Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ – Μικρὸ σχόλιο στὴ βυζαντινὴ εἰκόνα


«Λέγε Συμεών, τίνα φέρων ἐν ἀγκάλαις, ἐν τῷ ναῶ ἀγάλλη;», ἐρωτᾶ ὑμνογραφώντας ὁ ἅγιος Γερμανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, στὸ πρῶτο Στιχηρὸ ἰδιόμελο τοῦ Ἑσπερινοῦ της Ὑπαπαντῆς, ἤχου α΄. Η βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, ἀποτολμᾶ ν’ ἀπαντήσει στὸ ὑμνολογικὸ αὐτὸ ἐρώτημα μ’ ἕνα ἄλλο εἶδος τέχνης, περισσότερο προσιτὸ στὸ εὐρύτερο σῶμα τῶν πιστῶν.
Ἡ σκηνὴ εἰκονίζει τὴν ἐκπλήρωση τοῦ ἑβραϊκοῦ ἔθους. Τοῦ ἔθους ποὺ καθόρισε ἡ ἀπαίτηση τοῦ ἴδιου του Θεοῦ, «πᾶν ἄρσεν τὸ τὴν μήτραν διανοῖγον», νὰ ἀφιερώνεται σ’ Αὐτόν. (Ἐξοδ. ιγ΄ 2), ὅπως ἐμφατικὰ σημειώνεται καὶ στὸν Εἱρμὸ τῆς ἐννάτης ὠδῆς τῆς Ὑπαπαντῆς. Αὐτὴ τὴν πραγματοποίηση τοῦ «εἰθισμένου, κατὰ τὸ εἰρημένον τοῦ νόμου» (Λούκ. Β. 24, 27), ἱστορεῖ ἡ εἰκόνα τῆς Ὑπαπαντῆς. Πέντε πρόσωπα ἀπαρτίζουν τὴν σύνθεση. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος μὲ τὸν Ἰωσὴφ φέρνουν στὸν ναὸ τὸν τεσσαρακονθήμερο Ἰησοῦ Χριστό. Τὰ δύο ἄλλα πρόσωπα εἶναι πρόσωπα τοῦ ναοῦ, καὶ συναντοῦν τοὺς προσερχομένους ἐντός του ἱεροῦ χώρου. Ὁ Συμεὼν ὁ πρεσβύτης, ἄνθρωπος χαριτωμένος ἀπ’ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, «δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραὴλ» (Λούκ. β' 25), καὶ ἡ ἁγία Ἄννα ἡ προφήτιδα, θυγατέρα Φανουήλ, σὲ προχωρημένη ἡλικία καὶ αὐτή. Λαμπάδα λιωμένη στὴν ὑπηρεσία τοῦ ναοῦ ἀπὸ τὴ νεότητά της, ἀπὸ τότε ποὺ χήρευσε. Στὰ χέρια της, ποὺ τόσα χρόνια διακόνησαν τὶς ἀνάγκες τοῦ ναοῦ, κρατεῖ εἰλητάριο μὲ λόγους προφητικούς, ποὺ ἀναφέρονται στὸ πρόσωπο τοῦ προσφερομένου βρέφους Ἰησοῦ. «Τοῦτο τὸ βρέφος, οὐρανὸν καὶ γῆν ἐστερέωσεν».
Ὁ εἰκονογράφος δὲν ἐπιλέγει νὰ ἰσορροπήσει τὴ σύνθεση σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα, παρόλο ποὺ κεντρικὴ θέση ἔχουν κατὰ βάση δύο. τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ τοῦ βρέφους Ἰησοῦ. Τὸ κέντρο τῆς εἰκόνας κατέχει τὸ ἱερό, στηριζόμενο σὲ τέσσερις κολῶνες, στεφανωμένες ἀπὸ μία σινδόνη. Τὸ ἱερὸ μὲ τὴ σινδόνη μοιάζουν νὰ διαιροῦν τὴν εἰκόνα στὰ δύο. Ἄλλωστε τὸ ὅλο συμβὰν τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἑνώνει δύο σαφέστατα διαφορετικοὺς χώρους. Τὸ χῶρο τῆς Παλαιᾶς μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Τῆς προσδοκίας τῶν αἰώνων, μὲ Τὸν Προσδοκώμενο. Τῆς φθορᾶς τοῦ γήρατος καὶ τοῦ θανάτου, μὲ τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴ ζωὴ τοῦ βρέφους Ἰησοῦ.
