"Έλθετε προς εμέ πάντες, οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς"

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ



Οι άγγελοι υμνολογούν, οι αρχάγγελοι ανυμνούν, ψάλλουν τα Χερουβείμ και δοξολογούν τα Σεραφείμ. Πανηγυρίζουν όλοι, βλέποντας το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Σήμερα η Βηθλεέμ μιμήθηκε τον ουρανό: Αντί γι' αστέρια, δέχτηκε τους αγγέλους· αντί για ήλιο, δέχτηκε τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις το πώς. Γιατί όπου θέλει ο Θεός, ανατρέπονται οι φυσικοί νόμοι. Εκείνος λοιπόν το θέλησε. Και το έκανε. Κατέβηκε στη γη κι έσωσε τον άνθρωπο. Όλα συνεργάστηκαν μαζί Του γι' αυτόν το σκοπό. Σήμερα γεννιέται Αυτός που υπάρχει αιώνια, και γίνεται αυτό που ποτέ δεν υπήρξε. Είναι Θεός και γίνεται άνθρωπος! Γίνεται άνθρωπος και πάλι Θεός μένει! Όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν δέχονταν την παράδοξη γέννησή Του: Από τη μια οι Φαρισαίοι παρερμήνευαν τα ιερά βιβλία· κι από την άλλη οι γραμματείς δίδασκαν αλλά αντί άλλων. O Ηρώδης πάλι, ζητούσε να βρει το νεογέννητο Βρέφος όχι για να το τιμήσει, μα για να το θανατώσει. Ε λοιπόν, όλοι αυτοί σήμερα τρίβουν τα μάτια τους, βλέποντας το Βασιλιά τ' ουρανού να βρίσκεται στη γη μ' ανθρώπινη σάρκα, γεννημένος από παρθενική μήτρα. Και ήρθαν οι βασιλιάδες να προσκυνήσουν τον επουράνιο Βασιλιά της δόξας. Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον Αρχιστράτηγο των ουράνιων Δυνάμεων. Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που μετέβαλε τις λύπες της γυναίκας σε χαρά. Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν Εκείνον που δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από Μητέρα Παρθένο. Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε νήπιο, για να συνθέσει δοξολογικό ύμνο «απ'; τα στόματα των νηπίων» (Ψαλμ. 8:3). Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν Εκείνον που η μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες. Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό Ποιμένα, που θυσίασε τη ζωή Του για χάρη των προβάτων. Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε αρχιερέας όπως ο Μελχισεδέκ (Εβρ. 5:10). Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν Εκείνον που πήρε μορφή δούλου, για να μετατρέψει τη δουλεία μας σ' ελευθερία. Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν Εκείνον που τους μετέβαλε σε «ψαράδες ανθρώπων» (Ματθ. 4:19) Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν Εκείνον που από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν Εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης.
Κοντολογίς, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, που σηκώνει στους ώμους Του την αμαρτία του κόσμου: Οι μάγοι για να Τον προσκυνήσουν· οι ποιμένες για να Τον δοξολογήσουν· οι τελώνες για να Τον κηρύξουν· οι πόρνες για να Του προσφέρουν μύρα· η Σαμαρείτισσα για να ξεδιψάσει· η Χαναναία για να ευεργετηθεί.
Αφού λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, θέλω κι εγώ να σκιρτήσω, θέλω να χορέψω, θέλω να πανηγυρίσω. Δίχως κιθάρα, δίχως αυλό, δίχως λαμπάδες αναμμένες στα χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας, αντί γι' αυτά, τα σπάργανα του Χριστού. Αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά η ζωή μου, αυτά η σωτηρία μου, αυτά ο αυλός μου, αυτά η κιθάρα μου. Γι' αυτό τα 'χω μαζί μου: Για να πάρω από τη δύναμή τους δύναμη, για να φωνάξω μαζί με τους αγγέλους, «δόξα στον ύψιστο Θεό», και με τους ποιμένες, «και ειρήνη στη γη, ευλογία στους ανθρώπους» (Λουκ. 2:14).

