Πηγή:http://www.egolpion.net/xrusostomos_metanoia.el.aspx
Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013
«ΛOΓOΣ ΓIA TH METANOIA»
Πηγή:http://www.egolpion.net/xrusostomos_metanoia.el.aspx
Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013
Φωτογραφίες από την Παρουσίαση του Προσκυνηταρίου Ιεράς Μονής Παναγίας Υψενής
Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013
Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012
Νεομάρτυς Κωνσταντίνος ο Υδραίος
Ὁ Ἅγιος ἔνδοξος Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Κωνσταντῖνος γεννήθηκε γύρω στὰ 1770 στὴν Ὕδρα ἀπὸ πτωχοὺς γονεῖς, τὸν Μιχαὴλ Δημαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἦταν ναυτικός, καὶ τὴ Μαρίνα. Ὅταν ἔφθασε στὴν ἡλικία τῶν 18 ἐτῶν, ἄφησε τὴ γενέτειρά του καὶ ἦλθε στὴ Ρόδο γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ νὰ βοηθήσει τὴν οἰκογένειά του. Κατ̉ ἀρχὰς ἐργάστηκε στὸν Ταρσανᾶ τοῦ νησιοῦ καὶ κατόπιν στὸ κατάστημα κάποιου Νικολάου Καλόγλου, στὴ συνοικία τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Ἡ συναναστροφή του μὲ τοὺς Τούρκους εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ διωχθεῖ ἀπὸ τὴν ἐργασία του καὶ νὰ προσληφθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Τούρκου διοικητῆ Χασὰν πασᾶ, ὁ ὁποῖος, ἐκτιμώντας τὸν χαρακτῆρά του, κατόρθωσε μὲ διάφορους τρόπους νὰ τὸν πείσει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὴ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ, δίνοντάς του τὸ ὄνομα Χασάν.
Ἐπὶ τρία χρόνια ὁ νεαρὸς Κωνσταντῖνος παρέμεινε στὴν πλάνη τῆς θρησκείας τῶν Ἀγαρηνῶν ἀπολαμβάνοντας μεγάλες τιμὲς ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς. Ὅταν πέρασαν τὰ τρία χρόνια, θέλησε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ὕδρα γιὰ νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ πατρικὸ σπίτι. Ἡ εἴδηση τῆς ἀποστασίας του εἶχε φτάσει στὴν Ὕδρα καὶ ἡ μητέρα του ἔκλαιε ἀπαρηγόρητη γιὰ τὸ κατάντημα τοῦ παιδιοῦ της. Ὅταν ἔφτασε στὴν Ὕδρα, διαπίστωσε ὅτι ὅλοι τὸν ἀποστρέφονταν, ἡ δὲ μητέρα του ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχτεῖ, λέγοντάς του πίσω ἀπὸ τὴν κλειδωμένη πόρτα ὅτι δὲν ἔχει γιὸ μὲ τὸ ὄνομα Χασάν. Ἡ ἄρνηση τῆς μητέρας του τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἔκανε νὰ συναισθανθεῖ τὸ σφάλμα του. Ἐπέστρεψε μετανοημένος στὴ Ρόδο καὶ βασανιζόμενος ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως ἐπισκέφτηκε ἕναν πνευματικό, ποὺ ἀσκήτευε στὶς σπηλιὲς τοῦ Ροδινίου, στὸν ὁποῖο ἐξομολογήθηκε τὴν πτώση του καὶ τὴν πρόθεσή του νὰ ἐπανορθώσει μὲ τὴν ὁμολογία καὶ τὸ μαρτύριο. Ὁ πνευματικός, φοβούμενος τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του, τὸν ἀπέτρεψε καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ νησὶ καὶ νὰ ζήσει σὲ ἄλλο τόπο, ὅπου δὲν θὰ ἦταν γνωστὴ ἡ προηγούμενη ζωή του καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος νὰ τὸν συλλάβουν οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ τὸν θανατώσουν.
Ὑπακούοντας στοὺς λόγους τοῦ πνευματικοῦ ὁ Κωνσταντῖνος ἀναχώρησε ἀπὸ τὴ Ρόδο καὶ κατέφυγε στὴν Κριμαία, ὅπου παρέμεινε τρία χρόνια. Φεύγοντας ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀναζήτησε ἔμπειρο πνευματικὸ γιὰ τὴν θεραπεία τῆς πληγωμένης ψυχῆς του. Ἐκεῖνος, ὅταν τὸν ἄκουσε, τὸν ὁδήγησε στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε’, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸν ἐνουθέτησε κατάλληλα, τὸν ἔστειλε στὸ Ἅγιο Ὄρος γιὰ νὰ στερεωθεῖ στὴν πίστη καὶ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν κατὰ Χριστὸν ζωὴ καὶ πολιτεία.
Μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Πατριάρχου ἀναχώρησε ὁ μακάριος γιὰ τὸν Ἄθωνα καὶ φτάνοντας ἐκεῖ πῆγε στὴ Μονὴ τῶν Ἰβήρων, ὅπου ἔμεινε πέντε μῆνες διακονώντας στὸ Ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς καὶ ἀγωνιζόμενος ἀσκητικὰ ἔχοντας ὁδηγὸ τὸν κοινὸ τῶν Πατέρων τοῦ Ὄρους πνευματικό, τὸν Παπᾶ Σέργιο. Κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἐκεῖ παραμονῆς του συνάντησε καὶ τὸν Ὅσιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος τὸν στήριξε πνευματικὰ καὶ τὸν προετοίμασε γιὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου. Ἀγωνιζόμενος νυχθημερὸν μὲ νηστεῖες, προσευχὲς καὶ πύρινα δάκρυα μετανοίας, ἄναψε στὴν καρδιά του ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὴ Ρόδο καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ ἐκεῖ, ὅπου τὸν ἀρνήθηκε. Ἐξομολογήθηκε στοὺς Πατέρες τὴν ἐπιθυμία του γιὰ τὸ μαρτύριο ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι ἀρχικὰ τὸν ἀπέτρεψαν. Ὅταν ὅμως διαπίστωσαν τὴ γνησιότητα τοῦ φρονήματός του, ἔδωκαν τὴν εὐλογία τους.
Φτάνοντας ὁ Κωνσταντῖνος στὴ Ρόδο παρουσιάστηκε στὸν Χασὰν Πασᾶ φορώντας τὸ μαῦρο ράσο καὶ τὸν σκοῦφο τῶν Μοναχῶν καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του, δηλώνοντας ὅτι μετάνοιωσε γιὰ τὸ σφάλμα του καὶ ἐλέγχοντας τὸν πρώην ἀφέντη του γιὰ τὸ κακὸ ποὺ προκάλεσε στὴν ψυχή του. Ὁ Πασᾶς προσπάθησε κατ᾿ ἀρχὰς μὲ ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες νὰ τὸν μεταπείσει, ὅταν ὅμως διαπίστωσε τὸ ἀμετάπειστο τοῦ φρονήματός του διέταξε νὰ τὸν φυλακίσουν. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μέρες διέταξε νὰ τὸν φέρουν μπροστὰ ἀλλὰ πάλι ἄκουσε τὰ ἴδια ἀπὸ τὸ στόμα του. Τότε διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν ἀλύπητα, νά τὸν σύρουν στοὺς δρόμους, νὰ ξεσχίσουν μὲ ἄγκιστρα τὶς σάρκες του καὶ νὰ θραύσουν τὴ σιαγόνα του. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπέμεινε μὲ καρτερία ὁ ἀνδρεῖος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ φωνάζοντας, ὅπως ὁ εὐγνώμων ληστής· «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Ὅταν οἱ ἀλιτήριοι κουράστηκαν νὰ τὸν βασανίζουν, τὸν ὁδήγησαν στὴ φυλακή. Τὴν ἐπαύριο τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι μπροστὰ στὸν διοικητή, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τὸν δείρουν ἀλύπητα. Αἱμόφυρτο καὶ ἡμιθανῆ τὸν ἔριξαν ἐκ νέου στὴ φυλακή, ὅπου τοῦ παρουσιάστηκε μέσα σὲ φωτεινὴ δόξα ὁ Χριστὸς καὶ θεράπευσε τὶς πληγές του.
Μετὰ τρεῖς μέρες ὁ διοικητὴς διέταξε νὰ τὸν ξαναφέρουν μπροστά του. Ὅταν τὸν εἶδε νὰ ἔχει θαυματουργικὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὶς πληγὲς καὶ νὰ εἶναι σῶος καὶ ἀβλαβής, διέταξε νὰ τὸν κλείσουν καὶ πάλι στὴ φυλακὴ καὶ νὰ δεσμεύσουν τὰ πόδια του στὸ τιμωρητικὸ ξύλο. Τὴ νύκτα ὅμως φωτίστηκε ὅλη ἡ φυλακὴ καὶ ὁ Μάρτυς λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά του. Ὁ Διοικητὴς μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς διέταξε νὰ τὸν βασανίζουν καθημερινὰ μὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Ἕνας Χριστιανὸς τὸν ἐπισκεπτόταν κατὰ διαστήματα μεταφέροντάς του κρυφὰ τὴν Θεία Κοινωνία καὶ ἐμψυχώνοντάς τον νὰ παραμείνει πιστὸς μέχρι θανάτου.
Ὕστερα ἀπὸ πέντε μῆνες ἐγκλεισμοῦ τοῦ Μάρτυρος στὴ φυλακή, βλέποντας ὁ διοικητὴς ὅτι τὰ βασανιστήρια δὲν μπόρεσαν νὰ φέρουν τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ προσδοκοῦσε, διέταξε τὴν καταδίκη του σὲ θάνατο. Προηγουμένως ὅμως, ἐπειδὴ φοβόταν τὴν ἀντίδραση τῶν Ὑδραίων ποὺ εἶχαν ἰσχυρὲς προσβάσεις στὴν Ὑψηλὴ Πύλη, ἔγραψε στὸν Ὑδραῖο καπετὰν Γιώργη τὸν Βούλγαρη καὶ ζητοῦσε τὴ γνώμη του. Ὁ Κωνσταντῖνος, ὅταν τὸ πληροφορήθηκε, ἔγραψε καὶ αὐτὸς στὸν Ὑδραῖο καπετάνιο καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ μὴν ἐμποδίσει τὸ μαρτύριό του. Πράγματι ἐκεῖνος σεβάστηκε τὴν ἐπιθυμία του καὶ ἀπάντησε στὸν Πασᾶ νὰ πράξει κατὰ τὴν κρίση του. Ὁ Μάρτυς τρεῖς ἡμέρες πρὶν προεῖδε τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του καὶ ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων μυστηρίων. Τὰ χαράματα τῆς Τετάρτης 14 Νοεμβρίου, οἱ δήμιοι τὸν ὁδήγησαν στὸ Μανδράκι, ὅπου τὸν ἀπαγχόνισαν πάνω σὲ ἕνα πλάτανο καὶ ἔτσι ἔλαβε ὁ μακάριος τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Ὁ διοικητὴς διέταξε νὰ πετάξουν τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος πάνω σὲ ἕνα σωρὸ ἀπὸ ξύλα, ποὺ βρισκόταν δίπλα στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Τὸ πρωΐ, προτοῦ ἀκόμα πληροφορηθοῦν οἱ Τοῦρκοι τὸ γεγονός, ἔδωσε τὴν ἄδεια στοὺς Χριστιανοὺς νὰ τὸ πάρουν καὶ ἐκεῖνοι, μὲ προεξάρχοντα τὸν τότε Μητροπολίτη Ρόδου Ἀγάπιο, τὸ μετέφεραν στὸ Ναὸ τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Νεοχωρίου, ὅπου καὶ τὸ ἐνταφίασαν πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα.
Τρία χρόνια ἀργότερα ἦλθε στὴ Ρόδο ἡ μητέρα του, ἔχοντας συστατικὲς ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν καπετὰν Γιώργη Βούλγαρη, καὶ ζήτησε νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ νὰ πάρει τὸ τίμιο λείψανο στὴν Ὕδρα. Ὁ Μητροπολίτης Ἀγάπιος τὴν ἐφοδίασε μὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀρχιερέα καὶ τοὺς προκρίτους τῆς Ὕδρας, ὅπου ἐξιστοροῦσε τὰ γεγονότα τοῦ μαρτυρίου τοῦ Νεομάρτυρος καὶ τὰ γενόμενα διὰ τῆς χάριτός του θαύματα. Κατὰ τὴν ἀνακομιδὴ ὁ ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ παπᾶ Ἰωάννης κράτησε τὴν ὠλένη τῆς χειρὸς τοῦ Μάρτυρος, ἡ ὁποία βρίσκεται μέχρι σήμερα στὸν ἱερὸ Ναὸ τῆς Θεοτόκου, ὅπου καὶ ἡ μνήμη του κατ᾿ ἔτος ἐπιτελεῖται.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσεβείας τὸ ῥόδον, τὸ εὐωδέστατον, τὸ μέγα κλέος τῆς Ῥόδου, καὶ πολιοῦχον στεῤῥόν, Κωνσταντῖνον οἱ πιστοὶ ἀνευφημήσωμεν, ὅτι Μαρτύρων τὴν ὁδόν, διανύσας ἐπὶ γῆς, ἐν οὐρανοῖς ἐδοξάσθη, καὶ πρεσβεύει νῦν τῇ Τριάδι, ἐν παῤῥησίᾳ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
῾Εορτάζει σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, Κωνσταντῖνε ἔνδοξε, ἀγαλλομένη ἡ Ῥόδος, ἄθλοις σου, τοῖς ὑπὲρ φύσιν ἁγιασθεῖσα, μέγαν δέ, ἀπολαβοῦσά σε πολιοῦχον, καὶ πιστῶς σοι ἀνακράζει· Χαίροις ὁ θεῖος προστάτης καὶ φύλαξ μου.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Κωνσταντῖνε Μάρτυς Χριστοῦ, τῆς ὁμολογίας, ὁ οὐράνιος θησαυρός· χαίροις ὁ ἐν Ῥόδῳ, ἀνδρείως μαρτυρήσας, καὶ ταύτης πολιοῦχος, ὑπάρχων μέγιστος.
Πηγή: http://www.imr.gr/content.php?menuid=5&id=21
Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012
Η νηστεία
Η ΝΗΣΤΕΙΑ
Πρόλογος
Η ΝΗΣΤΕΙΑ είναι θεσμός πανάρχαιος και θεόσδοτος. Τη νομοθέτησε ήδη στον παράδεισο ο Θεός, όταν απαγόρευσε στους πρωτοπλάστους να φάνε «από το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού» (Γεν. 2:17). Την όρισε στη συνέχεια ο Μωσαϊκός Νόμος. Την επικύρωσε ο Θεάνθρωπος Ιησούς τόσο με το λόγο Του όσο και με το παράδειγμά Του, όταν νήστεψε «σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες» (Ματθ. 4:2). Την τήρησαν οι απόστολοι και οι πρώτοι χριστιανοί. Τη θεσμοθέτησε η Εκκλησία.
Κάθε χριστιανός λοιπόν οφείλει να τηρεί τις «διατεταγμένες» νηστείες (βλέπε το κατατοπιστικό «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ» στο τέλος), υπακούοντας με ταπείνωση στο Χριστό και την Εκκλησία Του. Αυτή η υπακοή, βέβαια, δεν είναι άλογη ούτε ανώφελη. Γιατί με τη νηστεία ισχυροποιείται η θέληση, δουλαγωγείται το σώμα, καθαρίζεται ο νους, μαλακώνει η καρδιά, καταστέλλονται οι σαρκικές ορμές, θεραπεύεται η ψυχή. κοντολογίς, «παν καλόν και αγαθόν δια της νηστείας κατορθούται και τελειούται» (άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς).
Πολλοί, ωστόσο, είναι εκείνοι που δεν τηρούν τις νηστείες της Εκκλησίας, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες.
Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας, στους δύο λόγους του «Περί νηστείας», επιλεγμένα αποσπάσματα των οποίων ακολουθούν σε ελεύθερη απόδοση, εξετάζοντας ιστορικά και θεολογικά το θεσμό, ορίζει ως αληθινή νηστεία τόσο την αποχή από ορισμένες τροφές όσο και την αποξένωση από την κακία. Γενικά συστήνει την καθολική εγκράτεια και την ασκητική τοποθέτηση απέναντι στα υλικά στοιχεία του κόσμου, τοποθέτηση που αποτρέπει την υποδούλωση του χριστιανού στα κτιστά και επιτρέπει την ελεύθερη και σωτήρια υποταγή του στο άγιο θέλημα του Κτίστη.
Η νηστεία
ΠΟΛΥΤΙΜΟ δώρο του Θεού είναι η νηστεία, θεσμός πανάρχαιος, που διατηρήθηκε σαν πατρική κληρονομιά κι έφτασε μέχρι τις μέρες μας.
Δεχθείτε τη λοιπόν με χαρά. Δεχθείτε οι φτωχοί τη σύντροφό σας. Δεχθείτε οι υπηρέτες την ανάπαυσή σας. Δεχθείτε οι πλούσιοι αυτή που σας σώζει από τον κίνδυνο του κορεσμού και νοστιμίζει όσα η συνεχής απόλαυση ανοσταίνει.
Οι άρρωστοι δεχθείτε τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς την εξασφάλιση της ευεξίας. Ρωτήστε τους γιατρούς, και θα σας πουν πως τίποτα δεν είναι τόσο αμφίβολο κι αβέβαιο όσο η υγεία. Γι’ αυτό οι συνετοί με τη νηστεία προσπαθούν να διατηρήσουν την υγεία τους και να γλυτώσουν από το συντριπτικό φορτίο της παχυσαρκίας.
Μην ισχυρίζεσαι πως δεν μπορείς να νηστέψεις, φέρνοντας σαν πρόφαση αρρώστια ή σωματική αδυναμία, αφού, από την άλλη μεριά, σ’ όλη σου τη ζωή ταλαιπωρείς το σώμα σου με την πολυφαγία. Γνωρίζω πολύ καλά πως οι γιατροί επιβάλλουν στους αρρώστους μάλλον λιτή δίαιτα και νηστεία παρά ποικιλία και αφθονία φαγητών.
Άλλωστε, τί είναι ευκολότερο για το σώμα, να περάσει τη νύχτα μ’ ένα ελαφρό δείπνο ή να πέσει στο κρεβάτι βαρύ από την πολυφαγία; Μπορεί ν’ αναπαυθεί έτσι ή θα στριφογυρίζει παραφορτωμένο και ταλαίπωρο; Ποιο πλοίο μπορεί να κυβερνήσει ευκολότερα ένας καπετάνιος και να το σώσει σε μια θαλασσοταραχή, το βαρυφορτωμένο ή εκείνο που έχει το κανονικό του φορτίο; Το βαρυφορτωμένο δεν θα το βυθίσει μια μικρή τρικυμία; Έτσι και τα σώματα, όταν ταλαιπωρούνται με την πολλή τροφή, εύκολα υποκύπτουν στις αρρώστιες. Ενώ όταν τρέφονται ελαφρά, διατηρούν την καλή τους υγεία.
