Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: H ολιγοπιστία του Πέτρου (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)




(Ματθ. ιδ’ 22-34)


 Ο Θεός μας είναι ο Νικητής. Όλες οι καλές νίκες, μόνιμες ή πρόσκαιρες, από την αρχή του χρόνου ως το τέλος της ιστορίας, ανήκουν σ’ Εκείνον. Είναι νικητής όταν αποκαθιστά την τάξη, μέσα στην αταξία που προκαλούν αμαρτωλοί άνθρωποι. Όταν οι χειρότεροι των ανθρώπων ανέρχονται στην πρώτη θέση και οι καλλίτεροι πέφτουν στην τελευταία, Εκείνος αναποδογυρίζει την αταξία και βάζει τον τελευταίο πρώτο και τον πρώτο τελευταίο. Νικά την κακία και τα τεχνάσματα των πονηρών πνευμάτων που μαίνονται εναντίον των ανθρώπων και τα διαλύει, όπως σκορπίζει ο ισχυρός άνεμος μια άσχημη δυσοσμία. Είναι νικητής σε κάθε έλλειψη: όπου υπάρχει λίγο, το αυξάνει· όπου δεν υπάρχει τίποτα, δίνει με αφθονία. Είναι νικητής στην αρρώστια και στα βάσανα. Λέει ένα μόνο λόγο κι η αρρώστια μαζί με τα βάσανα εξαφανίζονται. Οι τυφλοί βλέπουν, οι κουφοί ακούνε, οι άλαλοι μιλάνε, οι παράλυτοι σηκώνονται και περπατάνε, οι λεπροί καθαρίζονται. Είναι νικητής του θανάτου: διατάζει κι ο θάνατος ελευθερώνει το θύμα από τα σαγόνια του.Βασιλεύει στο βασίλειο των ουρανίων δυνάμεων – των αγγέλων και των αγίων – που δεν έχει τέλος. Ένα βα­σίλειο που αν συγκριθούν μαζί του τα βασίλεια αυτού του κόσμου είναι τόσο σκοτεινά και περιορισμένα, όσο ένας τάφος. Διατάζει τα στοιχεία και τα όντα αυτού του κόσμου και τίποτα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στις εντολές Του, χωρίς τον κίνδυνο να διαλυθεί και ν’ αποσυντεθεί.Η μια μέρα διαδέχεται την άλλη. Η μια νίκη ακο­λουθεί την άλλη. Η ιστορία αυτού του κόσμου είναι μια σειρά από νίκες του Θεού, είναι η αποκάλυψη της ακαταμάχητης θεϊκής δύναμης. Ο Θεός είναι ταπεινός σαν αρνί. Μπροστά Του όμως τρέμουν ο ουρανός και η γη. Όταν ο ίδιος το επιτρέπει να ταπεινώνεται, τότε αποκαλύπτεται περισσότερο δυναμικά και εμφατικά η μεγαλοσύνη Του. Όταν επιτρέπει να τον φτύνουν, τότε φανερώνει τη χυδαιότητα και την ιταμότητα των άλλων. Όταν παραδίδεται στη σφαγή, τότε η ζωή Του ακτινοβολεί.

Ο Θεός φανέρωσε το φως Του με το φως του ήλι­ου. Αυτό όμως δεν ήταν παρά μια αμυδρή σκιά του Εαυτού Του. Φανέρωσε τη δύναμή Του μέσα από τ’ αμέτρητα πύρινα σώματα στο σύμπαν, τη σοφία Του με την ευταξία της δημιουργίας και τη δημιουργία των όντων από τη μια άκρη του σύμπαντος ως την άλλη, το κάλλος Του από το κάλλος της φύσης, το έλεός Του από την επιμελή συντήρηση όλων όσα έφτιαξε, τη ζωή Του με τη ζωή όλων των όντων. Όλ’ αυτά δεν είναι παρά μια χλωμή κι εφήμερη εικόνα που παραπέμπει σ’ Εκείνον. Είναι απλά λέξεις πύρινες, χαραγμένες με πυκνό καπνό.

Όλ’ αυτά τα χαρακτηριστικά του Θεού αποκαλύφτηκαν με τη μεγαλύτερη δυνατή λαμπρότητα που άντεχε ο άνθρωπος. Κι αποκαλύφτηκαν μέσα από έναν άνθρωπο. Όχι με τον οποιονδήποτε άνθρωπο, όχι με το συνηθισμένο, τον πλασμένο άνθρωπο, αλλά με τον άκτιστο, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Όλα έγιναν μ’ Εκείνον. Μαζί Του έλαμψε στη σάρκα το φως και η δύναμη, η σοφία και το κάλλος, η ευσπλαχνία και η ζωή.

Τί σημαίνει ζωή, αν όχι νίκη στο σκοτάδι; Τί σημαί­νει δύναμη, αν όχι νίκη στην αδυναμία; Τί άλλο είναι η σοφία, παρά νίκη στην αφροσύνη και την παράνοια; Τί είναι το κάλλος, αν όχι νίκη στην ασχήμια και την κτηνωδία; Δεν είναι νίκη κατά της κακίας, της πονηριάς και του φθόνου το έλεος; Ζωή δεν είναι η θεία νίκη κατά του θανάτου;

Τί νομίζετε εσείς που ακολουθείτε το Χριστό, πού βαφτιστήκατε στο όνομά Του; Δε φανέρωσε ο Χρι­στός όλες τις νίκες αυτές, που κανένας άλλος στον κόσμο δεν είχε κατορθώσει να κάνει; Δεν αισθάνεστε καθημερινά πως ακολουθείτε το μέγιστο Νικητή από τη δημιουργία του χρόνου και του κόσμου; Δε νιώ­θετε πως είστε βαφτισμένοι στο όνομα Εκείνου που γνωρίζει και μπορεί να κάνει τα πάντα, που στολίζει με το κάλλος Του όλα τα πλάσματα, που τα θωπεύει με το έλεός Του και τα ζωογονεί με τη ζωή Του; Αν δεν τα νιώθετε και δεν τα ζείτε όλ’ αυτά, τότε το ότι τον ακολουθείτε και καλείστε με τ’ όνομά Του, πολύ λίγο θα σας βοηθήσει. Μόνο με τον Κύριο Ιησού θα μπορέσετε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ή τον ελά­χιστο δισταγμό, να πιστέψετε στη νικηφόρα δύναμη του Θεού πάνω σε κάθε πλάσμα, σε κάθε στοιχείο της φύσης και σε κάθε κακία του κόσμου. Μόνο ο Κύριος Ιησούς μπορεί να σου δώσει το θάρρος να ζήσεις, το θάρρος ν’ αντιμετωπίσεις το θάνατο. Μόνο Εκείνος μπορεί να σου δώσει ελπίδα σε μια ζωή καλλίτερη από την πρόσκαιρη, που υπόκειται στη φθορά. Μόνο Εκείνος μπορεί να εμπνεύσει μέσα σου την αγάπη για κάθε καλό. Γιατί Εκείνος είναι η σαρκωμένη νίκη κατά του κόσμου. «Θαρσείτε· εγώ νενίκηκα τον κό­σμον» (Ιωάν. ιστ 33), είπε ο Χριστός στους μαθητές Του και μέσω των μαθητών Του σ’ όλους εμάς. Δεν πρέπει νά φοβόμαστε. Ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός νίκησε τον κόσμο. Το ευαγγέλιο είναι το βιβλίο που περιέχει τη νίκη Του, η μαρτυρία της παντοδυναμίας Του. Η ιστορία της Εκκλησίας ως τις μέρες μας κι ως τη συντέλεια του κόσμου, είναι ένα ακόμα βιβλίο με λεπτομέρειες από τις νίκες Του. Όποιος το αμφισβητεί αυτό, θα στερηθεί τους καρπούς των νικών Του. Ας προσεγγίσουμε την ερμηνεία του σημερινού ευαγγελίου λοιπόν χωρίς αμφιβολία, χωρίς σκιές, γιατί περιγράφει μια καταπληκτική νίκη του Χριστού κατά της φύσης.
***
«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, εως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ’ 22). Αυτό έγινε αμέσως μετά το μεγάλο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων, τότε που ο Κύριος τάισε πέντε χιλιάδες άντρες, χώρια από τις γυναίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δυο ψάρια, και περίσσεψαν ακόμα δώδεκα κοφίνια ψωμί. Ο Κύριος προγνώρισε τότε και προετοίμασε ένα άλλο μεγάλο θαύμα, που ούτε καν το φαντάζονταν οι μαθητές Του. Το πρώτο στάδιο της προετοιμασίας ήταν να βάλει τους μαθητές Του να πάρουν ένα πλοίο και να περάσουν στην αντίπερα όχθη. Το δεύτερο στάδιο ήταν ν’ απολύσει τους όχλους και το τρίτο, ήταν ν’ ανεβεί ψη­λότερα στο βουνό για να προσευχηθεί κατά μόνας.