Δὲν σημαίνονται ὅμως μόνο συνθετικὰ οἱ δύο κόσμοι ποὺ ἑνοποιοῦνται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ποὺ περιγράφει ἡ εἰκόνα, ἀλλὰ καὶ ὑφολογικὰ ὑποδηλώνεται τὸ διττὸ μήνυμα τῆς ἑορτῆς. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ λύπη. Ἡ χαρὰ ἐκπεφρασμένη ἀπὸ τὸν πρεσβύτη Συμεών. Τὸν γέροντα ποὺ μὲ τρεμάμενα ἀπὸ τὸ βαθὺ γῆρας χέρια, προσδέχεται Αὐτὸν ποὺ ἀνέμενε αἰῶνες ἡ παλαιοδιαθηκικὴ εὐσέβεια, καὶ διψοῦσε ὁ ἰουδαϊκὸς λαός: τὸν λυτρωτὴ τοῦ κόσμου. Τὸν Συμεών, ποὺ ἀξιώνεται νὰ γίνει θεοδόχος! Τὰ πόδια τοῦ λυγίζουν ἀπὸ εὐλάβεια. Τὰ μάτια τοῦ κοιτοῦν μὲ δέος «τὸ σωτήριον φῶς» (Λούκ. Β. 30, 32) τοῦ θεανθρωπίνου Βρέφους. Τὰ χέρια του, σκεπασμένα ἀπὸ συστολὴ καὶ σεβασμὸ μὲ μία ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του, γίνονται θρόνος. Θρόνος ὄχι γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν ἕνα κοινὸ βρέφος, ἀλλὰ γιὰ νὰ κρατήσουν Αὐτὸν ποὺ κρατεῖ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Τὰ χέρια τοῦ πρεσβύτου Συμεών, ποὺ μὲ τόση εὐλάβεια κρατοῦν τὸ θεῖο Βρέφος πάνω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο τοῦ ναοῦ, θυμίζουν τόσο πολὺ τὴν εἰκόνα τῶν λειτουργῶν ἱερέων ποὺ προβάλλουν ἐνώπιόν μας τὸ θυσιασμένο καὶ ἀναστημένο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ὅλες οἱ γραμμὲς τοῦ σώματος τοῦ ἁγίου Συμεών, μαζὶ μὲ τὶς πτυχώσεις τῶν ἐνδυμάτων τοῦ τείνουν πρὸς τὸν Κύριο. Λυγίζουν, καὶ μὲ μία καμπυλόγραμμη κίνηση ὑποτυπώνουν τὸ δοχεῖο ποὺ πληροῦται ἀπὸ τὸ περιεχόμενό του, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἐν προκειμένω ἀπὸ τὴ θεία Χάρη.
Ἀλλὰ ἂν ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση ἀφοροῦν καὶ ἀποτυπώνονται στὸν πρεσβύτη Συμεών, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐνσαρκώνει τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη. Πόνο γιατί προσφέρει καὶ ἀποχωρίζεται τὸν Υἱό της. Τὰ χέρια τῆς διατηροῦν μία κίνηση σὰν νὰ κρατοῦν ἀκόμη τὸν Ἰησοῦ Χριστό, σὰν νὰ μὴν θέλουν νὰ Τὸν ἀποχωρισθοῦν. Καὶ ὁ Υἱός της, φαίνεται νὰ ἀνταποκρίνεται στὰ μητρικά της αἰσθήματα. Ἁπλώνει κι αὐτὸς τὸ χέρι του σὲ μία προσπάθεια νὰ μὴν ἀποχωρισθεῖ τὴν Παναγία μητέρα Του. Μία ἔκφραση τῶν αἰσθημάτων τῆς τελείας ἀνθρωπίνης φύσεώς Του.