Ας παρακολουθήσουμε όμως ιστορικά την υπόθεση της νηστείας, για να δούμε πόσο εκτιμήθηκε από τους αγίους και πόσα καλά προξένησε.
Ο θεόπτης Μωυσής ύστερ’ από νηστεία σαράντα ημερών τόλμησε ν’ ανεβεί στην κορυφή του όρους Σινά και να παραλάβει τις πλάκες των δέκα εντολών (Εξ. 24:18). Δεν θα έπαιρνε το θάρρος να πλησιάσει την κορυφή, που κάπνιζε από τη θεία παρουσία, αν δεν είχε οπλιστεί με τη νηστεία. Νήστεψε, κι έτσι μπόρεσε να συνομιλήσει με το Θεό.
Ο προφήτης Σαμουήλ υπήρξε καρπός της νηστείας. Η μητέρα του Άννα, αφού νήστεψε, προσευχήθηκε στο Θεό και Του ζήτησε ένα παιδί, με την υπόσχεση να το αφιερώσει σ’ Εκείνον (Α’ Βασ. 1:11).
Τον μεγάλο ήρωα Σαμψών, τί ήταν εκείνο που τον έκανε ακαταμάχητο; Η νηστεία! Με τη νηστεία συνελήφθη στα σπλάχνα της μητέρας του. Η νηστεία τον γέννησε. Η νηστεία τον θήλασε. Η νηστεία τον ανέθρεψε. Η νηστεία εκείνη, που όρισε ο άγγελος: «Το παιδί, που θα γεννηθεί, δεν θα πρέπει να γευθεί κανένα από τα προϊόντα του αμπελιού. Δεν θα πιει κρασί ούτε κανένα άλλο δυνατό ποτό» (Κριτ. 13:14).
Η νηστεία γεννάει προφήτες. Ενισχύει τους δυνατούς. Σοφίζει τους νομοθέτες. Εξοπλίζει τους ήρωες. Γυμνάζει τους αθλητές. Αποκρούει τους πειρασμούς. Συγκατοικεί με τη νηφαλιότητα και την αγνότητα. Στους πολέμους κάνει ανδραγαθήματα και στον καιρό της ειρήνης διδάσκει την ησυχία. Αγιάζει τους αφιερωμένους και τελειοποιεί τους ιερείς. Κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει το Θυσιαστήριο και να τελέσει τη θεία Λειτουργία, χωρίς προηγουμένως να έχει νηστέψει.
Έπειτα από νηστεία σαράντα ημερών αξιώθηκε ο προφήτης Ηλίας ν’ αντικρύσει τον Κύριο (Γ’ Βασ. 19:8-18). Χάρη στη νηστεία αποδείχθηκε ισχυρότερος από το θάνατο και ανέστησε το πεθαμένο παιδί (Γ’ Βασ. 17:21-23). Χάρη στη νηστεία εμπόδισε τον ουρανό να βρέξει για τριάμιση χρόνια (Γ’ Βασ. 17:1, 18:1). Κι αυτό, για να μαλακώσει τη σκληροκαρδία των Ισραηλιτών, που είχαν παραδοθεί στην ασέβεια και στην παρανομία. Έτσι προκάλεσε σ’ ολόκληρο λαό υποχρεωτική νηστεία, μέχρι να μετανοήσουν και να επανορθώσουν «την αμαρτία, που προήλθε από την καλοπέραση και τον μαλθακό βίο.
Ο προφήτης Δανιήλ, που για ένα εικοσαήμερο δεν γεύθηκε ψωμί ούτε ήπιε νερό (Δαν. 10:2-3), δίδαξε και τα λιοντάρια ακόμα να νηστεύουν (Δαν. 6:16-22). Τα πεινασμένα λιοντάρια δεν τον κατασπάραξαν, σαν να είχε σώμα από πέτρα ή χαλκό ή άλλο σκληρό υλικό. Η νηστεία δυνάμωσε το σώμα του προφήτη και το έκανε απρόσβλητο από τα δόντια των θηρίων, όπως η βαφή κάνει το σίδερο απρόσβλητο από τη σκουριά.
Η νηστεία ενισχύει την προσευχή. Γίνεται φτερό στην πορεία της προς τον ουρανό. Είναι μητέρα της υγείας, παιδαγωγός της νιότης, στολίδι των γηρατειών. Είναι συνοδοιπόρος των ταξιδιωτών και ασφάλεια των συγκατοίκων.
Ο άνδρας δεν αμφιβάλλει καθόλου για τη συζυγική πίστη της γυναίκας του, όταν τη βλέπει να συζεί με τη νηστεία. Η γυναίκα δεν λιώνει από ζήλεια, όταν βλέπει τον άνδρα της να νηστεύει.
Ποιος ζημιώθηκε ποτέ από τη νηστεία; Υπολόγισε την οικονομική κατάσταση του σπιτιού σου σε μια μέρα νηστείας. Υπολόγισέ την και σε μια συνηθισμένη μέρα. Θα διαπιστώσεις έτσι εύκολα, πόσο μεγάλο κέρδος έχεις με τη νηστεία.
Σκέψου πως ακόμα και οι εφοριακοί αφήνουν τους φορολογουμένους να ζήσουν λίγο καιρό ήσυχοι και ανενόχλητοι. Ας επιτρέψει λοιπόν και η σάρκα μια μικρή ανάπαυλα στο στόμα. Ας κάνει μια μικρή ανακωχή αυτή, που, όταν χορτάσει, φιλοσοφεί γύρω από την εγκράτεια, ενώ, όταν πεινάσει, ξεχνάει όσα δέχτηκε πριν.
Όποιος νηστεύει, δεν έχει ανάγκη από δάνεια ούτε χρειάζεται να πληρώνει τόκους. Η νηστεία γίνεται αφορμή να ευφραίνεται ο άνθρωπος. Γιατί όπως η δίψα κάνει γλυκό το πιοτό και η πείνα ευχάριστο το τραπέζι, έτσι και η νηστεία κάνει απολαυστικά τα φαγητά. ·
Αν θέλεις λοιπόν να 'ναι ευχάριστο το τραπέζι σου, δέξου την αλλαγή της νηστείας. Αν όμως είσαι πάντα κυκλωμένος από πλούσια φαγητά, αδικείς τον εαυτό σου, γιατί εξαφανίζεις την απόλαυση με την άμετρη φιληδονία.
Τίποτα δεν υπάρχει, που να μην περιφρονηθεί με τη συνεχή απόλαυσή του. Ενώ, αντίθετα, συχνά επιθυμούμε εκείνα τα φαγητά, που σπάνια γευόμαστε. Γι’ αυτό και ο Δημιουργός μας επινόησε την ποικιλία στη ζωή μας, ώστε να νιώθουμε την απόλαυση όλων των αγαθών Του. Παρατήρησε τί συμβαίνει στη φύση: Ο ήλιος δεν είναι λαμπρότερος μετά τη νύχτα; Ο ύπνος δεν είναι γλυκύτερος μετά την αγρυπνία; Η υγεία δεν είναι περισσότερο επιθυμητή μετά τη δοκιμασία της αρρώστιας; Έτσι και το τραπέζι γίνεται περισσότερο ευχάριστο μετά τη νηστεία. Αυτό μάλιστα ισχύει για όλους. Και για τους πλουσίους, που έχουν άφθονα φαγητά, και για τους φτωχούς, που διαθέτουν λιγότερη τροφή.
Να θυμάσαι και να φοβάσαι το παράδειγμα του πλουσίου της παραβολής (Λουκ. 16:19-31). Οι συνεχείς απολαύσεις τον οδήγησαν στην αιώνια κόλαση. Ο πλούσιος αυτός δεν κατηγορήθηκε για καμιά αδικία. Εξαιτίας όμως των ανέσεων και της τροφής που απολάμβανε, καθώς και της αδιαφορίας του για τη φτώχεια του Λαζάρου, τιμωρήθηκε τόσο σκληρά. Η νηστεία και η υπομονή στις κακοπάθειες δεν ήταν, αντίθετα, εκείνες που χάρισαν την ανάπαυση στο Λάζαρο; Η παραβολή δεν αναφέρει γι’ άλλες αρετές του, παρά μόνο γι’ αυτές, που, σαν δυο φτερά, τον ύψωσαν και τον ανέπαυσαν στους κόλπους του Αβραάμ.
Πρόσεξε λοιπόν κι εσύ, μήπως, ενώ τώρα πίνεις ευχάριστα ποτά και αποστρέφεσαι το νερό, αργότερα ικετεύεις για μια μονάχα σταγόνα του, όπως ο πλούσιος. Κανείς δεν έπαθε τίποτα πίνοντας νερό. Κανείς δεν μέθυσε. Κανείς δεν ένιωσε πονοκέφαλο ή ζάλη. Ενώ, αντίθετα, η κακή χώνεψη, που αναγκαστικά ακολουθεί τα συμπόσια, δημιουργεί φοβερές αρρώστιες.
Η ζωή του Τιμίου Προδρόμου ήταν μια συνεχής νηστεία. Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε τραπέζι ούτε κτήματα ούτε ζώα ούτε αποθήκες τροφίμων ούτε τίποτ’ άλλο, απ’ αυτά που θεωρούνται απαραίτητα για τη ζωή. Γι’ αυτό όμως ο Κύριος διακήρυξε πως ήταν «ο σπουδαιότερος απ’ όσους γέννησαν ποτέ γυναίκες» (Ματθ. 11:11).
Η νηστεία ανέβασε στον τρίτο ουρανό και τον απόστολο Παύλο, που την απαρίθμησε ανάμεσα στα καυχήματα για τις θλίψεις του (Β' Κορ. 11:27).
Για όλες όμως τις αρετές, κορυφαίο τύπο και υπογραμμό έχουμε τον ίδιο τον Κύριο. Ο Κύριος λοιπόν, έπειτα από νηστεία σαράντα ημερών, άρχισε το έργο του εδώ στη γη (Ματθ. 4:2). Πρώτα οχύρωσε και εξόπλισε με τη νηστεία τη σάρκα, που πήρε για χάρη μας, κι υστέρα δέχτηκε τους πειρασμούς του διαβόλου. Παρόμοια κι εμείς, με νηστείες ας ετοιμαζόμαστε κι ας προγυμναζόμαστε στους αγώνες εναντίον των πνευματικών αντιπάλων.
Σε μιαν αμφίρροπη πολεμική συμπλοκή, η παρουσία κάποιου συμμάχου στο πλευρό του ενός εμπολέμου προκαλεί την ήττα του άλλου. Λοιπόν, το πνεύμα και η σάρκα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Με ποιο θα συμμαχήσεις; Αν συμμαχήσεις με τη σάρκα, θα εξασθενήσεις το πνεύμα. Ενώ αν συμμαχήσεις με το πνεύμα, θα υποδουλώσεις τη σάρκα. Αφού θέλεις να ισχυροποιήσεις το πνεύμα σου, δάμασε τη σάρκα με τη νηστεία. Ο απόστολος Παύλος γράφει: «Όσο ο εξωτερικός άνθρωπος (δηλαδή η σάρκα) φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός (δηλαδή το πνεύμα) ανανεώνεται» (Β’ Κορ. 4:16).
Ο Μωυσής, για να πάρει τη νομοθεσία για δεύτερη φορά, χρειάστηκε και δεύτερη νηστεία (Εξ. 34:28).
Οι Νινευίτες, αν δεν είχαν νηστέψει οι ίδιοι και τα ζώα τους, δεν θα είχαν γλυτώσει την καταστροφή (Ιων. 3:4-10).
Αλλά και τον Ησαύ, τί ήταν εκείνο που τον εξευτέλισε και τον έκανε δούλο του αδελφού του; Δεν ήταν ένα φαγητό; Γι’ αυτό και μόνο πούλησε τα πρωτοτόκια του (Γεν. 25:29-34)!
Ποιοι, πάλι, άφησαν τα πτώματά τους στην έρημο; Δεν τ’ άφησαν εκείνοι που επιζήτησαν την κρεοφαγία και την καλοπέραση της Αιγύπτου (Αριθ. 11:33-34); Όσο δηλαδή οι Ισραηλίτες έμεναν ικανοποιημένοι μόνο με το μάννα, νικούσαν τους εχθρούς τους και κανείς τους δεν αρρώσταινε. Όταν όμως θυμήθηκαν τις χύτρες με τα κρέατα και νοστάλγησαν τη δουλεία στην Αίγυπτο, τιμωρήθηκαν. Πέθαναν στην έρημο και δεν αξιώθηκαν να δουν τη γη της επαγγελίας.
Δεν φοβάσαι κι εσύ το παράδειγμα αυτό; Δεν σκέφτεσαι μήπως με την πολυφαγία αποκλειστείς από την ουράνια γη της επαγγελίας;
Η απόλαυση άφθονης και λιπαρής τροφής δημιουργεί στην ψυχή αναθυμιάσεις, που, σαν ένα πυκνό σύννεφο καπνού, εμποδίζουν το νου ν’ αντικρύσει τις ελλάμψεις του Παναγίου Πνεύματος.
Η νηστεία είναι ισχυρό όπλο εναντίον των δαιμόνων. «Αυτό το δαιμονικό γένος δεν μπορεί να διωχθεί με κανένα άλλο μέσο, παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία», είπε ο Κύριος στην περίπτωση του δαιμονισμένου νέου (Μάρκ. 9:29).
Με την τρυφή, τη μέθη και τα διάφορα καρυκεύματα εξάπτεται και κάθε είδος ακολασίας. Το κυνήγι της απολαύσεως μεταβάλλει τους λογικούς ανθρώπους σε άλογα ζώα.
Η κραιπάλη προκαλεί και φρικτές διαστροφές. Γίνεται αιτία ν’ αναζητούν οι ακόλαστοι τη γυναίκα στον άνδρα και τον άνδρα στη γυναίκα.
Η νηστεία ρυθμίζει και την έγγαμη ζωή. Εμποδίζει την ασυδοσία και επιβάλλει σύμφωνη εγκράτεια, για ν’ αφοσιωθούν οι σύζυγοι στην προσευχή.
Μην περιορίζεις όμως την αρετή της νηστείας μόνο στη δίαιτα. Αληθινή νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από ορισμένα φαγητά, αλλά και η αποξένωση από τα πάθη και τις αμαρτίες: Να μην αδικήσεις κανένα. Να συγχωρήσεις τον πλησίον σου για τη λύπη που σου προξένησε, για το κακό που σου έκανε, για τα λεφτά που σου χρωστάει. Διαφορετικά, μολονότι δεν τρως κρέας, τρως τον ίδιο τον αδελφό σου. Μολονότι εγκρατεύεσαι στο κρασί, δεν εγκρατεύεσαι στις κακολογίες. Μολονότι νηστεύεις ως το βράδυ, ξοδεύεις την ημέρα σου στα δικαστήρια.
Η Αγία Γραφή αναφέρει: «Αλίμονο σ’ αυτούς που μεθάνε χωρίς κρασί» (Ησ. 28:1). Τέτοια μέθη είναι π.χ. ο θυμός, που κάνει την ψυχή να παραφρονήσει. Είναι επίσης ο φόβος, που παραλύει τη διάνοια. Γενικά, κάθε πάθος που ζαλίζει το νου, είναι και μια μέθη. Ο οργισμένος μεθάει με το πάθος του. Δεν σκέφτεται ποιους έχει μπροστά του. Σαν να πολεμάει μέσα στη νύχτα, αρπάζει το καθετί, σκοντάφτει στον καθένα. Δεν ξέρει τι λέει, βρίζει, χτυπάει, απειλεί, ορκίζεται, κραυγάζει.
Αν λοιπόν θέλεις να νηστέψεις πραγματικά, πρέπει ν’ αποφεύγεις όλα τα πάθη.
Πρόσεξε και κάτι άλλο: Να μη γίνει η αυριανή νηστεία αφορμή κραιπάλης σήμερα. Μην καταστρέφεις με τη σημερινή ασυδοσία την αυριανή εγκράτεια. Όταν κανείς θέλει να συνάψει γάμο με μια σεμνή γυναίκα, δεν βάζει πρωτύτερα στο σπίτι του παλλακίδες και πόρνες. Γιατί η νόμιμη γυναίκα δεν ανέχεται να συγκατοικεί με τις παράνομες και διεφθαρμένες.
Έτσι λοιπόν κι εσύ. Με την προσδοκία της νηστείας, μη δέχεσαι την ακόλαστη μέθη, που είναι μητέρα της αναισχυντίας, φίλη του αισχρού αστείου, έτοιμη για κάθε ανηθικότητα. Η νηστεία και η προσευχή δεν θα κατοικήσουν μέσα σε ψυχή που έχει μολυνθεί με την κραιπάλη. Ο Κύριος δέχεται στα θεία σκηνώματα αυτόν που νηστεύει. Αποστρέφεται όμως σαν βέβηλο και ανίερο τον άσωτο. Αν λοιπόν έρθεις αύριο εδώ και μυρίζεις κρασί, πώς θα λογαριάσω σαν νηστεία την κραιπάλη σου; Πού θα σε κατατάξω; Στους μέθυσους ή στους εγκρατείς; Η μέθη που προηγήθηκε, σε παρουσιάζει μέθυσο, ενώ η δίαιτα που άρχισες, νηστευτή. Με τα λείψανα της μέθης, η νηστεία σου γίνεται ανώφελη. Και αν η αρχή είναι ανώφελη, κινδυνεύει ανώφελο να καταλήξει και το σύνολο.
Η νηστεία δεν ασκεί επίδραση μόνο στα άτομα. Επηρεάζει και ολόκληρη την κοινωνία. Συμμορφώνει και καθησυχάζει σύντομα όλους τους ανθρώπους. Επιβάλλει σιγή στα ξεφωνητά και τις κραυγές, εξορίζει τους τσακωμούς και τις διαμάχες, απομακρύνει την κατάκριση και την καταλαλιά.
Ποιου δασκάλου η παρουσία σταματάει τόσο γρήγορα τις αταξίες και το θόρυβο των παιδιών; Μόλις εμφανιστεί η νηστεία, κάθε ταραχή στην πόλη αυτόματα σταματάει.
Ποιος μπορεί να συνεχίζει το γλέντι και τη διασκέδαση σε καιρό νηστείας; Ποιος μπορεί να συνδυάσει τη νηστεία με ασελγείς χορούς; Τα άπρεπα γέλια και τα πορνικά τραγούδια και οι έξαλλοι χοροί απομακρύνονται από την πόλη, μόλις φτάσει η νηστεία σαν ένας αυστηρός δικαστής.