«Και απολύσας τους όχλους ανέβη εις το όρος κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι. οψίας δε γενομένης μόνος ην εκεί» (Ματθ. ιδ’ 23). Η μόνωσή Του επαναλαμβάνεται με τις λέξεις «μόνος» και «κατ’ ιδίαν», για να δώσει έμφαση στο ότι ο Κύριος επιδίωκε την ερημιά, όπου και παρέμεινε αφού πρώτα έδιωξε τους όχλους. Όρος, μόνωση, σκοτάδι. Σε τέτοιες συνθήκες ο άνθρω­πος νιώθει να βρίσκεται πιο κοντά στο Θεό. Και τότε η προσευχή είναι γλυκύτατη. Όλα όσα έκανε ο Κύριος Ιησούς, ήταν για δική μας διδαχή, για τη σωτηρία μας. Δεν ήρθε στη γη για να μας διδάξει μόνο με τα λόγια Του, αλλά με πράξεις, με γεγονότα και με κάθε έργο και κίνηση που έκανε. Ανέβηκε ψηλότερα στο βουνό επειδή εκεί είχε περισσότερη ησυχία. Έμεινε μόνος Του, επειδή η μόνωση υποδηλώνει χωρισμό από τον κόσμο αυτόν. Προσευχήθηκε μέσα στη νύχτα, γιατί το σκοτάδι είναι κάτι σαν πέπλο στα μάτια. Και τα μάτια είναι που εμποδίζουν το νου να συγκεντρωθεί, καθώς τρέχουν από το ένα αντικείμενο στο άλλο.

Η προσευχή του Χριστού στο όρος έχει κι ένα άλλο, βαθύτερο νόημα. «Απόλυση» των όχλων, άνοδος στο όρος, μόνωση, σκοτάδι. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Η απόλυση των όχλων σημαίνει ότι άφησε κατά μέρος όλα εκείνα που μας παρουσιάζει ο κόσμος, όλες τις μνήμες που μας δένουν με τον κόσμο και μας ενοχλούν. Έτσι, άδειοι κι ελεύθεροι από τον κόσμο, μπορούμε να σταθούμε στην προσευχή ενώπιον του Θεού.

Τί σημαίνει η άνοδος στο όρος; Την ανύψωση της καρδιάς και του νου στα ύψη του Θεού, στην παρουσία Του, στη συντροφιά Του. Εκείνος που συμφύρεται με τον κόσμο και τις πολλές του μέριμνες, δεν μπορεί ν’ ανεβεί ταυτόχρονα στα ύψη εκείνα, όπου ο άνθρωπος νιώθει μόνος με το Δημιουργό Του.

Τί σημαίνει η μόνωση; Τη γύμνωση της ψυχής. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον κόσμο, νιώθει μια απέραντη και φοβερή μοναξιά. Εκείνοι που η απογοήτευση για τον κόσμο τους φέρνει σ’ αυτήν την τρομερή ερημία, αν δεν κατορθώσουν να φτάσουν στα ύψη, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά το Θεό, τότε αυτοκτονούν.

Τί σημαίνει σκοτάδι; Την ολική απουσία του φω­τός σ’ αυτόν τον κόσμο. Στον προσευχόμενο ερημίτη ο κόσμος αυτός είναι καλυμμένος με πυκνό σκοτάδι, όπου το ουράνιο φως ανατέλλει σταδιακά και φωτίζει ένα νέο κόσμο, αέναα λαμπερό και καλλίτερο.
Αυτά είναι τα τέσσερα στάδια της προσευχής και το βαθύτερο νόημά τους. Στην περίπτωση του Χρι­στού τα τέσσερα αυτά στάδια απεικονίστηκαν με την απόλυση των όχλων, την άνοδο στο όρος, τη μόνωση και το σκοτάδι.

Η προσευχή του Κυρίου Ιησού στην ησυχία της ερήμου είναι διδακτική για μας και για τη συνάφειά της: με ό,τι έγινε πριν απ’ αυτήν και με το ό,τι θα γινόταν στη συνέχεια. Προτού αποσυρθεί για να προ­σευχηθεί, ο Κύριος είχε κάνει το ανήκουστο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων. Μετά περπάτησε στη μέση της λίμνης, όπως περπατάει κανείς στη στεριά. Μ’ όλο που και τα δύο αυτά θαύματα τα έκανε με τη θεϊκή δύναμη που είχε προαιώνια και που δεν τον εγκατέλειψε ούτε κατά την ένσαρκη διαδρομή Του στη γη, προσευχόταν με το λαό στη συναγωγή, αλλά και μόνος Του στην έρημο. Σε μας είναι πάρα πολύ δύσκολο να κατανοήσουμε αυτή τη μυστική, προσω­πική και ενστικτώδη κίνηση για προσευχή του Κυρίου Ιησού. Με τις προσευχές αυτές ο Μονογενής Υιός του προαιώνιου Θεού σίγουρα συνέχιζε και μαρτυρούσε εδώ στη γη την αδιάρρηκτη ενότητά Του με τον Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα.

Η προσευχή που έκανε ο Χριστός κατά μόνας στο όρος μας παρέχει κι άλλη καθαρή διδαχή. Τα καλά έργα πρέπει να προηγούνται της προσευχής. Και τότε η προσευχή βοηθά τα καλά έργα. Πρέπει πρώτα να δοκιμάζουμε την πίστη μας με καλά έργα κι έπειτα να την ομολογήσουμε με λόγια. Η προσευχή όμως αξίζει μόνο όταν προσευχόμαστε στο Θεό και τον ικετεύουμε να μας βοηθήσει, προκειμένου να κάνουμε ένα καλό έργο. Να κάνουμε προσευχή στο Θεό για να μας βοηθήσει να κάνουμε ένα πονηρό έργο δεν είναι μόνο ανόητο, αλλά στην ουσία είναι βλασφημία. Το να κάνεις το κακό με προσευχή, είναι σα να σπέρνεις καλαμπόκι και να ζητάς από το Θεό να φυτρώσει σιτάρι. Μετά από κάθε καλή πράξη πρέπει να κα­ταφύγουμε στην προσευχή και να ευχαριστήσουμε το Θεό που μας αξίωσε να κάνουμε ένα καλό έργο. Και πριν από το καλό έργο όμως πρέπει να προσευ­χόμαστε και να ζητάμε τη χάρη του Θεού, τη βοήθεια και τη συγκατάθεσή Του, ώστε το καλό έργο που βρίσκεται μπροστά μας να γίνει με θεάρεστο τρόπο, τέλειο. Κοντολογίς, κάθε καλό που έχουμε ή κάνουμε, που ακούμε ή διαβάζουμε – ακόμα και το παραμικρό, χωρίς εξαίρεση – πρέπει ν’ αποδίδεται στο Θεό, όχι σε μας. Του Θεού είναι η δύναμή μας, η ευφυΐα μας, η δικαιοσύνη μας. Μπροστά στον Κύριο εμείς είμαστε τίποτα. Όταν μετά από τόσο μεγάλα θαύματα ο Κύ­ριος Ιησούς δείχνει στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα την ταπείνωση, την πραότητα και την υπακοή Του, ενώ είναι ίσος μαζί Τους στην ουσία και στην αιωνιότητα, τότε πώς εμείς δεν πρέπει να δείχνουμε ταπείνωση, πραότητα και υπακοή στο Δημιουργό μας, που μας έπλασε «εκ του μηδενός», που χωρίς τη βοήθειά Του όχι μόνο δε θα κάναμε καλά έργα, μα δε θα υπήρχαμε ούτε για μία στιγμή;

«Το δε πλοίο μέσον της θαλάσσης ην, βασανιζό­μενον υπό των κυμάτων· ην γαρ ενάντιος ο άνεμος· τετάρτη δε φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς περιπατών επί της θαλάσσης» (Ματθ. ιδ’ 24, 25). Όταν οι μαθητές ξεκίνησαν με το πλοίο το βράδυ, η θάλασσα ήταν ήρεμη. Όταν άλλαξε η φορά των ανέμων όμως, τα κύματα έγιναν τεράστια, όπως συνήθως γίνεται στη λίμνη αυτή, το πλοίο άρχισε να κλυδωνίζεται κι οι μαθητές φοβήθηκαν. Ο Κύριος τα προγνώριζε όλ’ αυτά. Άφησε σκόπιμα όμως τους μα­θητές Του να εκτεθούν στον κίνδυνο, ώστε να νιώσουν πόσο αβοήθητοι κι αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον και να στερεωθούν στην πίστη τους, να θυμηθούν μια προηγούμενη καταιγίδα στη θάλασσα, όταν ο Κύριος βρισκόταν μαζί τους κι εκείνοι τον ξύπνησαν έντρο­μοι, φωνάζοντας: «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα» (Ματθ. η’ 25). Θα εύχονταν και τώρα να ήταν μαζί τους. Τό ‘κανε αυτό για να νιώσουν και να γνωρίσουν προκαταβολικά την αλήθεια των αγίων Του λόγων, που τους είπε λίγο προτού χωριστεί απ’ αυτούς: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε’ 5).