Και ξέρετε γιατί; Γιατί Εκείνος που προαιώνια γεννήθηκε από τον Πατέρα ανεξήγητα, γεννιέται σήμερα από παρθένα υπερφυσικά. Το πως, το γνωρίζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς μόνο τούτο μπορούμε να πούμε: Πως αληθινή είναι και η ουράνια γέννησή του, αδιάψευστη είναι και η επίγεια. Αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε Θεός από Θεό, αλήθεια είναι και ότι γεννήθηκε άνθρωπος από παρθένα. Στον ουρανό είναι ο μόνος που γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο, γιος Του μονογενής. Και στη γη είναι ο μόνος που γεννήθηκε από την Παρθένο μόνο, γιος της μονογενής. Όπως στην περίπτωση της ουράνιας γεννήσεώς Του είναι ασέβεια να σκεφτούμε μητέρα, έτσι και στην περίπτωση της επίγειας γεννήσεώς Του είναι βλασφημία να υποθέσουμε πατέρα. Ο Θεός Τον γέννησε με τρόπο θεϊκό. Η Παρθένος Τον γέννησε με τρόπο υπερφυσικό. Έτσι, ούτε η ουράνια γέννησή Του μπορεί να εξηγηθεί, ούτε η ενανθρώπησή Του μπορεί να ερευνηθεί. Το ότι Τον γέννησε η Παρθένος σήμερα το γνωρίζω. Το ότι Τον γέννησε ο Θεός προαιώνια το πιστεύω. Κι έχω μάθει να τιμώ σιωπηλά τη γέννησή Του, χωρίς φιλοπερίεργες έρευνες κι ανώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ' ό,τι αφορά το Θεό, δεν πρέπει να στέκεται κανείς στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά να πιστεύει στη δύναμη Εκείνου που κατευθύνει τα πάντα. Τί φυσικότερο απ'; το να γεννήσει μια παντρεμένη γυναίκα; Αλλά και τί πιο παράδοξο απ'; το να γεννήσει παιδί μια παρθένα, δίχως άνδρα, και να παραμείνει παρθένα; Γι'; αυτό λοιπόν μπορούμε να ερευνούμε ό,τι γίνεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Ό,τι όμως συμβαίνει με τρόπο υπερφυσικό, ας το σεβόμαστε σιωπηλά. Όχι γιατί είναι επικίνδυνο, αλλά γιατί είναι ανερμήνευτο.
Φόβο νιώθω μπροστά στο θείο μυστήριο. Τί να πω και τί να λαλήσω;
Βλέπω εκείνη που γέννησε. Βλέπω κι Εκείνον που γεννήθηκε. Αλλά τον τρόπο της γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. Όπου θέλει, βλέπετε, ο Θεός, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Έτσι έγινε κι εδώ: Παραμερίστηκε η φυσική τάξη και ενέργησε η θεία θέληση.
Πόσο ανέκφραστη είναι η ευσπλαχνία του Θεού! Ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ο άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιό λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ' ό,τι βλέπουμε παρά σ' ό,τι ακούμε. Στα ορατά πιστεύουμε. Στ' αόρατα όχι. Έτσι δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων. Δέχτηκε λοιπόν ο Θεός να παρουσιαστεί μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να διαλύσει μ' αυτόν τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξή Του. Κι ύστερα, αφού μας διδάξει με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία Του, να μας οδηγήσει εύκολα στην αληθινή πίστη, στ' αόρατα και υπερφυσικά. Κατάπληξη με γεμίζει το θαύμα! Παιδί βλέπω τον προαιώνιο Θεό! Σε φάτνη αναπαύεται, Αυτός που έχει θρόνο τον ουρανό! Χέρια ανθρώπινα αγγίζουν τον απρόσιτο κι ασώματο! Με σπάργανα είναι σφιχτοδεμένος, Αυτός που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας! Όμως... τούτο είναι το θέλημά Του: Την ατιμία να μεταβάλει σε τιμή· με δόξα να ντύσει την ευτέλεια· και την προσβολή σ' αρετή να μεταπλάσει. Πήρε το σώμα μου. Μου προσφέρει το Πνεύμα Του. Μου χαρίζει το θησαυρό της αιώνιας ζωής, παίρνοντας αλλά και δίνοντάς μου: Παίρνει τη σάρκα μου για να με αγιάσει· μου δίνει το Πνεύμα Του για να με σώσει. «Να, η παρθένος θα μείνει έγκυος» (Ησ. 7:14). Τα λόγια είναι της συναγωγής, μα το απόκτημα της Εκκλησίας. Η συναγωγή έβαψε το νήμα· η Εκκλησία φόρεσε τη βασιλική στολή. Η Ιουδαία Τον γέννησε· η οικουμένη Τον υποδέχτηκε. Η συναγωγή Τον θήλασε και Τον έθρεψε· η Εκκλησία Τον παρέλαβε και ωφελήθηκε. Στη συναγωγή βλάστησε το κλήμα· εμείς όμως απολαμβάνουμε τα σταφύλια της αλήθειας. Η συναγωγή τρύγησε τα σταφύλια· οι ειδωλολάτρες όμως πίνουν το μυστικό πιοτό. Εκείνη έσπειρε στην Ιουδαία το σπόρο· οι ειδωλολάτρες όμως θέρισαν το στάχυ με το δρεπάνι της πίστεως. Αυτοί έκοψαν με σεβασμό το ρόδο, και στους Ιουδαίους έμεινε το αγκάθι της απιστίας. Το πουλάκι πέταξε, κι αυτοί οι ανόητοι κάθονται και φυλάνε ακόμα τη φωλιά. Οι Ιουδαίοι πασχίζουν να ερμηνεύσουν το βιβλίο του γράμματος, και οι ειδωλολάτρες τρυγούν τον καρπό του Πνεύματος. «Να, η παρθένος θα μείνει έγκυος». Πες μου, Ιουδαίε, πες μου λοιπόν, ποιόν γέννησε; Δείξε, σε παρακαλώ, θάρρος, έστω και σαν εκείνο που έδειξες μπροστά στον Ηρώδη. Αλλά δεν έχεις θάρρος. Και ξέρω γιατί. Γιατί είσαι επίβουλος. Στον Ηρώδη μίλησες για να Τον εξολοθρεύσει· και σ' εμένα δεν μιλάς για να μην Τον προσκυνήσω. Ποιόν λοιπόν γέννησε; Ποιόν; Το Δημιουργό της κτίσεως. Κι αν εσύ σωπαίνεις, η φύση το βροντοφωνάζει. Τον γέννησε λοιπόν με τον τρόπο που ο ίδιος θέλησε να γεννηθεί. Στη φύση δεν υπήρχε η δυνατότητα μιας τέτοιας γεννήσεως. Εκείνος όμως, ως κύριος της φύσεως, επινόησε τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι έδειξε έτσι ότι, και άνθρωπος που έγινε, δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μα όπως μόνο σε Θεό ταιριάζει. Εκείνος που έπλασε τον Αδάμ από παρθένα γη, Εκείνος που από τον Αδάμ κατόπιν έκαμε γυναίκα, γεννήθηκε σήμερα από παρθένα κόρη που νίκησε τη φύση, ξεπερνώντας το νόμο του γάμου. Ο Αδάμ τότε, χωρίς να έχει γυναίκα, γυναίκα απόκτησε. Η Παρθένος τώρα, χωρίς να έχει άνδρα, άνδρα γέννησε. Και γιατί έγινε αυτό; Να γιατί: Οι γυναίκες είχαν ένα παλαιό χρέος προς τους άνδρες, αφού από τον Αδάμ είχε βλαστήσει γυναίκα χωρίς τη μεσολάβηση άλλης γυναίκας. Για αυτό η Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στους άνδρες το χρέος της Εύας, γέννησε χωρίς άνδρα, δείχνοντας έτσι την ισοτιμία της φύσεως. Σώος έμεινε ο Αδάμ μετά την αφαίρεση της πλευράς του. Αδιάφθορη έμεινε κι η Παρθένος μετά τη γέννηση του Βρέφους. Αλλά πρόσεξε και κάτι ακόμα: Δεν έπλασε ο Κύριος κάποιο άλλο σώμα για να εμφανιστεί στη γη. Πήρε το σώμα του ανθρώπου, για να μη φανεί ότι περιφρονεί την ύλη από την οποία δημιουργήθηκε ο Αδάμ. Ήρθαν έτσι, Θεός και άνθρωπος, σε μυστική ένωση. Κι ο διάβολος, που είχε υποδουλώσει τον άνθρωπο, τράπηκε σε φυγή. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αλλά γεννιέται ως Θεός. Αν προερχόταν, όπως εγώ, από έναν κοινό γάμο, πολλοί θα θεωρούσαν απάτη τη γέννησή Του. Γι' αυτό γεννιέται από παρθένα· γι'; αυτό διατηρεί τη μήτρα της άθικτη· γι' αυτό διαφυλάσσει την παρθενία της ακέραιη: Για να γίνει ο παράξενος τρόπος της γεννήσεως αιτία ακλόνητης πίστεως. Σ' αυτόν λοιπόν που θ' αμφισβητήσει την άσπορη γέννηση του Λόγου του Θεού, θα επικαλεστώ ως μάρτυρα την αμόλυντη σφραγίδα της παρθενίας. Πες μου λοιπόν, Ιουδαίε, γέννησε η Παρθένος ή όχι; Κι αν μεν γέννησε, γιατί δεν ομολογείς την υπερφυσική γέννηση; Αν πάλι δεν γέννησε, γιατί εξαπάτησες τον Ηρώδη; Όταν εκείνος ζητούσε να μάθει που θα γεννηθεί ο Χριστός, εσύ δεν είπες «στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας» (Ματθ. 2:4); Μήπως εγώ γνώριζα την πόλη ή τον τόπο; Μήπως εγώ γνώριζα την αξία του Βρέφους που ήρθε στον κόσμο; Ο Ησαΐας και οι προφήτες σας δεν μίλησαν γι' Αυτό; Κι εσείς, οι αγνώμονες εχθροί, δεν εξηγήσατε την αλήθεια; Εσείς, οι γραμματείς κι οι Φαρισαίοι, οι ακριβείς φύλακες του νόμου, δεν μας διδάξατε για το Χριστό; Εσείς δεν ερμηνεύσατε τις Γραφές; Μήπως εμείς γνωρίζαμε τη γλώσσα σας; Και όταν γέννησε η Παρθένος, εσείς δεν παρουσιάσατε στον Ηρώδη τη μαρτυρία του προφήτη Μιχαία, «Αλλ' από σένα, Βηθλεέμ, πόλη της περιοχής του Εφραθά, αν και είσαι μια από τις μικρότερες πόλεις του Ιούδα, θα αναδειχθεί αρχηγός του Ισραήλ» (Μιχ. 5:1); Πολύ καλά είπε ο προφήτης «από σένα». Από σας προήλθε και παρουσιάστηκε σ' ολόκληρο τον κόσμο. Παρουσιάστηκε ως άνθρωπος, για να καθοδηγήσει τους ανθρώπους. Παρουσιάστηκε ως Θεός, για να σώσει την οικουμένη. Μα τί ωφέλιμοι εχθροί που είστ' εσείς! Τι φιλάνθρωποι κατήγοροι! Εσείς κατά λάθος δείξατε πως το νεογέννητο της Βηθλεέμ είναι Θεός. Εσείς Τον κηρύξατε χωρίς να το θέλετε. Εσείς Τον φανερώσατε, πασχίζοντας να Τον κρύψετε. Εσείς Τον ευεργετήσατε, επιθυμώντας να Τον βλάψετε. Τι αστοιχείωτοι δάσκαλοι είστε, αλήθεια; Εσείς πεινάτε, και τρέφετε άλλους. Εσείς διψάτε, και ποτίζετε άλλους. Πάμφτωχοι είστε, και πλουτίζετε άλλους.
Ελάτε λοιπόν να γιορτάσουμε! Ελάτε να πανηγυρίσουμε! Είναι παράξενος ο τρόπος της γιορτής -όσο παράξενος είναι κι ο λόγος της γεννήσεως του Χριστού. Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά. Ο διάβολος καταντροπιάστηκε. Οι δαίμονες δραπέτευσαν. Ο θάνατος καταργήθηκε. Ο παράδεισος ανοίχτηκε. Η κατάρα εξαφανίστηκε. Η αμαρτία διώχτηκε. Η πλάνη απομακρύνθηκε. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε. Το κήρυγμα της ευσέβειας ξεχύθηκε και διαδόθηκε παντού. Η βασιλεία των ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη. Οι άγγελοι συνομιλούν με τους ανθρώπους. Όλα έγιναν ένα. Γιατί; Γιατί κατέβηκε ο Θεός στη γη κι ο άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς. Κατέβηκε ο Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον ουρανό. Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος στη γη. Έγινε άνθρωπος κι είναι Θεός. Είναι Θεός και πήρε σάρκα. Κρατιέται σε παρθενική αγκαλιά και στα χέρια Του κρατάει την οικουμένη. Τρέχουν κοντά Του οι μάγοι. Τρέχουμε κι εμείς. Τρέχει και τ' αστέρι για να φανερώσει τον Κύριο τ' ουρανού. Μα... κι Εκείνος τρέχει. Τρέχει προς την Αίγυπτο. Και φαίνεται βέβαια, πως πηγαίνει εκεί για ν' αποφύγει την επιβουλή του Ηρώδη. Όμως τούτο γίνεται για να εκπληρωθούν τα προφητικά λόγια: «Την ημέρα εκείνη ο ισραηλιτικός λαός θα πάρει τρίτος, μετά τους Ασσυρίους και τους Αιγυπτίους, την ευλογία του Θεού πάνω στη γη» (Ησ. 19:24). Τί λες, Ιουδαίε; Εσύ που ήσουν πρώτος έγινες τρίτος; Οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι μπήκαν μπροστά, και ο πρωτότοκος Ισραήλ πήγε πίσω; Ναι. Έτσι είναι. Οι Ασσύριοι θα γίνουν πρώτοι, επειδή αυτοί πρώτοι με τους μάγους τους προσκύνησαν τον Κύριο. Πίσω τους οι Αιγύπτιοι, που Τον δέχτηκαν, όταν κατέφυγε στα μέρη τους για ν' αποφύγει την επιβουλή του Ηρώδη. Τρίτος και τελευταίος ο Ισραηλιτικός λαός, που γνώρισε τον Κύριο από τους αποστόλους, μετά τη βάπτισή Του στον Ιορδάνη. Τι άλλο μένει να πω; Δημιουργό και φάτνη βλέπω... Βρέφος και σπάργανα... Λεχώνα παρθένα, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή... Ανέχεια πολλή... Είδες όμως τι πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια; Ο Πλούσιος έγινε φτωχός για χάρη μας. Δεν έχει ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε ταπεινό παχνί Τον έχουν αποθέσει... Ω φτώχεια, πλούτου πηγή! Ω πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια! Μέσα στη φάτνη κείτεσαι και την οικουμένη σαλεύεις. Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι και σπας τα δεσμά της αμαρτίας. Λέξη ακόμα δεν άρθρωσες και δίδαξες στους μάγους τη θεογνωσία.
Τί να πω και τί να λαλήσω; Να Βρέφος σπαργανωμένο! Να η Μαρία, Μητέρα και Παρθένος μαζί! Να ο Ιωσήφ, πατέρας τάχα του Παιδιού! Εκείνη η γυναίκα, αυτός ο άνδρας. Νόμιμες οι ονομασίες, αλλά χωρίς περιεχόμενο. Ο Ιωσήφ μνηστεύθηκε μόνο τη Μαρία, και το Άγιο Πνεύμα την επισκίασε. Έτσι, γεμάτος απορία, δεν ήξερε τι να υποθέσει για το Βρέφος: Να πει πως ήταν καρπός μοιχείας, δεν τολμούσε. Να προσφέρει λόγο βλάσφημο εναντίον της Παρθένου, δεν μπορούσε. Ούτε πάλι δεχόταν το Παιδί σαν δικό του, γιατί του ήταν άγνωστο το πως και από ποιόν γεννήθηκε. Αλλά να, που, πάνω στη σύγχυσή του, παίρνει απάντηση από τον ουρανό, με τη φωνή του αγγέλου: «Ιωσήφ, μη διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα» (Ματθ. 1:20). Και φανέρωσε έτσι σ' εκείνον και σ' εμάς ότι το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παρθένο. Γιατί όμως ο Χριστός θέλησε να γεννηθεί από παρθένα, αφήνοντας αβλαβή την παρθενία της; Να γιατί: Κάποτε ο διάβολος εξαπάτησε την παρθένα Εύα. Τώρα ο άγγελος έφερε το λυτρωτικό μήνυμα στην Παρθένο Μαριάμ. Κάποτε η Εύα ξεστόμισε λόγο, που έγινε αιτία θανάτου. Τώρα η Μαρία γέννησε το Λόγο, που έγινε αιτία αιώνιας ζωής. Ο λόγος της Εύας έδειξε το δέντρο, που έβγαλε τον Αδάμ από τον παράδεισο. Ο Λόγος της Μαρίας έδειξε το Σταυρό, που έβαλε τον Αδάμ πάλι στον παράδεισο.
Σ' αυτόν λοιπόν, το Λόγο του Θεού και Υιό της Παρθένου, που άνοιξε δρόμο μέσα σε τόπο αδιάβατο, ας αναπέμψουμε δοξολογία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Ο άγιος νεομάρτυρας Πέτρος ο Αλεούτος