Αν όλοι άκουγαν τις συμβουλές της νηστείας, θα επικρατούσε τέλεια ειρήνη σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα. Δεν θα ξεσηκωνόταν το ένα κράτος εναντίον του άλλου. Δεν θα είχαμε πολεμικές συμπλοκές ούτε κατασκευαστές όπλων. Δεν θα υπήρχαν δικαστήρια ούτε φυλακές. Οι ερημιές δεν θα φιλοξενούσαν κακοποιούς ούτε οι πόλεις συκοφάντες ούτε οι θάλασσες πειρατές.
Αν κυριαρχούσε η νηστεία, η ζωή μας δεν θα ήταν γεμάτη στεναγμούς. Γιατί αυτή θα δίδασκε σ’ όλους όχι μόνο τον περιορισμό της σπάταλης ζωής, αλλά και την αποχή από πολλά άλλα κακά. Θα δίδασκε την ολοκληρωτική φυγή και αποξένωση από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία, από τη φιλοδοξία και τη φιληδονία. Αν απαλλαγούμε απ’ αυτά, θα ζούμε με ειρήνη και αγιασμό.
Αφού λοιπόν τέτοια αγαθά μας προσφέρει η βασίλισσα αυτή των αρετών, ας τη δεχτούμε χωρίς καμιά κατήφεια, χωρίς κανένα γογγυσμό. Όλοι πρόθυμα ας τιμήσουμε το πνευματικό τραπέζι που μας παραθέτει η νηστεία, εξαγνίζοντάς μας και προετοιμάζοντάς μας για την αιώνια θεία ευφροσύνη του παραδείσου.
******
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Οι νηστείες και οι καταλύσεις της Εκκλησίας μας
Νηστεία είναι η λήψη «ξηράς τροφής» (ξηροφαγία), χωρίς λάδι ή κρασί, μια φορά την ημέρα, και μάλιστα την ενάτη ώρα (γύρω στις 3 μ.μ.). Λήψη τροφής, έστω και μόνο ψωμιού, περισσότερο από μια φορά την ημέρα λέγεται λύση νηστείας. Αν φάμε και λάδι ή πιούμε κρασί, τότε κάνουμε κατάλυση νηστείας. Οι κατηγορίες καταλύσεως της νηστείας είναι τέσσερις: α) Κατάλυση «εις πάντα», β) κατάλυση αυγών και γαλακτοκομικών προϊόντων, γ) κατάλυση «ιχθύος» και δ) κατάλυση «οίνου και ελαίου».
Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι, παρά τη θέσπιση συγκεκριμένων ημερών και περιόδων νηστείας από την Εκκλησία μας («ακρίβεια»), η ρύθμιση του θέματος για κάθε χριστιανό ξεχωριστά αφήνεται στη διάκριση των πνευματικών πατέρων, που ενεργούν κάποτε με συγκατάβαση («οικονομία») στην αδυναμία του ανθρώπου, και με γνώμονα πάντα το συμφέρον κάθε ψυχής.
Α. «Διατεταγμένες» νηστείες είναι οι εξής:
1) Της Τετάρτης και της Παρασκευής: Ξηροφαγία.
2) Της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου: Ξηροφαγία (εκτός από Σάββατα και Κυριακές, οπότε επιτρέπονται λάδι και κρασί).
3) Της Μεγάλης Εβδομάδος: Ξηροφαγία.
4) Των Αγίων Αποστόλων, από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων μέχρι τις 28 Ιουνίου: Αποχή από κρέας, γαλακτερά και αυγά. Επιτρέπεται το ψάρι (πλην, φυσικά, Τετάρτης και Παρασκευής).
5) Του Δεκαπενταυγούστου, από την 1 μέχρι τις 14 Αυγούστου: Ξηροφαγία (εκτός από Σάββατα και Κυριακές, οπότε επιτρέπονται λάδι και κρασί, και της Μεταμορφώσεως, που καταλύεται ψάρι).
6) Των Χριστουγέννων, από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου:
α) Από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι τις 17 Δεκεμβρίου απέχουμε από κρέας, γαλακτερά και αυγά, ενώ καταλύουμε το ψάρι (πλην Τετάρτης και Παρασκευής).
β) Από τις 18 μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου γίνεται κατάλυση μόνο σε λάδι και κρασί (πάντοτε πλην Τετάρτης και Παρασκευής).
Σημείωση: Οι παραπάνω νηστείες πρέπει να συνδυάζονται πάντοτε με τον παρακάτω πίνακα (Γ), όπου βρίσκονται οι ημέρες καταλύσεως.
Β. Κατάλυση νηστείας (και τις Τετάρτες και Παρασκευές) επιτρέπεται στις εξής περιπτώσεις:
1) Από τις 25 Δεκεμβρίου μέχρι τις 4 Ιανουαρίου («Δωδεκαήμερο»): «Εις πάντα».
2) Την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου (από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή του Ασώτου): «Εις πάντα».
3) Την τρίτη εβδομάδα του Τριωδίου (από τη Δευτέρα των Απόκρεω μέχρι την Κυριακή της Τυροφάγου): Κατάλυση σε ψάρια, γαλακτοκομικά και αυγά (δεν επιτρέπεται το κρέας) όλες τις ημέρες.
4) Την εβδομάδα της Διακαινησίμου (από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή του Θωμά): «Εις πάντα».
5) Την εβδομάδα του Αγ. Πνεύματος (από την Κυριακή της Πεντηκοστής μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων): «Εις πάντα».
6) Την περίοδο του Πεντηκοσταρίου (από την Κυριακή του Θωμά μέχρι την Κυριακή της Πεντηκοστής) μπορεί, κατά μία εκδοχή, να γίνεται κατάλυση ελαίου τις Τετάρτες και Παρασκευές. Επιπλέον, επιτρέπεται κατάλυση «ιχθύος» την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής και την Τετάρτη της Αποδόσεως του Πάσχα.
Γ. Πίνακας των ακινήτων εορτών µε κατάλυση ή νηστεία.
Κατάλυσις
Ιανουάριος
1 Περιτοµή Ι. Χριστού, Μ. Βασιλείου
Εις πάντα
5 Παραµονή Θεοφανείων
Νηστεία
6 Τα Άγια Θεοφάνεια
Εις πάντα
7 Σύναξις Ιωάννου του Προδρόµου
Ιχθύος
11 Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου
Οίν. και ελ.
16 Προσκύνησις αλύσεως απ. Πέτρου
»
17 Αντωνίου του Μεγάλου
»
18 Αθανασίου και Κυρίλλου πατρ. Αλεξανδρείας
»
20 Ευθυµίου του Μεγάλου
»
22 Τιμοθέου Αποστόλου, Αναστασίου Πέρσου
»
25 Γρηγορίου του Θεολόγου
»
27 Ανακομιδή λειψ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου
»
30 Των Τριών Ιεραρχών
»
Φεβρουάριος
2Υπαπαντή Ιησού Χριστού
Ιχθύος
8 Θεοδώρου του Στρατηλάτου
Οίν. και ελ.
10 Χαραλάμπους Ιεροµάρτυρος
»
11 Βλασίου Ιεροµάρτυρος
»
17 Θεοδώρου του Τήρωνος
»
24 Α’ και Β’ εύρεσις Κεφαλής του Προδρόµου
»
Μάρτιος
9 Των εν Σεβαστεία αγίων 40 Μαρτύρων
Οίν. και ελ.
25 Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Ιχθύος
26 Σύναξις Αρχαγγέλου Γαβριήλ
Οίν. και ελ.
Απρίλιος
23 Γεωργίου του Τροπαιοφόρου
Οίν. και ελ.
25 Μάρκου αποστόλου και ευαγγελιστού
»
30 Ιακώβου αποστόλου
»
Μάιος
2 Ανακομιδή λειψ. Αθανασίου του Μεγάλου
Οίν. και ελ.
8 Ιωάννου του Θεολόγου
»
15 Παχωµίου του Μεγάλου, Αχιλλίου Λαρίσης
»
21 Κωνσταντίνου και Ελένης Ισαποστ.
»
25 Γ’ εύρεσις της Κεφαλής του Προδρόµου
»
Ιούνιος
8 Ανακομιδή λειψ. Θεοδώρου του Στρατηλάτου
Οίν. και ελ.
11Βαρθολομαίου και Βαρνάβα αποστόλων
»
24 Γενέθλιον Ιωάννου του Προδρόµου
Ιχθύος
29Πέτρου και Παύλου αποστόλων
»
30 Η Σύναξις των Δώδεκα Αποστόλων
Οίν. και ελ.
Ιούλιος
1 Κοσµά και Δαµιανού των Αναργύρων
Οίν. και ελ.
2 Κατάθεσις εσθήτος της Θεοτόκου
»
17 Μαρίνης µεγαλοµάρτυρος
»
20 Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου
»
22 Μαρίας της Μαγδαληνής
»
25 Κοίµησις αγίας Άννης
»
26 Παρασκευής οσιοµ., Ερµολάου ιεροµ.
»
27 Παντελεήμονος µεγαλοµάρτυρος
»
Αύγουστος
6 Μεταµόρφωσις του Σωτήρος
Ιχθύος
15 Κοίµησις της Θεοτόκου
»
29 Αποτοµή Τιµ. Κεφαλής του Προδρόµου
Νηστεία
31 Κατάθεσις Τιµίας Ζώνης της Θεοτόκου
Οίν. και ελ.
Σεπτέμβριος
1 Αρχή της Ινδίκτου, Συµεών Στυλίτου
Οίν. και ελ.
6 Ανάµνησις του εν Χώναις θαύµ. αρχ. Μιχαήλ
»
8 Γενέθλιον της Θεοτόκου
Ιχθύος
9 Ιωακείμ και Άννης Θεοπατόρων
Οίν. και ελ.
13 Εγκαίνια Ναού Αναστάσεως, Κορνηλίου εκατ.
»
14 Ύψωσις του Τιµίου Σταυρού
Νηστεία
20 Ευσταθίου µεγαλοµάρτυρος και των συν αυτώ
Οίν. και ελ.
23 Σύλληψις Ιωάννου του Προδρόµου
»
26 Μετάστασις Ιωάννου του Θεολόγου
»
Οκτώβριος
6 Θωµά αποστόλου
Οίν. και ελ.
18 Λουκά αποστόλου και ευαγγελιστού
»
23 Ιακώβου του Αδελφοθέου
»
26 Δημητρίου του Μυροβλύτου
»
Νοέμβριος
1 Κοσµά και Δαµιανού των Αναργύρων
Οίν. και ελ.
8 Σύναξις Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ
»
12 Ιωάννου του Ελεήµονος
»
13 Ιωάννου του Χρυσοστόμου
»
14 Φιλίππου αποστόλου
Ιχθύος
16 Ματθαίου αποστόλου και ευαγγελιστού
Οίν. και ελ.
21 Εισόδια της Θεοτόκου
Ιχθύος
25 Αικατερίνης µεγαλοµάρτυρος
Οίν. και ελ.
30 Ανδρέου του Πρωτοκλήτου
»
Δεκέμβριος
4 Βαρβάρας µεγαλοµ., Ιωάννου Δαμασκηνού
Οίν. και ελ.
5 Σάββα του ηγιασµένου
»
6 Νικολάου επισκόπου Μύρων
»
9 Σύλληψις αγίας Θεοπροµήτορος Άννης
»
12 Σπυρίδωνος Τριµυθούντος του θαυματουργού
»
15 Ελευθερίου ιεροµάρτυρος
»
17 Δανιήλ προφήτου, Διονυσίου Αιγίνης
»
20 Ιγνατίου του Θεοφόρου
»
25 Γέννησις Ιησού Χριστού
Εις πάντα
26 Σύναξις της Θεοτόκου
»
27 Στεφάνου του Πρωτοµάρτυρος
»
ΠΗΓΗ: Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ“Η ΝΗΣΤΕΙΑ”
Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2010
Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012
Συνείδηση και υπακοή
Ομιλία περί συνειδήσεως και υπακοής (Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου)
Όταν ο άνθρωπος φυλάξη υπακοήν απόλυτον προς την συνείδησίν του, και εφαρμόζη ό,τι του υποδεικνύει εκείνη, παύει και αυτή να τον ελέγχη. Όχι ότι εξασθένησε η φωνή της, άλλα διότι διά της καλής υπακοή, δεν έχει η συνείδησις κάτι να ελέγξη.
Ο Απόστολος Ιωάννης λέγει: «Όταν η συνείδησις του ανθρώπου δεν τον ελέγχη, παρρησίαν έχει προς τον Θεόν».
Στον δρόμο του ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ δυνατόν να περάση χωρίς κάπου να προσκρούση. Διότι από την μια ο διάβολος, από την άλλη η σάρκα, από την άλλη ο κόσμος, συνεχώς παρεμβάλλουν εμπόδια στη ζωή του· και σκοντάφτει ο άνθρωπος ανάλογα με την απροσεξία που τον χαρακτηρίζει. Γι' αυτό όταν πέση, να σηκώνεται πάραυτα και να ζητά συγχώρησι. Όταν δε ο άνθρωπος μετανοήση ανάλογα, τότε και η συνείδησις, η οποία προηγουμένως τον ενοχλούσε, παύει τον έλεγχο.
Εις τρία πράγματα πρέπει να φυλάξωμε την συνείδησί μας: στον Θεόν, στον πλησίον μας και στα πράγματα.
Ο άνθρωπος φυλάγει την συνείδησί του προς τον Θεό, όταν αποφεύγη την ποικίλη αμαρτίαν. Προς τον πλησίον, όταν δεν τον λυπή, δεν τον κατακρίνη, δεν τον συκοφαντή, δεν τον σκανδαλίζη, δεν τον σπρώχνη στο κακό. Προς τα πράγματα, όταν δεν γίνεται αιτία καταστροφής ή βλάβης υλικού πράγματος από απροσεξία, από αμέλεια, από ασυνειδησία.
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέγει πολλά πράγματα για την ασυνειδησία αυτή. Όταν βλέπης ένα πράγμα ότι καίγεται, ότι καταστρέφεται και δεν το σηκώνης, δεν το προφυλάγης, ασυνειδησία είναι. Όταν σχίζεται το ρούχο σου και το αφήνεις και καταστρέφεται τελείως, ασυνειδησία είναι. Όταν μπορής να δούλεψης και εσύ γυρίζεις εδώ και εκεί, και αυτό ασυνειδησία είναι. Όταν το φαγητό το αφήσης και ξυνίση και το πετάς, ασυνειδησία είναι· διότι έπρεπε να είχες την μέριμνα, να το φάνε πριν ξυνίση.
Άρα, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν σφάλλη ο άνθρωπος επάνω στα υλικά πράγματα, είναι ασυνειδησία· με οποιονδήποτε τρόπο αν βλάψη τον πλησίον του, είναι ασυνειδησία· και με οποιονδήποτε τρόπο αν προσβάλη τον Θεό, είναι ασυνειδησία.
Ο μεγαλύτερος πλούτος είναι να προσπαθήση να διατήρηση την συνείδησί του ο άνθρωπος χωρίς βάρος. Σε περίπτωσι δε που θα αισθανθή κάτι να τον έχη πληγώσει, να το διορθώση αμέσως και έτσι επανέρχεται πάλι στην ίδια κατάστασι.
Πόσες και πόσες φορές δεν μας έχει ελέγξει η συνείδησίς μας; Όσο περισσότερο ο άνθρωπος προσέχει την συνείδησί του, όσον περισσότερον την επιμελείται, τόσο λεπτότερα τον οδηγεί. Όσο δε λεπτότερα τον οδηγεί και τον ελέγχει, τόσο περισσότερο ανεβαίνει ο άνθρωπος στην καθαρότητα.
Υπάρχει και η πονηρά λεγομένη συνείδησις, η οποία έρχεται και αυτή πολλές φορές με το πρόσχημα και με το σχήμα και με την μορφή της αγαθής συνειδήσεως· και όμως στην ουσία είναι η πονηρά συνείδησις, η διεστραμμένη, η εναντίον του Θεού συνείδησις.
Η πονηρά συνείδησις είναι εκείνη η φωνή η οποία διδάσκει αντίθετα, κυρίως πλανεμένα και διεστραμμένα.
Η αγαθή συνείδησις έχει σαν αφετηρία και σαν αρχή και σαν θεμέλιο την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή.
Η πονηρά συνείδησις έχει ως αρχήν της την υπερηφάνεια και την ανυπακοή.
Όταν δεν πείθεται κανείς στον Γέροντα, όταν αντιστέκεται, όταν άλλα του λέγουν και άλλα λέγη, όταν δεν ακούη, τότε έχει την λεγομένην αυτοπεποίθησι· η τοιαύτη αυτοπεποίθησις είναι η πονηρά συνείδησις.
Η ταπεινοφροσύνη γεννά την αγαθή συνείδησί· κανείς για να μάθη, μάλλον για να διδαχθή την αγαθή συνείδησι, —διότι μπλέκονται αμφότεραι, και συχνά διερωτάται κανείς: Πονηρά συνείδησις είναι αυτή ή αγαθή; Σκέπτεται: Αυτό τον λογισμό να πιστέψω ή εκείνο;— χρειάζεται να έχη ταπείνωσι, κυρίως όμως να τεθή υπό την οδηγία του άλλου, του ανωτέρου του, του προϊσταμένου του, του πνευματικού του, και να κάνη υπακοή σε ό,τι του ειπή. Τότε σιγά-σιγά θ' αρχίση να αντιλαμβάνεται, ποιος λογισμός είναι κακός και ποιος είναι αγαθός, ποια είναι η χροιά της αγαθής, και ποια της πονηράς συνειδήσεως. Έτσι αφ' ενός αποφεύγει τις πτώσεις με την διδασκαλία και την καθοδηγήσι του πνευματικού, αφ' ετέρου συν τω χρόνω διδάσκεται την χροιά, την όψι των δύο συνειδήσεων και γίνεται ένας τέλειος άνθρωπος.
Εκείνοι που έπαθαν ζημιά είναι εκείνοι οι οποίοι είναι εκτός υπακοής· καθ' ότι ο άνθρωπος πιέζεται και από τις δύο συνειδήσεις, από τις οποίες η μία πάει να τον σώση και η άλλη να τον καταστρέψη, και δεν γνωρίζει πολλάκις ποια να διάλεξη. Ο υποτακτικός ξεφεύγει τον κίνδυνο και σιγά-σιγά γίνεται έμπειρος, πρακτικός της πονηράς και της αγαθής συνειδήσεως.
