Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Βίος Οσίου Μελετίου του εν Ρόδω - Κτήτωρος της Μονής



Ο Όσιος Μελέτιος γεννήθηκε στο χωριό της Λάρδου στη Ρόδο κατά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Κατά το Άγιο Βάπτισμα, έλαβε το όνομα Εμμανουήλ και στη ζωή του πορεύθηκε με λίγα γράμματα, αλλά γεμάτος χάρες, αρετές, αγνότητα, καθαρότητα και πολλή αγάπη για το Θεό. Ο Όσιος Μελέτιος ήταν άνθρωπος προσευχής.
Ανακάλυπτε τις ερημικές περιοχές γύρω από τη Λάρδο,βοσκώντας τα πρόβατα του πατέρα του και γαληνεύοντας τη ψυχή του με την προσευχή και το ζήλο της μοναχικής ζωής. Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις του, ένα όραμα του υπέδειξε την εικόνα της Παναγίας Υψενής στη ρίζα ενός δέντρου.
Έπειτα από αυτό το όραμα και καθοδηγούμενος από τη χάρη της Παναγίας, αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και να αφιερωθεί στο Θεό. Έτσι, έκτισε στο μέρος, όπου βρήκε την εικόνα τον Ιερό Ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Χειροτονήθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Ιερομόναχος και Ηγούμενος της Μονής.
Έζησε αυστηρή ασκητική ζωή... Τα βράδια αποσυρόταν σε κάποιο σπήλαιο κοντά στη Μονή και προσευχόταν και την ημέρα εξομολογούσε τους Χριστιανούς, δίνοντας τους δύναμη να μην αλλαξοπιστήσουν στους δύσκολους εκείνους καιρούς. Έλαβε επίσης από το Θεό το χάρισμα των ιάσεωνκαι θεράπευε ασθενείς και πνευματικά βασανισμένες ψυχές.
Για την εθνικοθρησκευτική του δραστηριότητα, μισήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους. Τελικώς, ο Όσιος απέδειξε την αθωότητα του ενώπιον του Μητροπολίτη και εξέπνευσε. Τιμήθηκε ως Άγιος από τους Χριστιανούς και τα λείψανα του, τα οποία ευωδιάζουν συνεχώς , έχουν μοιραστεί σε διάφορους τόπους. Τμήμα των Ιερών Λειψάνων, φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Υψενής ως ανεκτίμητος θησαυρός και πηγή ιάσεων και ευλογίας για όσους ευλαβικά τα προσκυνούν.
Η μνήμη του Οσίου τιμάται στις 12 Φεβρουαρίου.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (200 χρόνια από την κοίμηση του) 14 Ιουλίου.


Π. Β. Πάσχου

Αν η ορθόδοξος πνευματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο απ’ τον εξαγιασμό των αισθήσεων και της καρδίας μας, διά μέσου της λειτουργικής, δηλαδή της μυστηριακής, ζωής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως μας τη διαφύλαξε απλή και αγνή η πάντιμη Παράδοση, η Εκκλησία μας δεν θα μπορούσε να βρει μεγαλύτερο διδάσκαλο αυτής της ορθοδόξου πνευματικότητας, στη δύσκολη εποχή των μεταβυζαντινών χρόνων, από το νέο άγιο της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας, τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Και απ’ αυτόν τον άγιο πρέπει ν’ αρχίζει κάθε προσπάθεια για μια, ορθοδόξως εννοούμενη και βιούμενη, ανανέωση και αναζωπύρωση της ορθοδόξου πνευματικότητας. Ο Άγιος Νικόδημος, είναι η χρυσή πύλη από την οποία μπαίνει ο ορθόδοξος στη θεολογία των Πατέρων-για να φτάσει μέχρι της πρώτες ρίζες της, στους χρόνους των Αποστόλων. Γιατί ο δρόμος που πρέπει να πάρουμε για να γνωρίσουμε τη θεία γνησιότητα της Ορθοδοξίας μας, αρχίζει απ’ τον πλησιέστερο σε μας άγιο της Εκκλησίας μας, τον άγιο Νικόδημο, περνά από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τους τρεις Μεγάλους Ιεράρχες, τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και φτάνει μέχρι τον άγιο Ιγνάτιο τον θεοφόρο, τον Ιωάννη τον Θεολόγο και τον Απόστολο Παύλο. Αυτός είναι ο δρόμος που εγγυάται καλύτερα την Ορθοδοξία της θεολογίας μας. Κι απ’ αυτήν την άποψη, η προσπάθεια του π. Θεοκλήτου Διονυσιάτη, του π. Ιακώβου Μαλλιαρού και των άλλων ορθοδόξων, που έγραψαν μικρότερα έργα για τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, είναι άξια πολλής προσοχής και τιμής, γιατί φέρνουν κοντά μας τον άγιο βίο και το ορθόδοξο έργο του μεγαλύτερου αγίου και συγγραφέως της ορθοδόξου Εκκλησίας, από τους χρόνους της μεταβυζαντινής εποχής ως σήμερα. Ας κάνουμε κ’ εμείς μια προσπάθεια προσεγγίσεως και γνωριμίας με το πρόσωπο και το έργο του θείου Νικόδημου.

Στις 14 Ιουλίου, κάθε χρόνο – από το σωτήριο έτος 1955, οπότε αναγνωρίστηκε η αγιότητα του Νικόδημου και αποφασίστηκε, « όπως από του νυν και εις το εξής εις τον αιώνα τον άπαντα Νικόδημος ο Αγιορείτης συναριθμήται τοις οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας ανδράσιν, ετησίοις ιεροτελεστίαις και αγιαστείαις τιμώμενος και ύμνοις εγκωμίων γεραιρόμενος» – ακούγεται μαζί με το παλιό συναξάρι, σε όλες τις ορθόδοξες Εκκλησίες «τη ιδ’ του αυτού μηνός, μνήμη του οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Νικόδημου του Αγιορείτου, του σοφωτάτου της Εκκλησίας διδασκάλου».

Ο Όσιος Νικόδημος γεννήθηκε από γονείς ευσεβείς και ενάρετους το 1749, στο έμορφο νησί των Κυκλάδων το λεγόμενο Νάξος. Οι γονείς του Αντώνιος και Αναστασία Καλλιβούρτση, όταν τον βάπτισαν του έδωσαν το όνομα Νικόλαος και φρόντισαν όσο μπορούσαν πιο πολύ να τον αναθρέψουν με τ’ ορθόδοξο γάλα της πίστεως και της ευσέβειας. Πριν ακόμη έρθει σε ηλικία να πάει στο σχολείο άρχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο: πήγαινε στο παράθυρο του σχολείου και άκουγε, με πόθο και δίψα μεγάλη, όλα τα μαθήματα που ο ιερέας-διδάσκαλος δίδασκε στο σχολείο της Χώρας Νάξου. Και τα μάθαινε καλύτερα απ’ ό,τι οι κανονικοί μαθητές. Βλέποντας αυτό τον ερωτά του για τα γράμματα ο ιερέας της ενορίας, τον παίρνει κοντά του και του μαθαίνει τα πρώτα γράμματα, μαζί με το «Χτωήχι» και το «Ψαλτήρι», τ’ αναγνωστικά του κρυφού σχολειού. Μαζί με τα γράμματα μαθαίνει ο νεαρός Νικόλαος να ψάλλει και να βοηθάει τον ιερέα στις Ακολουθίες της εκκλησίας, όπου στεκότανε με φόβο Θεού, χωρίς να πάθει αυτό που παθαίνουν σήμερα πολλά παιδιά ιερέων, ψάλτες, επίτροποι ή και ιερείς ακόμη, που εξοικειώνονται τόσο πολύ με το άγιο Βήμα και δεν προσέχουν πως στέκονται, κάθονται ή συμπεριφέρονται, και συνομιλούν σαν να βρίσκονται σε χώρο οικιακό ή χώρο διασκεδάσεως. Στα δώδεκα του χρόνια ο «μικρός σοφός» Νικόλαος μπαίνει στην περίφημη Σχολή της Νάξου, όπου ευτύχησε να έχει δάσκαλο τον ξακουστό για τη σοφία του αρχιμανδρίτη Χρύσανθο Εξωχωρίτη, αδερφό του ισαποστόλου και ιερομάρτυρος Κοσμά του Αιτωλού. Μέρα με την ήμερα μεγάλωνε η φλόγα του για μάθηση και γι’ αρετή. Γι’ αυτό σαν έγινε δεκαπέντε χρονών, τον παίρνει ο πατέρας του και τον πηγαίνει με συστατικές επιστολές του επισκόπου της Νάξου στη Σμύρνη, όπου λειτουργούσε η λαμπρή Σχολή Σμύρνης, γνωστή αργότερα με το ’νομα «Ευαγγελική Σχολή».Σ’ αυτή τη Σχολή ο άγιος θα γνωριστεί με μια πρώτη μορφή κοινοβίου, τη μαθητική, και θα μείνει πέντε ολόκληρα χρόνια. Διδάσκαλος του εδώ χρηματίζει ο ονομαστός για την αρετή και τη σοφία του Τιμόθεος Βουλισμάς ο Ιθακήσιος. Η άκρα επιμέλεια του Νικολάου, μαζί με τη φωτεινή κρίση του, την καταπληκτική και πλουσιότατη μνήμη του και τις θαυμαστές επιδόσεις του σε όλα τα μαθήματα, άρχισαν να γίνονται πλατύτερα γνωστές και να καταπλήττουν τους πάντας. Ένας συμμαθητής του, που θεωρούσε τον άγιον ως «εξαίσιον θαύμα της εποχής», γράφει το έξης γι’ αυτόν σε μια επιστολή του: «εγνώριζεν απ’ έξω όσα έδιάβαζεν, όχι μόνον τας φιλοσοφικάς, οικονομικάς, ιατρικάς, αστρονομικάς και στρατιωτικάς εισέτι πραγματείας, αλλά και όλους τους ποιητάς, ιστορικούς, παλαιούς και νέους, Έλληνας και Λατίνους, καθώς επίσης και όλα τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων. Τω ήρκει να διάβαση μόνον μίαν φοράν οιονδήποτε βιβλίον και εις όλην του την ζωήν να το ενθυμήται»! Μαθαίνει τώρα στη Σχολή της Σμύρνης την Ιταλική, την Λατινική και τη Γαλλική γλώσσα. Την Ελληνική, βέβαια, την ήξερε τόσο τέλεια, που μπορούσε να μιλήσει και να γράφει οποιαδήποτε γλωσσική μορφή και διάλεκτο της ελληνικής, απ’ την ομηρική μέχρι την απλοελληνική. Αυτό το διακρίνει κανείς εύκολα στα σοφότατα συγγράμματα του. Μερικοί βιογράφοι θέλοντας να τονίσουν αυτή τη ξεχωριστή επίδοση στο καθένα από τα μαθήματα – της θύραθεν και της θεολογικής παιδείας -θυμούνται εδώ πολύ επίκαιρα εκείνο, που ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είπε για το συσπουδαστή του Μέγα Βασίλειο: «ποίον είδος ουκ επήλθε παιδεύσεως; Μάλλον δε ποιον ου μεθ’ υπερβολής ως μόνον; Ούτω μεν άπαντα διελθών, ως ουδείς εν ούτω δε εις άκρον έκαστον, ως των άλλων ουδείς».

