχάρισε στον ουρανό τον άγιο αυτό βλαστό της και ο ουρανός αποδέχθηκε την ιερά αυτή προσφορά. Είθε και εμείς, μιμούμενοι, κατά το δυνατόν, τις αρετές του Αγίου Σάββα του νέου, του θαυματουργού, αλλά και με τις πρεσβείες του να αξιωθούμε της Ουρανίου Βασιλείας. Αμήν
Τετάρτη 6 Απριλίου 2011
Η Κάρα τού Αγίου Ραφαἠλ στήν Ιερά Μονή Παναγίας Υψενής
Δεξἲά είναι κάρα του Αγίου Ραφαήλ και αριστερά η κάρα του οσίου Μελετίου του εν Υψενή
Απολυτίκιο
Εν Λέσβω αθλήσαντες υπέρ Χριστού του Θεού, αυτήν ηγιάσατε τη των λειψάνων υμών ευρέσει, μακάριοι। Όθεν υμάς τιμώμεν, Ραφαήλ θεοφόρε, άμα συν Νικολάω και παρθένω Ειρήνη, ως θείους ημών προστάτας και πρέσβεις προς Κύριον.
Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011
Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου,Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίαςΚαι αργολογίας μη μοι δως.Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης,Υπομονής και αγάπης Χάρισαί μοι τω σω δούλω.Ναι, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι Του οράν τα εμά πταίσματα, καιΜη κατακρίνειν τον αδελφόν μου`Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων,Αμήν.
Σάββατο 5 Μαρτίου 2011
Η Νηστεία
Ελύληθεν η νηστεία।Η μήτηρ της σωφροσύνης, η κατήγορος της αμαρτίας, η συνήγορος της μετανοίας, η πολιτεία των αγγέλων, η σωτηρία των ανθρώπων, διότι οι πιστοί ανακράξωμεν, o Θεός ελέησον ημάς। Από αύριο χριστιανοί μου μπαίνουμε στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή। Κύριο γνώρισμα της περιόδου αυτής είναι η νηστεία. Και οι Ορθόδοξοι χριστιανοί καλούνται όλοι να νηστέψουν. Βέβαια ο λόγος μας θα γίνει για την νηστεία, και δεν πρέπει να ασχολούμεθα μ’ αυτήν μόνον στις περιόδους που η Εκκλησία μας ορίζει την νηστεία, αλλά πάντοτε. Έτσι αυτή την περίοδο θα νηστέψουν οι χριστιανοί από κρέας, γάλα, αυγά, ψάρια και θα αρκεστούν στα νερόβραστα και στα λαδερά φαγητά. Αλλά γεννιέται το ερώτημα: Νηστεύουν οι χριστιανοί την Αγία αυτή περίοδο της Εκκλησίας; Νηστεύουν όλοι; Όχι.Πιστεύω ότι όταν η πίστη ήταν πιο ζωντανή και τα ήθη πιο αυστηρά, οι χριστιανοί νήστευαν, νήστευαν τα παιδιά, νήστευαν οι άνδρες, οι γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, όλοι νήστευαν. Νήστευαν και οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Σαν σήμερα το βράδυ μάλιστα, υπήρχε και διετηρείτο το έθιμο στην πατρίδα μου, το έθιμο της χάσκας με ένα αυγό, θυμάμαι ότι τότε οι γιαγιάδες και οι μεγάλοι έλεγαν ότι με αυγό πρέπει να κλείνει το στόμα, το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής, και με αυγό να ανοίγει πάλι το βράδυ της Αναστάσεως. Ενήστευαν λοιπόν κάποτε οι χριστιανοί, όλοι μικροί και μεγάλοι. Η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής θύμιζε τα παλιά χρόνια τη νηστεία της αμαρτωλής πόλεως Νινευΐ, που οι κάτοικοί της ύστερα