Ἀνάμεσα στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν θεοδόχο Συμεών, ὑψώνεται τὸ ἱερό, τὸ ὁποῖο βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας, σχηματίζοντας ἕνα φράγμα ἀπαγορευτικό. Ἡ Θεομήτωρ στερεῖται τὸν Υἱό της, καὶ ἡ θλίψη τῆς ἐπιτείνεται ἀπὸ τὰ προφητικὰ λόγια του ἁγίου Συμεὼν «καὶ σοὺ τὴν καρδίαν διελεύσεται ρομφαία» (Λούκ. Β. 35). Ἡ Παναγία πλέον ἀρχίζει νὰ στρατεύεται στὸν δρόμο τοῦ σταυροῦ, ποὺ εἶναι τὸ δῶρο τοῦ Υἱοῦ τῆς σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Τὸ δῶρο αὐτὸ ποὺ χαρίζεται καὶ στὴν ἴδια, μὲ μία διπλὴ ἐπίπτωση. Τῆς χαρᾶς, τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως ἀπὸ τὴ μία, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, τῆς θλίψεως τῆς μητρικῆς καρδιᾶς τῆς μπροστὰ στὴν ἄρνηση ἀποδοχῆς ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ της. Ἄρνηση ποὺ θὰ φθάσει μέχρι τὸν σταυρικὸ θάνατο.
«Ἀνοιγέσθω ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ σήμερον», ὅπως ψάλλεται καὶ στὸ Δοξαστικὸ τῶν ἐκεκραγαρίων τοῦ Ἑσπερινοῦ της Ὑπαπαντῆς, σὲ ἦχο πλ. τοῦ β', γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εἰκονογράφος ἱστορεῖ τὰ κτήρια καὶ τὶς στέγες τους νὰ συγκλίνουν σ’ Αὐτὸν ποὺ ἁγιάζει ὁλόκληρη τὴν κτίση. Αὐτὸν ποὺ εἶναι «φῶς διασκεδάζον τῶν ἀπίστων ἐθνῶν τὴν σκοτόμαιναν, καὶ δόξαν τοῦ νεολέκτου Ἰσραήλ», ὅπως τονίζεται καὶ στὸ ἰδιόμελο τῆς Λιτῆς της Ὑπαπαντῆς, ποὺ ψάλλεται σὲ ἦχο α' Λυτρωτὴς τόσο τοῦ ἐθνικοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ὅσο καὶ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Καὶ τὸ λυτρωτικὸ αὐτὸ μήνυμα ποὺ ἀφορᾶ ὅλο τὸν κόσμο, ὑποδηλώνεται ἀπὸ τὰ δύο περιστέρια, τὰ ὁποῖα προσφέρει ὁ Ἰωσὴφ στὸν ναό. Δὲν ἀνταποκρίνονται μόνο στὴν καθορισμένη προσφορά, ἀλλὰ συμβολίζουν καὶ τοὺς δύο κόσμους, γιὰ τοὺς ὁποίους προσφέρεται ἡ θυσία τοῦ Κυρίου μας. Τὸν κόσμο τῶν ἐθνικῶν καὶ τῆς εἰδωλολατρίας, καὶ τὸν κόσμο τοῦ εὐεργετηθέντος Ἰσραήλ.