Τότε που είχε γίνει η προηγούμενη καταιγίδα οι μαθητές είχαν εκτεθεί σε μικρότερο κίνδυνο, η πίστη τους δοκιμάστηκε λιγότερο, γιατί τότε ο Χριστός ήταν μαζί τους στο πλοίο, αν και κοιμόταν. Τώρα, σ’ αυτή τη δεύτερη καταιγίδα, η κατάσταση ήταν χειρότερη κι η πίστη τους δοκιμάστηκε περισσότερο. Ο ίδιος έλειπε μακριά τους πάνω στο βουνό, στην έρημο. Πώς να τον φωνάξουν, να τον επικαλεστούν για να τους ακούσει; Πώς μπορούσαν να τον πληροφορήσουν για τη συμφο­ρά τους; Πώς μπορούσαν να του στείλουν ένα μήνυμα, να του πουν, «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα»; Δεν υπάρχει κανένας τρόπος. Οι μαθητές το βλέπουν πια, πως τους απειλεί ναυάγιο. Λες κι ήταν δυνατό να καταστραφεί κάποιος άνθρωπος, όταν τηρεί την εντολή του Θεού! Αλήθεια, τι υπέροχη διδαχή είναι αυτή για τους πιστούς, ώστε να μην απελπίζονται όταν βαδίζουν στο δρόμο όπου τους έταξε ο Θεός· να πιστέψουν πως Εκείνος που τους έστειλε στο δρόμο τους φροντίζει γι’ αυτούς, γνωρίζει τους κινδύνους που θα συναντήσουν. Ο Θεός όμως δε σπεύδει στη βοήθειά Του. Δοκιμάζει την πίστη του δίκαιου ανθρώπου, όπως δοκιμάζεται κι ο χρυσός στο χωνευτήρι.

Όταν οι μαθητές έφτασαν στο έσχατο σημείο της απόγνωσης, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά τους ο Χριστός, περπατώντας πάνω στα νερά. Αυτό έγινε «τετάρτη φυλακή της νυκτός». Οι Ιουδαίοι, όπως κι οι κυβερνήτες τους, οι Ρωμαίοι, είχαν χωρίσει τη νύχτα σε τέσσερις φυλακές, που η καθεμιά τους διαρκούσε τρεις ώρες. Ο Κύριος εμφανίστηκε στους μαθητές Του την τέταρτη φυλακή της νύχτας, δηλαδή λίγο προτού χαράξει.

«Και ιδόντες αυτόν οι μαθηταί επί την θάλασσαν περιπατούντα εταράχθησαν λέγοντες ότι φάντασμά εστι, και από του φόβου έκραξαν» (Ματθ. ιδ’ 26). Θα πρέπει ή νά ‘χε αρχίσει να ψιλοχαράζει ή να είχε φεγγάρι ή ο Κύριος να έλαμπε με το Θαβώρειο φως Του, δε γνωρίζουμε. Αυτό που είναι γνωστό είναι πως οι μαθητές Του τον είδαν, ήταν ορατός. Όταν τον είδαν στη θάλασσα, ένιωσαν απερίγραπτο φόβο. Κι ο νέος αυτός φόβος ήταν μεγαλύτερος από το φόβο της καταιγίδας και του ναυαγίου που τους απειλούσε. Δεν ήξεραν πως ο Κύριός τους είχε τέτοια δύναμη, τέτοια εξουσία στη φύση. Ως τότε δεν την είχε φανερώσει. Τον είχαν δει μόνο να διατάζει τη θάλασσα και τους άνέμους. Δεν ήξεραν όμως πως μπορούσε να περπατά­ει πάνω στο νερό, όπως περπατάμε σε στέρεο έδαφος. Θα έπρεπε βέβαια να το είχαν συμπεράνει αυτό από τα προηγούμενα θαύματά Του. Εκείνος που μπορεί να διατάζει τη θάλασσα να γαληνεύει και τους ανέμους να ηρεμούν, σίγουρα θα μπορούσε να περπατήσει και πάνω στο νερό. Οι μαθητές όμως δεν είχαν φτάσει ακόμα σε τέτοια πνευματική ωριμότητα. Η πίστη τους ήταν ακόμα αδύναμη. Κι ο Χριστός έκανε το θαύμα αυτό για να τη δυναμώσει.

Φάντασμά εστι, κραύγασαν οι μαθητές Του και από του φόβου έκραξαν. Σκέφτηκαν πως θα ήταν φάντασμα ή κι ο ίδιος ο σατανάς στη μορφή του Δι­δασκάλου τους. Ήξεραν, είχαν δει το Δάσκαλό τους να παλεύει με το σατανά και τις ορδές του στον κό­σμο. Και τώρα ο σατανάς είχε αρπάξει την ευκαιρία να τους εξολοθρεύσει. Οι φίλοι Του τη στιγμή εκείνη είχαν εκτεθεί στον έσχατο κίνδυνο. Τί περισσότερο θα μπορούσε να τους συμβεί; Σίγουρα όλα όσα συμβαίνουν και σήμερα στους λιπόψυχους που βρίσκονται σε κίνδυνο, ενώ βαδίζουν το δρόμο του Θεού.

Έτσι ενεργεί ο Θεός σ’ εκείνους που αγαπά. «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Εβρ. ιβ’ 6). Και σαν τελευταίο από τα βάσανα, στέλνει το μεγαλύτερο, όπως λέει ο σοφός ιερός Χρυσόστομος. Ο Χριστός υπόφερε σ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του κι όταν έφτασε στο τέλος, στην ώρα της νίκης, υπόφερε το μεγαλύτερο βάσανο. Σταυρώθηκε κι ενταφιάστηκε στη γη. Το με­γαλύτερο αυτό μαρτύριο όμως σύντομα ξεπεράστηκε και μετά απ’ αυτό χάραξε η καινούργια μέρα, η μέρα της νίκης με την Ανάστασή Του.

Τέτοια μαρτύρια πέρασαν πολλοί από τους μάρ­τυρες αργότερα για την πίστη τους. Στην αρχή τα μαρτύριά τους ήταν μικρά μα σιγά σιγά γίνονταν με­γαλύτερα, γιγάντωναν, ώσπου μπροστά στον ίδιο το θάνατο, αντιμετώπιζαν τα μεγαλύτερα μαρτύρια, τους χειρότερους πειρασμούς. Παραθέτουμε ένα περιστα­τικό από τα χιλιάδες που έγιναν:

Οι ειδωλολάτρες βασάνιζαν την άγια Μαρίνα με φοβερούς και τρομερούς τρόπους, με όλο και σκληρό­τερα βασανιστήρια. Στο τέλος την έδεσαν γυμνή σ’ ένα δέντρο κι άρχισαν να την γδέρνουν. Οι πληγές της ήταν φοβερές. Το αίμα της έτρεχε κι άρχισαν να φαίνονται τα κόκκαλά της. Δεν ήταν αυτό το χειρότερο μαρτύριο; Όχι, έπρεπε να υποστεί κι άλλο, μεγαλύτερο, η αγία του Θεού. Το βράδυ την έρριξαν έτσι, πληγωμένη όπως ήταν, στη φυλακή. Στο σκοτάδι της νύχτας μέσα στη φυλακή την επισκέφτηκε ένα φοβερό φάντασμα: ένα πονηρό πνεύμα με τη μορφή ενός τεράστιου φιδιού. Στην αρχή το φίδι άρχισε να στριφογυρίζει γύρω από την αγία, μετά κουλουριάστηκε γύρω της και άρπαξε το κεφάλι της μέσα στα φοβερά σαγόνια του. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Ο Θεός δεν αφήνει ποτέ τους πιστούς δούλους Του να υποστούν πειρασμούς μεγαλύτερους απ’ όσο μπορούν ν’ αντέξουν. Αμέσως μετά απ’ αυτό η Μαρίνα φώναξε δυνατά στο Θεό μ’ όλη της την καρδιά κι έκανε το σημείο του σταυρού μέσα της. Και τότε το φίδι εξαφανίστηκε και μπροστά της άνοιξε ο ουρανός. Η Μαρίνα είδε μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως το σταυρό, που στην κορυφή του έστεκε ένα λευκό περιστέρι, κι άκουσε τα λόγια: «Χαίρε, Μαρίνα, λογικό περιστέρι του Χριστού, γιατί νίκησες τον παγκάκιστο εχθρό».