Ο Αββάς Ποιμήν είχε δύο λογισμούς και πήγε στον πνευματικό του να τους ειπή, ο οποίος ήταν πολύ μακρυά· έφυγε το πρωΐ και έφθασε το βράδυ. Ξέχασε δε τον ένα λογισμό και είπε μόνον τον ένα. Όταν επέστρεψε, μόλις έβαλε το κλειδί στην πόρτα ν' ανοίξη, θυμήθηκε τον δεύτερο λογισμό. Τότε δεν άνοιξε την πόρτα· γύρισε ξανά πίσω για να ειπή και τον άλλο λογισμό του. Όταν ο πνευματικός του είδε τον κόπο του και την ακρίβεια τού είπε: Ποιμήν, Ποιμήν, Αγγέλων Ποιμήν! Η αρετή σου θα φέρη το όνομά σου εις πάσαν την γην.
Για να μπορέση κανείς να γίνη έμπειρος, ώστε να διακρίνη την φωνή της αγαθής και πονηράς συνειδήσεως, πρέπει να περάση από την υπακοή. Αν δεν περάση ο άνθρωπος από την υπακοή, είναι ελλιπής. Μπορεί να έχη χαρίσματα, να είναι καλής ψυχής άνθρωπος, να κάνη διάφορα καλά έργα, αλλά θα τον ιδής να κουτσαίνη πάντοτε στην διάκρισι και στην ταπεινοφροσύνη. Εκείνο το οποίο χαρίζει η υποταγή εν πρώτοις και βασικώς είναι η διάκρισις διά της ταπεινοφροσύνης. Δηλαδή η υπακοή σφυρηλατεί τον άνθρωπο, και του χαρίζει πρωτίστως την ταπείνωσι και την διάκρισι.
Ερώτησον, λέγει, τον πατέρα σου, και ερεί σοι. Αυτό βλέπομεν μέσα στον πατερικό δρόμο των αγίων. Διαβάζουμε στο Πατερικόν ότι ο αββάς Ζαχαρίας είδε μία οπτασία, αλλά ο πατήρ του δεν ήταν σε θέσι να του εξηγήση, αν ήταν εκ Θεού ή εκ των δαιμόνων. Πήγε εις ένα διακριτικό Γέροντα, ο οποίος του είπε: Εκ Θεού είναι η οπτασία, αλλά πήγαινε και υποτάγηθι τω πατρί σου.
Πόσα και πόσα δεν μας άφησαν οι Πατέρες για διδασκαλία μας! Ο καλύτερος δρόμος, ο πιο σωστός, ο πιο σίγουρος, ο πιο ανεύθυνος, είναι ο της υποταγής. Ο πράττων υπακοήν, λέγει ο αββάς Παλάμων, εξεπλήρωσεν απάσας τας εντολάς του Χριστού.
Ο υποτακτικός έχει διαλέξει τον καλύτερο δρόμο, λέγει ο αββάς Μωϋσής· Τρέξατε, τέκνα, όπου εστίν υπακοή. Εκεί χαρά, ειρήνη, φιλαδελφία, ενότης, εγρήγορσις, παρηγορία, στέφανοι, μισθός. Όταν όμως θέλουμε να στήσουμε το ιδικό μας θέλημα, ενώ είμαστε υποτακτικοί, τότε ο δρόμος γίνεται δύσκολος, τραχύς, επικίνδυνος. Όταν κάνη κανείς υπακοή βρίσκεται μέσα στην αγάπη, στην βία, στην φιλαδελφία, στους στεφάνους, στον αγιασμό, στην σωτηρία.
Το ίδιον θέλημα είναι μεγάλος φραγμός, μεγάλο εμπόδιο· τείχος μεταξύ ψυχής και Θεού. Όπως από το τείχος, όταν είναι μπροστά μας, εμποδίζεται ο ήλιος και εμποδιζομένου του ηλίου το μέρος έχει υγρασία, δεν καρποφορεί, έχει αρρώστια, έτσι είναι και το τείχος του ιδίου θελήματος. Όταν αυτό σταθή μπροστά στην ψυχή, σκοτεινιάζει και μένει άκαρπη.
Ο Ήλιος της δικαιοσύνης είναι ο Χριστός· όταν η ψυχή δεν έχη εμπόδιο, έρχονται οι ακτίνες του Χριστού και την φωτίζουν και καρποφορεί και αγιάζεται ο άνθρωπος.
Όποιος γνώρισε της υπακοής τον καρπό, εκείνος μπορεί να μιλήση γι' αυτήν. Είναι ο πιο χαριτωμένος δρόμος. Κυρίως αποβάλλει ο άνθρωπος τον κακόν δαίμονα του εγωισμού και της υπερηφάνειας που φέρνει όλα τα κακά και εισάγει την ταπεινοφροσύνη και την αμεριμνησία.
Διαβάζουμε στο Γεροντικόν για δύο αδέλφια, που αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί και έφυγαν από τον κόσμο. Ο ένας έγινε υποτακτικός σε κοινόβιο, ο άλλος έγινε ησυχαστής.
Μετά 2-3 χρόνια ο ησυχαστής λέγει: Ας πάω να δω τον αδελφό μου, που είναι στο κοινόβιο, μέσα στην μέριμνα, μέσα στις σκοτούρες. Ποιος ξέρει τι να κάνη ο ταλαίπωρος μέσα σε τόσες φασαρίες. Είχε την αυτοπεποίθηση ότι ασκητεύοντας είχε φθάσει σε υψηλά μέτρα. Επήγε στο μοναστήρι, και με πρόφασι δήθεν ότι χρειαζόταν τον αδελφό του, λέγει του ηγουμένου: Ήθελα να δω τον αδελφό μου λίγο. Ήλθε ο αδελφός του και ο ηγούμενος, που ήταν άγιος άνθρωπος, έδωσε ευλογία να απομακρυνθούν και να συζητήσουν.
Αφού απομακρύνθηκαν από το μοναστήρι βλέπουν ένα νεκρό σ' ένα μονοπάτι, σχεδόν γυμνό. Λέγει ο ησυχαστής: Δεν έχουμε κανένα ρούχο να τον σκεπάσουμε τον άνθρωπο. Ο υποτακτικός λέγει με την απλότητα του: Δεν κάνουμε καλύτερα προσευχή να σηκωθή; Ας κάνουμε, λέγει και ο ησυχαστής. Κάνανε προσευχή και οι δύο και αναστήθηκε ο νεκρός. Ο υποτακτικός δεν έδωσε σημασία στο θαύμα· σκεπτόταν ότι το θαύμα έγινε με τις ευχές του Γέροντος του. Ο ησυχαστής όμως μέσα του έλεγε ότι για την αρετή του έγινε το θαύμα, για την άσκησι και νηστεία του, για. την αγρυπνία και κακουχία του, για την χαμαικοιτία και τα άλλα κατορθώματά του.
Όταν επέστρεψαν πίσω, λέγει ο ηγούμενος στον ησυχαστή, προτού μιλήσουν αυτοί: Μη νομίσης, αδελφέ, ότι για την προσευχή σου ανέστησε Ο Θεός τον νεκρό· όχι! Αλλά για την υπακοή του αδελφού σου! Όταν είδε ο ησυχαστής, ότι ο ηγούμενος διάβασε αμέσως τους λογισμούς του, ότι είχε προορατικό χάρισμα και αγιότητα, πίστεψε ότι ο ίδιος είναι πράγματι πλανεμένος και ότι ο αδελφός του, ο τάχα μεριμνών και τυρβάζουν περί πολλά εντός του κοινοβίου, ήταν ανώτερός του.
Σκεφθήτε με τι πεποίθησι ο υποτακτικός έλεγε: ας κάνουμε προσευχή να αναστηθή! Δέστε απλότητα, ακακία, πίστι. Ο ησυχαστής το είχε ακατόρθωτο και ο υποτακτικός φυσιολογικό· πίστευε στην ευχή του Γέροντός του. Για να φθάση στην ταπεινοφροσύνη αυτή, τι αγώνα θα έκανε! Πόσο τσακίστηκε ο εγωισμός του και η υπερηφάνεια του στο κοινόβιο! Διότι ποιος άνθρωπος ερχόμενος από τον κόσμο δεν έχει εγωισμό και υπερηφάνεια; Πόσοι και πόσοι υποτακτικοί δεν αγίασαν και μυρόβλησαν;
Στο Άγιον Όρος, στην περιοχή της Αγίας Άννης ήταν ένα καλογέρι το οποίο κουβαλούσε τσουβάλια σιτάρι από τον αρσανά επάνω. Πολύς κόπος και πολλοί ίδρωτες. Μια στιγμή άρχισε να λέγη με τον λογισμό του: Άραγε έχουμε μισθό για τον τόσο κόπο και τους τόσους ιδρώτες που χύνουμε κάνοντας υπακοή στους Γεροντάδες μας; Ενώ συλλογιζόταν αυτά, κάθισε λίγο να ξεκουρασθή. Τότε του ήλθε λίγος ύπνος. Μεταξύ δε ύπνου και εγρηγορήσεως βλέπει την Παναγία μπροστά του. Μη στενοχωριέσαι, τέκνον, του λέγει. Οι ιδρώτες αυτοί που χύνεις για την υπακοή, κουβαλώντας τα τρόφιμα, ως μαρτυρικόν αίμα ενώπιον του Υιού μου λογίζονται. Ήρθε στον εαυτό του υστέρα και του έφυγαν οι λογισμοί, του έφυγε η στενοχώρια. Και οι πατέρες το έγραψαν στο πεζουλάκι και όποιος περνάει από εκεί το διαβάζει.
Κοντά στο Κυριακό της Αγίας Άννης υπάρχει ένα σπιτάκι, που λέγεται του Πατριάρχου. Εκεί ασκήτευε ένας Πατριάρχης ονόματι Κύριλλος. Εγκατέλειψε τον Πατριαρχικό Θρόνο και ήλθε και έγινε καλόγηρος. Οι πατέρες κουβαλούσαν τα πράγματα στην πλάτη. Λέγουν στον Πατριάρχη: Εσύ γέροντας είσαι, Παναγιώτατε, και αμάθητος· να σου πάρουμε ένα γαϊδουράκι, να φορτώνης τα τρόφιμά σου. Τού επήραν ένα γαϊδουράκι και ανέβαινε και κατέβαινε με αυτό.
Μια μέρα, ενώ ανέβαινε ο Πατριάρχης με το ζώο και οι άλλοι πατέρες με τα τρόφιμα στην πλάτη τους, κάθησαν λίγο να ξεκουρασθούν. Ξαφνικά ο Πατριάρχης, μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως, βλέπει την Παναγία μαζί με Αγγέλους. Και η μεν Παναγία είχε ένα δοχείο και πότιζε τους πατέρες, που κουβαλούσαν τα πράγματα στην πλάτη τους, οι δε Άγγελοι είχαν μαντήλια και σκούπιζαν τον ιδρώτα τους.
Βλέποντας έκπληκτος ότι σκούπιζαν και τον ιδρώτα από το γαϊδουράκι, παρακαλούσε λέγοντας: Σκουπίστε κι έμενα σας παρακαλώ. Τότε του λέγει η Παναγία: Πάτερ, εσύ δεν έχεις ιδρώτα· το γαϊδουράκι θα σκουπίσουμε, που έχει. Τότε ξύπνησε και ήλθε στον εαυτό του. Λέγει τότε προς τους πατέρας: Πάρτε το γαϊδουράκι, διότι ζημιώνομαι εις πολλά πράγματα. Η Παναγία και οι Άγγελοι σκούπισαν το γαϊδουράκι και όχι έμενα. Έκτοτε τα κουβαλούσε και αυτός στην πλάτη του.
Πόσα και πόσα τέτοια δεν έχουν γίνει στην ζωή των πατέρων! Πού να ήμαστε να βλέπαμε! Τώρα σπανίως συναντώνται, χαθήκανε όλα.
Ας προσέχουμε λοιπόν την συνείδησί μας. Ας αποκτήσουμε αγαθή συνείδησι διά της υπακοής, διά της συντριβής, διά της εξομολογήσεως και της ταπεινοφροσύνης. Ας αποφεύγουμε το ίδιον θέλημα, το οποίον γεννά την αυτοπεποίθησι, την πονηρά συνείδησι.
Γέροντος Εφραίμ, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Φιλόθεου,
Πατρικαί νουθεσίαι, Άγιον Όρος 1989, σ. 175-182
Περιοδικό Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία Έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012
Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012
Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012
Πανήγυρις Οσίου Μελετίου του εν Υψενή

Ο Όσιος Μελέτιος γεννήθηκε στο χωριό της Λάρδου στη Ρόδο κατά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Κατά το Άγιο Βάπτισμα, έλαβε το όνομα Εμμανουήλ και στη ζωή του πορεύθηκε με λίγα γράμματα, αλλά γεμάτος χάρες, αρετές, αγνότητα, καθαρότητα και πολλή αγάπη για το Θεό. Ο Όσιος Μελέτιος ήταν άνθρωπος προσευχής.
Ανακάλυπτε τις ερημικές περιοχές γύρω από τηΛάρδο,βοσκώντας τα πρόβατα του πατέρα του καιγαληνεύοντας τη ψυχή του με την προσευχή και το ζήλο της μοναχικής ζωής. Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις του, ένα όραμα του υπέδειξε την εικόνα της Παναγίας Υψενής στη ρίζα ενός δέντρου.
Έπειτα από αυτό το όραμα και καθοδηγούμενος από τη χάρη της Παναγίας, αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και να αφιερωθεί στο Θεό. Έτσι, έκτισε στο μέρος, όπου βρήκε την εικόνα τον Ιερό Ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Χειροτονήθηκε από τον τότε ΜητροπολίτηΙερομόναχος και Ηγούμενος της Μονής.
Έζησε αυστηρή ασκητική ζωή... Τα βράδια αποσυρόταν σε κάποιο σπήλαιο κοντά στη Μονή και προσευχόταν και την ημέρα εξομολογούσε τους Χριστιανούς, δίνοντας τους δύναμη να μην αλλαξοπιστήσουν στους δύσκολους εκείνους καιρούς. Έλαβε επίσης από το Θεό το χάρισμα των ιάσεωνκαι θεράπευε ασθενείς και πνευματικά βασανισμένες ψυχές.
Για την εθνικοθρησκευτική του δραστηριότητα, μισήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους. Τελικώς, ο Όσιος απέδειξε την αθωότητα του ενώπιον του Μητροπολίτη και εξέπνευσε. Τιμήθηκε ως Άγιος από τους Χριστιανούς και τα λείψανα του, τα οποία ευωδιάζουν συνεχώς , έχουν μοιραστεί σε διάφορους τόπους. Τμήμα των Ιερών Λειψάνων, φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Υψενής ως ανεκτίμητος θησαυρός και πηγήιάσεων και ευλογίας για όσους ευλαβικά τα προσκυνούν
Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012
Πόνοι και θλίψεις

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011
Οι Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες
Οι Αγιοι Τέσσερεις Μάρτυρες Γεώργιος , Αγγελής, Μανουήλ και Νικόλαος γεννήθηκαν και έζησαν στις Μέλαμπες Ρεθύμνου . ΄Ηταν όλοι τους έγγαμοι , ενάρετοι στο βίο , και Κρυπτοχριστιανοί . Χριστιανοί δηλαδή γνήσιοι , υποκρινόμενοι ότι είχαν ασπασθεί τον Μωαμεθανισμό . Κρυπτοχριστιανούς στα χρόνια της τουρκοκρατίας εκτός από την Κρήτη συναντούμε και στην Μ.Ασία ,τον Πόντο , την Μακεδονία κ.α. Την κρυφή αυτή αλλά καλά φυλαγμένη χριστιανική τους πίστη όμως όλοι οι κρυπτοχριστιανοί ζητούσαν ευκαιρία να αποκαλύψουν σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου « Ος δ’ αν ομολογήσει με έμπροσθεν των ανθρώπων ομολογήσω κα’ γω έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς ».
Γι’ αυτό και όταν το 1821 οι Έλληνες και οι Κρήτες πήραν τα όπλα ενάντια στους Τούρκους , πήραν μέρος και οι Τέσσερεις Μάρτυρες«πολεμήσαντες γενναία υπερ πίστεως και πατρίδος ».Το 1824 ως γνωστόν κατεστάλη η επανάσταση στην Κρήτη . Τότε και οι Τούρκοι συνέλαβαν τους Αγίους 4 Μάρτυρες και τους οδήγησαν στον Μεχμέτ , Τούρκο Πασά του Ρεθύμνου, ο οποίος προσπάθησε με υποσχέσεις να τους πείσει να επιστρέψουν στον Μωαμεθανισμό.
Η απάντηση όμως των Αγίων ήταν γενναία και σταθερή «Εμείς χριστιανοί γεννηθήκαμε και χριστιανοί θα αποθάνομε ». Η φρικτή φυλακή και τα βασανιστήρια μέχρι την τελική καταδίκη τους στον δι’αποκεφαλισμού θάνατον ήταν η συνέχεια.
Η Αγία Σκέπη
Γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου την εορτή της αγίας Σκέπης. Και για την γιορτή αυτή συμβαίνει αυτό που λέγει ο άγιος Χρυσόστομος για τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, ότι πολλοί γιορτάζουν τις μεγάλες γιορτές, ξέρουν το όνομά τους, δεν ξέρουν όμως το βαθύτερο νόημά τους, ούτε το μήνυμα που θέλει να εξαγγείλει η Εκκλησία μας μέσω των εορτών αυτών. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι, λέγει ο ιερός πατήρ, έρχονται στην Εκκλησία από συνήθεια και όχι από ευσέβεια. Γι’ αυτό ας ασχοληθούμε σήμερα με την υπόθεση της γιορτής καθώς και για το μήνυμά της προς το λαό του Θεού.
Πως καθιερώθηκε η γιορτή της αγίας Σκέπης.
Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν εν ταπεινώσει και αφανεία. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι παρθένοι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.
Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.
Μα θα μου πείτε, είναι τόσο μεγάλο το γεγονός που η Παναγία μας προσεύχεται για μας, ώστε η Εκκλησία μας να έχει ιδιαίτερη γιορτή γι’ αυτό το γεγονός; Ναι μάλιστα είναι μεγάλο και σπουδαίο και ζωτικής σημασίας. Λέγει κάπου ο ιερός Χρυσόστομος ότι πάντοτε έχουμε την ανάγκη των προσευχών των άλλων όσο και ενάρετοι και ευσεβείς κι αν είμαστε.