Ήταν ένας από τους ορθόδοξους Αλεούτους που εργάζονταν στην αποικία της Ρωσοαμερικανικής Εταιρείας στο Fort Ross της Καλιφόρνιας, για τον ανεφοδιασμό των Ρώσων αποίκων και των μελών της Εταιρείας στην Αλάσκα. Η αποικία αυτή έγινε αιτία προστριβών ανάμεσα στους Ρώσους και τους Ισπανούς κυρίαρχους της Καλιφόρνιας, καθώς οι τελευταίοι θεωρούσαν ότι οι Ρώσοι εποφθαλμιούν το Σαν Φρανσίσκο.
Έτσι, το 1815 συνέλαβαν περίπου 20 Αλεούτους, από τους οποίους τελικά φυλάκισαν 14, μεταξύ των οποίων και ο άγιος Πέτρος.
[Συνεχίζουμε με ένα απόσπασμα από το Ο άγιος Γερμανός της Αλάσκας, μετάφραση-επιμέλεια Πέτρου Μπότση, ό.π., σελ. 38-39.
«…Μιαν άλλη φορά, συνεχίζει ο Γιανόφσκυ, τού ’λεγα (του αγίου Γερμανού) πως οι Ισπανοί αιχμαλώτισαν στην Καλιφόρνια 14 Αλεούτους. Οι Ιησουίτες τους πίεζαν ν’ ασπαστούν την πίστη των Καθολικών, εκείνοι όμως δε δέχονταν με τίποτα. «Είμαστε χριστιανοί», απαντούσαν. Οι Ιησουίτες αντέτειναν: «Όχι, είστε αιρετικοί και σχισματικοί. Αν δεν υποκύψετε, θα σας βασανίσουμε μέχρι θανάτου». Τελικά τους έβαλαν στη φυλακή ανά δύο. Το βράδυ ήρθαν στη φυλακή οι Ιησουίτες με λάμπες και αναμμένα κεριά και άρχισαν πάλι να τους πιέζουν για ν’ ασπαστούν την πίστη των Καθολικών. «Είμαστε χριστιανοί», απαντούσαν οι Αλεούτοι, «δεν αλλάζουμε την πίστη μας». Οι Ιησουίτες άρχισαν να βασανίζουν τον έναν, μπροστά στα μάτια των άλλων. Έσπαζαν μια άρθρωση των ποδιών του, μετά μια άλλη και στη συνέχεια τις αρθρώσεις των δαχτύλων, τη μια μετά την άλλη. Μετά κομμάτιασαν τα πόδια και τα χέρια του. Το αίμα έτρεχε, ο μάρτυρας όμως υπόμενε κι επαναλάμβανε σταθερά την απάντηση: «Είμαι χριστιανός». Τελικά, από τα βασανιστήρια και την απώλεια του αίματος, πέθανε.
Την άλλη μέρα οι Ιησουίτες απείλησαν πως θα βασανίσουν το φίλο του με τον ίδιο τρόπο. Την ίδια νύχτα όμως έλαβαν εντολή από το Μόντερεϋ να μεταφέρουν όλους τους αιχμαλώτους Αλεούτους εκεί. Έτσι, την άλλη μέρα, όλοι εκτός από κείνον που θανατώθηκε, έφυγαν. Αυτό μου το διηγήθηκε ο φίλος εκείνου που μαρτύρησε. […].
Όταν τελείωσα την περιγραφή, ο π. Γερμανός με ρώτησε:
–Ποιο ήταν το όνομα του Αλεούτου;
–Πέτρος, απάντησα, αλλά δε θυμάμαι το επώνυμό του.
Ο Γέροντας σηκώθηκε όρθιος, στάθηκε μπροστά στην εικόνα, έκανε μ’ ευλάβεια το σταυρό του και είπε:
–Άγιε νεομάρτυρα Πέτρο, πρέσβευε υπέρ ημών».]

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και Η Αγία Βαρβάρα

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
Διαπρεπέστατος θεολόγος καὶ ποιητὴς τοῦ 8ου αἰώνα καὶ μέγας πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας.
Γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ στὰ τέλη τοῦ 7ου αἰώνα καὶ ἔτυχε ἐπιμελημένης ἀγωγῆς ἀπὸ τὸν πατέρα του Σέργιο, ποὺ ἦταν ὑπουργὸς οἰκονομικῶν τοῦ ἄραβα χαλίφη Ἀβδοὺλ Μελὶκ τοῦ Α’. Δάσκαλός του ἦταν κάποιος πολυμαθὴς καὶ εὐσεβέστατος μοναχός, ποὺ ὀνομαζόταν Κοσμᾶς καὶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σικελία. Ὁ Σικελὸς μοναχὸς πράγματι, ἐκπαίδευσε τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ τὸν Μελῳδό, ἄριστα σ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς γνώσης.
Ὅταν πέθανε ὁ Σέργιος, ὁ γιός του Ἰωάννης, διορίστηκε χωρὶς νὰ τὸ θέλει, πρωτοσύμβουλος τοῦ χαλίφη Βελιδᾶ (705 – 715). Ἀργότερα, ὅταν ὁ χαλίφης Ὀμὰρ ὁ Β’ ἐξήγειρε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Ἰωάννης μαζὶ μὲ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ (τὸν ἔπειτα ἐπίσκοπο Μαϊουμᾶ), ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Δαμασκὸ καὶ πῆγαν στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης ἔγινε μοναχὸς στὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου ἔμεινε σ’ ὅλη του τὴν ζωή, μελετώντας καὶ συγγράφοντας.
Στὸ διωγμὸ κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (726), πῆρε ἐνεργὸ μέρος. Καὶ ἐξαπέλυσε κατὰ τοῦ ἀσεβοῦς αὐτοκράτορα, τοὺς τρεῖς γνωστοὺς λόγους ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων, πράγμα ποὺ θορύβησε τὸν Λέοντα.Ὁ Ἰωάννης κατανάλωσε ὅλη του τὴν ζωὴ γιὰ τὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄφησε σὲ μᾶς θησαυροὺς ἀνυπολόγιστης ἀξίας. Ἔζησε μὲ ὁσιότητα πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ 749. Τάφηκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.Θεῖον ὄργανον, τῆς Ἐκκλησίας, λύρα εὔσημος, τῆς εὐσεβείας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε· ὅθεν πυρσεύεις τοῦ κόσμου τὰ πέρατα, ταῖς τῶν σοφῶν σου δογμάτων ἐλλάμψεσι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.Τὸν ὑμνογράφον καὶ σοφὸν Ἰωάννην, τῆς Ἐκκλησίας παιδευτὴν καὶ φωστῆρα, καὶ τῶν ἐχθρῶν ἀντίπαλον ὑμνήσωμεν πιστοί· ὅπλον γὰρ ἀράμενος, τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, πᾶσαν ἀπεκρούσατο, τῶν αἱρέσεων πλάνην· καὶ ὡς θερμὸς προστάτης εἰς Θεόν, πᾶσι παρέχει, πταισμάτων συγχώρησιν.
Μεγαλυνάριον.Ὑψηλῶν δογμάτων ἐρμηναυτά, ἱερῶν ᾀσμάτων, θεορρῆμον ὑφηγητά, χαίροις Ἰωάννη, ὁ πάντας διεγείρων, τοῖς μελιχροῖς σου ὕμνοις, πρὸς θείαν αἴνεσιν.
Η Αγία Βαρβάρα
Ἀποτελεῖ κόσμημα τῶν μαρτύρων τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. Ὁ πατέρας της ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ πλούσιους εἰδωλολάτρες τῆς Ἠλιουπόλεως καὶ ὀνομαζόταν Διόσκορος.
Μοναχοκόρη ἡ Βαρβάρα, διακρινόταν γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ σώματός της, τὴν εὐφυΐα καὶ σωφροσύνη της. Στὴν χριστιανικὴ πίστη κατήχησε καὶ εἵλκυσε τὴν Βαρβάρα μία εὐσεβῆς χριστιανὴ γυναίκα. Τὴν ζωή της μέσα στὸ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον ἡ Βαρβάρα περνοῦσε «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι». Δηλαδὴ μὲ κάθε εὐσέβεια καὶ σεμνότητα.
Ὅμως τὸ γεγονὸς αὐτό, δὲν ἔμεινε γιὰ πολὺ καιρὸ μυστικό. Ὁ Διόσκορος ἔμαθε ὅτι ἡ κόρη του εἶναι χριστιανὴ καὶ ἐκνευρισμένος διέταξε τὸν αὐστηρὸ περιορισμό της. Ἀλλὰ ἡ Βαρβάρα κατόρθωσε καὶ δραπέτευσε. Ὁ πατέρας της τότε ἐξαπέλυσε ἄγριο κυνηγητὸ μέσα στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ δάση, ὅπου κρυβόταν ἡ κόρη του. Τελικά, κατόρθωσε καὶ τὴν συνέλαβε.
Ἀλλὰ ὁ ἄσπλαχνος καὶ πωρωμένος εἰδωλολάτρης πατέρας, παρέδωσε τὴν κόρη του στὸν ἡγεμόνα Μαρκιανό. Αὐτός, ἀφοῦ στὴν ἀρχὴ δὲν κατόρθωσε μὲ δελεαστικοὺς τρόπους νὰ μεταβάλει τὴν πίστη της, διέταξε καὶ τὴν μαστίγωσαν ἀνελέητα. Κατόπιν τὴν φυλάκισε, ἀλλὰ μέσα ἐκεῖ ὁ Θεὸς θεράπευσε τὶς πληγὲς τῆς Βαρβάρας καὶ ἐνίσχυσε τὸ θάρρος της.Τότε ὁ ἡγεμόνας θέλησε νὰ τὴ διαπομπεύσει δημόσια γυμνή. Ἀλλὰ ἐνῶ ἔβγαζαν τὰ ροῦχα της, ἄλλα ὡραιότερα ἐμφανίζονταν στὸ σῶμα της. Ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τὸ θαῦμα, διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ. Χωρὶς καθυστέρηση, ὁ ἴδιος ὁ κακοῦργος πατέρας της, ἀνέλαβε καὶ τὴν ἀποκεφάλισε.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύειν, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.Τῷ ἐν Τριάδι εὐσεβῶς ὑμνουμένῳ, ἀκολουθήσασα σεμνὴ Ἀθληφόρε, τὰ τῶν εἰδώλων ἔλιπες σεβάσματα, μέσον δὲ τοῦ σκάμματος, ἐναθλοῦσα Βαρβάρα, τυράννων οὐ κατέπτηξας, ἀπειλὰς ἀνδρειόφρον, μεγαλοφώνως κράζουσα σεμνή· Τριάδα σέβω, τὴν μίαν Θεότητα.
Μεγαλυνάριον.Πατέρα λιποῦσα τὂν δυσσεβῆ, ἐδείχθης θυγάτηρ, Βασιλέως τῶν οὐρανῶν, ὑπὲρ οὗ προθύμως, ἀθλήσασα Βαρβάρα, λυτροῦσαι πάσης νόσου, τοὺς προσιόντας σοι.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας


Στις 30 Νοεμβρίου η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του αγίου αποστόλου Ανδρέα του πρωτοκλήτου. Ο άγιος Ανδρέας ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, μια μικρή πόλη στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ. Ήταν γιός του Ιωνά και αδελφός του Σίμωνα, που από τον Ιησού Χριστό μετονομάσθηκε Πέτρος. Υπήρξε πρώτα μαθητής του βαπτιστή Ιωάννη και ονομάζεται πρωτόκλητος, επειδή είναι ο πρώτος, που ο Ιησούς Χριστός κάλεσε στο αποστολικό αξίωμα. Ήταν βέβαια ψαράς μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του. Άκουσε το βαπτιστή Ιωάννη, που είπε κι έδειχνε τον Ιησού Χριστό· «Ίδε ο αμνός του Θεού». Ο Ανδρέας κι ένας άλλος μαθητής πήραν από κοντά τον Ιησού Χριστό. Εκείνος στράφηκε και τους ρώτησε· «Τί ζητείτε;». Και τότε ο Ανδρέας του είπε· «Διδάσκαλε, πού μένεις;».

Φαίνεται πως ο άλλος μαθητής του βαπτιστή μαζί με τον Ανδρέα ήταν ο ύστερα απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης, που το συνηθίζει σε τέτοιες περιπτώσεις να μη λέγει το όνομα του. Στην ερώτηση λοιπόν του Ανδρέα ο Ιησούς Χριστός απάντησε· «Έρχεσθε και ίδετε», ελάτε να δήτε. Και συνεχίζει τη διήγηση ο ευαγγελιστής Ιωάννης με τα εξής αξιομνημόνευτα λόγια· «Ήλθον ουν και είδον που μένει, και παρ’ αύτω έμειναν την ημέραν εκείνην ώρα ην ως δεκάτη», ήλθαν λοιπόν και είδαν που μένει και έμειναν κοντά του εκείνη την ημέρα, ως τις τέσσερις το απόγευμα. Μπορούμε να φαντασθούμε τί θα ήκουσαν από τον θείο Διδάσκαλο οι δυό μαθητές του Ιωάννη μια ήμερα ολόκληρη, που έμειναν μαζί του, και ποιες θα ήσαν οι εντυπώσεις των.

Αλλά την εντύπωση που έκαμε και την επίδραση που είχε η ολοήμερη αναστροφή και ο λόγος του Ιησού Χριστού στους ψαράδες της Γεννησαρέτ, την βλέπομε στη συνέχεια της ευαγγελικής διήγησης. Ο Ανδρέας, λέγει το Ευαγγέλιο, «ευρίσκει πρώτος τον αδελφόν τον ίδιον Σίμωνα και λέγει αυτώ· ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Πρώτος ο Ανδρέας βρίσκει τον αδελφό του το Σίμωνα και του λέγει· «Βρήκαμε το Χριστό!». Η εβραϊκή λέξη Μεσσίας στα ελληνικά θα πει Χριστός, ο απεσταλμένος δηλαδή του Θεού, τον οποίο περίμενε ο λαός. Όλα ήσαν έτοιμα· ο βάπτισης Ιωάννης έδειχνε τον Ιησού και έλεγε· «ίδε ο αμνός του Θεού!». Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μίλησε τώρα στους δύο ψαράδες και τους έπεισε πως αυτός ήταν εκείνος που περίμεναν. Δεν έμενε λοιπόν αμφιβολία, κι ο Ανδρέας γεμάτος χαρά και ιερό ενθουσιασμό έφερε την αγγελία στον αδελφό του.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά το ιερό κείμενο συπληρώνει ότι ο Ανδρέας πήρε τον αδελφό του και τον παρουσίασε στον Ιησού Χριστό· «ήγαγεν αυτόν προς τον Ιησούν». Τότε ο Ιησούς Χριστός κοίταξε το Σίμωνα στα μάτια και του είπε· «Συ ει Σίμων ο υιός Ιωνά, συ κληθήση Κηφάς»· εσύ είσαι ο Σίμωνας ο γιός του Ιωνά, εσύ θα ονομασθείς Κηφάς. Και εξηγεί ο Ευαγγελιστής ότι το Κηφάς στα ελληνικά θα πει Πέτρος. Γιατί ο Ιησούς Χριστός άλλαξε το όνομα του Σίμωνα και τον είπε Κυφό, δηλαδή Πέτρο, μας το λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Ύστερ’ από τη μεγάλη ομολογία του Πέτρου, ο Ιησούς Χριστός μαζί με τα άλλα του είπε· «Συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν…». Η ομολογία του Πέτρου ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του αληθινού Θεού, είναι η πέτρα της πίστεως και το θεμέλιο της Εκκλησίας.

Η πρώτη συνάντηση του Ανδρέα με τον Ιησού Χριστό δεν είναι και η οριστική κλήση του στο έργο του Αποστόλου. Όταν παραδόθηκε ο Ιωάννης ο βαπτιστής, τότε ο Ιησούς Χριστός κάλεσε οριστικά τους μαθητές, που θα γίνονταν Απόστολοι και τότε πρώτον πάλι κάλεσε τον Ανδρέα με τον αδελφό του τον Πέτρο, που τους βρήκε «βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν». Άλλες δυό φορές ύστερα βλέπομε τον απόστολο Ανδρέα στα ιερά Ευαγγέλια. Μια φορά, όταν μαζί με τον Φίλιππο έφεραν στον Ιησού Χριστό κάποιους Έλληνες, που ζήτησαν να τον δουν. Και δεύτερη, όταν ο Ιησούς Χριστός μιλούσε για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ· τότε, μαζί με τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, ο Ανδρέας ρώτησε· «Ειπέ ταύτα πότε έσται;» πες μας πότε θα γίνουν αυτά;

Μετά την Πεντηκοστή δεν ξέρομε πολλά για τη ζωή και το έργο του αποστόλου Ανδρέα. Είναι όμως βέβαιο ότι η ιεραποστολική του δράση συνδέεται με τη δική μας Βυζαντινή και Ελλαδική Εκκλησία. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας στο αρχαίο Βυζάντιο, γι’ αυτό και ο πατριαρχικός ναός σήμερα στην Πόλη τιμάται στο όνομα του. Στην Ελλάδα είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας των Πατρών, όπου και μαρτύρησε, σταυρωμένος ανάποδα. Ο ναός του αγίου Ανδρέου στην Πάτρα είναι από τους μεγαλοπρεπέστερους σήμερα ναούς στην Ελλάδα. Την αγία του κάρα το 1460 ο Θωμάς Παλαιολόγος, φεύγοντας την κατάκτηση των Τούρκων, την πήρε μαζί του από την Πάτρα στη Ρώμη, και πριν από λίγα χρόνια ο Μητροπολίτης Πατρών την ξαναπήρε στην Πάτρα. Μένει πάντα στ’ αυτιά μας ο λόγος του αποστόλου Ανδρέα, από τους πιό αξιομνημόνευτους του Ευαγγελίου· «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Αμήν.


http://vatopaidi.wordpress.com

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου - Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς


«..Εάν το δένδρο αναγνωρίζεται από τον καρπό, και το καλό δένδρο παράγει επίσης καλό καρπό, η μητέρα της αυτοαγαθότητος, η γεννήτρια της αιώνιας καλλονής, πως δεν θα υπερείχε ασύγκριτα κατά την καλοκαγαθία από κάθε αγαθό εγκόσμιο και υπερκόσμιο;Διότι η δύναμη που καλλιέργησε τα πάντα, ο προαιώνιος και υπερούσιος Λόγος, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και ευσπλαχνία για χάρη μας θέλησε να περιβληθεί τη δική μας εικόνα, για να ανακαλέσει τη φύση πού σύρθηκε στον Άδη και να την ανακαινίσει, γιατί είχε παλαιωθεί και να την αναβιβάσει προς το υπερουράνιο ύψος της βασιλείας και θεότητός του.

Και βρίσκει αυτήν την αειπάρθενη η οποία υμνείται από μας σήμερα που γιορτάζουμε την παράδοξη είσοδό της στα άγια των αγίων και την εκλέγει ανάμεσα από όλους ανά τους αιώνες εκλεκτούς και θαυμαστούς και περιβόητους για την ευσέβεια και σύνεση και σε λόγια και σε έργα.