Κάτι παρόμοιο έγινε με τους μαθητές του Χριστού. Μετά το μεγάλο φόβο της θαλάσσιας καταιγίδας, αντιμετώπισαν ένα μεγαλύτερο φόβο: μπροστά τους νόμισαν πως είδαν ένα φάντασμα. Βέβαια δεν ήταν φάντασμα, αλλά μια σωτήρια και υπέροχη πραγμα­τικότητα. Δεν ήταν όνειρο, αλλά ένα όραμα. Δεν ήταν κάποιος άλλος με τη μορφή του Χριστού, αλλά ο ίδιος ο Χριστός.
«Ευθέως δε ελάλησεν αυτοίς ο Ιησούς λέγων· θαρσείτε, εγώ ειμι· μη φοβείσθε» (Ματθ. ιδ’ 27). Ο Κύριος ποτέ δεν αφήνει για πολύ μόνους τους δικούς Του στους μεγάλους πειρασμούς. Ήξερε πως τους διέτρεχε φόβος, πως ήταν έντρομοι, επειδή νόμιζαν πως έβλεπαν φάντασμα. Έτσι έσπευσε να τους λυτρώσει από το φόβο. Ευθέως τους είπε: θαρσείτε! Τους έδωσε αμέσως θάρρος, κατά κάποιο τρόπο τους ξανά ‘δωσε την ανάσα της ζωής, που τους είχε κόψει ο φόβος. Θαρσείτε, εγώ ειμι· μη φοβείσθε. Τι υπέροχη φωνή! Τι ζωηφόρα λόγια! Στη φωνή αυτή οι δαίμονες φεύ­γουν, οι αρρώστιες υποχωρούν, οι νεκροί εγείρονται. Από τη φωνή αυτή απόκτησαν ύπαρξη ο ουρανός και η γη, ο ήλιος και τα άστρα, άγγελοι και άνθρωποι. Η φωνή αυτή είναι πηγή κάθε αγαθού, ζωής, υγείας, σοφίας κι ευφροσύνης.
Θαρσείτε, εγώ ειμι! Δεν μπορεί ο καθένας ν’ ακούσει τη φωνή αυτή. Την ακούνε μόνο οι όσιοι κι οι δίκαιοι, που υπομένουν για το Χριστό. Δεν ακούει τη φωνή του Χριστού όποιος γενικά υποφέρει. Πώς να τον ακούσουν όλοι εκείνοι που υποφέρουν για τις αμαρτίες και τις αδικίες τους; Θα τον ακούσουν εκείνοι μόνο που υποφέρουν για την πίστη τους σ’ Αυτόν (βλ. Πέτρ. δ’ 13-16).

Τώρα μέσα στη θάλασσα οι μαθητές υπόφεραν για την πίστη τους στο Χριστό. Ή μάλλον θα λέγαμε πως υπόφεραν για να επιβεβαιωθεί περισσότερο η πίστη τους στο Χριστό.
«Αποκριθείς δε αυτώ ο Πέτρος είπε· Κύριε, ει συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα» (Ματθ. ιδ’ 28). Τα λόγια αυτά του Πέτρου εκφράζουν τόσο χαρά όσο και αμφιβολία. Κύριε, αναφωνεί η χαρούμενη καρδιά του· ει συ ει, λέει τώρα η αμφιβολία. Αργότερα που ο Πέτρος είχε στερεωθεί πια στην πίστη του, δε θα μιλούσε έτσι. Όταν ο αναστημένος Κύριος εμφα­νίστηκε στην ακτή της ίδιας λίμνης της Γεννησαρέτ κι ο Πέτρος άκουσε τη φωνή του Ιωάννη να λέει πως ο Κύριός εστι, ο Πέτρος τον επενδύτην διεζώσατο… και έβαλεν εαυτόν εις την θάλασσαν (Ιωάν. κα’ 7). Τότε δεν αμφέβαλε καθόλου πως ήταν ο Κύριος, ούτε και φοβήθηκε να πέσει στη θάλασσα. Τώρα όμως ήταν ακόμα πνευματικά δόκιμος, λιπόψυχος, γι’ αυτό και είπε: Κύριε, ει συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν επί τα ύδατα.

«Ο δε είπεν, ελθέ. και καταβάς από του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επί τα ύδατα ελθείν προς τον Ιησούν» (Ματθ. ιδ’ 29). Όση ώρα η πίστη του ήταν μέσα του, σταθερή, ο Πέτρος περπατούσε πάνω στο νερό. Από τη στιγμή όμως που γλίστρησε μέσα του η αμφιβολία, ο Πέτρος άρχισε να βυθίζεται, γιατί η αμφιβολία προκαλεί το φόβο.

Το ότι ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοίο και περ­πάτησε πάνω στα κύματα προς τον Κύριο Ιησού, έχει ένα βαθύτερο νόημα. Σημαίνει την προφύλαξη της ψυχής από τις σωματικές φροντίδες και τη φιλαυτία στο ξεκίνημά της για το δύσκολο δρόμο της πνευματικής ζωής, το δρόμο που οδηγεί στο Σωτήρα. Τέτοιες στιγμές προκύπτουν στους συνηθισμένους πιστούς, εκείνους που είναι λιπόψυχοι και που η χαρά τους για το Χριστό ανακατεύεται με την αμφιβολία. Συχνά θέλουν να νικήσουν τη σάρκα και ν’ ακολουθήσουν το Χριστό, το βασιλιά του πνευματικού κόσμου. Σύ­ντομα όμως νιώθουν να πέφτουν, να ξαναγυρίζουν στις σαρκικές μέριμνές τους, να ξαναγίνονται σαν το πλοίο που κλυδωνίζεται από τα κύματα. Μόνο εκείνοι που έχουν υψηλό πνευματικό ανάστημα, οι μέγιστοι ήρωες των ανθρώπων, κατόρθωσαν με μεγάλη άσκηση να σταθεροποιηθούν στην πίστη και να πέσουν από το σωματικό πλοίο στην πνευματική θάλασσα, για να συναντήσουν το βασιλιά Χριστό. Εκείνοι μόνο έχουν ζήσει τόσο το φόβο της εγκατάλειψης του πλοίου όσο και του τρόμου μπροστά στην καταιγίδα και τους σφοδρούς ανέμους. Οι ίδιοι όμως ένιωσαν και την ανέκφραστη χαρά της συνάντησής τους με το Χριστό. Το χωρισμό της ψυχής από το πλοίο του σώματος είχε ζήσει κι ο απόστολος Παύλος στη διάρκεια της επίγειας ζωής του, καθώς και πολλοί άλλοι άγιοι μετά απ’ αυτόν. Πόσο μεγάλη ήταν η χαρά κι η αγαλλίαση στο τέλος αυτού του επικίνδυνου ταξιδιού, φαίνεται από τη χαρούμενη κραυγή: «υπέρ του τοιούτου καυχήσομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 5).

Ας δούμε τώρα τι έγινε με τον Πέτρο, που ήταν ακόμα λιπόψυχος: «Βλέπων δε τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων· Κύριε, σώσον με» (Ματθ. ιδ’ 30). Γιατί φοβή­θηκε τον άνεμο και όχι τη θάλασσα; Ο Πέτρος έκανε τα πρώτα του βήματα σαν μικρό παιδί: Κάνει λίγα βήματα, κάποιος όμως γελάει και το μωρό πέφτει στο έδαφος. Το ίδιο γίνεται και με τον πνευματικό μας ενθουσιασμό: Το παραμικρό να γίνει, μας αναστατώνει και μας γυρίζει πίσω.

«Ευθέως δε ο Ιησούς εκτείνας την χείρα επελάβετο αυτού και λέγει αυτώ· ολιγόπιστε· εις τί εδίστα­σας;» (Ματθ. ιδ’ 22). Δεν πνιγόμαστε πολλές φορές στους κινδύνους της θάλασσας του βίου, ωσότου μας αρπάξει κάποιο αόρατο χέρι και μας λυτρώσει από τον κίνδυνο; Ποιός από μας δεν έχει να παρουσιάσει αρκετά τέτοια παραδείγματα; Όλοι μας το γνωρίζουμε εμπειρικά αυτό. Μιλάμε κάθε τόσο γι’ αυτά τα πράγ­ματα κι ομολογούμε την παρουσία του αόρατου χεριού που μας γλιτώνει από τον κίνδυνο. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και λίγοι ανάμεσά μας, ακόμα και η ίδια η συνείδησή μας, που ακούνε την επιτιμητική φωνή από τ’ αόρατα χείλη: ολιγόπιστε· εις τί εδίστασας;

Γιατί αμφιβάλλετε, φίλοι μου, πως το χέρι του Θεού είναι κοντά; Γιατί δεν δοξολογείτε το Θεό ακόμα και τη στιγμή που αντιμετωπίζετε το μεγαλύτερο κίνδυνο; Ο Αβραάμ δεν ήταν απαλλαγμένος από την αμφιβολία όταν οδηγούσε το μονογενή του υιό στη θυσία (βλ. Γέν. κβ’ 1-18) και μετά τον έσωσε ο Θεός; Ο Ιωνάςδε δοξολογούσε το Θεό από την κοιλιά του κήτους και σώθηκε (βλ. Ιων. β’ 7); Γιατί οι Τρεις Παίδες δεν ολιγοπίστησαν μέσα στην «κάμινο του πυρός» και τελικά τους έσωσε η πίστη τους (βλ. Δαν. γ’ 19-26); Το ίδιο δεν έκανε κι ο προφήτης Δανιήλ μέσα στο λάκκο των λεόντων (στ 16-23), αλλά κι ο μακάριος Ιώβ που ήταν πληγωμένος και γεμάτος σπυριά (Ιώβ β’ 7-10); Αλλά και χιλιάδες άλλοι που δέχτηκαν τις μεγαλύτερες δοκιμασίες για την πίστη τους στο Χρι­στό, πώς γλίτωσαν από την αμφιβολία; Εμείς γιατί αμφιβάλλουμε; Ο Θεός μας σώζει αμέτρητες φορές με το αόρατο χέρι Του, εκεί που δεν το περιμένουμε καθόλου, και μ’ όλο που αμφιβάλλουμε πολλές φορές για τη βοήθειά Του.