Η πυρπόληση του τούρκικου στόλου στο Τσεσμέ στα 1770, εξαγριώνει τους Τούρκους οι οποίοι ξεσπούν στους χριστιανούς της Μ. Ασίας, με διωγμούς και σφαγές. Έτσι, αφήνει τη Σμύρνη ο Άγιος και επανέρχεται στη Νάξο. Εκεί μένει επί πέντε χρόνια κοντά στον επίσκοπο Άνθιμο, ο οποίος τον προετοιμάζει για τα «τελειότερα της χάριτος». Όντας γραμματεύς του επισκόπου, γνωρίστηκε με τους «δεδιωγμένους ένεκεν δικαιοσύνης» Αγιορείτες μοναχούς Γρηγόριο, Νήφωνα και Γέροντα Αρσένιο. Οι άγιοι αυτοί μοναχοί ήταν «Κολλυβάδες», και ήταν βαθιά προσκολλημένοι στην ορθόδοξη παράδοση και το αρχαίο τυπικό της Εκκλησίας. Απ’ αυτούς μυήθηκε ο άγιος στη λεγόμενη «νοερά προσευχή».

Οι ασκητικοί πόθοι του, προσανατολισμένοι από καιρό για το άγιον Όρος, γίνονται τώρα φλογερότεροι. Δυο γνωριμίες στην Ύδρα, αυτό τον καιρό, θα ενισχύσουν τη φλόγα και θ’ ανάψουν τη μεγάλη φωτιά στην καρδιά του, όπου θα καούν όλα τα εγκόσμια, θα γνωρίσει δηλ. τον άγιο Μακάριο το Νοταρά, Μητροπολίτη της Κορίνθου, με τον όποιο τόσο θα συνδεθεί πνευματικά και θα συνεργασθεί αργότερα, και τον περιβόητο για την αρετή του μοναχό Σίλβεστρο τον Καισαρέα. Τώρα πια δεν μπορεί να τον κρατήσει τίποτε μακριά απ’ το άγιον Όρος. Αφήνει τα πάντα για να γίνει αγιορείτης μοναχός. Παίρνει συστατικά γράμματα απ’ τον μοναχό Σίλβεστρο, και μετά συνεννοείται με τον πλοίαρχο του καραβιού, που είναι αραγμένο στο γιαλό και ξεκινά σε λίγο για το άγιον Όρος. Όμως, φεύγει το καράβι δίχως να τον ειδοποιήσει, άγνωστο γιατί. Τότε ο Άγιος, τρέχοντας στην παραλία, φωνάζει τον καπετάνιο να τον πάρει· μα σαν είδε πως δεν τον ακούγανε, δίνει μια και πέφτει όπως ήταν στη θάλασσα, για να φτάσει το καράβι κολυμπώντας. Ω! τι μεγάλη φωτιά είχε ανάψει μέσα στην καρδιά του ο έρωτας προς το Θεό και η αγάπη της ασκήσεως! Τον είδαν έπειτα οι ναύτες, καθώς έπεφτε στη θάλασσα, γύρισαν τον πήραν και πήγαν στο άγιον Όρος. Εδώ, στη Μονή αγίου Διονυσίου, λαβαίνει το μικρό μοναχικό σχήμα και μετονομάζεται από Νικόλαος – Νικόδημος. Οι αδελφοί της Μονής, που δεν άργησαν να διαπιστώσουν τη σοφία του και την αρετή του τον έκαμαν αναγνώστη και γραμματέα της Μονής του αγ. Διονυσίου. Μετά δυο χρόνια τον καλεί στις Καρυές, όπου μένει ως προσκυνητής, ο άγ. Μακάριος Κορίνθου, για να συνεργασθούν στη «Φιλοκαλία» και στον Ευεργετηνό. Μετά την αναχώρηση του αγίου Μακαρίου, ο άγιος Νικόδημος παραμένει για κάμποσο καιρό στο κελί των «Σκουρταίων», πότε συγγράφοντας δικά του και πότε τακτοποιώντας και αντιγράφοντας παλαιά πατερικά συγγράμματα· ύστερα κατεβαίνει πάλι στη Μονή του αγίου Διονυσίου. Φεύγει σε λίγο μ’ ένα καράβι για τη Ρουμανία, για να διδαχθεί καλύτερα τη «νοερά Προσευχή» απ’ τον άγιο κοινοβιάρχη Παΐσιο, όπου είχε υπό την πνευματική προστασία του χιλιάδες μοναχούς. Τους πιάνει όμως μεγάλη τρικυμία και μόλις που γλύτωσαν και βγήκαν στη Θάσο. Γυρνάει πάλι, αλλάζοντας πια σκοπό, στο άγιον Όρος. Διψώντας, όμως, περισσότερη ησυχία και άσκηση πηγαίνει στο ξεμοναχιασμένο κελί «Άγιος Αθανάσιος», όπου επιδίδεται εξαντλητικά σε αδιάλειπτη και νοερά προσευχή. Όταν αργότερα ήρθε απ’ τη Νάξο ο μοναχός Γέρων Αρσένιος κ’ εκάθησε στην « Καψάλα», ο άγιος Νικόδημος πήγε κ’ έγινε υποτακτικός του. Εδώ ο κάλαμος του Αγίου συγγράφει, ενώ το σώμα του, απ’ την πολλή νηστεία και άσκηση, γίνεται έν’ αδύναμο καλάμι, απ’ όπου περνώντας το άγιο Πνεύμα και η χάρη του Θεού, δημιουργούν ένα εξαίσιο ποίημα: ένα νέον Άγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας!

Λίγα χρόνια αργότερα, στα 1782, ο Γέρων Αρσένιος πηγαίνει για να «ησυχάση» στη Σκυροπούλα, ένα μικρό ξερονήσι απέναντι από τον Άθωνα. Μαζί του πηγαίνει κι ο άγιος Νικόδημος. Άγονο το νησί και ερημικό. Οι μόνοι που το κατοικούν είναι οι ψαροφάγοι, τ’ αγριοπούλια που τρώνε ψάρια και σκούζουν σαν κλαυθμηρίζοντα νήπια. Ωστόσο τα δάκρυα και οι αλάλητοι στεναγμοί των δύο άγιων μοναχών θα το κάμουν γονιμότατο. Απ’ αυτό θα βλαστήσει το ωραιότερο βιβλίο του αγίου Νικόδημου, το αριστουργηματικό «Εγχειρίδιον», που το ᾽γραψε κατά παράκληση του εξαδέλφου του Ιεροθέου, επισκόπου Ευρίπου, χωρίς να έχει κανένα βιβλίο μαζί του. Ο μεγάλος αυτός άθλος φαίνεται ακόμη μεγαλύτερος όταν ιδεί κανείς πόσα αυτούσια κομμάτια από Πατέρας και κλασσικούς συγγραφείς έχει το «Εγχειρίδιον», με υποσημειώσεις και παραπομπές, τις οποίες φύλαγε θαυμάσια στη μνήμη του ο Άγιος «πάνθ’ όσα δι’ αναγνώσεως έφθη έντυπωθέντα, τω, κατ’ Αριστοτέλη, αγράφω αβακίω της εμής φαντασίας, και, κατά Πρόκλον, τοις ιεροίς συκοίς του εμού νοός»· ή μάλλον ειπείν το του θείου Δαβίδ: « άπερ εν τη καρδία μου έκρυψα θεία λόγια, όπως αν μη αμάρτω». Ο Ιερόθεος του στέλνει, λαβαίνοντας το Συμβουλευτικό εγχειρίδιον, «τροφάς και σκεπάσματα».

Γυρνάει μετά στο άγιον Όρος, όπου λαβαίνει το μέγα και αγγελικό σχήμα, και πιάνει οριστικά μια δική του καλύβα στου «Θεωνά». Εκεί ο άγιος Νικόδημος εργάζεται, προσεύχεται, συμβουλεύει τα πλήθη των κοσμικών, των μοναχών και των κληρικών που τον επισκέπτονται, και ολοένα συγγράφει. Ετοιμάζει για έκδοση τα κείμενα του μεγάλου μυστικού αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, κ’ έργα δικά του, όπως το «Εξομολογητάριον», το « Θεοτοκάριον», τον «Αόρατον Πόλεμον», το «Νέο Μαρτυρολόγιον», τα «Πνευματικά Γυμνάσματα». Ακόμα ετοιμάζει τα «Άπαντα» του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, με σημειώσεις πολλές και σχόλια, που χάθηκαν όλα δυστυχώς στη Βιέννη πριν ακόμα τυπωθούν. Η λύπη του αγίου Νικόδημου για τα συγγράμματα του μεγάλου ησυχαστού που χάθηκαν ήταν κάτι το θανατερό: «κλαίων και οδυρόμενος, μόλις το έμαθε, δεν ηθέλησε να σταθή μίαν ώραν εις την καλύβην του». Πήγε στους αγαπητούς του Σκουρταίους για να παρηγορηθεί. Ανάλογη πίκρα θα νοιώσει ο Άγιος αργότερα, όταν στο «Πηδάλιόν» του, που έστειλε στη Βενετία για να τυπωθεί, θα προσθέσουν και θ’ αλλοιώσουν, κάπου 18 σημεία των υποσημειώσεων του, « εις υποστήριξιν πεπλανημένων δοξασιών, και ξένων και οθνείων προς το πνεύμα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας φρονημάτων». Ο άγιος Νικόδημος πληγώθηκε τόσο, που «το είχε κάλλιον πολλάκις να τον εκτύπα (ο παραποιήσας) εις την καρδίαν με μάχαιραν, παρά να προσθέση ή αφαίρεση εις το βιβλίον του».