Παράδειγμα χαρακτηριστικό γι’ αυτό είναι ο απόστολος Παύλος, αυτός που ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού κι άκουσε άρρητα ρήματα, αυτός που ονομάσθηκε στόμα Χριστού, αυτός που είχε «νουν Χριστού», αυτός που «αναπλήρωνε τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού στο σώμα του», αυτός λοιπόν ο γίγας της αρετής και της ευσέβειας, πάντα ζητούσε τις προσευχές των χριστιανών. Αν και αυτοί που θα προσευχότανε για τον Παύλο δεν ήταν ούτε ανώτεροι του ούτε ισάξιοί του. Μοιάζει το γεγονός σαν ένας στρατιώτης να μιλά στον πρόεδρο της δημοκρατίας για τον στρατηγό. Κι όμως ο Παύλος όχι μόνο δεν αρνήθηκε τις προσευχές των χριστιανών, αλλά αντίθετα τους προέτρεψε και τους παρακαλούσε να προσεύχονται για κείνον.
Στην προς Ρωμαίους (15,30) γράφει· «Παρακαλώ δε υμάς αδελφοί μου … συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν». Στους Εφεσίους (6,18-19) συνιστά δέηση περί «πάντων των αγίων» και περί εαυτού. Τους Κολοσσαείς (4,2-3) παροτρύνει «τη προσευχή προσκαρτερείτε … προσευχόμενοι άμα και περί ημών». Τους Θεσσαλονικείς (Α΄ Θεσ. 5,25 · Β΄ Θεσ. 3,1) παρακαλεί «αδελφοί προσεύχεσθε υπέρ ημών».
Όχι δε μόνο ζητά να προσεύχονται γι’ αυτόν και για τους συνεργάτες του, αλλά και πιστεύει ότι ήδη το κάνουν και στις προσευχές τους οφείλει την υγεία του και τη σωτηρία από μεγάλους κινδύνους (πρβλ. Φιλημ. 22 · Β΄ Κορ. 1,10-11).
Αλλά και ο Πέτρος δεν είπε τι μου χρειάζεται η προσευχή των άλλων αφού είμαι απόστολος, αφού ομολόγησα το θεανθρώπινο του Χριστού, αφού πάνω στην ομολογία μου στηρίχθηκε η Εκκλησία. Έτσι όταν ήταν στη φυλακή από τον Ηρώδη τον Αγρίππα τον Α΄, οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων προσευχόταν γι’ αυτόν με αποτέλεσμα να τον ελευθερώσει άγγελος Κυρίου κατά θαυμαστόν τρόπο.
Λοιπόν κι αν είσαι Παύλος κι αν είσαι Πέτρος έχεις ανάγκη των προσευχών των άλλων και μάλιστα των αγίων και μάλιστα της Παναγίας. Βέβαια οι αιρετικοί διαφωνούν στο σημείο αυτό και λένε να προσευχόμαστε κατ’ ευθείαν στο Θεό και όχι να επιζητούμε τις δεήσεις των αγίων. Ήδη τα παραδείγματα που αναφέραμε δίδουν την απάντηση, γιατί, αν μας χρειάζονται οι προσευχές των ζώντων και μη τελειωθέντων αδελφών μας, πόσο περισσότερο ωφέλιμες είναι οι προσευχές των αγίων. Ας αναφέρουμε όμως κι ένα χωρίο που είναι χαρακτηριστικό για το πόσο αναγκαία είναι η δέηση των δικαίων ζώντων και τεθνεώτων. Στον Αβιμέλεχ ένα βασιλιά της Αιγύπτου, που είχε υποπέσει σ’ ένα σοβαρό παράπτωμα, ο Θεός του είπε να προσφύγει στον Αβραάμ, που ήταν τότε στην Αίγυπτο, και να ζητήσει την προσευχή του. «Προφήτης εστί και προσεύξεται περί σου και ζήση» (Γεν. 20,7).
Πως είναι ωφέλιμη η προσευχή των αγίων.
Αλλά ενώ η προσευχή έχει τεράστια δύναμη, ενώ είναι αναγκαία όσο ενάρετοι κι αν είμαστε, χρειάζεται μια προϋπόθεση για να καρποφορήσει. Και η προϋπόθεση είναι να προσπαθούμε κι εμείς· ν’ αγωνιζόμαστε· να μετανοούμε για τις αμαρτίες μας· να βιάζουμε τον εαυτό μας προς εξάσκηση της αρετής. Μη περιμένουμε τα πάντα από την προσευχή των αγίων, ενώ εμείς οι ίδιοι οκνεύουμε και τεμπελιάζουμε. Η αγιότητα δεν μεταδίδεται κατά μαγικό τρόπο· απαιτεί και ενεργό προσπάθεια εκ μέρους μας.
Έτσι ενώ ο Ιερεμίας προσευχήθηκε τρεις φορές για τους Εβραίους και στις τρεις φορές άκουσε το Θεό να λέγει· «Μη προσεύχου, μηδέ αξίου περί του λαού τούτου ότι ουκ εισακούσομαί σου» (7,16). Και ο Ιεζεκιήλ άκουσε το εξής· «και εάν ώσιν (είναι) οι τρεις ούτοι εν μέσω αυτής, Νώε και Δανιήλ και Ιώβ, αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών σωθήσονται … η δε γη έσται εις όλεθρον» (14, 14-16). Και στον Ιερεμία είπε ο Θεός· «εάν στη (σταθεί) Μωσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς» (15,1). Και τα λέγει αυτά ο Θεός στον Ιερεμία και στον Ιεζεκιήλ για να τους δείξει όχι ότι δεν δέχεται την ικεσία τους και τους περιφρονεί, αλλά δεν αξίζουν οι Ιουδαίοι για να τους βοηθήσει. Γι’ αυτό και αναφέρει τα ονόματα του Νώε, του Δανιήλ, του Ιώβ, του Μωϋσή, και του Σαμουήλ, που είχαν καθιερωθεί ως άγιοι μεγάλου βεληνεκούς, θεοπρόβλητοι και θεάρεστοι. Είναι σαν να λέγει ο Θεός σήμερα· «Ακόμη και η Παναγία και οι απόστολοι και ο Χρυσόστομος και ο Αθανάσιος να προσευχηθούν για σας, δεν σας βοηθώ. Η κακία σας είναι απροσμέτρητη και φοβερή.
Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της.
Την έχουμε αυτή τη σχέση; Πηγαίνουμε στην Εκκλησία, κοινωνούμε, εξομολογούμαστε, αγρυπνούμε, νηστεύουμε, ελεούμε, συγχωρούμε, προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές; Ο καθένας ας ρωτήσει τον εαυτό του και ας δώσει προσωπικά και υπεύθυνα την απάντηση.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011
Ερμηνεία στο "Πάτερ ημών" Αγίου Μάξιμου του Ομολογητού
Αυτόν ακριβώς, εννοώ το φόβο, επειδή κατάλαβε ο μακάριος Δαβίδ ότι συγκρατεί περισσότερο απ' όλα τη θεία αγάπη, λέει: «ο φόβος του Κυρίου είναι αγνός και μένει αιώνια». Ήξερε δηλαδή ότι αυτός είναι διαφορετικός από εκείνον που προκαλείται από το δέος της τιμωρίας των αμαρτημάτων. Γιατί τούτος εκδιώκεται και αφανίζεται ολότελα από την παρουσία της αγάπης, όπως δείχνει ο μέγας ευαγγελιστής Ιωάννης, λέγοντας κάπου στους λόγους του: «η αγάπη διώχνει το φόβο»· ενώ ο προηγούμενος φόβος είναι φυσικό χαρακτηριστικό του νόμου της αληθινής στοργής, και με τη συστολή εξασφαλίζει στους αιώνες για τους αγίους το θέσπισμα και την εκδήλωση της αγάπης ολότελα αδιάφθορα προς το Θεό και μεταξύ τους.
Συγκερνώντας λοιπόν, όπως είπα, το φόβο μου πρός τον κύριό μου με τον πόθο, φύλαξα μέχρι σήμερα αυτόν το νόμο της αγάπης. Έτσι εμποδιζόμουν να γράψω από τη συστολή, για να μη βρει τόπο η καταφρόνηση· η εύνοια πάλι μ' έσπρωχνε στο να γράφω, για να μη θεωρηθεί μίσος η τέλεια αποφυγή να γράψω. Γράφω λοιπόν, επειδή διατάζομαι να το κάνω, όχι όσα σκέφτομαι εγώ, αλλά όσα θέλει ο Θεός και παρέχει με τη χάρη Του ώστε να προκύψει ωφέλεια. Γιατί το θέλημα του Κυρίου, όπως λέει ο Δαβίδ, παραμένει στους αιώνες, και οι λογισμοί της καρδιάς Του σε γενεά και γενεά. Θέλημα του Θεού και Πατέρα ίσως είπε την απόρρητη κένωση του μονογενούς Υιού για τη θέωση της φύσεώς μας, μέσα στην οποία περιορίζει το πέρας όλων των αιώνων. Και λογισμούς της καρδιάς Του ίσως είπε τους λόγους της πρόνοιας και της κρίσεως, σύμφωνα με τους οποίους διευθύνει σοφά και την παρούσα ζωή μας και τη μέλλουσα, σαν κάποιες ξεχωριστές γενεές, προσδίδοντας κατάλληλα στην κάθε μία τον τρόπο ενέργειας που της αρμόζει. Εφόσον τώρα έγο του θείου θελήματος είναι η θέωση της φύσεώς μας, και σκοπός των θείων λογισμών είναι η οδήγηση στο τέλος του του σκοπού της ζωής μας, άρα συμφέρει να γνωρίσομε τη δύναμη της Προσευχής του Κυρίου και να την κάνομε πράξη, και έπειτα να την εκθέσομε γραπτώς όπως πρέπει. Κι αφού μάλιστα ο κύριός μου αυτήν την προσευχή θυμήθηκε γράφοντας σ' εμένα το δούλο του παρακινημένος από το Θεό, αυτήν θα κάνω κι εγώ αναγκαστικά θέμα των λόγων μου, και παρακαλώ τον Κύριο που μας δίδαξε αυτή την προσευχή, να ανοίξει το νου μου για να κατανοήσω τα μυστήρια που αυτή περιέχει, και να μου δώσει τον κατάλληλο λόγο για να τα εκφράσω με σαφήνεια. Γιατί η προσευχή αυτή με τρόπο συνοπτικό περιέχει κρυμμένο μυστικά όλο το σκοπό όσων αναφέρθηκαν, ή, για να κυριολεκτήσω, τον κηρύττει καθαρά σ' εκείνους που έχουν δεκτικό νου. Η προσευχή αυτή περιέχει αίτηση όλων όσα προξένησε με την κένωσή Του κατά τη σάρκωση ο Λόγος του Θεού και διδάσκει να επιδιώκομε εκείνα τα αγαθά, τα οποία μόνον ο Θεός και Πατέρας, μέσω της φυσικής μεσιτείας του Υιού, χορηγεί αληθινά με το Άγιο Πνεύμα. Επειδή μεσίτης Θεού και ανθρώπων —κατά τον θείο Απόστολο— είναι ο Κύριος Ιησούς, καθώς με τη σάρκωσή Του φανερώνει στους ανθρώπους τον Πατέρα που αγνοούσαν, και στον Πατέρα φέρνει μέσω του Πνεύματος τους ανθρώπους συμφιλιωμένους με Αυτόν, για χάρη της σωτηρίας των οποίων έγινε άνθρωπος χωρίς να υποστεί μεταβολή. Και έγινε διδάσκαλος και αυτουργός πολλών νέων μυστηρίων, τόσων ώστε δεν μπορεί ποτέ ο λόγος να τα συλλάβει στο πλήθος και το μέγεθός τους. Από αυτά, φαίνεται πως δώρισε με εξαιρετική μεγαλοδωρία στους ανθρώπους εφτά, γενικότερα από τα άλλα, κι αυτών τη δύναμη, καθώς είπα, περιέχει μυστικά ο σκοπός της προσευχής. Αυτά είναι: θεολογία, υιοθεσία με τη χάρη, ισοτιμία προς τους αγγέλους, μετοχή στην αιώνια ζωή, αποκατάσταση της φύσεως που στρέφεται απαθώς στον εαυτό της, κατάλυση του νόμου της αμαρτίας και κατάργηση της τυραννίας του πονηρού που κυριάρχησε πάνω μας με απάτη. Ας εξετάσομε λοιπόν την αλήθεια των λεγομένων. Θεολογία διδάσκει ο Λόγος του Θεού με τη σάρκωσή Του, καθώς φανερώνει στον εαυτό Του τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Γιατί όλος ο Πατέρας και όλο το Άγιο Πνεύμα ήταν κατά την ουσία σε όλο τελείως τον Υιό και κατά τη σάρκωσή Του, χωρίς Αυτοί να σαρκωθούν, αλλά ο μεν Πατέρας ευδοκούσε, το δε Πνεύμα συνεργούσε με τον Υιό που δεχόταν ο ίδιος τη σάρκωση, αφού βέβαια ο Λόγος εξακολούθησε να έχει Νου και Ζωή, μη χωρώντας σε απολύτως τίποτε άλλο κατά την ουσία Του, παρά μόνο στον Πατέρα και το Πνεύμα, και πραγματοποιώντας την υποστατική Του ένωση με τη σάρκα από αγάπη προς τον άνθρωπο. Υιοθεσία παρέχει, χαρίζοντας την υπέρ φύση ουράνια γέννηση και συνθέωση με τη χάρη του Πνεύματος. Αυτό που φυλάγει κατά Θεόν και διατηρεί την υιοθεσία, είναι η προαίρεση εκείνων που έλαβαν αυτή τη γέννηση, η προαίρεση που δέχεται με ειλικρινή διάθεση τη χάρη που δόθηκε και που ομορφαίνει πιο πολύ με την επιμελή εργασία των εντολών το κάλλος που δόθηκε κατά χάρη. Αυτή με την αποβολή των παθών οικειοποιείται τόσο πολύ τη θεότητα, όσο ο Λόγος του Θεού με την εκούσια κένωσή Του από την υψηλή δόξα Του κατ' οικονομίαν έγινε αληθινά άνθρωπος. Έκανε τους ανθρώπους ισότιμους με τους αγγέλους, όχι μόνον επειδή με το αίμα του σταυρού Του ειρηνοποίησε τα επίγεια και τα επουράνια και καταργώντας τις εχθρικές δυνάμεις που βρίσκονται στην περιοχή μεταξύ ουρανού και γης, έδειξε πώς υπάρχει μία σύναξη των επιγείων και των ουρανίων δυνάμεων για τη [διανομή] των θείων δώρων, καθώς η ανθρώπινη φύση γεμάτη αγαλλίαση με μία κοινή θέληση συμψάλλει με τις ουράνιες δυνάμεις τη δόξα του Θεού· αλλά κι επειδή, μετά την εκπλήρωση τής για χάρη μας οικονομίας, καθώς αναλήφθηκε στους ουρανούς μαζί με το σώμα που είχε προσλάβει, ένωσε μέσω του εαυτού Του τη γη με τον ουρανό και σύναψε τα αισθητά με τα νοητά και έδειξε μια την κτιστή φύση, που παρά τις ακρότητες των μερών της, είναι ενωμένη με τον εαυτό της με την αρετή και την επίγνωση της πρώτης Αιτίας. Έδειχνε νομίζω, με όσα κατά μυστικό τρόπο επιτελούσε, ότι ο λόγος είναι η ένωση των διαιρεμένων, ενώ η αλογία διαίρεση των ενωμένων. Ας μάθομε επομένως, να επιδιώκομε τη λογοποίηση με την πρακτική αρετή, για να μην ενωθούμε μόνο με τους αγγέλους μέσω της αρετής, αλλά και με το Θεό μέσω της γνώσεως, κατά την απομάκρυνσή μας από τα όντα. Μεταδίδει θεία ζωή κάνοντας τον εαυτό Του τροφή μας, όπως γνωρίζει Αυτός και όσοι έλαβαν απ' Αυτόν αυτή τη νοερή αίσθηση, ώστε με τη γεύση αυτής της τροφής να μάθουν αληθινά με επίγνωση, ότι ο Κύριος είναι αγαθός και μεταδίδει θεία ποιότητα προς θέωση σ' όσους τον τρώνε, αφού ολοφάνερα και είναι και ονομάζεται άρτος ζωής και δυνάμεως. Αποκαθιστά τη φύση στον εαυτό της, όχι μόνο γιατί όταν έγινε άνθρωπος κράτησε τη διάθεσή του απαθή και ειρηνική απέναντι στην ανθρώπινη φύση, χωρίς ούτε απέναντι των σταυρωτών Του να σαλευθεί στο ελάχιστο, αλλά αντίθετα μάλλον, προτίμησε το θάνατο για χάρη τους αντί τη ζωή,πράγμα που δείχνει ότι το πάθος ήταν εκούσιο, γιατί επικυρώνεται από τη φιλάνθρωπη διάθεση του πάσχοντος. Αλλά και γιατί κατάργησε την έχθρα καρφώνοντας πάνω στο σταυρό το χειρόγραφο της αμαρτίας, για το οποίο η φύση είχε αδιάλλακτο πόλεμο εναντίον του εαυτού της, και αφού κάλεσε κι εκείνους που ήταν μακριά και εκείνους που ήταν κοντά, δηλαδή τους Ιουδαίους που είχαν το Νόμο και τους εθνικούς, γκρέμισε το μεσότοιχο που τους χώριζε, δηλαδή αποσαφήνισε τις εντολές του Νόμου με τη διδασκαλία Του, και έκτισε από τους δύο ένα καινούργιο άνθρωπο, φέρνοντας ειρήνη και συμφιλιώνοντάς μας μέσω του εαυτού Του με τον Πατέρα και μεταξύ μας, ώστε να μην έχομε πλέον προαίρεση που να αντιστέκεται στη λογική μας φύση, άλλ' όπως στη φύση, έτσι και στην προαίρεση να είμαστε αμετάβλητοι. Καθαρίζει τη φύση από το νόμο της αμαρτίας, γιατί δεν επέτρεψε να προηγηθεί ηδονή στη γέννησή Του, που έγινε για χάρη μας. Γιατί η σύλληψή Του έγινε παραδόξως χωρίς σπορά, και η γέννηση υπέρ φύση χωρίς φθορά της παρθενίας. Στερέωσε δηλαδή ο γεννηθείς Θεός στη μητέρα Του, αντίθετα από τη φύση, τα δεσμά της παρθενίας με τη γέννησή Του, και ελευθέρωσε όλη τη φύση από την εξουσία του νόμου που κυριαρχούσε πάνω της· αυτό βέβαια ισχύει για όσους θέλουν να μιμούνται με τη νέκρωση των γήινων μελών τους τον εκούσιο θάνατό Του. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας είναι για κείνους που το θέλουν, και δεν επιβάλλεται τυραννικά. Καταργεί την τυραννία του πονηρού που κυριάρχησε πάνω μας με απάτη, προβάλλοντας τη σάρκα που είχε νικηθεί στον Αδάμ σαν όπλο εναντίον του και νικώντας τον. Έτσι έκανέ τη σάρκα, που πριν είχε συλληφθεί και θανατωθεί, να συλλάβει αυτόν που την είχε συλλάβει και ν' αφανίσει με το φυσικό θάνατό της τη ζωή του· σ' αυτόν μεν έγινε δηλητήριο, για να εμέσει όλους όσους κατάπιε έχοντας επικρατήσει με τη δύναμη του θανάτου που διέθετε, στο δε γένος των ανθρώπων έγινε ζωή, που ωθεί σαν προζύμι προς ανάσταση ζωής όλη την ανθρώπινη φύση, για χάρη της οποίας κυρίως ο Λόγος, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος —πράγμα και άκουσμα όντως παράδοξο— και καταδέχθηκε θεληματικά το θάνατο της σάρκας Του. Όλων αυτών, όπως είπα, περιέχει αίτηση η Κυριακή Προσευχή. Γιατί αναφέρει τον Πατέρα και το όνομά Του και τη βασιλεία Του. Και πάλι παρουσιάζει τον προσευχόμενο ότι είναι κατά χάρη γιος αυτού του Πατέρα. Ζητεί ν' αποκτήσουν ένα θέλημα όσοι είναι στον ουρανό και στη γη. Προστάζει να ζητούμε τον επιούσιο άρτο. Νομοθετεί στους ανθρώπους τη συμφιλίωση και, με την παροχή και αίτηση συγχωρήσεως μεταξύ τους, συνδέει την ανθρώπινη φύση με τον εαυτό της, ώστε να μην χωρίζεται με τη διαφορά της γνώμης. Επίσης διδάσκει να προσευχόμαστε να μην μπούμε σε πειρασμό, επειδή αυτός είναι ο νόμος της αμαρτίας. Και μας συμβουλεύει να λυτρωθούμε από τον πονηρό. Έπρεπε Αυτός, ο δημιουργός και δωρητής των αγαθών, να είναι και δάσκαλος σε μαθητές που πιστεύουν σ' Αυτόν και μιμούνται την κατά σάρκα ζωή Του, δίνοντάς τους ως υποθήκες ζωής τα λόγια αυτής της προσευχής, με τα οποία φανέρωνε σ' αυτούς τους απόκρυφους θησαυρούς της γνώσεως και της σοφίας που υπάρχουν κατ' είδος σ' Αυτόν, διεγείροντας προς την απόλαυσή τους την επιθυμία των προσευχομένων. Γι' αυτό, νομίζω, ονόμασε προσευχή αυτή τη διδασκαλία ο Λόγος, επειδή περιέχει αίτηση των δώρων που δίνονται κατά χάρη από το Θεό στους ανθρώπους. Οι θεόπνευστοι Πατέρες μας όρισαν την προσευχή, ότι είναι αίτηση εκείνων, τα οποία ο Θεός εκ φύσεως δωρίζει στους ανθρώπους όπως ταιριάζει στη θεότητά Του. Όπως και ευχή είπαν το τάξιμο αυτών που προσφέρουν στο Θεό οι άνθρωποι που τον λατρεύουν με γνησιότητα. Το λέει σε πολλά σημεία και η Γραφή: «Αν κάνετε ευχή (τάξιμο), να την εκπληρώσετε στον Κύριο και Θεό μας», και: «Όσα σου υποσχέθηκα με ευχή, Κύριε, θα σου τα αποδώσω». Και πάλι, περί προσευχής λέει: «Και προσευχήθηκε η Άννα στον Κύριο, λέγοντας· Κύριε Κύριε, Θεέ Σαββαώθ, εισάκουσε τη δούλη Σου και χάρισέ μου παιδί...», και: «Προσευχήθηκε στον Κύριο ο Εζεκίας, ο βασιλιάς Ιούδα, και ο προφήτης Ησαΐας, ο γιος του Αμώς», και: «Όταν εσείς προσεύχεστε, να λέτε· Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς...», που είπε ο Κύριος στους μαθητές Του. Ώστε μπορούμε να πούμε ότι η ευχή είναι υπόσχεση τηρήσεως των εντολών, που βεβαιώνεται από την προαίρεση αυτού που έκανε την ευχή, ενώ προσευχή είναι η αίτηση εκείνου που τήρησε τις εντολές, να μεταβληθεί σύμφωνα με τις εντολές που τήρησε. Ή μάλλον, η ευχή είναι αγώνας αρετής, τον οποίο πολύ ευάρεστα δέχεται ο Θεός όταν του προσφέρεται, ενώ η προσευχή είναι έπαθλο της αρετής, το οποίο ο Θεός ανταποδίδει με πολλή χαρά. Αφού λοιπόν αποδείχτηκε με τα παραπάνω ότι η προσευχή είναι αίτηση των αγαθών που δωρήθηκαν από τον σαρκωθέντα Λόγο, ας βάλομε Αυτόν δάσκαλο του λόγου της προσευχής, κι ας αρχίσομε με θάρρος να εξετάσομε προσεκτικά με τη θεωρία, όσο είναι δυνατόν, το νόημα κάθε ρητού της προσευχής, όσο συνηθίζει να χορηγεί προς το συμφέρον μας ο Λόγος και μ' όση δύναμη δίνει προς κατανόηση στη διάνοια εκείνου που γράφει αυτά. «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς· αγιασθήτω το όνομά σου· ελθέτω η βασιλεία σου». Πρεπόντως ο Κύριος διδάσκει αμέσως ν' αρχίσουν οι [προσευχόμενοι] από τη θεολογία· επίσης εισάγει στο μυστήριο του τρόπου που υπάρχει η Αιτία που δημιούργησε τα όντα, Αυτός που είναι κατά την ουσία αίτιος των όντων. Γιατί τα λόγια της προσευχής περιέχουν φανέρωση του Πατέρα, και του ονόματος του Πατέρα, και της βασιλείας του Πατέρα, για να μάθομε ευθύς εξ αρχής να σεβόμαστε την εν Μονάδι Τριάδα και να την επικαλούμαστε και να την προσκυνούμε. Επειδή όνομα του Θεού και Πατέρα, με ουσιώδη υπόσταση, είναι ο Μονογενής Υιός. Και βασιλεία του Θεού και Πατέρα, με ουσιώδη υπόσταση, είναι το Άγιο Πνεύμα. Γιατί εκείνο που λέει εδώ ο Ματθαίος βασιλεία, αλλού άλλος Ευαγγελιστής το ονομάζει Πνεύμα Άγιο, λέγοντας: «Ας έρθει το Πνεύμα το Άγιο και ας μας καθαρίσει». Γιατί ο Πατέρας δεν απόκτησε εκ των υστέρων το όνομα, ούτε ως αξίωμα που έλαβε εκ των υστέρων νοούμε τη βασιλεία· δεν έχει αρχή στο είναι Του, για να αρχίσει να είναι και Πατέρας και Βασιλεύς, αλλά καθώς πάντοτε υπάρχει, είναι και πάντοτε Πατέρας και Βασιλεύς, χωρίς να λάβει ποτέ αρχή να είναι Πατέρας και Βασιλεύς. Αν τώρα, με το να υπάρχει πάντοτε, είναι πάντοτε και Πατέρας και Βασιλεύς, άρα πάντοτε και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα συνυπάρχουν κατά την ουσία ως υποστάσεις με τον Πατέρα. Από Αυτόν παίρνουν την ύπαρξη και είναι μέσα σ' Αυτόν φυσικώς πάνω από αιτία και λόγο, όχι όμως ύστερα από Αυτόν, ούτε και έγιναν αργότερα από κάποια αιτία. Γιατί η σχέση μεταξύ των τριών Προσώπων υποδηλώνει τη συνύπαρξή Τους και δεν επιτρέπει αυτά, των οποίων είναι και λέγεται σχέση, να θεωρούνται μεταγενέστερα το ένα από το άλλο. Αφού λοιπόν αρχίσαμε αυτή την προσευχή, βιαζόμαστε να τιμήσομε την ομοούσια και υπερούσια Τριάδα ως δημιουργική αιτία της υπάρξεώς μας. Επίσης διδασκόμαστε να ομολογούμε τη χάρη της υιοθεσίας, με το να αξιωνόμαστε να ονομάζομε Πατέρα κατά χάρη τον εκ φύσεως Δημιουργό. Έτσι, από σεβασμό προς την ονομασία Εκείνου που μας γέννησε κατά χάρη, θα φροντίζομε να αποτυπώνομε στη ζωή μας τα χαρακτηριστικά του Πατέρα μας αγιάζοντας το όνομά Του πάνω στη γη, μιμούμενοι Αυτόν, αποδεικνύοντας ότι είμαστε παιδιά Του με τα έργα μας, και δοξάζοντας τον αυτουργό αυτής της υιοθεσίας, τον φυσικό Υιό του Πατέρα, με τα νοήματα και τις πράξεις μας. Αγιάζομε το όνομα του κατά χάρη επουρανίου Πατέρα, όταν νεκρώνομε την επιθυμία προς την ύλη και καθαριζόμαστε από τα καταστρεπτικά πάθη, αν βέβαια αγιασμός είναι η τέλεια ακινησία και νέκρωση της επιθυμίας που ενεργεί με την αίσθηση. Όταν φτάσομε σ' αυτή, καταπραΰνομε και τις άπρεπες κραυγές του θυμού, αφού δεν έχομε πλέον την επιθυμία να τον ερεθίζει και να τον πείθει να υπερασπίζεται τις ηδονές που αυτή θέλει, επειδή η επιθυμία νεκρώθηκε πια με την κατά λόγον αγιότητα. Γιατί ο θυμός είναι φυσικός συνήγορος της επιθυμίας, και τότε παύει να μανιάζει, όταν τη δει νεκρή. Εύλογα λοιπόν, με την αποβολή του θυμού και της επιθυμίας, επακολουθεί κατά την προσευχή το κράτος της βασιλείας του Θεού σ' εκείνους που, αφού αποβάλουν αυτά τα δύο πάθη, αξιώνονται να πουν: «Ελθέτω η βασιλεία σου», δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, όταν πια με την πραότητα έγιναν ναοί του Θεού δια του Πνεύματος. Γιατί λέει: «σε ποιον θα αναπαυθώ, αν όχι σ' εκείνον που είναι πράος και ταπεινός και τρέμει τα λόγια μου;» Από αυτό λοιπόν φαίνεται ότι στους ταπεινούς και πράους ανήκει η βασιλεία του Θεού και Πατέρα. Γιατί λέει: «Μακάριοι είναι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γή». Ο Θεός δεν υποσχέθηκε να δώσει κληρονομία σ' όσους τον αγαπούν, αυτή τη γη, η οποία κατέχει εκ φύσεως τη μέση θέση του σύμπαντος, αν βέβαια λέει αλήθεια εκείνος που είπε: «Στην ανάσταση ούτε οι άνδρες έρχονται σε γάμο, ούτε οι γυναίκες παντρεύονται, αλλά είναι όλοι σαν άγγελοι του Θεού στον ουρανό», και: «Ελάτε σεις οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου να κληρονομήσετε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας αφότου θεμελιωνόταν ο κόσμος», και σε άλλο σημείο είπε στον δούλο που εργάστηκε πιστά: «Έλα να συμμετάσχεις στη χαρά του Κυρίου σου». Και ο θειος Απόστολος στη συνέχεια έλεγε: «Θ' ακουστεί σάλπισμα και θ' αναστηθούν πρώτα άφθαρτοι όσοι πέθαναν πιστοί στο Χριστό· έπειτα εμείς που θα έχουμε απομείνει ζωντανοί, θ' αρπαγούμε μαζί μ' αυτούς από σύννεφα για να προϋπαντήσομε τον Κύριο στον αέρα. Κι έτσι για πάντα θα είμαστε μαζί με τον Κύριο». Όταν λοιπόν όλα αυτά είναι έτσι υποσχεμένα σ' όσους αγαπούν τον Κύριο, ποιος θα περιορίσει το νου του στο γράμμα μόνο της Γραφής και θα πει ότι ο ουρανός και η βασιλεία που έχει ετοιμαστεί από καταβολής κόσμου, και η χαρά του Κυρίου η κρυμμένη μυστικά, και η αιώνια και αχώριστη διαμονή και εγκατάσταση των αξίων κοντά στον Κύριο, πώς είναι ταυτόσημα με τη γη, και μάλιστα όταν κατευθύνεται από το λόγο και θέλει να είναι υπηρέτης του λόγου; Αλλά νομίζω ότι λέγοντας τώρα γη, εννοεί τη μόνιμη και εντελώς αμετακίνητη από το καλό έξη και δύναμη της ατρεψίας των πράων, η οποία βρίσκεται πάντοτε μαζί με τον Κύριο, έχει ανεξάντλητη χαρά, έχει οικειοποιηθεί την ανέκαθεν ετοιμασμένη βασιλεία και αξιώθηκε την επουράνια θέση και τιμή. Και σαν γη που έχει καταλάβει θέση στη μέση του παντός, εννοεί το λόγο της αρετής, κατά τον οποίο ο πράος ευρισκόμενος ανάμεσα σε επαίνους και κατηγορίες, μένει απαθής, και μήτε από τους επαίνους φουσκώνει, μήτε από τις ύβρεις γίνεται κατηφής. Γιατί απ' όσα το λογικό είναι κατά φύση ελεύθερο, έχοντας απομακρύνει την επιθυμία του από αυτά, δεν αισθάνεται τις ενοχλήσεις και τις προσβολές τους, επειδή έχει απαλλάξει τον εαυτό του από την ταραχή γύρω απ' αυτά και έχει μεταφέρει όλη τη δύναμη της ψυχής του στη θεία και αμέριμνη ελευθερία. Αυτήν ο Κύριος θέλοντας να δώσει στους μαθητές Του, είπε: «Σηκώστε πάνω σας τον ζυγό μου και μάθετε από μένα οτι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά· και θα βρουν ανάπαυση οι ψυχές σας». Ανάπαυση εννοεί το κράτος της θείας βασιλείας, γιατί παρέχει στους αξίους εξουσία απαλλαγμένη από κάθε δουλεία. Αν λοιπόν στους ταπεινούς και πράους δίνεται το ακατάλυτο κράτος της αθάνατης βασιλείας, ποιος δε θα ερωτευθεί και δε θα ποθήσει τα θεία αγαθά; Ποιος δε θα επιθυμήσει απόλυτα την ταπείνωση και την πραότητα, για να γίνει είκόνα της θείας βασιλείας, όσο είναι δυνατόν σε άνθρωπο, εμφανίζοντας κατά χάρη απαράλλακτη την πνευματική ομοίωση με τον κατά φύση και κατ' ουσίαν αληθινά μεγάλο βασιλιά Χριστό; Στην κατάσταση αυτή, όπως λέει ο θείος Απόστολος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα, δηλαδή θυμός και επιθυμία· ο πρώτος απομακρύνει βίαια το λογικό και βγάζει έξω από το νόμο της φύσεως τη διάνοια, ενώ η δεύτερη θεωρεί ως πιο αξιαγάπητα τα δημιουργήματα από τη μία και μοναδική επιθυμητή και απαθή Αιτία και φύση, και επομένως προτιμά τη σάρκα παρά το πνεύμα και βρίσκει την απόλαυση των ορατών πιο ευχάριστη από τη δόξα και λαμπρότητα των νοητών, εμποδίζοντας με την απαλότητα της ηδονής των αισθήσεων το νου να εννοεί τα συγγενή του και θεία νοητά. Υπάρχει όμως μονότατος ο λόγος, τελείως γυμνωμένος και από αυτή την απαθή, αλλά φυσική ωστόσο στοργή και διάθεση προς το σώμα, λόγω του πλούτου της αρετής, καθώς το πνεύμα νικά τελείως την φύση και την πείθει να αφήσει την ηθική φιλοσοφία, όταν πρέπει ο νους να ενωθεί με τον ύπερούσιο Λόγο με απλή και αδιαίρετη θεωρία, παρόλο που η ηθική φιλοσοφία εκ φύσεως βοηθεί το νου να [χωρίσει] και να προσπεράσει εύκολα όσα υπάγονται στη ροή του χρόνου. Γιατί όταν αυτά ξεπεραστούν, δεν είναι εύλογο να βαρύνεται από τους τρόπους της ηθικής, σαν να φορεί μηλωτή, εκείνος που αποδείχτηκε ακράτητος από τα αισθητά. Και αυτό το φανερώνει ο μέγας Ηλίας, υποδηλώνοντας μ' εκείνα που έκανε συμβολικά αυτό το μυστήριο. Κατά την αρπαγή του δηλαδή στον ουρανό, έδωσε στον Ελισσαίο τη μηλωτή, που σημαίνει τη νέκρωση της σάρκας, όπου θεμελιώνεται η μεγαλοπρέπεια της ηθικής κοσμιότητας, για να έχει έτσι ο μαθητής σύμμαχο το Πνεύμα εναντίον κάθε εχθρικής δυνάμεως και να πλήξει την άστατη και ρευστή φύση, της οποίας τύπος ήταν ο Ιορδάνης, ώστε να μην εμποδιστεί, βυθιζόμενος στη θολερότητα και ολισθηρότητα της προσκολλήσεως στά υλικά, να περάσει στην αγία γη. Ο ίδιος δε ο Ηλίας προχώρησε προς το Θεό ελεύθερος, χωρίς να τον κρατά απολύτως κανένα από τα όντα, με αμέριστη την επιθυμία και καθαρή τη γνώμη του, φτάνοντας κοντά στον απλό κατά τη φύση Του Θεό με τη βοήθεια των γενικών αρετών, που είναι αλληλοεξαρτώμενες και ζευγμένες μαζί σαν πύρινα άλογα στο ζυγό της γνώσεως. Γιατί γνώριζε ότι ο μαθητής του Χριστού πρέπει να χωριστεί από τις διαθέσεις που δεν είναι όπως οι γενικές αρετές αλληλοεξαρτώμενες και δεν μπορούν να μπουν στον ίδιο ζυγό. Η ανομοιότητά τους μαρτυρεί την αλλοτρίωση, αφού το πάθος της επιθυμίας προκαλεί διάχυση του αίματος που είναι γύρω στην καρδιά, και το πάθος του θυμού προκαλεί βρασμό του αίματος. Όποιος έφτασε να ζει και να κινείται και να υπάρχει εν Χριστώ, απομάκρυνε από πάνω του όσα είναι ασυνταίριαστα και αλλόκοτα, μη φέροντας μέσα του, σαν να ήταν «άντρας και γυναίκα», όπως είπα, τις αντίθετες διαθέσεις των παθών αυτών, για να μην υποδουλωθεί σ' αυτά το λογικό με το να αλλοιώνεται από τις άστατες μεταβολές τους. Γιατί στο λογικό έχει κατά φύση ενωθεί η ιερότητα της θείας εικόνας που πείθει την