Πρέπει λοιπόν να έχουμε στο νου μας όλες τις ευεργεσίες του Θεού και να μετανοούμε για την ολιγοπιστία και τη λιποψυχία μας. Πρέπει να γίνουμε ώριμοι στην πίστη μας. Έτσι, όσο μεγάλο κίνδυνο κι αν αντιμετωπίσουμε στο μέλλον, πρέπει να δοξολο­γούμε το Θεό και να επικαλούμαστε το όνομά Του. Και τότε ο Θεός θα μας βοηθήσει, θα μας σώσει. Ας δοξολογούμε το Θεό όταν βρισκόμαστε στον κίνδυνο, όχι όταν αυτός περάσει.

Αλλά κι όταν φανούμε λιπόψυχοι κι ολιγόπιστοι, ας μη μας καταλάβει η απόγνωση. Ο Πέτρος λιποψύχισε, ο Κύριος όμως ενίσχυσε την πίστη του. Πολλοί από τους αγιότερους ανάμεσα στους αγίους, αρχικά είχαν λιποψυχίσει, αργότερα όμως έγιναν σταθεροί στην πίστη τους στο Χριστό. Προσέξτε τι λέει ο προφητάνακτας Δαβίδ: «Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος. εν εμοί, ο Θεός, ευχαί, ας αποδώσω αινέσεώς σου, ότι ερρύσω την ψυχή μου εκ θανάτου και τους πόδας μου εξ ολισθήματος» (Ψαλμ. νε’ 12-14).

Έτσι μιλάει εκείνος που πιστεύει αληθινά, που έχει γνωρίσει εμπειρικά ότι ο Θεός έχει μετρήσει κάθε τρίχα του κεφαλιού μας, πως ούτε ένα σπουργίτι (πολύ περισσότερο άνθρωπος) δεν μπορεί να πέσει στη γη χωρίς τη θέληση του Θεού.
«Και εμβάντων αυτών εις το πλοίον εκόπασεν ο άνεμος» (Ματθ. ιδ’ 32). Με το που ανέβηκε ο Ιησούς στο πλοίο, ο άνεμος σταμάτησε. Δε σταμάτησε από μόνος του να φυσά, αλλά μετά από εντολή του Κυρίου Ιησού. Αν και δεν αναφέρεται εδώ, όπως στη προη­γούμενη περίπτωση, όταν ο Χριστός είχε επιτιμήσει τον άνεμο και τη θάλασσα, φαίνεται καθαρά πως το έκανε και τώρα. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος σκέφτεται σίγουρα πως ο άνεμος έπαυσε, υπακούοντας σε εσω­τερική και ανέκφραστη εντολή του Χριστού. Χάρη στη δική Του δύναμη κι επιθυμία κόπασε ο άνεμος.

Υπάρχει κι ένα βαθύτερο και καθαρό νόημα στο γεγονός ότι ο Χριστός μπήκε στο πλοίο και ηρέμησε τον άνεμο και τη θάλασσα. Όταν ο Κύριος μπαίνει στο πλοίο του σώματός μας, είτε με τη θεία κοινωνία είτε με την προσευχή είτε με οποιονδήποτε άλλον ευλογημένο τρόπο, οι άνεμοι των παθών ηρεμούν μέσα μας και το πλοίο ταξιδεύει με ασφάλεια στην ακτή.

«Οι δε εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν αυτώ λέγοντες· αληθώς Θεού υιός ει» (Ματθ. ιδ’ 33). Όταν ο Κύριος ηρέμησε την καταιγίδα της θάλασσας και σταμάτησε τους ανέμους στην πρώτη περίπτωση, οι μαθητές ρώτησαν, όπως κάνουν όλοι οι άλλοι συνη­θισμένοι και λιπόψυχοι άνθρωποι: «Ποταπός εστιν ούτος, ότι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ;» (Ματθ. η’ 27). Από τότε όμως είχαν δει τόσα σημεία και θαύματα από το Διδάσκαλό τους, είχαν ακούσει τόσες διδαχές. Η πίστη τους είχε πια ενισχυθεί, είχε εδραιωθεί. Έτσι τώρα, που έβλεπαν το μεγάλο αυτό θαύμα, δε ρώτησαν πια, ποταπός εστιν ούτος. Εκείνο που έκαναν τώρα, ήταν να γο­νατίσουν μπροστά Του και να ομολογήσουν: αληθώς Θεού υιός ει!

Ήταν η πρώτη φορά που ομολόγησαν όλοι μαζί οι μαθητές πως ο Ιησούς ήταν Υιός του Θεού. Ανάμεσά τους ήταν βέβαια κι ο Ιούδας, που τον ομολόγησε κι αυτός. Αργότερα όμως η φιλαργυρία τον έκανε ν’ αρνηθεί κυριολεκτικά τον Κύριο και Διδάσκαλό Του. Είναι αλήθεια πως τον αρνήθηκε κι ο Πέτρος και μάλιστα τρεις φορές. Η άρνηση του Πέτρου όμως δεν ήταν προμελετημένη. Έγινε ξαφνικά από φόβο κι αμέσως μετά μετανόησε πικρά κι έκλαψε για την άρνησή του.

Το βαθύτερο νόημα που έχουν τα λόγια οι δε εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν αυτώ και τον ομολόγησαν Υιό του Θεού, είναι πολύ διδακτικό σε κάθε χριστιανό. Αφού ο Θεός ενανθρώπησε κι ήρθε να ζήσει μαζί μας, πρέπει κι εμείς με όλη την ύπαρξή μας να τον προσκυνήσουμε και να ομολογήσουμε το όνομά Του. Με όλη την ύπαρξή μας εννοούμε με το νου και τη σκέψη μας, με την καρδιά και τα αισθήματά μας, με την ψυχή και όλες τις επιθυμίες μας. Έτσι το σώμα μας ολόκληρο θα γεμίσει φως, σκότος δε θα υπάρχει μέσα του.

Αλίμονό μας αν δεχόμαστε το Χριστό μέσα μας κι έπειτα τον εξορίζουμε με την αμαρτία μας ή τον αρνιόμαστε, όπως ο Ιούδας. Η δεύτερη κατάσταση θα είναι χειρότερη από την πρώτη. Όταν ο Χριστός απέλυσε τον Ιούδα, «εισήλθεν εις εκείνον ο σατανάς» (Ιωάν. ιγ’ 27). Ας μην ξεχνάμε ούτε στιγμή πως δεν μπορούμε να παίζουμε με το Θεό, γιατί αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Ο Θεός είναι «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. ιβ’ 29).

«Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γην Γεννησαρέτ» (Ματθ. ιδ’ 34). Έφτασαν κοντά στην Καπερνα­ούμ, που ήταν ο προορισμός τους (βλ. Ιωάν. στ’ 17). Όποιος έχει πάει στη Γαλιλαία, μπορεί να καταλάβει πόσο μακριά οδήγησε η καταιγίδα τους αποστόλους. Η Βηθσαϊδά κι η Καπερναούμ βρίσκονται στις βόρειες ακτές της λίμνης. Όταν οι μαθητές μπήκαν στο πλοίο κάτω από τη Βηθσαϊδά, εκείνο που έπρεπε να κάνουν, ήταν να πλεύσουν κατά μήκος της ακτής. Ο ευαγγελιστής όμως γράφει πως η καταιγίδα τους παρέσυρε μέσον της θαλάσσης.


Εκεί, στη μέση της λίμνης θεάθηκε ο Ιησούς να περπατάει πάνω στα κύματα. Όταν κόπασε η καταιγίδα, το πλοίο έπρεπε να ταξιδέψει πάλι πίσω, στην ακτή της Καπερναούμ.
Σύμφωνα με το Ματθαίο και το Λουκά, φαίνεται πως αυτή τη φορά το πλοίο ακολούθησε το συνηθι­σμένο δρόμο, με τη βοήθεια του ανέμου και τα κου­πιά. Από τη διήγηση του Ιωάννη όμως μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Κύριος Ιησούς έφερε το πλοίο στην ακτή, με την ακατανίκητη δύναμή Του. Γράφει ο Ιωάννης: «και ευθέως το πλοίον εγένετο επί της γης εις ην υπήγον» (Ιωάν. στ’ 17).