Ακολουθούν συχνές μετοικεσίες του αγίου από τόπο σε τόπο, ώσπου να βρει μια μικρήν ησυχαστικήν καλύβα, απέναντι απ’ το κελί του «Αγίου Βασιλείου», όπου θα ζήσει ασκητικότατα, σαν αετός της έρημου, συγγράφοντας τα χαριτωμένα βιβλία του και πολεμώντας με τον παντοτινό εχθρό και πολέμιο των αγίων αγωνιστών, τον δαίμονα. Έρχονται οι ερμηνείες στις 14 Επιστολές του αποστόλου Παύλου και στις 7 Καθολικές, ο «Κήπος Χαρίτων», η «Χρηστοήθεια», ο «Συναξαριστής» και το θεολογικότατο «Εορτοδρόμιον»». Συγγράμματα, που αν δεν τα είχε, με τη δύναμη και τη χάρη του Θεού εκείνη την εποχή η Ορθοδοξία, κανείς δεν ξέρει τι θα είχαν αφήσει όρθιο οι λαίλαπες της πονηρής Δύσεως και η μανία του αγρίου και βαρβάρου κατακτητού.

Συντομεύουμε τη διήγηση, γιατί τα περί του αγίου Νικόδημου δεν έχουν σχεδόν τέλος. Εξασθενημένος από την άσκηση και χτυπημένος από ημιπληγία, περνάει τις τελευταίες επίγειες ήμερες του στο κελί των καλών «Σκουρταίων». Προαισθανόμενος το τέλος του, κάνει γενική εξομολόγηση, Ευχέλαιο, και μεταλαβαίνει κάθε μέρα των Αχράντων Μυστηρίων. Ένας ψίθυρος θερμός κινεί τα χείλη του ασταμάτητα. «Δεν μπορώ, πατέρες μου, λέγει, να προσευχηθώ νοερώς και προσεύχομαι με το στόμα». Ταπείνωση, ακόμη και στην ώρα του θανάτου!

Πέρασε η μέρα. Το βράδυ κοινώνησε και πάλι και ησύχασε πολύ. Οι πατέρες τον ρώτησαν «Διδάσκαλε ησυχάζεις;» Κ’ εκείνος τους αποκρίνεται με τον περίφημο αυτό λόγο « τον Χριστόν έβαλα μέσα μου, πως να μη ησυχάσω»!

Στις 14 Ιουλίου του 1809, μέρα Τετάρτη, ο άγιος Νικόδημος παρέδωκε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, όταν έβγαινε ο ήλιος -ένας ήλιος ανέτελλε, κ’ ένας άλλος, πνευματικός, βασίλευε. Τόση ήταν η θλίψη των χριστιανών και των Μοναχών, που ένας αγράμματος αλλά ευλαβής χριστιανός, είπε αυτά τα λόγια! « Πατέρες μου, καλύτερον ήτον να απέθνησκον σήμερα χίλιοι χριστιανοί και όχι ο Νικόδημος».

Ο Άγιος Νικόδημος, ο όποιος, δυστυχώς αγνοείται σήμερα κατά μέγα μέρος, απ’ την «επίσημη» θεολογία και τον λαό της Εκκλησίας μας, με τα συγγράμματά του σε πολλά και πολλούς κλάδους θεολογικούς διακονούντα, υπήρξε «κανονολόγος, λειτουργιολόγος, αγιογράφος, ασκητικός συγγραφεύς, έκδοτης βιβλίων, είς εκ των πλέον γονίμων συγγραφέων και αναμφιβόλως, ο πλέον φιλόπονος Μοναχός, διά του οποίου ύστερα από πολλούς αιώνας, δοξάζεται πάλιν η ελληνική Εκκλησία». Αλλά πάνω απ’ όλ’ αυτά, πρέπει να τονισθεί ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος ορθόδοξος μυστικός θεολόγος των τελευταίων εκατονταετηρίδων της Εκκλησίας μας, και ότι είναι ο πλησιέστερος μυσταγωγός που μπορεί να μας οδηγήσει, ως ποιήσας και διδάξας, με τα μυστικά και πρακτικά του συγγράμματα, στον ωραίο και πάντερπνο Παράδεισο, στους κόλπους του αγαπημένου Ιησού, όπου εκείνος αναπαύεται από των κόπων του, και πρεσβεύει απαύστως υπέρ ημών.

( Περιοδικό ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ)

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Ποιός μας δίνει μαρτυρία ότι υπάρχει Θεός.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Κι εσύ και η γερόντισσα μητέρα σου είστε αφιερωμένες στην ορθόδοξη πίστη. Από τότε που αρχίσατε να εκπληρώνετε τις εντολές της νηστείας, της προσευχής, της ελεημοσύνης και της Μετάληψης, από τότε τα μυστικά της αλήθειας όλο και περισσότερο σας αποκαλύπτονται. Πράγματι αυτός είναι ο ορθός δρόμος: μέσω της εξάσκησης του γνωστού φθάνουμε στο άγνωστο. Κατά τη σιωπηλή και μακροχρόνια προσευχή η αλήθεια εμφανίζεται. Όμως η καρδιά σου φλέγεται από την επιθυμία, ώστε και πολλούς άλλους να κατευθύνεις στην οδό της αλήθειας. Αλλά οι άνθρωποι είναι άνθρωποι: σε κάποιον ο νους είναι σκοτισμένος από τα ψέματα, σ’ άλλον η καρδιά πετρωμένη από τα πάθη, και δεν γίνεται εύκολα. Χρειάζεται πολύς καθαρισμός και μεγάλοι αγιασμοί και επταπλάσιες νίψεις στον Ιορδάνη. Έτσι ενας εργάτης από το Βανάτι σ΄ εξέπληξε με την ερώτηση: «Ποιος μαρτυρεί ότι υπάρχει ο Θεός;» Και εσύ παραξενεύεσαι, τι να του απαντήσεις. Πρώτα προσευχήσου στον Θεό γι’ αυτόν, και μετά απάντησε του ως έξης:

Μαρτυρεί το χόρτο. Εάν αναζητάς, αδελφέ, μάρτυρα κάτω από τα πόδια σου, σου μαρτυρεί το πράσινο χόρτο, του οποίου η γενεαλογία φθάνει μέχρι εκείνη την ήμερα και τη στιγμή που ακούστηκε ο λόγος του Δημιουργού: «Βλαστησάτω η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ’ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτώ κατά γένος επί της γης» (Γεν. 1,11).

Μαρτυρεί ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια. Εάν αναζητάς, αδελφέ, μάρτυρες πάνω από το κεφάλι σου, σου μαρτυρεί ο διάπυρος ήλιος, το παράξενο φεγγάρι και σμήνος από αστέρια. Πήγαινε μέχρι όπου θες ψάχνοντας τη γενεαλογία τους, δεν θα βρεις το τέλος μέχρι να φτάσεις έως εκείνη την ημέρα και στιγμή, όταν πάνω από το σκοτάδι και το χάος ήχησε ο λόγος του Θεού: «Γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης … τους δύο φωστήρας τους μεγάλους … και τους αστέρας» (Γεν. 1,14 και 16)!

Μαρτυρεί η θάλασσα και ο αέρας. Εάν αναζητάς, αδελφέ , μάρτυρα γύρω σου στο μάκρος και στο πλάτος και στο βάθος, σου μαρτυρεί η θάλασσα και ο αέρας και το όρος και το δάσος, οι σωροί χώματος των μυρμηγκιών και η κηρήθρα των μελισσών και ό,τι ζει στη θάλασσα και στον αέρα και στα όρη και στα δάση και μέσα στους σωρούς χώματος και στα κελιά. Πήγαινε προς τα πίσω στη γενεαλογία τους, μην στρίβεις ούτε αριστερά ούτε δεξιά -όμως μην ρωτάς οποιονδήποτε για τον δρόμο- και θα πρέπει να φτάσεις έως εκείνη την εορταστική στιγμή, στην οποία ξεχύθηκε από τον ουρανό η φωνή της αγάπης: να γίνει, να γίνει, να γίνει! «Και εγένετο ούτως» (Γεν. κεφ. 1).

Μαρτυρεί το βόδι και το γαϊδούρι, κατά τον λόγο του προφήτη ο όποιος κραυγάζει: «Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού» (Ησ. 1,3).

Πές μου, αδελφέ, ποιά ύλη κάτω από τους ουρανούς δεν μαρτυρεί περί Θεού. Σου δίνω εκατό έτη χρόνο, για να ταλαιπωριέσαι μ’ αυτή τη μάταιη ταλαιπωρία και να ψάχνεις έστω κι ένα μοναδικό χορταράκι, το όποιο να μην μαρτυρεί περί του μεγαλειώδους όντος του Δημιουργού του. Όμως για να σου συντομέψω τούτη την προθεσμία και για να σε βοηθήσω να βρεις ποιος δεν μαρτυρεί περί του Θεού θα στο αποκαλύψω: μόνο και μόνοι σ’ ολόκληρη την οικουμένη οι διεστραμμένοι άνθρωποι.

Μαρτυρεί η τάξη και το μέτρο και ο αριθμός και η θεϊκή αρμονία όλης της δημιουργίας. Μαρτυρεί ο νους και η συνείδηση όλων των άγιων και δικαίων ψυχών. Όμως, πάνω απ’ όλους και απ΄ όλα πάντα μαρτυρεί ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, στον όποιο ο μεγάλος και αιώνιος Θεός φανερώθηκε εν σώματι ως άνθρωπος, επισκέφθηκε το ανθρώπινο γένος, ανακοίνωσε τα μυστικά, έδειξε την οδό, άνοιξε τον Παράδεισο. Εάν κάποιος θέλει και με τα μάτια του να δει τον Θεό και με τα αυτιά να Τον ακούσει -όντως και αύτη την επιθυμία εκπλήρωσε ό Δημιουργός στους ανθρώπους- ας κοιτάξει τον Ιησού Χριστό. Και θα δει και θα ακούσει, και θα ζωντανέψει με νέα ζωή.

Έτσι μπορείς να απαντήσεις σ΄ εκείνη τη φτωχή ψυχή, η όποια διψασμένα ψάχνει τον Θεό και επιθυμεί να Τον δει και να Τον ακούσει. Όμως αυτό δεν είναι το μόνο που μπορεί να λεχθεί. Αυτό είναι μόνο ένα δεμάτι στον πελώριο αγρό του Θεού, στον όποιο ό,τι μεγαλώνει μαρτυρεί περί του Δημιουργού του. Και για τίποτα άλλο δεν μεγαλώνει παρά για να δείξει τη μαρτυρία του και να φύγει! Ενώ εσύ, κύρη, συνέχισε να δυναμώνεις στην αρετή σου. Και μην κοιτάς ούτε αριστερά ούτε δεξιά εκτός από την οδό της σωτηρίας. Σε λίγο πρέπει να πεθαίνουμε. Και εκεί, υστέρα από τον θάνατο, μας περιμένει η Κρίση του Θεού για το πως εμείς, ως οι πιο κοντινοί του Θεού, μαρτυρούσαμε τα περί Θεού. Και στη Δίκη υπάρχουν δυο στρατιές των ανθρώπων: η μία στη δεξιά πλευρά του Κυρίου της δόξας, η οποία σ’ αυτή τη ζωή δεν ντράπηκε για τον Χριστό, και η άλλη στην αριστερή πλευρά Του, η οποία σ’ αυτήν τη ζωή «εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ» (Μάρκ. 8,38) ντράπηκε για τον Χριστό.