ψυχή να μεταπλασθεί κατά την προαίρεση και να ομοιωθεί με το Θεό και να γίνει πάμφωτο κατοικητήριο της μεγάλης Βασιλείας που συνυπάρχει ουσιωδώς ως υπόσταση με το Θεό και Πατέρα των όλων, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος και να δεχτεί —αν επιτρέπεται να πούμε— ολόκληρη κατά το δυνατόν την εξουσία της γνώσεως της θείας φύσεως. Στην κατάσταση αυτή, αφανίζονται φυσικώς όσα είναι χειρότερα και συγκροτούνται τα καλύτερα, καθώς η ψυχή, κατά τη χάρη της κλήσεώς της, φυλάγει όπως ο Θεός απαραβίαστη μέσα της την ύπαρξη των καλών που της έχουν δωρηθεί. Στην ψυχή αυτή πάντοτε γεννιέται με τη θέλησή Του ο Χριστός μυστικά, και σαρκώνεται διά μέσου των σωζόμενων, κάνοντας μητέρα παρθένο την ψυχή που τον γεννά· η οποία δεν έχει, για να πω με συντομία, τα γνωρίσματα της φύσεως που υπόκειται σε φθορά και γένεση, σαν «άνδρα και γυναίκα». Ας μην παραξενεύεται κανείς άκούοντας να αναφέρω τη φθορά πριν από τη γένεση· γιατί αν παρατηρήσει απαθώς και με τον ορθό λόγο τη φύση όσων γίνονται και αφανίζονται, θα διαπιστώσει καθαρά ότι η γένεση αρχίζει από τη φθορά και καταλήγει στη φθορά. Τα πάθη που χαρακτηρίζουν αυτή τη φύση, όπως είπα, δεν τα έχει ο Χριστός, δηλαδή ο βίος και ο λόγος του Χριστού κι αυτού που ομοιώθηκε με το Χριστό, αν βέβαια αληθεύει εκείνος που λέει: «Στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα», δηλαδή τα σημάδια και τα πάθη της φύσεως που υπόκειται σε γένεση και φθορά, παρά μονάχα θεοειδής λόγος διαποτισμένος από τη θεία γνώση, και μοναδική κίνηση της γνώμης που εκλέγει μόνο την αρετή. Επίσης δεν υπάρχει ούτε «Έλληνας και Ιουδαίος», με τους οποίους δηλώνονται οι διαφορετικοί, η πιο σωστά, οι αντίθετοι λόγοι περί Θεού. Γιατί ο πρώτος εισηγείται εκτεταμένη πολυαρχία και χωρίζει την μία αρχή σε αντιτιθέμενες ενέργειες και δυνάμεις, πλάθοντας μιά πολυθεϊκή λατρεία, αντιφατική λόγω του πλήθους των προσκυνουμένων θεών και γελοία λόγω των διαφόρων τρόπων προσκυνήσεως· ενώ ο δεύτερος εισάγει βέβαια μία αρχή, αλλά περιορισμένη και ατελή και σχεδόν ανυπόστατη, αφού δεν έχει λόγο και ζωή, και έτσι πέφτει κι αυτός στο ίδιο κακό με τον προηγούμενο, δηλαδή στην αθεΐα. Γιατί περιορίζει σε ένα πρόσωπο την μία Άρχή, που η ύπαρξή της στερείται λόγου και πνεύματος, ή τα έχει μόνο ως ιδιότητες. Και δεν αντιλαμβάνεται τούτο· ποιος Θεός είναι άμοιρος απ' αυτά; Ή πώς είναι Θεός, όταν τα έχει κατά μέθεξη ως γνωρίσματα, όπως συμβαίνει και με τα λογικά δημιουργήματα; Από αυτούς τους δύο λόγους, όπως είπα, κανένας δεν υπάρχει στο Χριστό· υπάρχει μόνο ο λόγος της αληθινής θεοσέβειας και ο σταθερός θεσμός της μυστικής θεολογίας, ο οποίος και τη διαστολή της θεότητας που εισάγει ο πρώτος αποδιώχνει, και τη συστολή της θεότητας του δευτέρου δεν παραδέχεται. Έτσι το θείον δε θα θεωρείται αντιφατικό, λόγω του φυσικού πλήθους —που είναι δοξασία ελληνική—, ούτε παθητό λόγο της ενικής υποστάσεως —που είναι άποψη ιουδαϊκή—, καθώς θα νομίζεται στερημένο από λόγο και πνεύμα, ή ότι τα έχει αυτά μόνο ως ιδιότητες, χωρίς να είναι Νους και Λόγος και Πνεύμα. Και διδάσκει εμάς που με την κλήση της χάρης έχομε υιοθετηθεί λόγω της πίστεως για να λάβομε επίγνωση της αλήθειας, να γνωρίζομε μιά φύση και μία δύναμη της θεότητας. Δηλαδή ένα Θεό σε τρεις υποστάσεις, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ως Νου που είναι μόνος αναίτιος και υπάρχει ουσιωδώς, γεννήτορα του μόνου άναρχου Λόγου που υπάρχει ουσιωδώς και πηγή της μόνης αιώνιας ζωής που υπάρχει ουσιωδώς, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος· Τριάδα σε Μονάδα και Μονάδα σε Τριάδα. Η θεότητα δεν είναι σαν κάτι μέσα σε άλλο· γιατί η Τριάδα δεν είναι για τη Μονάδα σαν γνώρισμα σε ουσία, ή αντίστροφα, η Μονάδα για την Τριάδα, επειδή η θεότητα είναι χωρίς ιδιότητες. Ούτε είναι κάτι και κάτι άλλο· γιατί η Μονάδα δε διαφέρει από την Τριάδα από ετερότητα φύσεως, αφού είναι μία και απλή φύση. Ούτε είναι κάτι και κάτι παραπλήσιο· γιατί η Τριάδα δε διακρίνεται από τη Μονάδα λόγω μειωμένης δυνάμεως, ή η Μονάδα από την Τριάδα, μήτε παραλλάζει η Μονάδα από την Τριάδα, ως κοινό και γενικό γνώρισμα που θεωρητικά μόνο διακρίνεται από τα επιμέρους, αφού είναι ουσία απολύτως αυθύπαρκτη και δύναμη όντως αυτοδύναμη. Ούτε πάλι η θεότητα είναι κάτι που προήλθε από κάτι άλλο· γιατί η Τριάδα δεν προήλθε από αύξηση της Μονάδας, αφού είναι αγέννητη και αυτοφανέρωτη. Αλλά είναι η ίδια αληθινά και Μονάδα και Τριάδα, και λεγόμενη και νοούμενη· Μονάδα κατά τον λόγο της ουσίας, Τριάδα κατά τον τρόπο της υπάρξεως. Η ίδια είναι όλη Μονάδα που δε μερίζεται από τις υποστάσεις, και η ίδια είναι όλη Τριάδα που δε συγχέεται στη Μονάδα, έτσι ώστε να μην εισάγε- ται ούτε η πολυθεΐα με το μερισμό, ούτε η αθεΐα με τη σύγχυση. Στην αποφυγή αυτών έγκειται το μεγαλείο του κατά Χριστόν λόγου. Λόγο Χριστού εννοώ το καινούργιο κήρυγμα της αλήθειας, στο οποίο δεν υπάρχει «άντρας και γυναίκα», δηλαδή τα σημεία και τα πάθη της φύσεως που υπόκειται σε φθορά και γένεση· ούτε «Έλληνας και Ιουδαίος», δηλαδή οι αντίθετοι λόγοι σχετικά με τη θεότητα· ούτε «περιτομή και ακροβυστία», δηλαδή οι ανάλογες μ' αυτούς λατρείες. Από αυτές η πρώτη, μένοντας στά σύμβολα του Νόμου, θεωρεί κακή την ορατή κτίση και διαβάλλει τον Κτίστη ως δημιουργό κακών ενώ η άλλη, μένοντας στά πάθη, θεοποιεί την κτίση και εξεγείρει το πλάσμα εναντίον του Δημιουργού. Έτσι και οι δύο καταλήγουν στο ίδιο κακό, στην ύβρη του θείου. Επίσης δεν υπάρχει ούτε «βάρβαρος και Σκύθης», δηλαδή η διάσταση κατά τη γνώμη της κοινής φύσεως των ανθρώπων που τους οδηγεί σε συγκρούσεις μεταξύ τους, από την οποία μπήκε παρά φύση στη ζωή των ανθρώπων ο φθοροποιός νόμος της αλληλοκτονίας. Ούτε υπάρχει «δούλος ή ελεύθερος», δηλαδή δεν υπάρχει διαίρεση της κοινής φύσεως αντίθετα με τη γνώμη της, η οποία είναι αιτία να ατιμάζει ο ένας τον άλλο, παρ' όλο που είναι ομότιμοι κατά φύση, παίρνοντας ως επίκουρο νόμο τη διάθεση εκείνων που εξουσιάζουν τυραννικά και προσβάλλουν τη θεία είκόνα του ανθρώπου. Αλλά τα πάντα και στα πάντα είναι ο Χριστός, ο οποίος μέσω του Πνεύματος, με τρόπο που υπερβαίνει τη φύση και το νόμο, μορφώνει μέσα στον άνθρωπο την άναρχη βασιλεία. Τη βασιλεία αυτή εκ φύσεως χαρακτηρίζει, όπως αποδείχτηκε, η πραότητα και η ταπείνωση της καρδιάς. Αυτά τα δύο όταν συνυπάρχουν, φανερώνουν τέλειο τον άνθρωπο που κτίζεται κατά Χριστόν. Γιατί κάθε ταπεινός είναι οπωσδήποτε και πράος· και κάθε πράος είναι οπωσδήποτε και ταπεινός. Είναι ταπεινός γιατί γνωρίζει ότι έχει λάβει την ύπαρξή του δανεική, και πράος γιατί έχει αντιληφθεί την ορθή χρήση των φυσικών δυνάμεων που του δόθηκαν έτσι τις θέτει στην υπηρεσία του λόγου προς γένεση της αρετής, ενώ απομακρύνει τελείως την ενέργειά τους από την αίσθηση. Και γι' αυτό είναι κατά το νου πάντοτε αεικίνητος προς το Θεό, ενώ κατά την αίσθηση δεν λαμβάνει καθόλου πείρα απ' ο,τιδήποτε είναι λυπηρό για το σώμα, ούτε εντυπώνει στην ψυχή του ίχνος λύπης, ώστε ν' αλλοιωθεί η χαροποιός διάθεσή της. Γιατί δε θεωρεί ότι το οδυνηρό στην αίσθηση είναι στέρηση της ηδονής, αφού μία μόνο ηδονή ξέρει, τη συμβίωση της ψυχής με το λόγο, η στέρηση της οποίας είναι κόλαση ατελείωτη και περιλαμβάνει φυσικώς όλους τους αιώνες. Και γι' αυτό, αφήνοντας και το σώμα και όλα τα του σώματος, προχωρεί με δύναμη προς τη θεία συμβίωση, και μία θεωρεί ζημία, έστω κι αν κυριαρχεί σ' όλη τη γη: την αποτυχία της κατά χάρη θεώσεως που ελπίζομε. Ας αγνίσομε λοιπόν τον εαυτό μας από κάθε σαρκικό και πνευματικό μολυσμό, για να αγιάσομε το θείο όνομα αφού σβήσομε τη φωτιά της επιθυμίας που διεγείρεται άπρεπα από τα πάθη, και με το λογικό ας [δέσομε γερά] το θυμό που μανιάζει άτακτα για χάρη των ηδονών. Έτσι θα υποδεχτούμε τη βασιλεία του Θεού και Πατέρα, η οποία έρχεται με την πραότητα, και θα συνδέσομε τον επόμενο λόγο της προσευχής στά προηγούμενα, λέγοντας: «Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης». Εκείνος που λατρεύει μυστικά το Θεό με μόνη τη λογική δύναμη, χωρισμένη από την επιθυμία και το θυμό, αυτός εκπλήρωσε στη γη —όπως οι άγγελοι στον ουρανό— το θείο θέλημα και έγινε σε όλα μέτοχος της λατρείας και του τρόπου ζωής των αγγέλων, όπως λέει κάπου ο μέγας Απόστολος: «Εμείς όμως είμαστε πολίτες του ουρανού». Στον ουρανό δεν υπάρχει επιθυμία που να παραλύει με την ηδονή τις νοερές δυνάμεις, ούτε θυμός που να λυσσάει γαυγίζοντας μ' ευχαρίστηση κατά του πλησίον αλλά υπάρχει τελείως μόνος ο λόγος, που κατευθύνει φυσικώς προς τον πρώτο Λόγο τους λογικούς, και στον οποίο μόνο χαίρεται ο Θεός, και τον οποίο μόνο ζητεί από εμάς τους δούλους Του. Αυτό φανερώνει ο Θεός, λέγοντας προς τον μέγα Δαβίδ: «Τι υπάρχει για μένα στον ουρανό, και από σένα τι θέλω άλλο πάνω στη γή;» Τίποτε βέβαια δεν υπάρχει στον ουρανό που να προσφέρεται από τους αγίους αγγέλους στο Θεό, πλην της λογικής λατρείας· την οποία επιζητεί κι από μας ο Θεός και γι' αυτό μας δίδαξε να λέμε όταν προσευχόμαστε: «Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης». Ας κινηθεί λοιπόν το λογικό μας προς αναζήτηση του Θεού, και η επιθυμητική μας δύναμη προς τον πόθο Του, κι ας αγωνίζεται το θυμικό μας για να τον κρατήσει. Ή καλύτερα, ο νους ας τεντώνεται όλος προς το Θεό, παίρνοντας κατά κάποιο τρόπο τον τόνο και το νεύρο του από το θυμικό και φλογιζόμενος με τον πόθο της ακρότατης επιθυμίας. Γιατί όταν μιμούμαστε έτσι τους επουράνιους αγγέλους, θα βρεθούμε να λατρεύομε παντοτινά το Θεό, παρουσιάζοντας πάνω στη γή την ίδια πολιτεία με τους αγγέλους, καθώς ο νους μας —όμοια με το δικό τους— δε θα κινείται καθόλου προς κανένα δημιούργημα. Όταν πολιτευόμαστε έτσι σύμφωνα με την προσευχή, θα δεχτούμε σαν άρτο επιούσιο και ζωοποιό για διατροφή των ψυχών μας και διατήρηση της ευεξίας των αγαθών που μας δωρήθηκαν, τον Λόγο που είπε: «Εγώ είμαι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο». Αυτός γίνεται τα πάντα για μας που τρεφόμαστε από Αυτόν μέσω της σοφίας και της αρετής, ανάλογα με τη δεκτικότητα καθενός, και σωματώνεται με ποικίλους τρόπους διά μέσου καθενός από τους σωζομένους, με τρόπο που ο ίδιος γνωρίζει. Αυτά όλα θα τα δεχτούμε, ενώ ακόμη είμαστε στον παρόντα κόσμο, σύμφωνα με την έννοια του ρητού της προσευχής που λέει: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Με το «σήμερον» νομίζω ότι εννοεί την παρούσα ζωή, όπως θα μπορούσε κανείς να εννοήσει σαφέστερα το σημείο αυτό της προσευχής και να πει: «τον άρτο μας, που από την αρχή ετοίμασες για την αθανασία της φύσεως, δώσε μας σήμερα, που βρισκόμαστε στην παρούσα ζωή της θνητότητας, για να νικήσει τον θάνατο της αμαρτίας η τροφή του άρτου της ζωής και της επιγνώσεως», στην οποία δεν επέτρεψε στον άνθρωπο να συμμετάσχει η παράβαση της θεϊκής εντολής. Γιατί αν είχε χορτάσει με αυτή τη θεϊκή τροφή, δεν θα κυριευόταν από το θάνατο της αμαρτίας. (Εκείνος όμως που παρακαλεί να λάβει αυτόν τον άρτο τον επιούσιο, δεν δέχεται οπωσδήποτε όλο τον άρτο όπως είναι, αλλά ανάλογα με τη δεκτικότητά του. Γιατί ο Άρτος της ζωής, ως φιλάνθρωπος, δίνει σ' όλους όσους ζητούν, όχι όμως σ' όλους το ίδιο, αλλά σ' εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα έργα, περισσότερο, ενώ στους κατώτερους απ' αυτούς, λιγότερο. Στον καθένα λοιπόν όσο μπορεί να δεχτεί η κατάσταση του νου του.) Σ' αυτή την ερμηνεία του χωρίου αυτού με οδήγησε ο ίδιος ο Σωτήρας, ο οποίος διατάζει ρητώς τους μαθητές Του να μη φροντίζουν διόλου για αισθητή τροφή, λέγοντας: «μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Όλα αυτά τα επιζητούν τα έθνη του κόσμου. Να ζητάτε πρώτα απ' όλα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του, κι όλα αυτά θα ακολουθήσουν». Πώς λοιπόν διδάσκει να προσευχόμαστε για όσα μας έδωσε πριν εντολή να μη ζητάμε; Γιατί είναι φανερό ότι δε θα πρόσταζε να αιτούμε με προσευχή όσα συμβούλεψε να μη ζητάμε με την εντολή, αφού με την προσευχή μας πρέπει να αιτούμε μόνο ό,τι αρμόζει να ζητάμε σύμφωνα με κάποια εντολή. Επομένως δεν είναι θεμιτό να αιτούμε με προσευχή εκείνο που δε μας επιτρέπεται να ζητάμε από την εντολή. Αφού ο Σωτήρας έδωσε εντολή να ζητάμε μόνο τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του, εύλογα παρακινεί εκείνους που επιθυμούν τα θεία δώρα, να τη ζητούν και με την προσευχή. Έτσι, επικυρώνοντας τη χάρη όσων εκ φύσεως αρμόζει να ζητούνται με την προσευχή, ενώνει την προαίρεση εκείνων που ζητούν με το θέλημα Αυτού που παρέχει τη χάρη, και την κάνει ένα μ' αυτό. Αν τώρα και τον καθημερινό άρτο, με τον οποίο συγκρατείται φυσικώς η παρούσα ζωή, έχομε εντολή να ζητάμε με την προσευχή, ας μην ξεπεράσομε τα όρια της προσευχής φροντίζοντας με πλεονεξία για πολλά χρόνια, και ξεχάσομε ότι είμαστε θνητοί και ότι η ζωή μας φεύγει σαν σκιά. Αλλά ας ζητήσομε χωρίς μέριμνα με την προσευχή τον καθημερινό άρτο και ας άποδείξομε ότι, φιλοσοφώντας κατά Χριστόν, κάνομε το βίο μας μελέτη θανάτου και προφθάνομε τη φύση με τη γνώμη μας, αποχωρίζοντας την ψυχή από τη μέριμνα των σωματικών πριν ακόμη έρθει ο θάνατος. Έτσι η ψυχή δε θα προσηλωθεί