Δεν υπάρχει καμιά αντίφαση στις διηγήσεις των ευαγγελιστών εδώ. Εκείνος που μπορούσε να περπα­τάει πάνω στα νερά και να γαληνέψει τους ανέμους και την καταιγίδα με τα λόγια και τις σκέψεις Του, μπορούσε αν το ήθελε, με τη σκέψη Του μόνο να μεταφέρει σε μία στιγμή το πλοίο στο λιμάνι. Το βαθύ­τερο νόημα που έχουν εδώ τα λόγια του Ιωάννη, είναι πως όταν ο Κύριος έρχεται να κατοικήσει μέσα μας, εμείς νιώθουμε σα να βρισκόμαστε στη Βασιλεία των Ουρανών, όπως σε ασφαλές λιμάνι, εκεί που το πλοίο της ζωής μας δεν κλυδωνίζεται ούτε από καταιγίδες ούτε από ανέμους. Αν έπειτα πρέπει να εξακολου­θήσουμε να περπατάμε στη γη δεν το νιώθουμε αυτό, γιατί τώρα η ψυχή κι η καρδιά μας ζουν σ’ έναν άλλο καλλίτερο κόσμο, εκεί που βασιλεύει ο Βασιλιάς Χρι­στός. Στη δική Του νίκη βλέπουμε με ευφροσύνη τη δική μας νίκη.
 ***
 Νικητής ενάντια σε κάθε κακό είναι ο Χριστός. Δεν επιτρέπει ο ίδιος να τον νικήσει κάποιο κακό. Εμείς λοιπόν πρέπει να καταφεύγουμε κάτω από τις σωστικές φτερούγες Του, εκεί που δε θα συναντήσουμε ούτε καταιγίδες ούτε ανέμους ούτε φαντάσματα, «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στε­ναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Εκεί θα βρούμε όλα τ’ αγαθά πλούσια, αιώνια, που δεν τα καταστρέφει ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά. Εκεί θα δοξολογούμε μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους τα νικηφόρα έργα του Χριστού, που τη μεγαλοσύνη τους δεν μπο­ρούμε να κατανοήσουμε στην περιορισμένη προοπτική της πρόσκαιρης ζωής μας. Εκεί θα μας αποκαλυφτούν όλα και τότε θα ευφρανθούμε. Κι η χαρά μας αυτή δε θα έχει τέλος. Γι’ αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώ­νων. Αμήν.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)

Πηγή: 
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=3250

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Εγκώμιο στην Αγία και Μεγαλομάρτυρα του Χριστού Μαρίνα, Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου



Αδελφοί και πατέρες,

Γνωρίζουμε όλοι οπωσδήποτε την αίτια της εδώ συνάθροισής μας: 
«Η καλή εν γυναιξίν», όπως το Άσμα των ασμάτων λέγει, η ωραία μάρτυρας και κάλλιστη παρθένα, κόρη και νύμφη του βασιλέα Χριστού, η μάρτυρας Μαρίνα, μας κάλεσε σήμερα στον ιερό της ναό.

Αυτής τα μάγουλα ομορφιά αστράψανε σεμνή, «σαν να ‘τανε τρυγόνα», μόλις διακήρυξε την κάλλιστη πίστη και αφοσίωση της στον σωτήρα και νυμφίο της Χριστό. «Πανώριος» πρόβαλε «ο τράχηλός της»· Στολίδι θαρρείς πως ήτανε χρυσό μ’ ασημοκόλλητα πετράδια. Ναι, έτσι φάνηκε, την ώρα που περήφανα σηκώθηκε αγαπητή Χριστού Νύμφη στεφανωμένη, την πίστη και την ευγνωμοσύνη της στον Κύριο της να ομολογήσει. Μυροθήκη είναι όλη, «νάρδος» μυστική, που τις ψυχές των φιλόθεων και φιλάθλων αρωματίζει.

Αυτής το κάλλος της ψυχής το ευωδιαστό και την αγνότητα αγάπησε ο των αγίων ψυχών άγιος Νυμφίος. Γι’ αυτό και λέγει προς αυτή: «Είσαι ωραιότατη, καλή μου’ αθώα ειν’ τα μάτια σου, καθαρά σαν περιστέρια». Σταθερά κατοπτεύουνε κι ακλόνητα ομολογούνε την προς εμένα πίστη σου, ενώ παράλληλα καταπατούνε τα σάπια και ξεπεσμένα είδωλα. «Σιρίτι κόκκινο είναι τα χείλη σου και θελκτική η λαλιά σου». Αγαπάς και λέγεις όσα ο Νυμφίος σου ποθεί και αγαπά. «Μοιρασμένο ρόδι» οι παρειές σου, θυσία έγιναν κι αυτές στο μαρτύριο σου. «Πύργος Δαβίδ ο τράχηλός σου σταθερά ορθώνεται» την ώρα των βασάνων. Καθόλου δεν λυγίζει τα είδωλα να προσκυνήσει. «Όλη ομορφιά παραμένεις η καλή μου» με την κρυστάλλινη πίστη σου. «Είσαι αψεγάδιαστη πέρα
για πέρα». Της κεφαλής σου οι πλεξούδες πορφύρα βασιλική αξίζουν. Στεφάνι μαρτυρικό προμηνούνε και του βασιλέα τη θωριά τραβούνε: «Καλή μου έλα από το Λίβανο, έλα απ’ το Λίβανο μαζί μου».
Το αίμα του μαρτυρίου σου πορφύρωσε το σώμα σου. Λεύκανε την ψυχή σου πιότερο κι απ’ το χιόνι του Λιβάνου· έλα απ’ το Λίβανο κοντά μου. «Πόσο ωραία έγινες και τί χαρά εγεύθηκες», κάλλιστη παρθένα, κόρη, του Χριστού μάρτυρας βαθυσέβαστη!

2. Έτσι ξέρει ο Χριστός να ομορφοστολίζει και να δοξάζει αυτούς πού Τον δοξάζουν· τίποτε στον κόσμο δεν μπόρεσε απ’ του Χριστού την αγάπη να σ’ αποσπάσει: γυναικεία φύση, σώματος απαλότητα, νεότητας ζωηρότητα, κάλλους εξωτερική εμφάνιση, σαρκικών επιθυμιών ηδονές, απολαύσεις τρυφηλές, πλούτος ρευστός, δόξα μάταιη, κούφια του βίου φαντασία, του κόσμου τα θελήματα και τελευταία τυράννων σκληρότητα, βασανιστηρίων επιβολή, φωτιά, ξίφος θανατερό κι άλλα ισοδύναμα. Όλα αυτά τα καταφρόνησες. Με νεανική ορμή έτρεξες, ακολουθώντας τον νυμφίο σου Χριστό. Αυτού «των μύρων η οσμή υπερέχει όλα τα αρώματα». Τελικά τον έφθασες, αφού έδραμες με της νεότητας σου όλη τη δύναμη. Αυτός, τότε, σαν βασιλέας και νυμφίος, σε εισήγαγε στο «ταμείο» του, στον ουράνιο νυμφικό θάλαμο και σαν νύμφη του καθαρή και αγνή «σε στόλισε με τα κοσμήματά του». Σαν Νύμφη Χριστού και παρθένα και νεανίδα στέφθηκες αντάξια. Τώρα πια συναγάλλεσαι με την πρωτομάρτυρα Θέκλα και τις λοιπές συναθλήτριές σου. Πρέσβευε για μας, μαζί τους, παρακαλούμε, μάρτυρα του Χριστού Μαρίνα, πανεύφημε, προς τον Κύριο.

Για την μάρτυρα, περιοριζόμαστε σ’ αυτά τα λίγα λόγια.

3. Εγώ, όμως, αγαπητοί αδελφοί, ποθούσα να μάθω και για την καρδιά του καθενός σας. Πώς δέχεται κάθε Κυριακή και εορτή τη διδαχή μας ή μάλλον, για να εκφραστούμε με τρόπο οικειότερο: Πώς δέχεται όσα προέρχονται από τη θεία χάρη και σ’ εσάς απευθύνονται;
Όμως κι αν εμείς, σαν άνθρωποι, αγνοούμε τις καρδιές σας, ο Κύριος, «που ξέρει σ’ όλο τους το βάθος σκέψεις κι επιθυμίες», βλέπει του καθενός την καρδιά πως δέχεται τα λεγόμενα. Ξέρει πως εμείς, για την εντολή Του και την αγάπη μας για σας αφιερώσαμε τους εαυτούς μας γι’ αυτό τον κόπο. Όχι για άλλο σκοπό, παρά για την ωφέλεια των ψυχών σας. Κι αν εμείς, που υποφέρουμε με γενναιότητα το μεγαλύτερο μερίδιο της κόπωσης, μάθουμε ότι βαρύνεστε να τ’ ακούσετε, κουράζεστε να προσηλώνεστε στη διάρκεια της λιγόχρονης διδασκαλίας, να κάθεσθε και ν’ ακούσετε, σας ρωτώ: ποιός και τί θα μας δώσει αφορμή για περισσότερη προθυμία να διδάσκουμε κάτι το χρήσιμο μελλοντικά; Αλλά και σ’ εσάς ποιά δικαιολογία θ’ απομείνει για να την προβάλετε σαν εύλογη απολογία μπροστά στο Θεό; Ποιά συγγνώμη θα πετύχουμε όσοι είμαστε κατώτεροι κι από γυναίκες, όπως πριν η τιμώμενη σήμερα μάρτυρας και οι λοιπές θεοστεφάνωτες χορείες των γυναικών; Αυτές δεν νικήθηκαν από σωματική τυραννίδα,   δαιμόνων   επιβολή,   τυράννων   σκληρότητα   ή από οποιαδήποτε άλλα χαμερπή και απατηλά θεάματα. Όλα τούτα τα παρέβλεψε και νίκησε το ασθενικό τούτο γυναικείο γένος και αντάξια στέφθηκε από το Θεό. Ποιάν, επομένως, θα προβάλουμε εμείς απολογία, οι τιμημένοι με ευρωστία ανδρική, ενώ αποδειχνόμαστε κατώτεροι γυναικών;