Ειρήνη σε σένα και ευλογία του Θεού.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλω, σ.255-258

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Η Ορθοδοξία ως Θεραπεία (π. Γεώργιος Μεταλληνός, Κοσμήτορας της Θεολ. Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών)

Αν θέλαμε να ορίσουμε συμβατικά τον Χριστιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμπειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού) [1] μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του ανθρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». Με δεδομένη την διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ, στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει την δυνατότητα διατήρησης ή αποκατάστασης της υγείας του μέσα από μια ορισμένη θεραπευτική διαδικασία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ο γράφων είναι σε θέση να κατανοήσει τη σύμπτωση ιατρικής και εκκλησιαστικής ποιμαντικής επιστήμης στο σημείο αυτό, διότι ως διαβητικός και ως χριστιανός γνωρίζει, ότι και στις δύο περιπτώσεις οφείλει να ακολουθήσει πιστά τα οριζόμενα εκατέρωθεν για την επίτευξη του διπλού στόχου.
Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν», αυτό που ο Θεός είναι από την φύσιν του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυτή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας. Δεν πρόκειται για μια ηθική βελτίωση του ανθρώπου, αλλά για την εν Χριστώ ανα-δημιουργία, ανά-πλαση ανθρώπου και κοινωνίας μέσα από την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με το Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Αυτό εκφράζει η φράση του απ. Παύλου (Β΄ Κορ. 5,17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χριστώ είναι καινούργιο δημιούργημα. Γι’ αυτό χριστιανικά η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική «εισβολή» του Αιωνίου και Υπέρχρονου μέσα στον ιστορικό χρόνο, είναι η αρχή ενός νέου κόσμου, μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχίζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυθεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων.
Η Εκκλησία ως «σώμα Χριστού» και εν Χριστώ κοινωνία υπάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει την σωτηρία, ως ένταξη σε αυτή την αναγεννητική διαδικασία.[2] Το σωστικό αυτό έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί ως ένα παγκόσμιο θεραπευτήριο. «Ιατρείον Πνευματικόν» (Πνεματικό Νοσοκομείο) ονομάζεται η Εκκλησία από τον ιερό Χρυσόστομο (†407). Στην συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα 1) Ποια είναι η αρρώστια την οποία θεραπεύει η χριστιανική Ορθοδοξία; 2) Ποια είναι η θεραπευτική μέθοδος που εφαρμόζει; 3) Ποια είναι η ταυτότητα του αυθεντικού χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας;[3]
1. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνάμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει» Ρωμ. 8.22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ενότητας σύννομη της ανθρωπότητας. (βλ. Πραξ.17.26). η Χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μόνο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωση αληθείς ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2.4), αφού ο Θεός είνα «σωτήρ πάντων ανθρώπων» (Α΄ Τιμ. 4.10). η αρρώστια λοιπόν για την οποία μιλάει ο Χριστιανισμός είναι πανανθρώπινη (Ρωμ. 5.12: «...εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω (= λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (=αστόχησαν στην πορεία τους προς την θέωση. Όπως δε η πτώση (δηλαδή η αρρώστια) είναι πανανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία – θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε ανθρώπου.
Η φυσική (αυθεντική) κατάσταση του ανθρώπου προσδιορίζεται, αγιοπατερικά, από την λειτουργία μέσα του, τριών μνημονικών συστημάτων, δύο από τα οποία γνωρίζει και ελέγχει η επιστήμη της ιατρικής, ενώ το τρίτο είναι υπόθεση της ποιμαντικής θεραπευτικής. Το πρώτο είναι η κυτταρική μνήμη (DNA), που καθορίζει τα πάντα στον ανθρώπινο οργανισμό. Το δεύτερο είναι η εγκεφαλική κυτταρική μνήμη, η λειτουργία του εγκεφάλου, που ρυθμίζει την σχέση μας με τον εαυτό μας και το περιβάλλον. Τα δύο αυτά συστήματα γνωρίζει η επιστήμη της ιατρικής και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία τους.
Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα ακόμη μνημονικό σύστημα, την καρδιακή ή νοερά μνήμη, που λειτουργεί μέσα στην καρδιά. Η καρδιά, στην Ορθόδοξη παράδοση, δεν λειτουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίματος. Ακόμη κατά την πατερική διδασκαλία, δεν είναι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα το κέντρο της αυτοσυνειδησίας μας, αλλά η καρδιά. Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μια υπερφυσική λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλαδή ενέργειά Του. Βέβαια αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από την εμπειρία των Αγίων και όχι με τη λογική λειτουργία και τη διανοητική θεολόγηση. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (†1809), ανακαιφαλαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιον» ονομάζει την καρδιά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσικό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από τα πάθη. Η υπερφυσική λειτουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλαδή την θέωση του, ως πλήρη ένταξή του στην εν Χριστώ κοινωνία.
Στην υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νου. Στον γλωσσικό κώδικα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του ανθρώπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στην θέα του Θεού ή θεοπτία. Βέβαια πρέπει να διευκρινήσουμε ότι η γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης και απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσιαστική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού. Η ενέργεια του νου μέσα στην καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» (noetic faculty) της καρδιάς. Διευκρινίζουμε, και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ενεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νους στην καρδιά.
Η νερά λειτουργία πραγματώνεται ως αδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α΄Θεσσ. 5,17) του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γαλ. 4,6 · Ρωμ.8,26· Α΄Θεσσ. 5,19), και ονομάζεται από τους αγίους πατέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος μέσα στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», ακούοντας δηλαδή στην καρδιά του την «φωνή» (Α΄ Κορ. 14,11ε. Γαλ. 4,6.κ.α.) έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8,11). Ο Μ. Βασίλειος στη Β΄ επιστολή του λέγει, ότι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νους «αναχωρεί» προς τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο ενεργούμενος από την θεία ενέργεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία ή σε κάποια εκ-στάση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις οποίες ασχολείται η λογική. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που μας αγγίζει: Ένας επιστήμονας που έχει αποκτήσει και πάλι την νοερά λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλήματα του, ενώ ο νους μέσα στην καρδιά διατηρεί αδιάλειπτη τη μνήμη του Θεού. Ο άνθρωπος που διασώζει και τα τρία παραπάνω μνημονικά συστήματα είναι ο Άγιος. Αυτός είναι ορθόδοξα ο υγιής (normal) άνθρωπος. Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου προς την αγιότητα.
Η μη λειτουργία ή υπολετουργία της νοεράς ενέργειας του ανθρώπου είναι η ουσία της πτώσεως. Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του ανθρώπου, στην αρχή ακόμα της ιστορικής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του. Σ’ αυτή την νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι απόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο ηθικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, †444 ) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως η αρρώστια κάποιου δέντρου μεταδίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.
Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας ή της μνήμης του Θεού και η σύγχυσή της με την λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει με όλους μας, υποδουλώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικισμό και της αντικοινωνικότητα. Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της προσωπικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Η χρήση του Θεού γίνεται με την «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θεού), που μπορεί να εκφυλιστεί σε αυτοθεοποίηση του ανθρώπου («αυτείδολον εγενόμην» λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγαν Κανόνα» του). Η χρήση του συνανθρώπου και κατ' επέκταση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση της με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή, λοιπόν, είναι η νόσος, την οποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ολόκληρος [4] στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλησίας.

2. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, ως εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας. Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη «η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρικήν. Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικό όργανον, που όλοι το έχουν και το οποίο χρειάζεται θεραπεία. Ούτε η φιλοσοφία, ούτε καμία των γνωστών θετικών ή κοινωνικών επιστημών δύναται να θεραπεύσει το όργανον αυτό [...] Δια τούτο ο αθεράπευτος δεν γνωρίζει ούτε καν την ύπαρξη αυτού του οργάνου».
Η ανάγκη θεραπείας του ανθρώπου, κατά τα παραπάνω, είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε ανθρώπου στη φυσική του ύπαρξη με την ενεργοποίηση και της τρίτης μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνεται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδερφός με τον συνάνθρωπό του, πρέπει η ιδιοτέλειά του, που λειτουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ Α΄ Κορ. 13,8: «η αγάπη... ου ζητεί τα εαυτής». Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ.5,8· Α΄ Ιωαν.5,7 ε.), που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και το κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτημοσύνη», αλλά η «ακτημοσύνη», ως αυτοπαραίτηση από κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δικαιοσύνη.
Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονομημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεώς μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό ή αιώνιο θάνατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από την Χάρη του Θεού. Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες εστίες του ανθρώπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χριστού και στην ανάστασή του. Ο Χριστιανός ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή- Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης που δέχεται με την μετοχή του στην μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευμένος άνθρωπος, που δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.
3. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:
α) Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία αλλά θρησκεία. Οι κληρικοί, εκλεγόταν αρχικά από τους θεραπευμένους, για να λειτουργούν ως θεραπευτές. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν την Εκκλησία των Αποστολικών χρόνων.
β) Οι επιστήμονες της Εκκλησιαστικής θεραπείας είναι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της ιατρικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.
γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγχώρηση αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον! Η Εκκλησία δεν μπορεί να στείλει κάποιον στον παράδεισο ή στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δεν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θεραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο Φώς Του ως παράδεισος και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12,29). Και αυτό, φυσικά, αφορά σε κάθε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώνια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.
δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). Έτσι, διαφοροποιείται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο της ποιμαντικής θεραπευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευματικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς την θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στην μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του ανθρώπου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο (hinc et nunc). Αυτό διαπιστώνεται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων, που νικούν την βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεοδώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της ασκητικής θεραπευτικής της Εκκλησίας. Θα παρακαλούσα δε τον ιατρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχτεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χάρης, διότι τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία. Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύματα ως αποδείξεις της θεώσεως διότι ανήκουν σε άλλη σφαίρα.
ε) Τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κάποια Χριστιανική ιδεολογία, αλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η απλή ανάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση που ο ασθενής καταφεύγει στον γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο.
Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία. Δεν έχει σημασία αν την αποδέχεται κανείς ή όχι. Αναφερόμενος όμως σε επιστήμονες προσπάθησα, ως εν επιστήμη συνάδελφος, να απαντήσω επιστημονικά στο ερώτημα «τι είναι η Ορθοδοξία». Κάθε άλλη εκδοχή για τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω και αν θέλει να προβάλλεται σαν Ορθοδοξία.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας. Θεσσαλονίκη 1984.