Ήταν αδύνατο η υψίστη και υπεράνω του νου καθαρότης, ο σαρκωθείς Λόγος, να ενωθεί με μολυσμένη φύση, γιατί ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατο στο θεό, το να έλθει σε ένωση με ακάθαρτο, πριν αυτό καθαρισθεί. Γι' αυτό και χρειαζόταν κατ' ανάγκη μια τελείως αμόλυντη και καθαρότατη παρθένο για κυοφορία και γέννηση εκείνου που είναι και εραστής της και δοτήρας της καθαρότητας, η οποία και προορίσθηκε και φανερώθηκε και το σχετικό με αυτήν μυστήριο τελέσθηκε, με πολλά παράδοξα γεγονότα.

Πρώτα η γέννησή της από το ζεύγος που ζητούσε με άσκηση και προσευχή τη λήξη της ατεκνίας τους και έλαβαν την υπόσχεση και συνέλαβαν τη τωρινή Θεομήτωρ. Και επειδή οι πολυάρετοι γονείς της πέτυχαν το ζητούμενο, έσπευσαν να εκπληρώσουν την προς το Θεό υπόσχεσή τους και μετά τον απογαλακτισμό την οδηγούν στο ιερό του Θεού και στον ιεράρχη που ευρίσκετο εκεί, αλλά και αυτή μόνη της με ελεύθερη γνώμη προσήλθε στο Θεό και διέμενε στα άγια των αγίων. Τρεφόταν δε από πάνω με άγγελο με απόρρητη τροφή που δυνάμωνε καλύτερα τη φύση της και τελειοποιούσε τον εαυτό της κατά το σώμα, ώστε το κατάλληλο καιρό να ανοιχθούν οι ουράνιες μονές και να δοθούν για αιώνια κατοίκηση σε όσους πιστεύουν στη παράδοξη γέννα της.

Έχοντας πλέον από τη μητρική ακόμη κοιλιά τέτοια θεία χαρίσματα και φυσικά δώρα, δεν δέχθηκε ούτε καμιά άλλη επίκτητη φύση (διότι έτσι νομίζω ότι πρέπει να ονομάζουμε τα από τους δασκάλους αποκτήματα) να εισφέρει μέσα της φοιτώντας σε δασκάλους. Αντίθετα, αφού παρέδωσε στο Θεό τον ηγεμονικό νου ως υπήκοο σε όλα, εγκατέλειψε δε τελείως τα διδάγματα των ανθρώπων και έτσι δέχθηκε άφθονη την από τα άνω σοφία, στο σημείο της ηλικίας που οι γονείς τοποθετούν τα παιδιά χωρίς τη θέλησή τους ως νήπια κάτω από τη καθοδήγηση νηπιαγωγού και τα παραδίδουν σε γραμματοδιδασκάλους, αυτή παρακάθεται μαζί με το Θεό σε άγια άδυτα σαν θεσπέσια ανάκτορα, ως βασιλικός έμψυχος θρόνος ανώτερος από κάθε έδρα, στολισμένος ολόκληρος με αρετές που πρέπουν σε τέτοιο βασιλέα που κάθεται σε αυτόν.

Μόλις τριών ετών που μόλις είχε αποκοπεί από το θήλασμα και τη δίαιτα της αγκαλιάς δείκνυε το πρέπον σε όσους γνωρίζουν να κρίνουν αλάθευτα. Όταν έφθασε κοντά στα πρόθυρα του ιερού, ενώ νεάνιδες ευγενείς ντυμένες επάξια προς το γένος τους την περιστοίχιζαν κρατώντας λαμπάδες και έτσι με επισημότατη πομπή την προέπεμπαν με ευταξία προς το εσωτερικό, σε αυτό το σημείο φάνηκε ότι αισθανόταν καλύτερα από όλους όσα συμβαίνουν και πρόκειται να της συμβούν. Σεμνή τότε και χαρούμενη και θαυμαστή με το κατάλληλο παράστημα και ήθος και φρόνημα προχωρούσε και έρχεται σε συνάντηση με τον αρχιερέα.

Και αμέσως εγκατέλειψε όλους γονείς, τροφούς, συνομήλικες και αποχωρίσθηκε από τους συναγμένους, μόνη εντελώς, χαρούμενη προχωρεί στον αρχιερέα ο οποίος την εισήγαγε στα άγια των αγίων και έπεισε όλους τους τότε ζώντας να δέχονται το γεγονός αυτό, με τη σύμπραξη και τη συναπόφαση του Θεού. Διότι επρόκειτο να γίνει σκεύος εκλογής, όχι όπως η κιβωτός γεμάτο σκιές και τύπους, αλλά γεμάτο αλήθεια, για να βαστάει κυοφορώντας εκείνον τον ίδιο, του οποίου το όνομα είναι θαυμαστό. Τι σπουδαίο θαύμα;

Ας δούμε λοιπόν, πως τίθεται τέλος στους τύπους, πως πάνω σε εκείνη ακριβώς τη σκιαγραφία τελετουργείται η μορφή της αλήθειας. Εισήλθε στα πρόσκαιρα άγια των αγίων η παντοτινή αγία των αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχη κιβωτός του άρτου της ζωής που αληθινά αποστάλθηκε σε εμάς από τους ουρανούς. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, που δεν δέχθηκε τύπους λόγου, αλλά τον ίδιο το Λόγο του Πατρός απορρήτως. Σε αυτήν την αληθινή κιβωτό παρίστανται όχι οι τύποι των αγγέλων, αλλά οι ίδιοι οι άγγελοι και το σπουδαιότερο είναι ότι δεν επεσκίαζαν απλά, αλλά διακονούσαν και υπηρετούσαν στη διατροφή. Διατροφή που δεν είναι δυνατό να πούμε ούτε τι ήταν, τόσο ξεπερνούσε σε θαυμασμό και το πολυθρύλητο εκείνο μάννα.

Ο διακομιστής ήταν καθαρό σύμβολο της αγγελικής πολιτείας της Παρθένου σε αυτό το στάδιο της ηλικίας την υπηρετούσε συνεχώς και δεν την επεσκίαζε, υποσχόμενος σε αυτήν το μελλοντικό μεγαλείο. Αυτήν άλλωστε πρόκειτο να επισκιάσει, όχι άγγελος ούτε αρχάγγελος ούτε τα ίδια τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, αλλά η ίδια η ενυπόστατη δύναμη του Υψίστου. Τούτο μάλιστα δεν είναι επισκίαση αλλά καθαρά ένωση, όχι μόνο στη γαστέρα αλλά και μόρφωση. Και το μορφωμένο από τα δύο, δηλαδή από τη δύναμη του Υψίστου και στη παναγία και παρθενική εκείνη γαστέρα ήταν ο Λόγος Θεού σαρκωμένος.

Πω πω, σε ποιό βάθος μυστηρίου κατεβάσαμε το λογο! Και έτσι ζούσε λοιπόν σαν στο παράδεισο, βίο απαράσκευο, αφρόντιστο, αμέριμνο, αμέτοχο αγενών παθών, ζώντας μόνο για το Θεό, βλεπόμενη μόνο από το Θεό, τρεφόμενη μόνο από το Θεό και γενικά αφιερωμένη συνεχώς στο Θεό.

Ζούσε την ιερά ησυχία, τη στάση του νου και του κόσμου, τη λησμονιά των κάτω, την μύηση των άνω, την απόθεση των νοημάτων προς το καλύτερο, δια της παιδείας από την ησυχία που θεωρούμε μέσα το Θεό. Αφού λύθηκε από κάθε υλικό δεσμό ανυψώθηκε πάνω και από αυτή τη συμπάθεια προς το σώμα της, σύνηψε το νου της με τη προς τον εαυτό στροφή και προσοχή και με τη αδιάλειπτο θεία προσευχή. Και δι' αυτής ερχόμενη τελείως στον εαυτό της και υπερβαίνοντας το πολύμορφο συρφετό των λογισμών, διέκρινε νέα και απόρρητη οδό στους ουρανούς, που θα την έλεγα νοητή σιγή.

Αφού έτσι μυήθηκε στα ανώτατα μυστήρια με αυτές τις ακρότατες θεωρίες και κατά το τρόπο αυτόν ενώθηκε και αφομοιώθηκε με το Θεό, μόνη αυτή στους αιώνες επετέλεσε αυτή την υπερφυά πρεσβεία για χάρη μας και μόνη της την αποπεράτωσε, πραγματοποιώντας το μέγα και το πάνω από το μέγα κατόρθωμα. Διότι δεν έγινε μόνο καθ' ομοίωση Θεού, αλλά και έκαμε το Θεό καθ' ομοίωση ανθρώπου. Και δεν το έκανε αυτό πείθοντάς τον, αλλά και τον κυοφόρησε ασπόρως και τον γέννησε αφράστως, κατά την χάρη από το Θεό (γι' αυτό και προσαγορεύθηκε από τον αρχάγγελο, κεχαριτωμένη).

Ποιος μπορεί να περιγράψει τα μεγαλεία σου, παρθένε; Έγινες Θεομήτωρ, ένωσες το νου με το Θεό, ένωσες το Θεό με τη σάρκα, έκανες το Θεό υιό ανθρώπου και τον άνθρωπο υιό Θεού, συμφιλίωσες τον κόσμο με τον ποιητή του κόσμου. Μας δίδαξες με έργα ότι το θεωρείν δεν προσγίνεται μόνο με αίσθηση ή και λογισμό στους πραγματικούς ανθρώπους (διότι τότε θα ήσαν λίγο μόνο καλύτεροι από τα άλογα), αλλά πολύ περισσότερο με τη κάθαρση του νου και τη μέθεξη της θείας χάριτος, κατά την οποία εντρυφούμε στα θεοειδή κάλλη όχι με λογισμούς, αλλά με άυλες επαφές. Έκαμες τους ανθρώπους ομοδίαιτους με τους αγγέλους, ή μάλλον αξίωσες και μεγαλύτερων βραβείων, αφού συνέλαβες από το άγιο Πνεύμα θεανδρική μορφή και την γέννησες παράδοξα και κατέστησες την ανθρώπινη φύση απορρήτως συμφυή και, θα λέγαμε, ομόθεη με τη θεία φύση.