4. Δεν είναι το γεγονός αυτό μεγάλης ντροπής και σαρκασμού άξιο; Σε μέρες πολέμου ν’ ανδραγαθούν και ν’ αριστεύουν γυναίκες, να συντρίβουν αντιπάλων φάλαγγες, να φέρνουν στον βασιλέα κεφάλια εχθρικά και λάφυρα, ενώ οι οφείλοντες ν’ αριστεύουν, να ηττώνται, να λυγίζουν και να πέφτουν εύκολα νεκροί, χωρίς καμιά αντίσταση στον έχθρα! Αυτή η ντροπή δεν είναι βαρύτερη κι από το θάνατο; Πού ακούσθηκε; Οι στρατιώτες να συντρίβονται από τους εχθρούς και οι γυναίκες να κατασφάζουν τους εχθρούς! Δεν θα παρουσιασθούν άραγε και την ήμερα της Κρίσης ανάλογες περιπτώσεις ανδρών και γυναικών; Γυναίκες πάθη κι εχθρούς κατανίκησαν. Άνδρες από πάθη κι εχθρούς καταπατήθηκαν! Ποιός, λοιπόν, από μας θα τολμήσει ν’ ανοίξει το στόμα του για να πει, «νικήθηκα από τη σωματική μου ασθένεια και δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στην έμφυτή μου επιθυμία»; Αν θα είναι καν δυνατό σ’ οποιοδήποτε, εκείνη την ώρα, να επικαλεσθεί σώματος ασθένεια, εχθρού σκληρότητα κι έμφυτες επιθυμίες, σαν απολογία! Να, λέγει ο Κριτής: Οι παρούσες γυναίκες, το ασθενέστερο γένος. Κι όμως! Ενοχλούμενο από παρόμοια πάθη, δεν νικήθηκε από τις ηδονές. Δεν υποχώρησε μπροστά στον εχθρό. Δεν τραυματίσθηκε απ’ τα βέλη των ανόσιων παθών. Το γένος τούτο στέφθηκε αντάξια. Κι ας ήσαν κόρες νεότατες και άλλες γριές, αλλά σωφρονέστατες! Όλες κληρονόμησαν κιόλας τη βασιλεία των ουρανών. Και πώς συ τολμάς να προβάλλεις, σαν απολογία, έμφυτες επιθυμίες και εχθρών επιβουλές, έχοντας φυσική ευρωστία σαν άνδρας; Συ την απαρνήθηκες για να παραδοθείς στις σαρκικές ηδονές. Δεν φάνηκες έτσι και γυναικών κατώτερος; Αν είχαν οι δαίμονες και τα πάθη τόση μεγάλη δύναμη και εξουσία ν’ αποκλείουν της βασιλείας μου όσους με ζήλο ένθεο την ποθούνε, πώς θα σωζόταν έστω κι ένας μονάχα άνθρωπος; Πώς, τότε, και οι παρούσες γυναίκες σώθηκαν; Πώς μπόρεσαν οι όχλοι των σωζόμενων και συγκεντρώθηκαν ολόγυρα μου; Γιατί «προφασίζεσαι δικαιολογητικά για προφανείς αμαρτίες»; Δεν ντρέπεσαι να προβάλλεις ασθένεια, σε στιγμή που αντικρίζεις στεφανωμένες και βραβευμένες γυναίκες; Ποιά απολογία σου απομένει; Όντας άνδρας, έπρεπε να παραδεχθείς σαν αιτία τη διεστραμμένη σου γνώμη·  τίποτε άλλο. Όντας αυτεξούσιος, με τρόπο αυτεξούσιο επέλεξες το κακό, σαγηνεύθηκες από τις ηδονές και νικήθηκες απ’ αυτές.

5. Αυτή θα ‘ναι του δικαιότατου Κριτή η δικαιότατη καταδίκη προς όλους τους ανθρώπους. Κι αν κάθε άνθρωπος υπόδικος στον Κριτή βρεθεί ένοχος ένεκα φαυλότητας, κι αν κάθε στόμα, όπως λέγει ο Παύλος, θα φιμωθεί, τί άραγε θα συμβεί με μας; Διαλέξαμε τον μοναχικό βίο και δεν τον τηρήσαμε. Απαρνηθήκαμε τον κόσμο και τα συνακόλουθά του. Συνταχθήκαμε με τον Θεό για να δουλεύουμε σ’ Αυτόν με καθαρότητα βίου και σωφροσύνη και υπακοή και όλα τα υπόλοιπα, όμως όλα αυτά τ’ απορρίψαμε στης λησμονιάς τα βάθη.

Ποιός, επομένως, δρόμος σωτηρίας εναπέμεινε σ’ εμάς; Κανένας, μονάχα ο δρόμος της ειλικρινούς μετάνοιας. Μέσα απ’ αυτό το δρόμο πέρασαν και σώθηκαν πόρνοι, άσωτοι, ληστές και τελώνες. Μέσα απ’ των παραπτώσεών τους τον βυθό, στους ουρανούς ανελκύστηκαν άνθρωποι. Μέσα απ’ αυτό τον δρόμο περνούνε του Θεού οι δούλοι για να τον υπηρετήσουν και συγχωρητικότατος σ’ αυτούς παρουσιάζεται. Όσοι βαδίζουνε τον δρόμο αυτό της μετάνοιας καταισχύνουν τους δαίμονες και χαροποιούν τους αγγέλους. Γιατί, όπως ακούσαμε, «χαρά γίνεται στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού». Και «δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δίκαιους, αλλά τους αμαρτωλούς», λέγει ο Χριστός. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.

(Το αρχαίο κείμενο στο: Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Συγγράμματα τ. Β΄, Εκδ. Ι. Μονής Αγίου Νεοφύτου, Πάφος σ. 283-287)

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Δ' Οικομενικής Συνόδου


«Μια φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη»

Εορτάζει σήμερα η Αγία μας Εκκλησία τους 630 θεοφόρους Πατέρας, που συγκρότησαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα της Κωνσταντινούπολης το 451 μ.Χ, την οποία συγκάλεσαν οι Αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία.

Ο λόγος που συγκροτήθηκε η Σύνοδος αυτή ήταν για να εξετάσει τα θέματα της πίστεώς μας και κυρίως σε ότι αφορούσε το πρόσωπο του Χριστού. Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού. Ονομάστηκε Μονοφυσιτισμός λόγω του ότι οι κύριοι εκπρόσωποι του, ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος  και ο Σεβήρος


«φράσον ημίν, άφρον Σεβήρε και μάταιε, μίαν φύσιν, σύνθετον τον άναρχον, φως του Πατρός Λόγον και Υιόν· ει γαρ ούτως είποις, και άλλην φύσιν εσήμανας· η σαρξ γαρ και ο Λόγος, ουχί μία ουσία, αλλά δύο υπάρχουσιν άθλιε », υποστήριζαν την λανθασμένη άποψη ότι στο πρόσωπο του Χριστού υπάρχει μία φύση, η θεία η οποία απορρόφησε την ανθρώπινη κατά την Σάρκωση του Κυρίου. Αυτή η θεωρία όμως έχει συνέπειες στη σωτηρία μας γιατί με την απορρόφηση της ανθρώπινης φύσης από τη θεία δεν έχουμε πραγματική σάρκωση του Χριστού, η οποία θα μπορεί να σώσει τον άνθρωπο από το προπατορικό αμάρτημα και την πτώση μας από τον Παράδεισο, και να μας απαλλάξει από την αμαρτία. Έτσι, η Σύνοδος οριοθέτησε την ορθόδοξη διδασκαλία σχετικά με τις δύο φύσεις του Χριστού, ότι δηλαδή ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, διατυπώνοντας έτσι το Χριστολογικό δόγμα.

Ο Ιησούς Χριστός έγινε άνθρωπος και προσέλαβε στο ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου, την θεία και την ανθρώπινη φύση, θέληση και ενέργεια. Ιδού ο τρόπος με τον οποίο σώζεται ο άνθρωπος. Αν αρνηθούμε τη θεϊκή φύση του Ιησού, τότε ο Θεός ποτέ δεν έγινε άνθρωπος και ποτέ δεν έχει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να γίνει κατά χάριν θεός. Αν αρνηθούμε την ανθρώπινη φύση, τότε ο άνθρωπος είναι αδύνατο να θεωθεί, αφού ο Θεός ποτέ δεν κράτησε την ανθρώπινη φύση, αλλά την απορρόφησε η θεία του φύση και ενέργεια. Οι δύο φύσεις στο Χριστό είναι ενωμένες μεταξύ τους ατρέπτως, χωρίς δηλαδή να γίνεται μετατροπή, δηλαδή αλλαγή της μίας φύσεως στην άλλη. Μετά την ένωσή τους, οι δύο φύσεις είναι εντελώς αδιάσπαστες, δηλαδή ούτε χωρίζονται ούτε και διαιρούνται. Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Υιού και Λόγου, είναι πραγματική ένωση.