Ὑπαπαντή! Σημαίνει συνάντηση τοῦ Κυρίου μὲ τὴν προσδοκία τοῦ κόσμου.
Ὑπαπαντή! Καθ’ ἢν «Χορὸς ἀγγελικός,
ἐκπληττέσθω τὸ θαῦμα!
βροτοὶ δὲ ταῖς φωναῖς,
ἀνακράξωμεν ὕμνον,
ὀρῶντες τὴν ἄφατον
τοῦ Θεοῦ συγκατάβασιν» 
ὅπως θαυμάσια προτρέπει τὸ Κάθισμα τῆς πρώτης στιχολογίας τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς, ἤχου α΄, καὶ μέσα ἀπὸ τὴν περιγραφική, συμβολική, ἁγία καὶ ἱεροπρεπῆ τέχνη τῆς βυζαντινῆς εἰκονογραφίας. Ἂς προσκυνήσουμε λοιπὸν τὸ ἱστορούμενο γεγονός. Ἂς προσκυνήσουμε τὸν νηπιάσαντα καὶ βρεφοκρατούμενο Σωτήρα καὶ Λυτρωτή μας.

Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἡ Δράσις μας, Φεβρουάριος τοῦ 2007.

Ὑμνολογικὴ ἐκλογή.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε» ἔκ σοὺ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ θεὸς ἠμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις, τὸν Ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἠμῶν, χαριζόμενον ἠμὶν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.



Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

"Οἱ πύργοι τῆς πίστεως", τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφεὶμ


Ἰανουάριος, ὁ μήνας τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀρχίζει μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τελειώνει μὲ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τῶν τριῶν μεγίστων φωστήρων τῆς Τρισηλίου Θεότητος:  Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Εἶναι τὰ προπύργια τῆς εὐσεβείας καὶ τὰ πυξία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι τὰ ἄνθη τὰ εὔοσμά του Παραδείσου καὶ οἱ μαζοί, οἱ ὁποῖοι ἐξέβλυσαν τῆς σωτηρίας τὸ γάλα, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου. Εἶναι οἱ κορυφαῖοι στὴ χορεία τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Διδασκάλων, ποὺ μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐξέφρασαν στὴν ἐποχή τους καὶ ἐκφράζουν μέχρι σήμερα μὲ τὸ λόγο τους ποὺ εἶναι διαχρονικός, τὴν ἐμπειρία τῆς θείας ἀλήθειας.
Ὄχι ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ἀνθρώπινη παιδεία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν ἄνωθεν, ποὺ ἔχει σὰν κέντρο τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, εἰσῆλθαν στὸ «ἀπόθετον κάλλος»2 τῆς θείας ἀληθείας καὶ διατύπωσαν μὲ λόγους αὐτὴν τὴν ἐμπειρία, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀξίζει δὲ σὲ μᾶς σήμερα, πέρα ἀπὸ τὰ ἐγκώμια ἢ τὸν τυχὸν θαυμασμὸ τῶν ἁγίων τους μορφῶν, ἂν καὶ αὐτὸς ἔχει σχεδὸν σταματήσει στὶς μέρες μας, νὰ ἀκούσουμε τὸν κτύπο τῆς θεοφόρου καρδιᾶς τους, βάζοντας συγχρόνως καὶ τὸ δάκτυλό μας στὸν τύπο τῆς ἀγωνίας γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, γιὰ τὴν ὁποία τόσο ἀγωνίσθηκαν καὶ ποὺ σήμερα ἀπεμπολεῖται.