από το κήρυγμα Ιωνά του προφήτου, ήρθαν σε τόση μετάνοια ώστε νήστεψαν όλοι – ακόμα και τα μωρά στερήθηκαν το μητρικό τους γάλα. Νηστεία που επεβλήθη και στα ζώα, μικρά και μεγάλα. Για ένα τριήμερο λοιπόν, η νηστεία ήτο φοβερή, από κάθε είδους τροφής, και μάλιστα όλοι φόρεσαν σάκους και έβαλαν στάχτη στο κεφάλι τους. Και ο Θεός βλέποντας την ειλικρινή, την αληθινή τους μετάνοια, απέτρεψε την ολοκληρωτική τους καταστροφή. Στα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι κρεοπώλη, που έκλεινε το κρεοπωλείο του την Κυριακή των Απόκρεω, και το άνοιγε το Μεγάλο Σάββατο το πρωί. Κι όμως ποτέ του δεν επείνασε, ούτε αυτός ούτε η οικογένειά του. Όπως και ένας μικρός εστιάτορας που δεν μαγείρευε φαγητά με κρέας αυτή την μεγάλη περίοδο. Αλλά που να ακούσουν οι άνθρωποι της εποχής μας και ιδίως οι Νεοέλληνες χριστιανοί, για νηστεία και εγκράτεια, για μετάνοια και προσευχή. Οι περισσότεροι τα κοροϊδεύουν και τα γελάνε. Και όχι μόνο τα κοροϊδεύουν αλλά και κατηγορούν την νηστεία ότι την εφεύραν οι παπάδες και οι καλόγεροι. Τι θα απαντήσουμε σε αυτούς; Που μας κατηγορούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η νηστεία δεν είναι εντολή τωρινή. Έχει τη ρίζα της στα παλιά χρόνια της ανθρωπότητος. Η νηστεία εμφανίστηκε μόλις εμφανίστηκε και ο άνθρωπος. Συνομήλικη του ανθρώπου ονομάζει την νηστεία ο Μέγας Βασίλειος. Διότι αν ανοίξουμε την Αγία Γραφή και δούμε εκεί την δημιουργία του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ και της Εύας, βλέπουμε ότι η πρώτη εντολή που δόθηκε σε αυτούς ήταν η εντολή της νηστείας. - Θα φάτε, είπε ο Θεός τότε στους Πρωτοπλάστους, από τους καρπούς όλων των δένδρων, εκτός όμως από τους καρπούς ενός δένδρου. Χιλιάδες δένδρα εκεί. Η δοκιμή ετέθη. Και η τήρηση της εντολής ήταν πολύ εύκολη, αλλά δυστυχώς δεν τηρήθηκε. Κατέλησαν την εντολή, κατέλησαν την νηστεία και διώχθηκαν απ’ τον Παράδεισο. Όχι μόνο στη Γένεση αλλά και στα άλλα βιβλία ολοκλήρου της Αγίας Γραφής, γίνεται λόγος για τη νηστεία. Νομίζουν λοιπόν ότι ο Χριστός, δε μίλησε ούτε αυτός για τη νηστεία. Και όμως. Μόνο το σημερινό Ευαγγέλιο, το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής της Τυρινής, αν το ανοίξουν, αν το προσέξουν, θα αποδείξουν, θα αποδείξει ότι βρίσκονται σε πλάνη. Ο Χριστός μιλώντας για τη νηστεία δεν την καταργεί, αλλά την αναγνωρίζει σαν ιερό θεσμό, και με όσα λέει γι’ αυτήν, θέλει να την απαλλάξει από το Φαρισαϊκό πνεύμα, να την εξυψώσει πνευματικά. Να νηστεύετε, λέει, αλλά όχι όπως οι Φαρισαίοι. Όταν νηστεύετε να νηστεύετε κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μην σας βλέπουν οι άνθρωποι. Να μην είστε σκυθρωποί, να μην κάνετε επίδειξη της νηστείας. Ο Χριστός λοιπόν είναι εναντίον της νηστείας των Φαρισαίων, αλλά είναι υπέρ της νηστείας όπως ο ίδιος την εδίδαξε και