στα φθαρτά, μεταφέροντας προς την υλη τη χρήση της κατά φύση επιθυμίας, και δε θα μάθει την πλεονεξία, η οποία στερεί από τον πλούτο των θείων αγαθών. Ας αποφύγομε λοιπόν με όλη μας τη δύναμη την αγάπη της ύλης, και ας πλύνομε τη σχέση με αυτή σαν σκόνη από τα νοερά μάτια· και ας αρκεσθούμε μόνο σ' εκείνα που συντηρούν την παρούσα ζωή και όχι σ' εκείνα που την ευχαριστούν. Και γι' αυτά ας παρακαλέσομε το Θεό όπως διδαχτήκαμε, για να μπορέσομε να φυλάξομε αδούλωτη την ψυχή μας, ώστε να μην αιχμαλωτιστεί από κανένα από όσα είναι αγαπητά για χάρη του σώματος, και να δείξομε ότι τρώμε για να ζούμε και όχι ότι ζούμε για να τρώμε. Γιατί το ένα είναι γνώρισμα λογικής, ενώ το άλλο άλογης φύσεως. Ας φυλάγομε με ακρίβεια την προσευχή και ας φαινόμαστε πάνω στα πράγματα ότι το μόνο που επιδιώκομε μ' όλη μας τη δύναμη είναι η πνευματική ζωή, και για ν' αποκτήσομε αυτήν χρησιμοποιούμε την παρούσα ζωή· που για χάρη της πνευματικής τη χρησιμοποιούμε τόσο, όσο να τη στηρίζομε με άρτο μονάχα και να φυλάγομε αδιάφθορη τη φυσική ευεξία της, όσο εξαρτάται από μας· όχι για να ζούμε απλώς, αλλά για να ζούμε κοντά στο Θεό. Και να κάνομε το σώμα άγγελο της ψυχής, λογικοποιημένο με τις αρετές, τη δε ψυχή να κάνομε κήρυκα του Θεού, στερεωμένη μόνιμα στο αγαθό. Τον άρτο τον φυσικό να τον ζητούμε για μιά μόνο ημέρα, χωρίς να τολμούμε να επεκτείνομε τη δέηση για δεύτερη ημέρα, από σεβασμό προς Αυτόν που μας έδωσε την προσευχή. Τέτοια διάθεση λοιπόν αν μπορέσομε να έχομε πραγματικά, σύμφωνα με την έννοια της προσευχής, θα μπορέσομε να προχωρήσομε και παρακάτω, λέγοντας: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία του προηγουμένου ρητού της προσευχής, είπαμε ότι το «σήμερον» είναι σύμβολο αυτού του αιώνα. Όποιος σ' αυτόν τον αιώνα ζητεί με την προσευχή τον άφθαρτο άρτο της σοφίας, από τον οποίο μας χώρισε από την αρχή σαν τείχος η παράβαση των πρωτοπλάστων, μία ηδονή γνωρίζει, την απόκτηση των θείων, τα οποία δίνει κατά φύση ο Θεός και τα φυλάγει η προαίρεση, κατά τη θέληση αυτού που τα έλαβε· και μία οδύνη γνωρίζει, την αποτυχία των θείων, την οποία υποβάλλει ο διάβολος και την πραγματώνει κάθε άνθρωπος, που από ατονία της προαιρέσεώς του παραιτείται από τα θεία και δε φυλάγει με τη διάθεση της γνώμης του το πολύτιμο δώρο. Εκείνος λοιπόν που η προαίρεσή του δεν κλίνει καθόλου προς κανένα από τα ορατά και που γι' αυτό δεν επηρεάζεται απ' όσα λυπηρά του συμβαίνουν σωματικώς, αυτός αληθινά συγχωρεί όσους του φταίνε. Γιατί κανείς δεν μπορεί καθόλου να του πάρει το καλό που επιδιώκει και επιθυμεί, αφού, όπως πιστεύομε, αυτό είναι από τη φύση του ακυρίευτο. Και κάνει τον εαυτό του παράδειγμα αρετής στο Θεό —αν επιτρέπεται να το πούμε αυτό—, γιατί καλεί τον αμίμητο Θεό να τον μιμηθεί, λέγοντας: «Χάρισε μας τα χρέη των αμαρτιών μας, όπως κι εμείς τα χαρίζομε στους δικούς μας οφειλέτες»· και παρακαλεί το Θεό να γίνει απέναντί του τέτοιος, όπως έγινε και αυτός απέναντι στον πλησίον. Γιατί αφού θέλει να τον συγχωρήσει ο Θεός, όπως και αυτός συγχώρεσε τις αμαρτίες εκείνων που του έφταιξαν, είναι φανερό ότι, όπως ο Θεός συγχωρεί απαθώς όσους συγχωρεί, έτσι κι αυτός μένοντας απαθής σ' ό,τι λυπηρό του συμβαίνει, συγχωρεί όσους του έφταιξαν χωρίς να επιτρέπει ν' αποτυπώνεται στο νου του η θύμηση κάποιου από τα λυπηρά που του έκαναν. Αλλιώς ελέγχεται ότι χωρίζει τη φύση συνειδητά, όταν ενώ είναι άνθρωπος, βρίσκεται σε διάσταση με κάποιο άνθρωπο. Έτσι, όταν ενωθεί η γνώμη με το λόγο της φύσεως, γίνεται φυσικώς η συμφιλίωση του Θεού με την ανθρώπινη φύση· γιατί διαφορετικά δεν είναι δυνατόν, όταν η φύση βρίσκεται κατά τη γνώμη σε διάσταση προς τον εαυτό της, να δεχτεί τη θεία και ανέκφραστη συγκατάβαση. Κι ίσως γι' αυτό ο Θεός θέλει να συμφιλιωνόμαστε εμείς προηγουμένως μεταξύ μας, όχι για να μάθει από εμάς να συμφιλιώνεται με όσους αμαρτάνουν και να παραγράφει την εξόφληση εκ μέρους μας των πολλών και φοβερών εγκλημάτων μας, αλλά για να μας καθαρίσει από τα πάθη και να δείξει ότι συμβαδίζει με τη χάρη η διάθεση εκείνων που συγχωρούνται από Αυτόν. Είναι ολοφάνερο ότι όταν η γνώμη ενωθεί με το λόγο της φύσεως, θα πάψει να στασιάζει προς το Θεό η προαίρεση εκείνων που το κατόρθωσαν αυτό. Επειδή είναι φυσικό να μην παρατηρείται τίποτε το παράλογο στο λόγο της φύσεως —ο οποίος είναι νόμος και φυσικός και θείος— όταν η γνώμη κινείται σύμφωνα μ' αυτόν. Kι αν δεν υπάρχει τίποτε το παράλογο στο λόγο της φύσεως, είναι εύλογο, η γνώμη που κινείται σύμφωνα με το λόγο της φύσεως, να έχει σε όλα σύμφωνη με το Θεό την ενέργειά της, την έμπρακτη δηλαδή διάθεση που έχει λάβει την ποιότητα της χάρης του φύσει καλού, για τη γένεση της αρετής. Έτσι λοιπόν, αυτή τη διάθεση έχει εκείνος που προσεύχεται ζητώντας τον άρτο της γνώσεως, κοντά στον οποίο και εκείνος που ζητεί με την προσευχή τον άρτο της ημέρας εξαιτίας της ανάγκης της φύσεως, κατά τον ίδιο τρόπο θα διατεθεί, συγχωρώντας τα πταίσματα σ' εκείνους που του έφταιξαν, γιατί γνωρίζει ότι είναι θνητός· και περιμένοντας κάθε μέρα την άγνωστη ώρα του φυσικού τέλους, προλαβαίνει με τη γνώμη τη φύση και γίνεται αυτοπροαίρετα νεκρός για τον κόσμο, σύμφωνα με το ρητό που λέει: «Για Σένα θανατωνόμαστε όλη την ήμερα· μας θεωρούν σαν πρόβατα προορισμένα για σφαγή». Και γι' αυτό κάνει ειρήνη μ' όλους, για να μην μεταφέρει μαζί του κανένα γνώρισμα της μοχθηρίας αυτού του κόσμου όταν πάει στην αιώνια ζωή, και πάρει από τον Κριτή των όλων ίση ανταπόδοση για όσα εδώ έκανε. Είναι λοιπόν αναγκαία και στους δύο για το συμφέρον τους η καθαρή διάθεση έναντι εκείνων που τους λύπησαν, για κάθε λόγο και προπάντων για το περιεχόμενο των υπολοίπων λόγων της προσευχής, οι οποίοι είναι: «και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Αυτά τα λόγια σημαίνουν ότι εκείνος που δε συγχώρησε τελείως εκείνους που του έφταιξαν και δεν παρουσίασε την καρδιά του στο Θεό καθαρή από λύπη και λαμπερή από το φώς της συμφιλιώσεως με τον πλησίον, δε θα επιτύχει να λάβει τα καλά που ζήτησε με την προσευχή του, και θα παραδοθεί με δίκαιη κρίση στον πειρασμό και στον πονηρό, για να μάθει να καθαρίζεται, όταν αμαρτάνει, με το να αφαιρεί τις μομφές που έχει εναντίον των άλλων. Πειρασμό εδώ εννοεί το νόμο της αμαρτίας, τον οποίο δεν είχε ο πρώτος άνθρωπος όταν δημιουργήθηκε. Πονηρό εννοεί τον διάβολο που εισήγαγε το νόμο της αμαρτίας στην ανθρώπινη φύση, και έπεισε με απάτη τον άνθρωπο να μεταφέρει την επιθυμία του από το επιτρεπόμενο στο απαγορευμένο και να τραπεί στην παράβαση της θείας εντολής, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αποβολή της κατά χάρη αφθαρσίας που του είχε δοθεί. Η αλλιώς, πειρασμό λέει τη θεληματική κλίση της ψυχής προς τα πάθη της σάρκας, και πονηρό τον τρόπο που μεταχειρίζεται ο άνθρωπος για να εκπληρώσει την εμπαθή του κλίση. Από κανένα απ' αυτούς (τον πειρασμό και τον πονηρό) δεν απαλλάσσει ο δίκαιος Κριτής όποιον δε συγχώρεσε εκείνους που του έφταιξαν, ακόμη και αν του το ζητά με τα λόγια στην προσευχή του. Αλλά παραχωρεί να μολύνεται ο άνθρωπος αυτός από το νόμο της αμαρτίας, και εγκαταλείπει τον σκληρό και απότομο κατά τη γνώμη να κυριεύεται από τον πονηρό, επειδή προτίμησε τα πάθη της ατιμίας, τα οποία σπέρνει ο διάβολος, από τη φύση, της οποίας δημιουργός είναι ο Θεός. Και ακόμη, δεν εμποδίζει όποιον κάνει θεληματική συγκατάθεση στα σαρκικά πάθη, ούτε τον λυτρώνει από τον τρόπο της εκπληρώσεως στην πράξη της διαθέσεώς του, γιατί νόμισε τη φύση κατώτερη από τα ανυπόστατα πάθη και από το ζήλο του γι' αυτά αγνόησε το λόγο της φύσεως. Σύμφωνα μ' αυτόν έπρεπε να κινηθεί και να μάθει ποιος είναι ο νόμος της φύσεως και ποια είναι η τυραννία των παθών που επιβάλλεται με τη συγκατάθεση της γνώμης και όχι εκ φύσεως. Και έτσι με τις φυσικές του ενέργειες να φυλάξει το νόμο της φύσεως, να διώξει όμως μακριά την τυραννία των παθών, και με το λογικό να διαφυλάξει τη φύση, όπως είναι αφ' εαυτής καθαρή και άμεμπτη, χωρίς μίσος και χωρίς διάσταση από τους άλλους ανθρώπους· και να κάνει πάλι τη γνώμη του να συμβαδίζει με τη φύση, χωρίς να έχει μαζί της τίποτε απολύτως απ' όσα δεν επιτρέπει ο λόγος της φύσεως. Και γι' αυτό ν' απομακρύνει κάθε μίσος και κάθε διάσταση προς το συνάνθρωπο, ώστε καθώς θα λέει αυτή την προσευχή, να εισακούεται, και να δέχεται διπλή χάρη από το Θεό, τόσο δηλαδή τη συγχώρηση των προηγουμένων αμαρτημάτων, όσο και την προφύλαξη και τη λύτρωση από τα μελλοντικά. Και για ενα πράγμα, την πρόθυμη δηλαδή συγχώρηση των άλλων, να δέχεται δύο ανταμοιβές: να μην παραχωρείται να πέσει σε πειρασμό, και να μην αφήνεται να υποδουλωθεί στον πονηρό. Κι εμείς λοιπόν —για να επαναλάβω συνοπτικά το νόημα όσων είπα— αν θέλομε να λυτρωθούμε από τον πονηρό και να μην μπούμε σε πειρασμό, ας πιστέψομε στο Θεό και ας συγχωρήσομε όσους μας έφταιξαν. «Γιατί αν δεν συγχωρήσετε, λέει, στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε τα δικά σας θα συγχωρήσει ο Πατέρας σας ο ουράνιος». Έτσι όχι μόνο θα πάρομε την άφεση των αμαρτιών μας, αλλά και το νόμο της αμαρτίας θα νικήσομε, και δε θα εγκαταλειφθούμε ώστε να τον δοκιμάσομε, και θα πατήσομε τον γεννήτορα αυτού του νόμου, το πονηρό φίδι, από το οποίο παρακαλούμε να σωθούμε. Στρατηγός θα είναι ο Χριστός που νίκησε τον κόσμο, ο Οποίος μας οπλίζει με τους νόμους των εντολών Του και με την αποβολή των παθών συνδέει νόμιμα την ανθρώπινη φύση με τον εαυτό της μέσω της αγάπης· και κινεί ακόρεστα την όρεξή μας προς τον εαυτό Του που είναι άρτος ζωής, σοφίας, γνώσεως και δικαιοσύνης. Και με την εκπλήρωση του πατρικού θελήματος μας κάνει μετόχους της λατρείας των αγγέλων, που θα δείχνομε με τον τρόπο της ζωής μας, κατά πιστή μίμηση των αγγέλων, την επουράνια ευαρέστηση. Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή. Σ' αυτό το μυστήριο της θεώσεως ας αποβλέπει ο σκοπός της προσευχής μας, για να μάθομε τι είμαστε και τι μας έκανε η κατά σάρκα κένωση του Μονογενούς, και από ποιο βάθος, εμάς που βρεθήκαμε στο κατώτερο επίπεδο όπου μας κατέβασε το βάρος της αμαρτίας, σε ποιό ύψος μας ανέβασε με τη δύναμη του σπλαχνικού Του χεριού· και ας αγαπήσομε περισσότερο Εκείνον που με τόση σοφία ετοίμασε τη σωτηρία μας. Ας δείξομε ότι με τα έργα μας εκπληρώνεται η προσευχή μας και ας φανούμε ότι κηρύττομε το Θεό αληθινό Πατέρα μας κατά χάρη. Να μη φανούμε από τα πράγματα ότι έχομε πατέρα του βίου μας τον πονηρό, που πάντοτε προσπαθεί να εξουσιάζει τυραννικά με τα πάθη της ατιμίας, και ότι, χωρίς να το καταλά-βομε, ανταλλάζομε τη ζωή με τον θάνατο. Γιατί και οι δύο εκ φύσεως μεταδίδουν τα δικά τους ιδιώματα ο καθένας σ' εκείνους που πηγαίνουν με το μέρος τους· ο ένας χορηγεί αιώνια ζωή σ' όσους τον αγαπούν, ο άλλος προκαλεί το θάνατο σ' όσους τον πλησιάζουν, με τους εκούσιους πειρασμούς που υποβάλλει. Κατά τη Γραφή, ο πειρασμός εκδηλώνεται με δύο τρόπους. Ο ένας είναι ηδονικός, ο άλλος οδυνηρός. Και ο πρώτος γίνεται με την προαίρεσή μας, ενώ ο άλλος χωρίς αυτήν. Ο πρώτος γεννά την αμαρτία, και έχομε διαταχθεί από τον Κύριο να παρακαλούμε να μην μπούμε σ' αυτόν, λέγοντας: «μην αφήσεις να μπούμε σε πειρασμό», και: «να είσαστε άγρυπνοι και να προσεύχεστε να μην μπείτε σε πειρασμό». Ο άλλος πειρασμός είναι για τιμωρία της αμαρτίας, και με ακούσιες επιφορές τιμωρεί τη διάθεση που αγαπά την αμαρτία. Αυτόν αν τον υπομείνει κανείς, και μάλιστα αν δεν είναι τρυπημένος με τα καρφιά της αμαρτίας, θα ακούσει τον μέγα απόστολο Ιάκωβο που διακηρύττει: «Όταν πέσετε, αδελφοί μου, σε ποικίλους πειρασμούς, να το θεωρείτε ως μεγάλη χαρά. Γιατί η δοκιμασία της πίστεώς σας καλλιεργεί την υπομονή, και η υπομονή τη σταθερότητα. η σταθερότητα όμως πρέπει να κρατήσει ως το τέλος». Και των δύο ειδών τους πειρασμούς τους εκμεταλλεύεται με κακουργία ο πονηρός, δηλαδή και τον εκούσιο και τον ακούσιο. Τον πρώτο τον σπέρνει ερεθίζοντας την ψυχή με τις ηδονές του σώματος και μηχανεύεται να απομακρύνει την επιθυμία της από τη θεία αγάπη. Για τον άλλο, ζητεί την παραχώρηση από το Θεό με σοφίσματα, θέλοντας να φθείρει με την οδύνη την ανθρώπινη φύση, για ν' αναγκάσει την ψυχή, που θα καταβληθεί από ατονία λόγω των πόνων, να κινήσει τους λογισμούς της σε διαβολή του Δημιουργού. Εμείς όμως, γνωρίζοντας τα διανοήματα του πονηρού, ας πετάξομε το ζυγό του εκουσίου πειρασμού, για να μην απομακρύνομε την επιθυμία μας από τη θεία αγάπη, και τον ακούσιο που έρχεται με παραχώρηση Θεού, ας τον υπομένομε με γενναιότητα, για να φανούμε ότι προτιμήσαμε όχι τη φύση, αλλά τον Κτίστη της φύσεως. Είθε όλοι εμείς που επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να λυτρωθούμε από τις τωρινές ηδονικές προσβολές του πονηρού, και να ελευθερωθούμε από τις μελλοντικές θλίψεις, με τη μέθεξη στη συγκεκριμένης μορφής υπόσταση των μελλόντων αγαθών που μας φανερώθηκε στο πρόσωπο του ίδιου του Χριστού, του Κυρίου μας, του μόνου που δοξάζεται μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα απ' όλη την κτίση. Αμήν.
Πηγή:http://paterikakeimena.blogspot.com/2011/03/blog-post_15.html