Ας φυλάττουμε επομένως τη προς το Θεό και προς αλλήλους ενότητα, που έχει εντυπωθεί σ' εμάς από το Θεό θείως, δια των δεσμών της αγάπης. Ας βλέπουμε πάντοτε προς τον άνω γεννήτορα. Ας υψώσουμε άνω προς αυτόν τη καρδιά μας. Ας παρατηρήσουμε το μέγα τούτο θέαμα, τη φύση μας να συνδιαιωνίζει αύλως με το πυρ της Θεότητος, και, αποβάλλοντας τους δερμάτινους χιτώνες, που έχουμε ενδυθεί από τη παράβαση, ας σταθούμε σε αγία γη, αναδεικνύοντας ο καθένας μας τη δική του γη αγία δια της αρετής και της προς το Θεό σταθερής αφοσιώσεως, να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συνδιαιωνίσουμε σε δόξα της τρισηλίας Θεότητος που πρέπει κάθε δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνηση τώρα και στους ατέλειωτους αιώνες. Γένοιτο...».

Πηγή: απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμος 11ος

http://www.orthodoxfathers.com/logos/Logos-Eisodia-tis-THeotokoy-Agios-Grigorios-Palamas

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Περὶ φιλαργυρίας

Από την Κλίμακα του Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου

ΠΟΛΛΟΙ ΑΠΟ τοὺς σοφοὺς διδασκάλους μετὰ ἀπὸ τὸν προηγούμενο τύραννο συνηθίζουν νὰ τοποθετοῦν τὸν παρόντα μυριοκέφαλο δαίμονα τῆς φιλαργυρίας. Καὶ γιὰ νὰ μὴ μεταβάλωμε τὴν σειρὰ τῶν σοφῶν ἐμεῖς οἱ ἄσοφοι, ἀκολουθήσαμε τὸν ἴδιο κανόνα καὶ τὴν ἴδια ἀπόφασι. Ἔτσι ἀφοῦ ὁμιλήσωμε ὀλίγο μὲ τὴν ἀρρώστεια, θὰ ὁμιλήσωμε ἔπειτα ἐν συντομίᾳ καὶ γιὰ τὴν κατάστασι τῆς ὑγείας.

2. Ἡ φιλαργυρία εἶναι προσκύνησις τῶν εἰδώλων, θυγατέρα τῆς ἀπιστίας, προφασίστρια νόσων, μάντις γηρατειῶν, ὑποβολεὺς ἀνομβρίας, προμηνυτὴς λιμῶν.

3. Φιλάργυρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ καταφρονεῖ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ τὶς παραβαίνει ἐνσυνείδητα. Ὅποιος ἀπέκτησε ἀγάπη διεσκόρπισε χρήματα. Ὅποιος ὅμως ἰσχυρίζεται πὼς συμβιβάζει στὴν ζωή του καὶ τὰ δυό, αὐτοαπατήθηκε.

4. Ὅποιος πενθεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἀπαρνήθηκε καὶ τὸ σῶμα του. Διότι ὅταν τὸ ἐκάλεσε ἡ περίστασις, οὔτε αὐτὸ τὸ λυπήθηκε.

5. Μὴ ἰσχυρίζεσαι ὅτι μαζεύεις χρήματα γιὰ τοὺς πτωχούς. Διότι δυὸ μόνο λεπτὰ ἀγόρασαν τὴν οὐράνιο βασιλεία (πρβλ. Λουκ. κα´ 2).

6. Ὁ φιλόξενος καὶ ὁ φιλάργυρος συναντήθηκαν. Καὶ ὁ δεύτερος ἀποκαλοῦσε τὸν πρῶτο ἀδιάκριτο καὶ ἀσύνετο.

7. Ὅποιος ἐνίκησε τὸ πάθος αὐτό, ἔπαυσε νὰ ἔχη μέριμνες. Ὅποιος εἶναι δεμένος μαζί του, ποτὲ δὲν θὰ κάνη καθαρὰ προσευχή.

8. Ἀρχὴ τῆς φιλαργυρίας, ἡ πρόφασις τῆς ἐλεημοσύνης. Τέλος δὲ αὐτῆς, τὸ μίσος πρὸς τοὺς πτωχούς. Ἕως ὅτου κάποιος συγκεντρώση τὰ χρήματα, κάνει ἐλεημοσύνες. Ὅταν ὅμως τὰ συγκεντρώση, σφίγγουν τὰ χέρια του.

9. Εἶδα ἀνθρώπους πτωχοὺς ὡς πρὸς τὰ χρήματα, οἱ ὁποῖοι ἐπλούτησαν στὴν ζωὴ τῶν «πτωχῶν τῷ πνεύματι»· δηλαδὴ ἐπλούτησαν στὴν μοναχικὴ ζωή. Καὶ ἔπαυσαν πλέον νὰ ἐνθυμοῦνται τὴν προηγουμένη πτωχεία τους.

10. Ὁ φιλοχρήματος μοναχὸς εἶναι ξένος πρὸς τὴν ἀκηδία(!), ἐνθυμούμενος κάθε ὥρα τὸν ἀποστολικὸ λόγο «Ὁ ἀργὸς μηδὲ ἐσθιέτω» (Β´ Θέσ. γ´ 10), καθὼς καὶ τό: «Αἱ χεῖρες αὗται διηκόνησαν ἐμοὶ καὶ τοῖς σὺν ἐμοί»! (Πράξ. κ´ 34).

* * *

11. Ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς φροντίδες, ἀμεριμνία βίου, ὁδοιπορία ἀνεμπόδιστη, ἀποξένωσις ἀπὸ τὴν λύπη, πίστις στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.

12. Ὁ ἀκτήμων μοναχὸς εἶναι κύριος ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔχει ἀναθέσει στὸν Θεὸν τὴν φροντίδα του, καὶ μὲ τὴν πίστι του αὐτὴ τοὺς ἔχει ὅλους δούλους του. Δὲν θὰ ὁμιλήση σὲ ἄνθρωπο γιὰ ἀνάγκες του. Ὅλα δὲ ὅσα τοῦ προσφέρονται, τὰ δέχεται σὰν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀκτήμων ἐργάτης τῆς ἀρετῆς εἶναι υἱὸς τῆς ἀπροσπαθείας, καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχει θεωρεῖ σὰν νὰ μὴ τὰ ἔχη. Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα τῆς ἀναχωρήσεως γιὰ τὴν ἄσκησι, τὰ ἐθεώρησε ὅλα σὰν σκύβαλα. Ἐὰν ὅμως λυπῆται γιὰ κάποιο πράγμα, σημαίνει ὅτι δὲν ἔγινε ἀκόμα ἀκτήμων. Ὁ ἀκτήμων ἄνθρωπος ἔχει καθαρὰ προσευχή, ἐνῷ ὁ φιλοκτήμων προσεύχεται ἔχοντας τὸν νοῦ του σὲ ὑλικὰ πράγματα.

13. Ὅσοι ζοῦν ὡς ὑποτακτικοί, εἶναι ξένοι πρὸς τὴν φιλαργυρία. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὸ σῶμα ἀκόμη παρέδωσαν, τί κρατοῦν λοιπὸν ὡς ἰδικό τους; Αὐτοὶ σὲ ἕνα μόνο σημεῖο συνήθως ὑστεροῦν: Παρουσιάζονται εὔκολοι καὶ ἕτοιμοι σὲ τοπικὲς μετακινήσεις.

14. Εἶδα ὑλικὴ περιουσία ποὺ ἔκανε μερικοὺς μοναχοὺς νὰ παραμένουν ὑπομονητικὰ στὸν τόπο τους. Ἐγὼ δὲ περισσότερο ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐμακάρισα ἐκείνους ποὺ περιπλανῶνται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου.

15. Ὅποιος ἐγεύθηκε τὰ οὐράνια, εὔκολα καταφρονεῖ τὰ ἐπίγεια. Ὁ ἄγευστος ὅμως ἐκείνων ἀγάλλεται μὲ τὰ γήϊνα ὑπάρχοντά του.

16. Ὅποιος ἀσκεῖ τὴν ἀκτημοσύνη χωρὶς λόγο καὶ πνευματικὴ βάσι, ὑφίσταται δυὸ ἀδικίες: καὶ ἀπὸ τὰ παρόντα ἀπέχει καὶ τὰ μέλλοντα στερεῖται.

Ἂς μὴ φανοῦμε λοιπόν, ὦ μοναχοί, πιὸ ἄπιστοι ἀπὸ τὰ πτηνά, ποὺ οὔτε μεριμνοῦν οὔτε συγκεντρώνουν τροφὲς (πρβλ. Ματθ. ς´ 26).

17. Μέγας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπαρνεῖται κατὰ τρόπον θεάρεστο τὰ χρήματα. Ἅγιος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπαρνεῖται τὸ ἰδικό του θέλημα. Ὁ μὲν πρῶτος θὰ λάβη ἑκατονταπλάσια εἴτε μὲ χρήματα εἴτε μὲ χαρίσματα. Ὁ δὲ δεύτερος θὰ κληρονομήση ζωὴν αἰώνιον.

18. Δὲν θὰ λείψουν τὰ κύματα ἀπὸ τὴν θάλασσα. Οὔτε ἀπὸ τὸν φιλάργυρο ἡ ὀργὴ καὶ ἡ λύπη.

19. Ὅποιος καταφρονεῖ τὰ ὑλικά, ἀπηλλάγη ἀπὸ τὶς δικαιολογίες καὶ τὶς ἀντιλογίες, ἐνῷ ὁ φιλοκτήμων καὶ γιὰ μία βελόνα ἀκόμη ἀγωνίζεται μέχρι θανάτου.

20. Ἡ ἀκλόνητη πίστις θὰ περιορίση τὶς μέριμνες, ἐνῷ μὲ τὴν μνήμη τοῦ θανάτου κατορθώνεται ἀκόμη καὶ ἡ ἀπάρνησις τοῦ σώματος.

21. Στὸν Ἰὼβ δὲν ὑπῆρχε ἴχνος φιλαργυρίας· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν τὰ στερήθηκε ὅλα, ἔμεινε ἀτάραχος.

22. «Ρίζα πάντων τῶν κακῶν, καὶ εἶναι καὶ λέγεται ἡ φιλαργυρία» (Α´ Τιμ. ς´ 10). Διότι αὐτὴ εἶναι ποὺ δημιούργησε μίση καὶ κλοπὲς καὶ φθόνους καὶ χωρισμοὺς καὶ ἔχθρες καὶ ζάλες καὶ μνησικακίες καὶ ἀσπλαγχνίες καὶ φόνους.