την εφήρμοσε. Και όπως μας λέγει μάλιστα το Ευαγγέλιο, για σαράντα μέρες νήστεψε. Ούτε έφαγε, ούτε ήπιε. Το παράδειγμα του Χριστού το μιμήθηκαν αργότερα οι Απόστολοι, οι διδάσκαλοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας και όλοι οι Άγιοι. Εντολή λοιπόν του Θεού είναι η νηστεία. Και ό,τι διατάζει ο Θεός είναι πάντοτε για την ωφέλεια του ανθρώπου. Η νηστεία όπως αποδεικνύουν τα πράγματα είναι οικονομία των υλικών αγαθών, είναι μέτρο υγείας, είναι χάρη των παθών, είναι φάρμακο ψυχής και σώματος. Πότε όμως; Όταν γίνεται σύμφωνα με το πνεύμα του Ευαγγελίου, όταν δηλαδή η νηστεία δεν περιορίζεται μόνο στην αποφυγή κάποιων φαγητών, αλλά επεκτείνεται και συμπεριλαμβάνει όλα τα ήδη της κακίας. Η νηστεία από μόνη της δε λέει τίποτα. Πρέπει να γίνει πνευματική. Γι’ αυτό και ο χριστιανός, ο κάθε χριστιανός πρέπει να νηστεύει απ’ το ψέμα, τη διαβολή, τη συκοφαντία, το κουτσομπολιό, την κατάκριση, την βλασφήμια, την κλοπή, την απάτη, την εκμετάλευση, την φιλαργυρία, την πλεονεξία, την πορνεία, τη μοιχεία, τις κακές σκέψεις, να νηστεύει η γλώσσα που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, να νηστεύει ο νους, να νηστεύουν οι σκέψεις, οι λογισμοί, αυτού του είδους η νηστεία είναι όντως φάρμακο ψυχής. Η νηστεία που περιορίζεται μόνο στην αποχή ορισμένων τροφών και συνοδεύεται από κακίες και από ελαττώματα και από πάθη, δεν είναι νηστεία χριστιανική. Θα τολμούσα να μπορώ να σας πω ότι η νηστεία αυτή είναι διαβολική, είναι σατανική. Γιατί; Γιατί και ο Σατανάς νηστεύει. Δεν τρώει ποτέ του, δεν πίνει ποτέ του. Αλλά έχει όλη την κακία και όλο το φθόνο και όλη τη μοχθηρία και ανθρωποχθόνος ήν απ’ αρχής. Η χριστιανική νηστεία λοιπόν, έχει σκοπό να βοηθήσει τον άνθρωπο στην πνευματική του ανόρθωση, και στην κοινωνία του με το Θεό. Γίνεται από αγάπη στο Θεό, και συνδυάζεται με την αποχή από την αμαρτία, την προσευχή και την αγάπη. Τροφή του πνεύματος είναι η νηστεία. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Εκκλησία είναι εκείνη που γνωρίζει πότε πρέπει να νηστεύουμε. Ο σκοπός της νηστείας είναι πνευματικός. Επί αιώνες η ζωή της εδώ στη γη με την πείρα και τον αγώνα των αγίων της, την οδήγησε στο να καθιερώσει τα χρονικά διαστήματα της νηστείας που όλοι μας γνωρίζουμε. Έτσι λοιπόν όλες οι νηστείες είναι συνδεδεμένες με τον εορτασμό των μεγάλων γεγονότων της ζωής του Χριστού. Για να καταλάβουμε λίγο καλύτερα το σκοπό της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής, πρέπει να δούμε το γιατί νηστεύουμε Τετάρτη και Παρασκευή όλο το χρόνο, που είναι σμικρογραφία η νηστεία της Σαρακοστής. Η αρχαιότερη καθιερωμένη νηστεία είναι η νηστεία Τετάρτης και Παρασκευής. Το βλέπουμε σαν εντολή στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών ενός βιβλίου που γράφτηκε τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. «Η