Του ιδίου, Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της., στον τόμο. Ορθοδοξία, Ελληνισμός... Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β΄ τόμος, 1996, σ.67-87.

Του ιδίου Church synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ.63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ.66 (1995) 646-680.

Π Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μητροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.

Του ιδίου, Μικρά είσοδος στην Ορθόδοξη Πνεύματικότητα, Αθήνα 1992.

Του ιδίου, Υπαρξιακή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λειβαδιά 1995.

Ακόμη οι σχετικές κατά καιρούς δικές μας μελέτες, όπως π.χ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθήνα 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αθήνα 1996 κ.α. Στα βιβλία αυτά βρίσκει κανείς και τη λοιπή βιβλιογραφία.


Σημειώσεις- επεξηγήσεις:

1. Άκτιστος (=αδημιούργητος. άπλαστος στην λαϊκή γλώσσα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, δημιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπαντική» δύναμη κατά την γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, όλοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όντας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο (Das ganz Andere). Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Και γι’ αυτό το Άκτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.

2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του Β΄ αιώνα, Ο Ποιμήν του Ερμά, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χριστού, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!

3. Κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπαυτικοακουστική) θεώρηση της Πίστης μας, σε ακαδημαϊκό μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε «ταύτιση» Ακτίστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στην ειδωλολατρεία. Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις-νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη Πατερική Ορθοδοξία.). σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και, τελικά, η «χρήση» του θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση: do, ut des ). Στη δική μας, όμως, παράδοση, ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξευμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α΄Ιωάν. 4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δεν ζητεί τίποτε από τα πλάσματά Του. Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.

4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λόγος : «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στις Μονές, όταν λειτουργούν Ορθόδοξα, φυσικά. Γι’ αυτό οι Μονές (π.χ. οι αγιορείτικες) μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου».



Σημείωση (Πηγή: Ο.Ο.Δ.Ε.)

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Οι Δώδεκα Απόστολοι

Απόστολοι ονομάζονται οι μαθητές του Χριστού οι οποίοι εγκατέλειψαν τα πάντα όταν δέχτηκαν τη κλήση από Τον Κύριο και Τον ακολούθησαν σε ολόκληρη τη διακονία Του μέχρι και την Ανάληψη. Το όνομα Απόστολοι δόθηκε σε αυτούς από τον ίδιο Τον Κύριο «προσεφώνησε τους μαθητάς αυτού, και εκλεξάμενος απ᾿ αὐτών δώδεκα, ους και Αποστόλους ωνόμασεν...» (Λουκ. στ´, 12-13).

Οι Δώδεκα Απόστολοι που εξέλεξε ο Χριστός ώστε να συνεχίσουν το έργο Του, δεν είχαν μόρφωση ούτε και προέρχονταν από την ανώτερη κοινωνική τάξη του Ιουδαϊσμού. Όλοι κατάγονταν απο την πτωχή Γαλιλαία, εκτός από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, που καταγόταν απο την Ιουδαία. Ήταν άνθρωποι απλοί, βιοπαλαιστές, αλιείς στό επάγγελμα και τελώνες. Οι υιοί του Ζεβεδαίου ήταν σχετικά εύποροι, γιατί όπως αναφέρεται είχαν πλοίο ιδιόκτητο και διατηρούσαν γνωριμίες με τους Αρχιερείς της Ιερουσαλήμ. Η εξωτερική τους εμφάνιση προξενούσε την εντύπωση ότι ήσαν άνθρωποι «αγράμματοι και ιδιώται» (Πραξ. δ´, 13). Ήταν όμως αυτόπτες και ακόλουθοι του Κυρίου και είχαν την άνωθεν κλήση και αποστολή Η αυθεντία των Αποστόλων, κατά τη δράση τους στην Εκκλησία, στηριζόταν στον ίδιο τον Θεό. Έτσι συνέχισαν το έργο του Διδασκάλου τους κινούμενοι διαρκώς από πόλη σε πόλη και χειροτονώντας κατάλληλους διαδόχους.

Οι Δώδεκα είναί οι εξής:


Πέτρος

Πρώτος Απόστολος είναι ο Πέτρος, ὁ κορυφαίος των Αποστόλων, ὁ οποίος προηγουμένως ονομαζόταν Σίμων.

Ήταν έγγαμος ψαράς, αγράμματος, αδελφός του Ανδρέα του Πρωτοκλήτου από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, γιος του Ιωνά. Αυτόν τον Απόστολο μακάρισε ο Κύριος και τον ονόμασε Πέτρο, ενώ την πίστη του αποκάλεσε πέτρα πάνω στην οποία αποφάσισε να οικοδομήσει την Εκκλησία Του. «Μακάριος εί, Σίμων Βαριωνά... συ εί Πέτρος, και επί ταύτῃ τή πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουν αυτής» (Ματθ. ιστ´, 17, 18).Κήρυξε το Ευαγγέλιο πρώτα στην Ιουδαία και Αντιόχεια ακολούθως στη Μικρά Ασία και κατέληξε στη Ρώμη. Εκεί σταυρώθηκε από τον αυτοκράτορα Νέρωνα, (πάνω τα πόδια - κάτω το κεφάλι), όπως ὁ ίδιος το ζήτησε και έτσι έλαβε το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου, μεταξὺ των ετών 66 και 69, αφού άφησε δύο καθολικές επιστολές στην Εκκλησιά του Χριστού.

Ανδρέας

Δεύτερος είναι ο Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, ο αδελφός του Πέτρου.

Ο Ανδρέας υπήρξε μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, αλλά τον εγκατέλειψε για να ακολουθήσει τον Χριστό. Προσέλκυσε και τον αδελφό του λέγοντας: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Θεωρείται ιδρυτής της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Κήρυξε το Ευαγγέλιο σε όλα τα παραθαλάσσια μέρη της Μαύρης θάλασσας, Βιθυνίας και Βυζαντίου. Αργότερα μέσω Θράκης και Μακεδονίας κατήλθε μέχρι τὴν Αχαΐα. Στην Πάτρα έκανε πολλά θαύματα και επειδή πολλοί πίστευαν στον Χριστό ο Ανθύπατος της πόλεως Αιγεάτης κάρφωσε τον Απόστολο σε ένα Σταυρό ανάποδα κι εκεί παρέδωσε το πνεύμα του. Το λείψανό του μετά από πολλά χρόνια μεταφέρθηκε στο Ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ο Άγιος Νικόδημος, δεύτερο Απόστολο, αναφέρει, τον Παύλο, το σκεύος εκλογής του Χριστού, ο οποίος υπερνίκησε όλους τους Αποστόλους στο ζήλο της πίστεως και στους κόπους. Αυτός κήρυξε τον Χριστό από Ιεροσολύμων μέχρι του Ιλλυρικού, όπως ο ίδιος αναφέρει και έφθασε στη Ρώμη αποκεφαλίστηκε.

Ιάκωβος του Ζεβεδαίου

Τρίτος Απόστολος είναι ο Ιάκωβος, ο του Ζεβεδαίου, αδελφός του Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστή.

Ο Κύριος τον ελάμβανε μαζί με τον Πέτρο και Ιωάννη ιδιαιτέρως στις προσευχές, αλλά και στη Μεταμόρφωσή Του. Κήρυξε το Ευαγγέλιο σ᾿ ολόκληρη τὴν Ιουδαία. Ο Ηρώδης Αγρίππας όμως για την πολλή παρρησία που είχε, τον θανάτωσε με μαχαίρι το 44 μ.Χ. και έτσι έγινε ὁ δεύτερος μάρτυρας της πίστεώς μας μετά τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο ( 43 μ.Χ.).

Ιωάννης του Ζεβεδαίου

Τέταρτος είναι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής και Θεολόγος, αδελφός του Ιακώβου.

Είναι ο Απόστολος που αγαπήθηκε από τον Χριστό «σφόδρα» και ο επιπεσών επί το στήθος Αυτού. Ο Ιωάννης έχει λάβει τα περισσότερα επίθετα: Απόστολος, Ευαγγελιστής, Θεολόγος, Μαθητής της αγάπης, Ηγαπημένος μαθητής, Επιστήθιος, Παρθένος, Βοανεργὲς - υιός της Βροντής. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία. Εξορίστηκε στην Πάτμο, οπού πλήθη απίστων προσήλθαν στο Χριστιανισμό. Όταν επέστρεψε στην Έφεσο αναπαύθηκε εν ειρήνη (περίπου 95 χρονών). Νωρίτερα μας άφησε το Ευαγγέλιό του, τρεις Καθολικές επιστολές και την Αποκάλυψη.

Φίλιππος

Πέμπτος Απόστολος του Χριστού είναι ο Φίλιππος ο από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίος, συμπατριώτης του Ανδρέου και Πέτρου.

Είναι αυτός που είπε στο Ναθαναήλ «ον έγραψε Μωσής και Προφήται ευρήκαμεν,Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ἰω. α´, 46). Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία (Λυδία και Μυσία) και στην Ιεράπολη μαζί με τον Βαρθολομαίο (Ναθαναήλ) και την αδελφή του Μαριάμνη. Μαρτύρησε τρυπημένος στους αστραγάλους και καρφωμένος σ᾿ ένα ξύλο στην Ιεράπολη. Λόγω σεισμού που ακολούθησε οι συνοδοί του αφέθηκαν ελεύθεροι.

Βαρθολομαίος

Έκτος είναι ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ.

Όταν ο φίλος του Φίλιππος του είπε για τον Χριστό τ᾿ ανωτέρω και πλησίασε, ο Χριστός τον προϋπάντησε λέγοντας: «Ιδέ αληθώς Ισραηλίτης, εν ω δόλος ούκ έστι» (Ἰω. α´, 48).

Κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ινδούς, οι οποίοι ονομάζονταν Ευδαίμονες και τους παρέδωσε το κατά Ματθαιόν Ευαγγέλιον. Από τους άπιστους όμως σταυρώθηκε στην Ουρβανούπολη. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.

Θωμάς

Έβδομος Απόστολος είναι ο Θωμάς πού λεγόταν και Δίδυμος.

Είναι ο Μαθητής που για την απιστία του είπε ὁ Κύριος: «Μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ἰω. κ´, 27) και αυτός ψηλαφώντας τον είπε: «Ὁ Κύριος μου και ο Θεός μου» (κ´, 28). Κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στους Πάρθους, Μήδους, Πέρσες και Ινδούς. Ο Βασιλεύς των τελευταίων, επειδή ο Θωμάς βάπτισε και τον υιό του, τον φυλάκισε και τελικά τον καταδίκασε σε θάνατο: Οι στρατιώτες τον κατατρύπησαν με τις λόγχες τους.

Ματθαίος του Αλφαίου

Όγδοος είναι ο Ματθαίος, ο Τελώνης, αδελφός του Ιακώβου του Αλφαίου.