23. Μὲ ὀλίγη φωτιὰ μερικοὶ ἔκαψαν μεγάλο δάσος. Ἀντιθέτως μὲ μία ἀρετὴ ἄλλοι ἐσώθηκαν ἀπὸ ὅλα τὰ τωρινὰ καὶ προηγούμενα πάθη. Αὐτὴ ὀνομάζεται ἀπροσπάθεια. Τὴν ἐγέννησε δὲ ἡ πείρα καὶ ἡ γεῦσις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ φροντίδα γιὰ τὴν μεταθανάτιο ἀπολογία.

24. Δὲν ξεχάσθηκε ἀπὸ τὸν πολὺ προσεκτικὸ ἀναγνώστη ὁ λόγος τῆς μητροκάκου, δηλαδὴ τῆς μητέρας ὅλων τῶν κακῶν γαστριμαργίας.

Ἀναφέρει ἡ ἴδια σὰν δεύτερο ἀπόγονό της στὴν κακὴ καὶ ἐπάρατη τεκνογονία της τὸν λίθο τῆς ἀναισθησίας, δηλαδὴ τὴν σκληρότητα τῆς καρδίας. Ἀλλὰ μὲ ἐμπόδισε νὰ τὴν τοποθετήσω (τὴν ἀναισθησία) στὴν θέσι της ὁ πολυκέφαλος ὄφις τῆς εἰδωλολατρείας, (ἡ φιλαργυρία), ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ ξέρω πῶς, ἀριθμεῖται τρίτη στὴν ἁλυσίδα τῶν ὀκτὼ παθῶν ἀπὸ τοὺς διακριτικοὺς Πατέρας.

Ἀφοῦ λοιπὸν χωρὶς πολλὰ λόγια ἐτελειώσαμε τὸν λόγο περὶ φιλαργυρίας, ἐπιθυμοῦμε νὰ ὁμιλήσωμε τώρα περὶ ἀναισθησίας, ἐξετάζοντας τὴν τρίτη στὴν σειρά, ἂν καὶ στὴν τάξι τῆς γεννήσεώς της εἶναι δεύτερη. Ἔπειτα ἀπ᾿ αὐτὴν θὰ εἰποῦμε ὀλίγα λόγια περὶ ὕπνου καὶ ἀγρυπνίας, καθὼς ἐπίσης καὶ περὶ τῆς νηπιώδους καὶ ἀνάνδρου δειλίας. Διότι αὐτὰ τὰ νοσήματα εἶναι τῶν ἀρχαρίων.

Ἕνα βραβεῖο ἀκόμη! Ὅποιος τὸ κατέκτησε προχωρεῖ σὰν ἄϋλος πρὸς τὸν οὐρανό.

Δεκάτη ἕκτη πάλη! Ὅποιος ἐνίκησε σ᾿ αὐτήν, ἢ ἔχει ἀποκτήσει ἀγάπη ἢ ἔπαυσε νὰ ἔχη μέριμνες.

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Οι Λογισμοί


Οι καλοί λογισμοί φέρνουν τήν πνευματική υγεία


- Γέροντα, ποια είναι τά χαρακτηριστικά τού αδύνατου λογισμού;
- Τί εννοείς; Πρώτη φορά το ακούω αυτό.
- Είχατε πει, το να βάλη κανείς αριστερό λογισμό, να παρεξήγηση μια συμπεριφορά…
- Καί το είπα αδύνατο λογισμό αυτό;
- Θυμήθηκα εκείνον πού ήθελε να μείνη κοντά σας ως υποτακτικός καί του είπατε: Δέν
σέ κρατώ, γιατί έχεις αδύνατο λογισμό.
- Όχι, δέν το είπα έτσι. Δέν σέ παίρνω, του είπα, για υποτακτικό, γιατί δέν έχεις υγεία
πνευματική. Τί θά πή υγεία πνευματική;, μέ ρωτάει. Δέν έχεις καλούς λογισμούς, του λέω.
Σάν άνθρωπος θά έχω τά κουσούρια μου, καί σάν καλόγερος τόσα χρόνια θά έχω καί
μερικές αρετές. Αν δέν έχης καλό λογισμό, θά βλάπτεσαι καί από τά κουσούρια μου καί από τις
αρετές μου. Γιά ένα μικρό παιδί μπορεί νά πή κανείς ότι έχει αδύνατο λογισμό, γιατί είναι
ακόμη ανώριμο, όχι όμως γιά έναν μεγάλο.
- Όλοι οί μεγάλοι, Γέροντα, είναι ώριμοι;
- Μερικοί άπό το κεφάλι τους δέν ωριμάζουν. Άλλο, αν δέν τους κόβη. Όταν κάποιος δέν
κινήται απλά, ό λογισμός του πηγαίνει στο κακό καί όλα τά παίρνει στραβά. Αυτός δέν έχει
υγεία πνευματική καί δέν βοηθιέται ούτε άπό το καλό βασανίζεται καί μέ το καλό.
- Αν δούμε, Γέροντα, μιά αταξία, συμφέρει νά ψάξουμε νά βρούμε ποιος την έκανε;
- Ψάξε πρώτα νά δής μήπως την έκανες έσύ. Αυτό είναι πιο καλό!
- Όταν όμως, Γέροντα, μοϋ δίνουν αφορμές οί άλλοι;
- Έσύ πόσες αφορμές έδωσες; Αν το σκεφθής αυτό, θά καταλάβης ότι κάνεις λάθος
αντιμετωπίζοντας έτσι τά πράγματα.
- Καί όταν λέμε: αυτό μάλλον θά το έκανε ή τάδε αδελφή, είναι καί αυτό αριστερός
λογισμός;
- Είσαι σίγουρη πώς το έκανε αυτή ή αδελφή;
- Όχι, αλλά επειδή καί άλλη φορά έκανε κάτι ανάλογο.
- Πάλι αριστερός λογισμός είναι, αφού δεν είσαι σίγουρη. Ύστερα, ακόμη και αν τό
έκανε αύτη ή αδελφή, ποιος ξέρει πώς και γιατί τό έκανε.
- Όταν όμως, Γέροντα, βλέπω λ.χ. ότι μια αδελφή έχει κάποιο πάθος;
- Γερόντισσα είσαι; Ή Γερόντισσα φέρει ευθύνη, γι’ αυτό πρέπει να έξετάζη τα πάθη σας. Έσείς
όμως γιατί να εξετάζετε τά πάθη της άλλης; Ακόμη δέν έχετε μάθει να κάνετε δουλειά στον
εαυτό σας. Αν θέλετε νά κάνετε δουλειά στον εαυτό σας, νά μήν εξετάζετε τί κάνουν οι άλλοι γύρω
σας, άλλα νά φέρνετε καλούς λογισμούς και για τά καλά και για τά άσχημα πού βλέπετε
στους άλλους. Άσχετα με τί σκοπό κάνει κάτι ό άλλος, εσείς βάλτε έναν καλό λογισμό. Ό καλός
λογισμός έχει μέσα αγάπη, αφοπλίζει τόν άλλον και τόν κάνει νά σου φερθή καλά. Θυμάστε
εκείνες τις καλόγριες πού πέρασαν τόν ληστή γιά άββα; Όταν αποκαλύφθηκε, νόμιζαν ότι κάνει τόν
δια Χριστόν σαλό και παριστάνει τόν ληστή και άλλο τόσο τόν είχαν σέ ευλάβεια. Τελικά έσωσαν
και αυτόν καί τους συντρόφους του.
- Όταν, Γέροντα, μια αδελφή μοϋ λέη κάποιο ψέμα…
- Καί άν αναγκάσθηκε εξ αιτίας σου νά πή ένα ψέμα ή αν ξέχασε, καί αυτό πού σοϋ είπε δέν είναι
ψέμα; Ζητάει λ.χ. ή άρχοντάρισσα από την μαγείρισσα σαλάτα και εκείνη της λέει δεν έχω,
ενώ ή άρχοντάρισσα ξέρει ότι έχει. Άν ή άρχοντάρισσα δεν έχη καλούς λογισμούς, θά πη: ¨ψέ-
ματα μου λέει. Άν όμως έχη καλούς λογισμούς, θά πη: ή καημένη, ξέχασε ότι είχε σαλάτα,
γιατί είχε πολλή δουλειά, ή ¨την κράτησε γιά κάποια άλλη περίπτωση. Δεν έχεις
πνευματική υγεία, γι’ αυτό σκέφτεσαι έτσι. Άν είχες πνευματική υγεία, θά έβλεπες και τά
ακάθαρτα καθαρά. Όπως θά έβλεπες τά φρούτα, έτσι θά έβλεπες και τήν κοπριά, γιατί ή
κοπριά βοήθησε νά γίνουν τά φρούτα.
Όποιος έχει καλούς λογισμούς, έχει πνευματική υγεία και το κακό το μετατρέπει σε καλό.
Θυμάμαι στην Κατοχή, όσα παιδιά είχαν γερό οργανισμό, έτρωγαν μέ όρεξη ένα κομμάτι
μπομπότα καί ήταν όλο υγεία. Ένω κάτι πλουσιόπαιδα, παρόλο πού έτρωγαν ψωμί μέ
βούτυρο, επειδή δέν είχαν γερό οργανισμό, ήταν φιλάσθενα. Έτσι και στην πνευματική ζωή. Ένας,
άν έχη καλούς λογισμούς, καί νά τον χτυπήσης άδικα, θά πη: ¨Το επέτρεψε ό Θεός, γιά νά
εξοφλήσω παλιά μου σφάλματα, δόξα τω Θεώ!. Ένω ένας άλλος πού δέν έχει καλούς
λογισμούς, καί νά πάς νά τον χαϊδέψης, θά νομίζη πώς πάς νά τον χτυπήσης. Πάρτε
παράδειγμα άπό έναν μεθυσμένο. Άν είναι κακός, τά σπάζει όλα επάνω στο μεθύσι. Άν είναι
καλός, ή θά κλαίη ή θά συγχωράη. Ένας μεθυσμένος έλεγε: Χαρίζω άπό έναν κουβά λίρες σε
όποιον μέ φθονεί!
http://gerontes.wordpress.com

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Περί των τριών τρόπων της προσευχής

Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται· υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή· γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.


Περί της πρώτης προσευχής

Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία. Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί· κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια. Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα· άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου; Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσοχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος.