Τί εἶναι ἡ πίστη;

Πρῶτον. Μὲ σαφήνεια ὁ θαυμαστὸς Ἱεράρχης τῆς Καισαρείας θὰ διατυπώσει πὼς πίστη εἶναι ἡ ἀνεπιφύλακτη ἀποδοχὴ τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως καὶ ἡ πεποίθηση ὅτι ὅσα κηρύχθηκαν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν τὴ μοναδικὴ ἀλήθεια.
Αὐτὴ ἡ πίστη θὰ πρέπει νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ «ἀδιάκριτος», δηλαδὴ ὀφείλουμε νὰ πιστεύουμε χωρὶς ἀμφοβολίες τὰ ὅσα μᾶς βεβαιώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ συγχρόνως τὰ ὅσα συναντοῦμε στὴν ἐμπειρία τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐποχή.
Λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ τῆς βασιλείας ὁ ἐπώνυμος : «Ποιὸ εἶναι τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό της πίστεως; Ἡ χωρὶς διακρίσεις καὶ ἀμφιβολίες ἐσωτερικὴ πληροφορία καὶ βεβαιότητα ὅτι τὰ θεόπνευστα λόγια της Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἀληθινά, πληροφορία ποὺ δὲν κλονίζεται ἀπὸ κανένα λογισμὸ ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ φυσικὴ ἀνάγκη ἢ σχηματίζεται γιὰ λόγους ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ εὐσέβεια».
Καὶ συμπληρώνει γεμάτος θαυμασμὸ ὁ Ἱερὸς πατήρ: «Δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλουμε καὶ νὰ διστάζουμε νὰ πιστεύσουμε σὲ ὅσα ἐδίδαξε ὁ Κύριος, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀληθινὸς καὶ μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἔστω κι ἂν εἶναι ἀντίθετος μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Σ΄ αὐτὸ ἀκριβῶς συνίσταται καὶ ὁ ἀγώνας τῆς πίστεως».

Δεύτερον. «Ἄγκυρα» τὴν ὀνομάζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. «Γιατί τέτοια εἶναι ἡ πίστη· εἶναι κάποια ἱερὴ ἄγκυρα ποὺ συγκρατεῖ ἀπὸ παντοῦ τὴν διάνοια ποὺ τὴν ἔχει καὶ τότε κυρίως γίνεται φανερὴ ἡ δύναμή της, ὅταν πείθει ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔχει νὰ περιμένει χρηστὲς ἐλπίδες μέσα ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα καὶ τὶς δυσκολίες, διώχνοντας τὴν ταραχὴ τῶν σκέψεων».
Ἀληθινὴ πίστη ἔχει αὐτὸς ὁ ὁποῖος δὲν προσέχει οὔτε στέκεται σ΄ αὐτὰ τὰ ὁποία φαίνονται ἀλλὰ σ΄ ἐκεῖνα ποὺ δὲν φαίνονται.
Γιατί, συμπληρώνει ὁ θεοφόρος πατήρ, «ὅταν δὲν ἀρκούμαστε μόνο στὰ σωματικὰ μάτια, ἀλλὰ μὲ τὰ μάτια τοῦ νοῦ φανταζόμαστε αὐτὰ ποὺ δὲν φαίνονται.
Πράγματι πρέπει νὰ θεωροῦμε ὡς πιὸ βέβαια ἐκεῖνα κὰτ΄ ἐξοχήν, παρὰ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε μὲ τοὺς σωματικούς μας ὀφθαλμούς. Τοῦτο γὰρ πίστις».
Αὐτὴ τὴν πίστη τὴ θεωρεῖ ἡ χρυσὴ ἀηδόνα τῆς Ἐκκλησίας ἀπαραίτητη, διότι ἁπλούστατα ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς εἰδωλολατρείας καὶ χρειάζεται μὲ γνώμονα αὐτὴ τὴν ἐνυπόστατη ἀρετὴ νὰ κατανοήσει καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ οὐράνια.
Ὁ λόγος τοῦ ρεαλιστικός: «Βλέπεις πόσο μεγάλο εἶναι τὸ σκοτάδι ποὺ μᾶς περιβάλλει καὶ ὅτι παντοῦ μας χρειάζεται ἡ πίστη; Μόνον αὐτὴ εἶναι σταθερὴ».
«Ἂν ἡ πίστη μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ καταλάβουμε καλὰ τὰ ὑλικὰ καὶ ἐπίγεια, πολὺ περισσότερό μας εἶναι ἀναγκαία γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς οὐράνιες ἀλήθειες καὶ πραγματικότητες ποὺ εἶναι πνευματικὲς καὶ ὑπερφυσικὲς».