Στο αποστολικό ανάγνωσμα ακούσαμε τον Απόστολο Παύλο να δίνει κάποιες συμβουλές στον μαθητή του Απόστολο Τίτο, ο οποίος είναι επίσκοπος στην Κρήτη, εξού και η επιστολή αυτή ονομάζεται και ποιμαντική γιατί αναφέρεται σε ποιμένα. Μία από τις συμβουλές που του δίνει είναι «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού ».

Και θα ρωτήσει κανείς τί σημαίνει αίρεση, ποιο το νόημά της; Aίρεση είναι η αντίθετη διδασκαλία από την αλήθεια που φυλάσσει και διδάσκει η Εκκλησία. Η αίρεση είναι εφεύρεση του διαβόλου που προσπαθεί να κατακυριεύσει την Εκκλησία από μέσα. Οι αιρέσεις δημιουργούνται από την άγνοια και την λανθασμένη ερμηνεία και εξήγηση της Αγίας Γραφής. Η αίρεση είναι η μεγαλύτερη δυστυχία στον άνθρωπο.

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα παρμένο από την επί του Όρους ομιλία  του Κυρίου μας, όπως την διασώζει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, μας υπενθυμίζει ότι με τον ονομαζόμαστε χριστιανοί γινόμαστε το φως του κόσμου σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου «υμείς εστε το φως του κόσμου» οφείλουμε να λάμπουμε από την αλήθεια του Ευαγγελίου και να τη φανερώνουμε καθημερινά στους συνανθρώπους μας.


Έτσι οι Πατέρες έδωσαν τη μαρτυρία της ατεμάχιστης και αλώβητης πίστεως και εδραίωσαν στην αλήθεια τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Εστερέωσαν την κλονισμένη πίστη των Ορθοδόξων και απεδίωξαν τους βαρείς λύκους, οι οποίοι με μανία και εωσφορική υπερηφάνεια προσπαθούσαν να διασπάσουν την ενότητα της πίστεως. Έγιναν φώτα για την Ορθοδοξία. Φωτίσθηκαν οι ίδιοι πρώτα και μετά φώτισαν τους υπόλοιπους, σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο «Καθαρθήναι δεί πρώτον, είτα καθάραι∙ σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι∙ γενέσθαι φως και φωτίσαι∙ εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους∙ αγιασθήναι και αγιάσαι, χειραγωγήσαι μετά χειρών, συμβουλεύσαι μετά συνέσεως» . Αυτό καλείται ο κάθε χριστιανός να κάνει. Να γίνεται και να είναι φως του κόσμου διότι έχει προορισμό με το φωτεινό του παράδειγμα να φωτίζει τους ανθρώπους που βρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας. Ο Κύριος ζητά από τον κάθε ένα σαν λύχνος να λάμπει το φως της αρετής μας στους ανθρώπους, ώστε να βλέπουν τα καλά μας έργα και να δοξάζουν τον Θεό Πατέρα «ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς ».

Οι αγώνες και οι θυσίες των Πατέρων δίνοντας την ζωή τους, το αίμα τους για να παραδώσουν στην Εκκλησία ανόθευτη την αλήθεια, αποτελούν για εμάς το φως για να δοξάζουμε τον Ουράνιο Πατέρα μας. Με τις θυσίες και τους αγώνες που έκαναν κληροδότησαν σε όλες τις επόμενες γενεές την αλήθεια αλλά και την ευθύνη που έχουμε απέναντι στην Ορθοδοξία. Εβίωναν το λόγο του Κυρίου Ιησού που ακούσαμε στο Ευαγγέλιο: «ος εάν ούν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών … », δηλαδή Εκείνος ο οποίος θα καταργήσει μία από τις εντολές αυτές τις πολύ μικρές και θα διδάξει έτσι τους ανθρώπους, θα είναι πολύ μικρός για τη βασιλεία των ουρανών.

Γινόμαστε άγρυπνοι φύλακες και έχουμε ιερό καθήκον να περιφρουρούμε με κάθε θεμιτό και νόμιμο μέσο την πίστη μας και να αγωνιζόμαστε γι΄ αυτήν μιμούμενοι τους Αγίους μας που ομολογούσαν τον Ιησού Χριστό σταυρωθέντα και αναστάντα εκ των νεκρών. Αυτή την αλήθεια της πίστεως, που διετύπωσαν εν Πνεύματι Αγίω οι Πατέρες της Αγίας μας Εκκλησίας και εβίωσαν, εφαρμόζοντας το λόγο του Κυρίου ότι όποιος ποιήσει και διδάξει, δηλαδή αυτός πρώτα που θα τα εφαρμόσει και μετά θα τα διδάξει και στους άλλους, μεγάλος θα κληθεί στη βασιλεία Του, καλούμαστε να διατηρούμε, όχι απλά ως ορθοδοξία διδασκαλίας, αλλά και ως ορθοπραξία εμπειρίας . Αυτή την αλήθεια της πίστεως καλούμαστε να μεταλαμπαδεύσουμε ο ένας στον άλλο ως κληρονομίαν άφθαρτον και αμίαντον και αμάραντον τετηρημένην εν ουρανοίς».  Αμήν.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος: "Ο Γέρων Ιάκωβος όπως Τον Έζησα"


Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Σήμερα έγεινε η επίσημη αγιοκατάταξη του Γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη στην Εύβοια. Τελέστηκε Θεία Λειτουργία όπου προεξήρχε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος. Να σημειωθεί ότι η μνήμη του Αγίου Ιακώβου Τσαλίκη θα εορτάζεται στις 22 Νοεμβρίου.


ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


Λίγα λόγια για τον βίο του π. Ιακώβου Τσαλίκη
Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 1920 από ευσεβείς γονείς.
Ο μικρός Ιάκωβος ήταν επτά χρονών και είχε μάθει απέξω την θεία Λειτουργία χωρίς να γνωρίζει γράμματα. Το 1927 πήγε σχολείο και διακρίθηκε για τις επιδόσεις του. Η αγάπη του για την εκκλησία ήταν έκδηλη.

Την ίδια χρονιά εμφανίσθηκε μπροστά του η Αγία Παρασκευή και του φανέρωσε το λαμπρό εκκλησιαστικό του μέλλον ενώ συχνά διάβαζε ευχές, προσευχόταν και θεράπευε συγχωριανούς του.
Από το 1938 και μετά η ζωή του ήταν καθαρά ασκητική. Έτρωγε λίγο, κοιμόταν ελάχιστα, προσευχόταν συνεχώς και δούλευε σκληρά. Τα βάσανα και οι κακουχίες της κατοχής ταλαιπώρησαν τους άτυχους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1942 πέθανε η μητέρα του προλέγοντας του ότι θα γίνει ιερέας.

Ο διοικητής του τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και ήταν από τους λίγους που κατάλαβε το λαμπρό μέλλον που θα είχε το νεαρό προσφυγόπουλο. Μετά την απόλυση του από το στρατό (1949) ο Ιάκωβος σε ηλικία 29 χρονών χάνει και τον πατέρα του.

Ο αγώνας του τώρα για να αποκαταστήσει την αδελφή γίνεται εντονότερος, χωρίς όμως να παραμελεί αυτό το οποίο ποθεί από τα παιδικά του χρόνια. Να γίνει μοναχός.

Σε ηλικία 32 ετών πλέον ο Ιάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχός και στις 19 Δεκεμβρίου 1952 στην Χαλκίδα ο Μητροπολίτης Γρηγόριος τον χειροτόνησε ιερέα.

Στις 25 Ιουνίου 1975 ο γέροντας Ιάκωβος ανέλαβε το πηδάλιο της μονής της μετανοίας του.
Από το 1990 και μετά ο γέροντας δεν είχε πλέον δυνάμεις και οι κρίσεις στην υγεία του αυξήθηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 1991 μετά από μικρο-εμφράγματα νοσηλεύθηκε στο Γενικό Κρατικό.
Το πρωί της 21ης Νοεμβρίου 1991 πήγε στην ακολουθία, έψαλε και κοινώνησε.

Μόλις ήλθαν οι πατέρες ο γέροντας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ζαλίστηκε. Η αναπνοή του βάρυνε, ο σφυγμός του εξασθένησε και από τα χείλη του βγήκε ένα μικρό φύσημα Ο γέροντας είχε πάρει πλέον τον δρόμο για την μακαρία ζωή.

Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στο ύπαιθρο και μετά από τους επικήδειους λόγους, ο πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος είπε να υψώσουν το φέρετρο ψηλά να δουν α πιστοί τον Όσιο γέροντα. Μόλις εφάνη το ιερό λείψανο με μία φωνή οι χιλιάδες των πιστών κραύγασαν « Άγιος, Άγιος».


Αναζήτηση