Είναι αυτός που ακολούθησε τον Χριστό αφού εγκατέλειψε «την υπηρεσίαν του». Μετά το μεγάλο δείπνο που προσέφερε στον Χριστό έγινε Απόστολος και Ευαγγελιστής. Το Ευαγγέλιο του το έγραψε στην Αραμαϊκή γλώσσα οκτώ χρόνια μετά την Πεντηκοστή, αργότερα όμως μεταφράστηκε στα Ελληνικά. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους και Μήδους στους οποίους ίδρυσε Εκκλησία, μετά από πολλά θαύματα που έκανε σ᾿ αυτούς. Τελικά θανατώθηκε από τους άπιστους διά πυράς.

Ιάκωβος του Αλφαίου

Ένατος είναι ο Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου, αδελφός του Λευὶ δηλ. του Ματθαίου.

Λέγεται και Ιάκωβος ο μικρός, πρός διάκριση απο τον Ιάκωβο το μεγάλο, τον αδελφό του Ιωάννου, αλλά και πρός διάκριση από τον Ιάκωβο τόν Αδελφόθεο. Ο τόπος στον οποίο εκήρυξε ο Απόστολος Ιάκωβος δεν είναι εξακριβωμένος. Αναγράφεται ότι εκήρυξε στα έθνη και ονομάστηκε σπέρμα θείο. Κηρύττοντας και ελέγχοντας τους απαίδευτους λαούς κρεμάστηκε σε σταυρό και έτσι παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό.

Σίμων ο Κανανίτης

Δέκατος Απόστολος είναι ο Σίμων ο Κανανίτης ή Ζηλωτής, από την Κανά της Γαλιλαίας.

Ο Σίμων ανήκε στο κόμμα των Ζηλωτών και από εκεί προήλθε η ονομασία του αυτή την οποία και διατήρησε και ως Απόστολος, (όπως και ο Ματθαίος ὁ Τελώνης). Κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στη Μαυριτανία και γενικά στην Αφρική. Τελικά μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο.

Ιούδας Θαδδαιος ή Λεββαίος

Ενδέκατος είναι ο Ιούδας Ιακώβου, τον οποίο ο Ματθαίος ονομάζει Λεββαίο ή Θαδδαΐο.

Ο Ιούδας, δηλαδή αυτός διακρινόμενος απο τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, τον προδότη, είναι αδελφός του Ιακώβου του Αδελφοθέου και επομένως υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Άρα είναι «αδελφός» του Κυρίου. Λεββαίος σημαίνει θαρραλέος και Θαδδαίος (στα Αραμαικά) σημαίνει μεγάθυμος, μεγαλόψυχος. Είναι συγγραφεύς της Καθολικής επιστολής Ιούδα. Κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μεσοποταμία και φώτισε τα ευρισκόμενα στη χώρα αυτή έθνη. Πήγε και στην Έδεσσα, όπου θεράπευσε τον Τοπάρχη. Τελικά τον κρεμάσανε και τον θανάτωσαν με βέλη.

Ματθίας

Δωδέκατος Απόστολος τον Χριστού είναι ο Ματθίας, στη θέση του προδότη Ιούδα.

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, οι Απόστολοι, αφού επέλεξαν δύο, τους καταλληλότερους από τούς εβδομήκοντα Αποστόλους, έβαλαν κλήρο «και προσευξάμενοι... έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατεψηφίσθη μετά των ένδεκα Αποστόλων» (Πραξ. α´, 24,26). Κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Αιθιοπία και αφού υπέμεινε πολλά βασανιστήρια από τους απίστους παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Ο Ύμνος της Αγάπης από την Α' προς Κορινθίους Επιστολή

Ἀδελφοὶ, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὔς μὲν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι;ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα· καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὀδὸν ὑμῖν δείκνυμι.

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.



Εσείς όμως είστε σώμα Χριστού και μέλη του ο καθένας σας χωριστά. Και αυτούς βέβαια έθεσε ο Θεός μέσα στην εκκλησία: πρώτα αποστόλους, δεύτερο προφήτες, τρίτο δασκάλους, έπειτα θαυματουργικές δυνάμεις, έπειτα χαρίσματα ιαμάτων, παροχές βοηθειών, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών. Μήπως είναι όλοι απόστολοι; Μήπως όλοι προφήτες; Μήπως όλοι δάσκαλοι; Μήπως όλοι κάνουν θαυματουργικές δυνάμεις; Μήπως όλοι έχουν χαρίσματα ιαμάτων; Μήπως όλοι λαλούν γλώσσες; Μήπως όλοι διερμηνεύουν; Ποθείτε όμως με ζήλο τα χαρίσματα τα μεγαλύτερα. Και ακόμα σας δείχνω μια οδό υπερβολικά έξοχη:

Αν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή κύμβαλο που αλαλάζει. Και αν έχω προφητεία και ξέρω τα μυστήρια όλα και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε όρη να μετακινώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν είμαι. Και αν δώσω για τροφή όλα τα υπάρχοντά μου και αν παραδώσω το σώμα μου, για να καώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, συμπεριφέρεται με χρηστότητα, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δε μεγαλοκαυχιέται, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δε συμπεριφέρεται άσχημα, δε ζητά τα δικά της, δεν παροξύνεται, δε λογίζεται το κακό, δε χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν πέφτει.
Είτε όμως προφητείες, θα καταργηθούν. είτε γλώσσες, θα πάψουν. είτε γνώση, θα καταργηθεί. Γιατί μερικώς γνωρίζουμε και μερικώς προφητεύουμε. Όταν όμως έρθει το τέλειο, το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, λαλούσα σαν νήπιο, φρονούσα σαν νήπιο, λογιζόμουν σαν νήπιο. όταν έγινα άντρας, κατάργησα τα νηπιακά πράγματα. Γιατί βλέπουμε τώρα μέσα από κάτοπτρο αινιγματικά, τότε όμως πρόσωπο με πρόσωπο. τώρα γνωρίζω μερικώς, τότε όμως θα γνωρίσω καλά καθώς και γνωρίστηκα καλά. Τώρα λοιπόν μένουν: πίστη, ελπίδα, αγάπη. τα τρία αυτά. Μεγαλύτερη όμως από αυτά είναι η αγάπη.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ φοβίες τῶν ἀνθρώπων

Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

Ἐνέργειες τοῦ φόβου
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὅταν γεννιέται, ἔχει μέσα του (κληρονομοῦνται σ᾿ αὐτὸν) ψυχολογικὲς καὶ σωματικὲς ἀδυναμίες· π.χ. ἡ ἀκόρεστη δίψα γιὰ ζωή, ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἡ φθορὰ τοῦ σώματος, οἱ ποικίλες ἰδιόμορφες καταστάσεις, καχυποψίες γιὰ ἄλλους καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὅλα αὐτὰ τοῦ προκαλοῦν φόβο. Ὁ φόβος δὲν τὸν ἀφήνει νὰ τελειοποιηθεῖ στὴν ἀγάπη.
Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦλθε νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ τῆς κολάσεως, (Ἑβρ. β´ 14-15). Δὲν μᾶς ἔφερε πνεῦμα δειλίας, ποὺ προκαλεῖ φόβο, ἀλλὰ πνεῦμα υἱοθεσίας (Ῥωμ. η´ 14-15). Ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλευθέρωσε.
Ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστὸ ἐλευθερώνεται καὶ ὁδηγεῖται στὴν ἀγάπη ποὺ «ἔξω βάλλει τὸν φόβο» (Α´ Ἰω. δ´ 18). Γιὰ νὰ φτάσουμε ὅμως στὴν ἀγάπη, χρειάζεται ἀγώνας καὶ ἄσκηση καὶ φυσικὰ δὲν ζεῖ κάποιος τὴν κατάσταση αὐτὴ διὰ μιᾶς.
Στὰ πρῶτα βήματά του πρὸς τὴν τελείωση, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔχει φόβο γιὰ μερικὰ πράγματα, ὅπως π.χ. γιὰ τὴν κόλαση, τὴν ἁμαρτία, τὴν γέενα τοῦ πυρός. Νὰ φοβηθεῖ τὴν ἁμαρτία μήπως τὸν χωρίσει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ καταδικασθεῖ.
Γνῶμες τῶν ἁγίων πατέρων ἐπί τῆς ἀπόψεως αὐτῆς
• Ὁ φόβος ποὺ ἔχουμε νὰ μὴν πέσουμε στὴν ἁμαρτία εἶναι ἀρετή. Ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. (Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος)

• Ὁ φόβος εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πένθος τῶν ἁμαρτημάτων (Πέτρος ὁ Δαμασκηνός).

• Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση, κι αὐτὸς ποὺ φοβεῖται τὴν κόλαση, τηρεῖ τὶς ἐντολές. Αὐτὸς πάλι ποὺ τηρεῖ τὶς ἐντολές, ὑπομένει τὶς θλίψεις, κι ὅποιος ὑπομένει τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεὸ (ὅπ.π.).

• Ἄλλο πρᾶγμα νὰ φοβεῖσαι τὸν Θεὸ καὶ ἄλλο νὰ ἐφαρμόζεις τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ (Συμεὼν ὁ ν. Θεολόγος).

• Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς στὴν πνευματική μας ζωὴ προηγεῖται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κάνει νὰ πενθοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν ὡς καρπός. Ὁ ἔμφυτος φόβος βοηθάει μαζὶ μὲ τὴν πίστη στὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν.

• Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀναγκάζει νὰ πολεμᾶμε τὴν κακία καὶ ἐνῶ τὴν πολεμᾶμε, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὴν πολεμεῖ (Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής).

• Ἡ ρίζα τῆς εὐλάβειάς μας πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ ὅπλο γιὰ νὰ πολεμήσουμε τὶς δυσκολίες στὴν πνευματική μας πορεία (Ἰω. ὁ Χρυσόστομος).

• Παράδειγμα χαρακτηριστικὸ ὁ ληστής. Ὅλοι ξέρουμε τί εἶπε στὸν ἐξ εὐωνύμων τοῦ Χριστοῦ κακοῦργο, πού λοιδοροῦσε τὸν Χριστό: «οὐχὶ σὺ ὁ Χριστός; σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῶ λέγων· οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῶ κρίματι εἶ;» (Λουκ. κγ´ 29). Μπροστὰ στὸν Κύριο ὁ εὐγνώμων ληστὴς αἰσθάνθηκε μεγάλο φόβο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ εἶπε τὰ περίφημα ἐκεῖνα λόγια· «Ἰησοῦ, μνήσθητί μου ὅταν ἔλθῃς ἐν τὴ βασιλεία σου» (Λουκ. κγ´ 41).