δε νηστεία υμών μη έστωσαν μετά των υποκριτών Τρίτης και Πέμπτης, όπως των Ιουδαίων και Φαρισαίων, υμείς δε νηστεύσατε Τετράδα και Παρασκευήν». Και τότε μάλιστα η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής ήτανε ημέρες ξηροφαγίας, χωρίς κατάλυση, οίνου και ελαίου και μάλιστα μετά την τρίτη απογευματινή. Γιατί όμως νηστεύουμε αυτές τις ημέρες; Τις δυο αυτές ημέρες κάθε εβδομάδα. Ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, μας λέγει ότι πρέπει την Τετάρτη και την Παρασκευή να παραμένουμε εν νηστεία μέχρι της τρίτης το απόγευμα, επειδή την μεν Τετάρτην επροδόθη ο Κύριος και την Παρασκευή εσταυρώθη. Και στο βιβλίο Αποστολικαί Διαταγαί λέγεται : «Τετράδα δε και Παρασκευήν προσέταξεν ημίν νηστεύειν, την μεν διά την προδοσίαν, την δε δια του πάθους του». Βέβαια εάν υπάρξει γιορτή Αγίου ή ενός γεγονότος, τότε έχουμε κατάλυση, σύμφωνα πάντοτε με τις υποδείξεις της Εκκλησίας, και όπως έχουμε δώσει και ειδικά νηστειοδρόμια για να βοηθήσουμε τους χριστιανούς πότε και πως πρέπει να νηστεύουν. Επίσης υπάρχει κατάλυσις της νηστείας όταν έχουμε σοβαρούς λόγους υγείας. Τότε η Εκκλησία οικονομεί τον ασθενούντα. Ο λόγος πάντως για τον οποίον γίνεται η νηστεία όχι μόνον Τετάρτης και Παρασκευής, αλλά και των Σαρακοστών, και ειδικά της Μεγάλης που αρχίζει αύριο, καθορίζει συγχρόνως και τον τρόπο της συμμετοχής στην νηστεία. Ως σωστοί πιστοί Ορθόδοξοι χριστιανοί δεν πρέπει να νηστεύουμε επειδή μας το λένε οι μεγαλύτεροι ή οι παπάδες, ούτε πάλι πρέπει να νηστεύουμε για να τρόπον τινά αυτοδικαιώσουμε τον εαυτό μας απέναντι στα σφάλματά μας, ούτε πάλι για να καυχόμεθα για τις αυστηρές μας ξηροφαγίες, και πολύ περισσότερο ούτε για να καλοπιάσουμε το Θεό. Νηστεύουμε για να ζήσουμε τα σωτήρια πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και να αναγνωρίσουμε μέσα από τα βάθη της καρδιάς μας ότι απ’ αυτά και μόνον προήλθε η σωτηρία μας. Έτσι η νηστεία μέσα από την πνευματικότητα διακρίνεται από τρείς χαρακτήρες, και ο πρώτος της είναι δογματικός. Με τη νηστεία ομολογούμε το πάθος της Σταυρικής Θυσίας του Χριστού. Ο δεύτερος χαρακτήρας είναι δοξολογικός και ευχαριστηριακός. Η νηστεία αναπέμπεται ως προσευχή ευχαριστίας προς τον Θεόν, μέσα από τα Ευαγγελικά έργα, τον σεβασμό προς την παράδοση, την μίμηση των Αγίων, τη συμμετοχή στα Πανάγια Μυστήρια και κυρίως στο να δαμαστεί το σαρκικό φρόνημα και τα ένστικτα του ανθρώπου. Και ο τρίτος χαρακτήρας της νηστείας είναι αναγεννητικός. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, όπως και Σαρακοστές, ο χριστιανός με την νηστεία και την εγκράτεια σκοτώνει το σαρκικό του φρόνημα, και με την μικρή του σωματική ταλαιπωρία συμμετέχει στο πάθος του Χριστού, για να ζήσει την Ανάστασή Του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