Τρίτον. «Ἀπράγμονα συναίνεση» τὴν χαρακτηρίζει ὁ ἐπώνυμός της θεολογίας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Συναίνεση, τὸ νὰ συμφωνεῖς μὲ ὅσα παραγγέλει καὶ γράφει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν βρίσκεται κανεὶς σ΄ αὐτὸ τὸ μῆκος κύματος, δὲν ἐπιζητᾶ οὔτε ἐξηγήσεις, οὔτε λογικὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ ἔχει ἐν τὴ καρδία τοῦ ζωντανὴ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ποὺ θὰ τὸν ὁδηγεῖ «εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν».
Στὰ «Δογματικὰ Ἔπη» του ἡ θεολόγος φωνὴ εἶναι ἀποκαλυπτική: «Ἂν ὅλα εἶναι φανερά, τότε τί εἶναι ἡ πίστη; Διότι ἡ πίστη εἶναι ἡ ἀνεπιφύλακτη συναίνεση.
Ὅταν εἰσῆλθες στὴν πίστη, δὲν σοὺ ὑποσχέθηκα τέτοιο πράγμα, δηλαδὴ πλοῦτο καὶ ἀμεριμνία καὶ ὑγεία καὶ εὐτεκνία, ἀλλὰ ζωὴ ἀνώτερη καὶ ὅσα προσδοκοῦμε. Νὰ προσδοκᾶς τὰ οὐράνια καὶ ὄχι τὰ γήινα».

Αὐτὴ ἡ πίστη τῶν Πατέρων, ἡ τελεία πίστη, ποὺ εἶναι ἀκαταγώνιστη δύναμη, μᾶς χρειάζεται σήμερα στὴν ἐποχή μας. Στὰ ζοφερὰ σταυροδρόμια τῆς ἀπιστίας καὶ στὰ ἀπειλητικὰ σύννεφα τῆς ἀθεΐας, ποὺ καλύπτουν τὶς καρδιὲς ἰδιαίτερα τῶν νέων ἀνθρώπων, προβάλλεται ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς πίστεως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Νὰ πιστεύουμε ὅπως διδάσκει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Νὰ παραδεχόμαστε αὐτὸ τὸ ὁποῖο μᾶς παρέδωσαν τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ λόγου. Νὰ κρατᾶμε ὡς θησαυρὸ πολύτιμο αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ αὐτὴ τὴ μέθοδο τὴν ὁποία ἀκολούθησαν ἐκεῖνοι.
Κι ὅταν πιστεύουμε ἔτσι στὸ Θεὸ «κὰν πάντα ἄνω καὶ κάτω γίνηται, καν ἡ γῆ στρέφηται ταρασσομένη, καν τὰ ὅρη τὴν οἰκείαν ἕδραν καταλιπόντα πρὸς τὰ μέσα μεθίσταται τῆς θαλάσσης, οὐ φοβηθησόμεθα, διὰ τὸ ἔχειν τὸν Θεὸν καταφυγὴν καὶ δύναμιν καὶ βοηθὸν ἐν θλίψεσι ταῖς εὐρούσαις ἠμᾶς σφόδρα.
Τίνος οὕτως ἀπτόητος ἡ καρδία, τίνος οὕτως ἀτάραχοι οἱ λογισμοί; τότε ἀπτόητος ἡ καρδία, διὰ τὸ ἀσφαλεῖς καὶ βεβαίας ἔχειν ἐπὶ Θεὸν τὰς ἐλπίδας», ἀφοῦ «μέγα ἐπιδείκνυται τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πεποιθήσεως»

Πηγή: kirigmata blogspot

Αναζήτηση