Πῶς ἐνεργεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο
Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος λέγει πὼς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ξυπνάει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἐπινοήσεων τοῦ διαβόλου. Ὅπως τὰ Χερουβὶμ ἦσαν ἄγρυπνα μπροστὰ στὴν θύρα τοῦ Παραδείσου, ἔτσι καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄγρυπνος φύλακας τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ μὴν πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὸν τὸν φόβο χρειάζεται νὰ τὸν διατηρεῖ γιὰ νὰ μὴ βλαβεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρό.
Πράγματι πολλὲς φορὲς συγκρατούμεθα μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, διότι μέσα μας ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἀναλογιζόμαστε· «πῶς θὰ τὸ κάνω αὐτό; φοβᾶμαι τὸν Θεό, φοβᾶμαι τὴν κόλαση». Ὁ σωτήριος αὐτὸς φόβος μᾶς κάνει νὰ μισοῦμε τὴν ἀδικία, τὴν ὕβρη καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, τονίζει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Αὐτός, ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ, ἀπομακρύνει εὔκολα τοὺς λογισμοὺς τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ δὲν αἰχμαλωτίζεται μὲ τίποτε. Δὲν ἔχει περισπασμοὺς στὸ νοῦ του, διότι περιμένει τὸν Δεσπότη Χριστό. Ἐπιμελεῖται τῶν ἀρετῶν, γιὰ νὰ μὴν καταδικασθεῖ.
Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία μήτρα. ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ σπέρμα. κι αὐτὸ ποὺ θὰ γεννηθεῖ, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ ἔχουμε καθαρὴ ἐλεημοσύνη, δηλ. ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κενοδοξία, φιλαργυρία καὶ ἡδονή, πρέπει νὰ προηγηθεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ νεκρώσει τὰ πάθη αὐτά.
Ὅποιος θέλει νὰ ἀγαπήσει τὸν Θεό, θὰ ἀρχίσει ἀπὸ τὸν φόβο του. Ἐξαιτίας αὐτοῦ του φόβου προσέχουμε καὶ τὰ λεπτότατα ἁμαρτήματα. Ἕνας ποὺ φοβᾶται τὸν Θεό, λέγει καὶ τὰ πιὸ μικρά του ἁμαρτήματα, διότι ἔχει τὴν ἐντύπωση, πὼς μετὰ θάνατο τὸν περιμένουν πολὺ ἄσχημες καταστάσεις.
Ὅποιος φοβᾶται τὸν Θεό, ἀγαπάει τὴν ἐγκράτεια. Μὲ φόβο πηγαίνει νὰ κοινωνήσει. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», προσκαλεῖ ὁ λειτουργὸς τοὺς πιστούς. Ὁ φοβούμενος τὸν Κύριο, δὲν φοβεῖται τῶν δαιμόνων τὶς ὁρμές, οὔτε τὶς ἀπειλὲς τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ φόβος διακρίνεται σέ δύο εἴδη
Οἱ Πατέρες λένε πὼς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο μορφές. Εἶναι ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν καὶ ὁ φόβος τῶν τελείων.
Ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν ἢ τῶν ἀρχαρίων, ποὺ ὑπάρχει μέσα μας καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ πέσουμε στὴν ἁμαρτία ἐξαιτίας τῆς κολάσεως. «Εἰσαγωγικὸς ἐστὶν ὁ ἀπέχων τῆς κακίας». Αὐτός, ποὺ ἔχει αὐτὸν τὸν φόβο φοβᾶται σὰν δοῦλος τὰ κολαστήρια, τὶς τιμωρίες καὶ τὶς καταδίκες.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ τέλειοι, ποὺ ἔχουν καὶ αὐτοὶ φόβο, ἀλλὰ μὲ ἄλλη μορφή. Φοβοῦνται μήπως παραβοῦν κάποια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν λυπήσουν. Φοβοῦνται μήπως ὑποστοῦν τροπὴ ἢ ἀλλοίωση στὴν πνευματική τους ζωὴ καὶ πέσουν στὴν ἁμαρτία.
Ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν ἐξαφανίζεται, ὅταν συγχωρηθοῦν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ὁ δεύτερος, τῶν τελείων, παραμένει συνεχῶς στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἁγιάζει περισσότερο.
Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καταλαβαίνουμε πὼς μποροῦμε νὰ ὠφεληθοῦμε τὰ μέγιστα ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μία εὐχὴ τῆς θείας Λειτουργίας τὸ τονίζει αὐτὸ ἐμφατικά. «Ἔνθες ἡμῖν καὶ τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες».
Αὐτὲς τὶς πνευματικὲς καταστάσεις ἂς ἐπιζητοῦμε σταθερά, γιὰ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἀνθρώπινες φοβίες
Εἴδαμε διεξοδικὰ τί εἶναι ὁ φόβος καὶ ποιὲς εἶναι οἱ ἐνέργειές του. Ἂς δοῦμε τώρα τὶς ἀνθρώπινες φοβίες.
Φοβία, ὀνομάζεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη, δηλ. τὴν ψυχιατρική, ἡ πάθηση ἐκείνη, ὅπου τὸ ἄτομο κατακλύζεται ἀπὸ φόβο, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ αἰτία φόβου.
Λέμε ὅτι κάποιος ἔχει κλειστοφοβία, ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει σὲ κλειστοὺς χώρους, π.χ. σὲ ἀνελκυστήρα, ἢ νὰ ταξιδεύσει μὲ ἀεροπλάνο, τρένο κ.λπ., ἐπειδὴ καταλαμβάνεται ἀπὸ μεγάλου βαθμοῦ φόβο. Πλεῖστα πράγματα καὶ καταστάσεις μποροῦν νὰ γίνουν ἀφορμὴ τέτοιας φοβίας. Τὰ συνηθέστερα εἶναι: Πλατεῖες ἢ χῶροι ὅπου ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι (ἀγοροφοβία), ἡ ἄνοδος σὲ ὑψηλοὺς ὀρόφους κτηρίων (ὑψοφοβία), ζωύφια ἀκίνδυνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως π.χ. μικρὲς ἀράχνες (ἀραχνοφοβία) κατσαρίδες (κατσαριδοφοβίες) κ.λπ.
Ἐπίσης φόβος τῶν μικροβίων (μικροβιοφοβία), γι᾿ αὐτὸ καὶ πλένουν τὰ χέρια καὶ τὰ ἐνδύματα συχνότατα. Ἀκόμη διάφορες ἀρρώστειες, ὅπως π.χ. ὁ καρκίνος (καρκινοφοβία), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσέχουν νὰ μὴν τοὺς ἐγγίσει ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ τὴ νόσο αὐτή, ἢ κάποια ἄλλη.
Ὅσοι ἔχουν μία ἀπὸ τὶς φοβίες αὐτές, δὲ σημαίνει πὼς εἶναι ἄτομα δειλὰ καὶ μὲ μειωμένη προσωπικότητα. Ἀντιθέτως μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπιτυχημένοι ἐπαγγελματίες, σωστοὶ ἐπιστήμονες, ἢ ἀκόμη νὰ ἐπιδίδονται καὶ σὲ τολμηρὲς δραστηριότητες, ὅπως π.χ. τὴν ὀρειβασία.
Ἡ κατάσταση τῆς φοβίας ὀφείλεται σὲ κάποια διαταραχὴ τῆς λειτουργίας τοῦ κεντρικοῦ νευρικοῦ συστήματος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ τὴ φοβία, δὲν ἔχει ἄλλα ψυχοπαθολογικὰ συμπτώματα, τότε ἡ ὀδυνηρὴ αὐτὴ κατάσταση ὀνομάζεται νευρωτικὴ φοβία καὶ τὸ ἄτομο ἔχει πλήρη ἐπίγνωση τοῦ παραλόγου τῆς φοβίας του.
Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς προσπάθειές του δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ εὔκολα. Ἀκόμη ἡ φοβία μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ συμπτώματα ψυχοπάθειας, ὅπως π.χ. ἡ μελαγχολία κ.λπ. Ἂς ἀναφέρουμε καὶ δύο παραδείγματα.
Ἕνας γιατρὸς μοῦ ἔλεγε πὼς τὸν ἐπισκεπτόταν συχνὰ κάποιος, ποὺ εἶχε τὴ φοβία τοῦ ἐμφράγματος τῆς καρδιᾶς καὶ γενικώτερα τῆς φοβίας τοῦ θανάτου. Εἶχε καχυποψίες γιὰ τοὺς πάντες καὶ ἔτρεμε στὴν ἰδέα πὼς μπορεῖ νὰ πάθει ἔμφραγμα. Κάθε τόσο πήγαινε στὸν γιατρὸ καὶ ἐξέφραζε τὶς ἀνησυχίες του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ χρόνια συνέβη νὰ πάθει καρκίνο ἥπατος, ἐπειδὴ ἦταν συνειδητὸς χριστιανός, ἀντιμετώπισε τὴν ἀσθένεια μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία καὶ ὑπομονὴ καὶ τὸ καταπληκτικὸ ἦταν, πὼς ἥσυχος περίμενε τὸ θάνατο.
Τὸ ἄλλο παράδειγμα. Καπετάνιος ἐμπορικοῦ πλοίου, ποὺ διέπλεε συχνά τούς ταραγμένους ὠκεανοὺς καὶ ἀντιμετώπιζε μὲ ἐπιτυχία τὶς φοβερὲς φουρτοῦνες τῆς θάλασσας, τὸν ἔπιανε μεγάλη φοβία, ὅταν ἔμπαινε στὸ λιμάνι καὶ ἔβλεπε συνωστισμὸ (μποτιλιάρισμα) πλοίων. Νόμιζε πὼς δὲ θὰ τὰ κατάφερνε νὰ μπεῖ μέσα. Δὲν φοβόταν τὰ ἄγρια κύματα τοῦ ὠκεανοῦ καὶ ἔτρεμε τὸν συνωστισμὸ τοῦ ἀσφαλοῦς λιμανιοῦ.
Ἕνας πνευματικὸς τί μπορεῖ νὰ κάνει στὴν προκειμένη περίπτωση; Φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει κατευθύνσεις ποὺ ἔχουν σχέση μὲ φάρμακα καὶ ἰατρικὲς ἀγωγές. Οἱ παρατηρήσεις τοῦ τύπου, πὼς αὐτὸ ποὺ ἔχει ὁ ἀσθενὴς δὲν εἶναι τίποτε, καὶ ἡ προτροπὴ νὰ μὴν πάει στὸ γιατρό, δὲν ἔχουν καλὰ ἀποτελέσματα.
Ἐὰν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἰατρικὴ θεραπεία, θὰ τὸ κρίνει ἕνας καλὸς καὶ δοκιμασμένος γιατρός. Γίνεται πολλὲς φορὲς μὴ πιστευτὸς καὶ μὴ ἔγκυρος ὁ πνευματικὸς ποὺ δίνει τέτοιες συμβουλές. Τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ στὸ ἐξομολογητήριο εἶναι νὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ καταφύγει στὴν βοήθειά του καὶ ἔχει φοβίες, μὲ ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ καὶ μὲ ἐλπίδα πὼς στὴ δίνη τοῦ προβλήματός του δὲν θὰ εἶναι ἀποῦσα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Καταπληκτικὴ εἶναι ἡ ἐμπειρικὴ διαπίστωση τῶν ἁγίων Πατέρων πὼς ὅσο καθαρίζεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, τόσο καὶ ἐξαφανίζονται τὰ πάθη του καὶ οἱ ψυχολογικές του ἀνισότητες. Κάποτε ρώτησαν κάποιον ἀπὸ τοὺς Γεροντάδες τί πνευματικὴ ἐργασία κάνει, κι αὐτὸς ἀπάντησε: «Ἡμεῖς νοῦν τηροῦμεν».
Ἡ τήρηση καὶ ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ πολλὲς φοβίες. Ὁ καθαρὸς νοῦς ἡγεμονεύει τῆς κεφαλῆς καὶ ὑποτάσσει ὅλες τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος. Ὁ μέγας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τονίζει, πὼς πάνω ἀπὸ τὴ σπουδὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ γνωρίσει «ἄστρων μεγέθη καὶ φύσεων λόγους», δηλ. θὰ λέγαμε σήμερα ἐπιστημονικὲς γνώσεις, προτιμότερο εἶναι «τὸ εἰδέναι τὸν καθ᾿ ἡμᾶς νοῦν τὴν ἑαυτοῦ ἀσθένειαν καὶ ταύτην ἰάσασθαι ζητεῖν», νὰ μπορέσει ὁ νοῦς νὰ γνωρίσει τὴν ἀσθένειά του καὶ νὰ ζητήσει τὴν ἴασή του.
Ἡ καλλιέργεια τοῦ νοῦ μὲ τὴν ἡσυχία, τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, τὰ καθαρτικὰ δάκρυα, τὶς ἀκολουθίες, τὴν ἐργασία καὶ μὲ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν πνευματικὸ καὶ ἄλλους πατέρες, καὶ τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ θὰ φέρει θετικὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ θὰ μπορεῖ πιὸ δυναμικὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς βασανιστικὲς φοβίες.
Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν καταλάβει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, καθαρίζει ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ μάλιστα τὴν πιὸ κύρια δύναμη, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Ἔτσι μποροῦν νὰ θεραπευθοῦν καὶ οἱ φοβίες.
Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πρακτικὰ πὼς ἡ ἐργασία τοῦ νοῦ μὲ τὴν συνεχῆ μνήμη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἕνα μέσον γιὰ νὰ ἐλέγξουμε τὶς φοβίες μας. Πίσω ἀπὸ τὰ λόγια της σωτήριας εὐχῆς κρύβεται ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσεύχεται λέγοντας «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἔρχεται σὲ ζωντανὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεὸ καὶ ζωοποιεῖται. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Ἰησοῦ καὶ ἔτσι ἐγκαταλείπονται οἱ φοβίες. Ἔχω ὑπόψη κάποιον, ποὺ εἶχε διάφορες φοβίες, ποὺ τὸν ἐμπόδιζαν νὰ κοιμηθεῖ, καὶ ὅταν ἄρχισε νὰ λέγει τὴν εὐχὴ καὶ νὰ ἐνεργεῖ μέσα του, πολλὲς ἀπὸ τὶς δύσκολες αὐτὲς καταστάσεις ἐξαφανίσθηκαν.
Ἐπίσης εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ εὐαίσθητοι ἄνθρωποι ὑποφέρουν πάρα πολὺ ἀπὸ τὶς φοβίες. Ὁ μακάριος Γέροντας π. Παΐσιος ἔλεγε πὼς ὁ πονηρὸς βρίσκει διάφορες εὐκαιρίες καὶ τοὺς εὐαίσθητους τοὺς κάνει πιὸ εὐαίσθητους καὶ τοὺς ἀναίσθητους πιὸ ἀναίσθητους. Οἱ εὐαίσθητοι περνοῦν πολλὲς φορὲς μαρτυρικὲς μέρες ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς φοβίας. Διάφορα γεγονότα τοῦ καθημερινοῦ βίου, ἡ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ καὶ ἐγγενεῖς ψυχολογικὲς καταστάσεις κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑποφέρει πολύ. Τότε χρειάζεται τὴ βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ, νὰ συζητήσει μαζί του, νὰ ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια του, νὰ νοιώσει τὴ θεία παρηγοριά. Ἡ παρουσία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ἀνιδιοτελῶς, εἶναι εὐεργετική.
Θὰ θέλαμε νὰ θίξουμε κι ἕνα ἄλλο σημεῖο. Ἡ θεραπεία τῆς φοβίας ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνθυμοῦμαι τὰ λόγια ἑνὸς Γέροντα τοῦ Ἁγίου Ὅρους σὲ κάποιον, ποὺ εἶχε βασανιστικὲς φοβίες. Ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ φοβόταν νὰ περπατήσει τὴ νύχτα ἢ νὰ περάσει ἀπὸ τοὺς χώρους τῶν κοιμητηρίων, νὰ κοιμηθεῖ μόνος του στὸ δωμάτιο κ.ἄ. Ὁ θεοφώτιστος, λοιπόν, ἐκεῖνος Γέροντας τοῦ εἶπε: «Ὅλα αὐτὰ τὰ παθαίνεις ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό σου καὶ ἐπειδὴ δὲν κοινωνεῖς συχνά». Ἡ ταπείνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ ζωοποιὸς χάρη τῶν μυστηρίων ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ θεραπεύσουν τὴ φοβία.
Δὲν ἀρκεῖ μόνο τὰ φάρμακα τοῦ ἰατροῦ, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ δύναμη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, εἴτε ἔρχεται σὲ μᾶς ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἀπὸ τὶς διαπροσωπικές μας σχέσεις μὲ τὸ Θεό. Ὅπου χρειάζεται νὰ συνδυάσουμε καὶ τὰ δύο, θὰ τὸ κάνουμε. Ἐὰν οἱ φοβίες ἔχουν τὶς ῥίζες τους σὲ καθαρὰ πνευματικὰ αἴτια (ὅπως π.χ. σὲ ἁμαρτίες), θὰ καταφύγουμε στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἕνα ὡραιότατο τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας μας κάνει ἔκκληση στὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ νὰ τὴν μεταποιήσει σὲ χαρά: «Τὰ λυπηρὰ τοῦ σοῦ δούλου, τοῦ παρόντος κινδύνου, τὴν ζάλην τὴν πολλὴν καὶ χαλεπήν, μεταποίησον νῦν, Δέσποτα, καὶ μετάτρεψον τούτου, τὸ πένθος εἰς χαρὰν διηνεκῆ· ἵνα πίστει καὶ πόθῳ, ἀπαύστως μεγαλύνῃ σε» (Παράκλησις ἐπὶ ἀσθένειαν).

Ἂς δώσει ὁ Θεὸς τὴ λύση αὐτὴ σὲ ὅλους ὅσους ἔχουν προβλήματα καὶ θλίψεις.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Το Σύμβολο της Πίστεως....

Σαν σήμερα 19 Ιουνίου, το 325, καθιερώθηκε από την Α' Οικουμενική Σύνοδο της Βιθυνίας το Σύμβολο της Πίστεως "Πιστεύω". Το σύμβολο της Πίστεως μας μαθαίνει συνοπτικά τα βασικά δόγματα της Χριστιανικής πίστης.

Αποτελείται από 12 άρθρα και το λέμε σε πολλές ακολουθίες, αλλά επικρατέστερα ακούγεται στο μυστήριο του βαπτίσματος. Στα 9 πρώτα άρθρα του Συμβόλου αυτού κυριαρχεί το ρήμα "πιστεύω", στο 10ο το ρήμα "ομολογώ" και στα άρθρα 11 και 12 το ρήμα "Προσδοκώ". Το 1ο άρθρο αναφέρεται στον Πατέρα. Από το 2ο μέχρι το 7ο, τα άρθρα αναφέρονται στον Υιό. Το 8ο αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα. Το 9ο άρθρο αναφέρεται στην Εκκλησία, το 10ο στο Βάπτισμα, το 11ο στην Ανάσταση των νεκρών, και το 12ο στην Δευτέρα Παρουσία. Ακολουθούν τα άρθρα:

1. Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων.

2. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι' οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.

3. Τὸν δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα.

4. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα.

5. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρα κατὰ τὰς Γραφάς.

6. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.

7. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.

8. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς* ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν.

9. Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.

10. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

11. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν.

12. Καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Ἀμήν.

Η απόδοση της προσευχής στα νεα ελληνικά έχεις ως εξής:

1. Πιστεύω σε ένα Θεό που είναι Πατέρας και Παντοκράτορας, που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, όλα όσα βλέπουμε κι όσα είναι αόρατα σε μας.
2. (Πιστεύω) Και σε ένα Κύριο τον Ιησού Χριστό, τον μονάκριβο Υιό του Θεού, που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες. Είναι φως που προήλθε από φως, είναι Θεός αληθινός που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, είναι από την ίδια ουσία με τον Πατέρα, και μέσω αυτού έγιναν τα πάντα.
3. Για μας τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας κατέβηκε από τους ουρανούς και πήρε τη δική μας σάρκα από το Άγιο Πνεύμα και την Παρθένο Μαρία, και έγινε άνθρωπος.
4. Σταυρώθηκε για μας όταν ήταν ηγεμόνας ο Πόντιος Πιλάτος, και έπαθε, και τάφηκε.
5. Την τρίτη ημέρα μετά το θάνατό του αναστήθηκε από τους νεκρούς σύμφωνα με τις Γραφές.
6. Και ανέβηκε στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα.
7. Και θα έρθει πάλι με δόξα να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και δεν θα υπάρξει τέλος στη βασιλεία Του.
8. (Πιστεύω) Και στο Πνεύμα το Άγιο, το Κύριο, το ζωοποιό, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, που προσκυνείται και δοξάζεται μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό, το οποίο μίλησε μέσω των προφητών.
9. (Πιστεύω και) Σε μία, άγια, καθολική και αποστολική Εκκλησία.
10. Ομολογώ ένα βάπτισμα με το οποίο επιτυγχάνεται άφεση αμαρτιών.
11. Προσδοκώ την ανάσταση των νεκρών.
12. Και τη ζωή στη μέλλουσα αιωνιότητα.

Αναζήτηση