Περί της δεύτερης προσευχής

Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Όταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια· και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό· κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης. Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ' εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν. Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός· και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς.

Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.


Περί της τρίτης προσευχής

Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο· και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς· και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται· και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.

Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό· αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους· πληγώνεται, και δεν το ξέρει· πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ' αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.

Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό· δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα· και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς, και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία· και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.

Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή· να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος, δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: «Είναι ωραία να είμαστε εδώ». Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο· και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.». Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό, άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία· άλλοι, προσοχή· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι, νήψη και αντίρρηση· άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου· όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου»· λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί». Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί», και:«Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!», και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι· ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.». Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα». Και οί θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό. Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης· και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.

Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα· συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου· και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω· κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις. Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα· αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να είδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού· γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».


Ερώτηση - Απόκριση

Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό;

Απόκριση: Γιατί δεν τις μεταχειριζόμαστε με τη σειρά που πρέπει. Ο Ιωάννης της Κλίμακος αυτά τα παρομοιάζει με μία κλίμακα, λέγοντας: «Άλλοι περιορίζουν τα πάθη· άλλοι ασχολούνται με την ψαλμωδία και αφιερώνουν σε αυτή τον περισσότερο χρόνο· άλλοι καταγίνονται με τη νοερά προσευχή· και άλλοι ενατενίζουν στη θεωρία και ζούνε στο βυθό. Στο πρόβλημα αυτό ας χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα της κλίμακας.» Όσοι λοιπόν θέλουν να ανεβούν μία κλίμακα, δεν αρχίζουν από επάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω επάνω, και ανεβαίνουν το πρώτο σκαλί κι έπειτα το επόμενο κι όλα τα πιο πάνω· κι έτσι μπορεί κανείς να σηκωθεί από τη γη και ν' ανεβεί στον ουρανό. Αν λοιπόν θέλομε να γίνομε τέλειοι άνδρες με την πληρότητα του Χριστού, ας αρχίσομε σαν βρέφη την κλίμακα που είπαμε, ώστε με τις διάφορες μεθηλικιώσεις να φτάσομε διαδοχικά τα μέτρα του παιδιού, του άνδρα και του πρεσβυτέρου.

Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.

Δεύτερη βαθμίδα και μεθηλικίωση, που από έφηβο τον κάνει νέο πνευματικά, είναι η απασχόληση με την ψαλμωδία. Γιατί μετά τον κατευνασμό και τη μείωση των παθών, η ψαλμωδία προξενεί γλυκύτητα στη γλώσσα και λογίζεται ευάρεστη στο Θεό, αφού δεν είναι δυνατό να ψάλλομε στο Θεό σε γη ξένη, δηλαδή σε εμπαθή καρδιά. Τούτο είναι το σημάδι αυτών που προκόβουν.

Τρίτη βαθμίδα και μεθηλικίωση αυτού που από νέος γίνεται πνευματικά άνδρας, είναι η επιμονή στην προσευχή, που είναι σημάδι αυτών που έχουν προκόψει. Και διαφέρει η προσευχή από την ψαλμωδία όσο ο ώριμος άνδρας από το νέο και από τον έφηβο, ανάλογα με το βαθμό πού έχομε.

Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη· η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα. Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν' ανεβεί στην τελειότητα.

Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς· διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο. Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ' αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ' αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ' εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.

Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.

Όποιος λοιπόν τα μεταχειρίζεται αυτά ορθά και στον καιρό του το καθένα, αυτός μπορεί, μετά την αποβολή των παθών από την καρδιά του, και στην ψαλμωδία να επιδοθεί και ν' αντιπολεμήσει τους λογισμούς που ξεσηκώνονται μέσω των αισθήσεων και ταράζουν την επιφάνεια του νου, και στον ουρανό να υψώνει τα αισθητά μαζί με τα νοητά μάτια όταν χρειαστεί, και να προσεύχεται αληθινά και καθαρά· τούτο όμως να το κάνει σπάνια, για το φόβο των δαιμόνων που ενεδρεύουν στον αέρα. Γιατί τούτο μόνο ζητά ο Θεός από μας, να είναι καθαρμένη η καρδιά μας με τη φύλαξη· κι αν η ρίζα είναι αγία, καθώς λέει ο Απόστολος, φανερό είναι πως και οι κλάδοι είναι άγιοι κι ο καρπός. Χωρίς όμως τον τρόπο που είπαμε, όποιος σηκώνει τα μάτια και το νου του στον ουρανό και θέλει να φαντάζεται κάποια νοητά, αυτός σχηματίζει μέσα του είδωλα και όχι την αλήθεια· γιατί με το να είναι ακάθαρτη η καρδιά του δεν προκόβει ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προσοχή. Όταν δηλαδή θέλομε να κτίσομε ένα σπίτι, δε βάζομε πρώτα τη σκεπή κι υστέρα το θεμέλιο, γιατί τούτο είναι αδύνατο· αλλά πρώτα βάζομε το θεμέλιο κι ύστερα κτίζομε το σπίτι και τότε βάζομε και τη σκεπή. Έτσι πρέπει να κάνομε και σ' αυτά που λέμε. Πρώτα να βάλομε πνευματικό θεμέλιο, δηλαδή να φυλάξομε την καρδιά και να λιγοστέψομε σε αυτή τα πάθη· κι ύστερα να κτίσομε τους τοίχους του πνευματικού σπιτιού, δηλαδή να αποκρούομε με τη δεύτερη προσοχή τη θύελλα των πονηρών πνευμάτων που ξεσηκώνουν οι εξωτερικές αισθήσεις και να ξεφεύγομε το γρηγορότερο από αυτόν τον πόλεμο. Και τότε να στήσομε και τη σκεπή με την τέλεια στροφή προς το Θεό και την αναχώρηση, οπότε ολοκληρώνομε το πνευματικό μας σπίτι με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σέ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Πηγή: http://www.imsamou.gr/articles.php?id=27

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Περὶ ὕπνου καὶ προσευχῆς

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ - ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ

ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ


Ὁ ΥΠΝΟΣ εἶναι σπουδαῖο συστατικὸ τῆς φύσεώς μας, ἀπεικόνισις τοῦ θανάτου, ἀργία τῶν αἰσθήσεων. Εἶναι μὲν ἕνας, ἀλλὰ ὅπως καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἔχει πλεῖστες αἰτίες καὶ ἀφορμές. Δηλαδὴ προέρχεται ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύσι, ἄλλοτε ἀπὸ τὰ φαγητὰ καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Μερικὲς φορὲς ἴσως καὶ ἀπὸ πολὺ ὑπερβολικὴ νηστεία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξασθενημένη ἡ σάρκα, ζητεῖ νὰ αὐτοπαρηγορηθῆ μὲ τὸν ὕπνο.

2. Ὅπως ἡ πολυποσία ἐξαρτᾶται καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν κακὴ συνήθεια, ἔτσι καὶ ἡ πολυυπνία. Γι᾿ αὐτὸ ἰδιαιτέρως στὶς ἀρχὲς τῆς ἀποταγῆς ἂς ἀγωνισθοῦμε ἐναντίον της. Διότι εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ θεραπεύση κανεὶς μία μακροχρόνια συνήθεια.

3. Ἂς παρακολουθήσωμε καὶ θὰ ἰδοῦμε πὼς ἐνῷ σημαίνει ἡ πνευματικὴ σάλπιγξ, δηλαδὴ τὸ σήμαντρο, ὀρατῶς μὲν συναθροίζονται οἱ ἀδελφοί, ἀοράτως δὲ συνάγονται οἱ ἐχθροί. Ἔτσι ἄλλοι δαίμονες ἔρχονται στὸ κρεββάτι, μόλις σηκωθοῦμε, καὶ μᾶς πιέζουν νὰ ἀνακλιθοῦμε πάλι. «Μεῖνε, μᾶς λέγουν, ἕως ὅτου συμπληρωθοῦν οἱ προοιμιακοὶ ὕμνοι, καὶ ἔπειτα πηγαίνεις στὴν Ἐκκλησία». Ἄλλοι, ἐνῷ παριστάμεθα στὴν προσευχή, ἔρχονται καὶ μᾶς βυθίζουν στὸν ὕπνο. Ἄλλοι προξενοῦν ἔντονη καὶ ἀπροσδόκητη κοιλιακὴ ἐνόχλησι. Ἄλλοι μᾶς προτρέπουν νὰ ἀνοίγωμε συζητήσεις μέσα στὸ Κυριακό. Ἄλλοι παρασύρουν τὸν νοῦ μας σὲ αἰσχροὺς λογισμούς. Ἄλλοι μᾶς κάνουν νὰ ἀκουμποῦμε σὰν κουρασμένοι στὸν τοῖχο. Ἐνίοτε μάλιστα συμβαίνει νὰ μᾶς προκαλοῦν καὶ πάρα πολλὰ χασμουρητά.

Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπροκάλεσαν πολλὲς φορὲς γέλωτα τὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς, ὥστε νὰ κάνουν τὸν Θεὸν νὰ ἀγανακτήση ἐναντίον μας. Ἄλλοι μᾶς βιάζουν νὰ διαβάζωμε γρήγορα τὸ Ψαλτήριο ἀπὸ ρᾳθυμία, καὶ ἄλλοι μᾶς προτρέπουν νὰ ψάλλωμε ἀργὰ ἀπὸ φιληδονία. Μερικὲς μάλιστα φορὲς κάθονται καὶ στὸ στόμα μας καὶ τὸ καθιστοῦν κλειστὸ καὶ δυσκολοάνοικτο.

4. Ἐκεῖνος ποὺ ἀναλογίζεται ὅτι προσευχόμενος ἵσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ αἰσθάνεται αὐτὸ στὴν καρδιά του, θὰ εἶναι στύλος ἀκλόνητος καὶ δὲν θὰ ἐμπαίζεται ἀπὸ κανένα δαίμονα ἀπὸ ὅσους προανέφερα.

Ὁ πραγματικὸς ὑποτακτικός, πολλὲς φορὲς μόλις σταθῆ στὴν προσευχή, γίνεται ὅλος φωτεινὸς καὶ πασίχαρος· διότι εἶναι ὁ πύκτης παρασκευασμένος καὶ φλογισμένος ἀπὸ πρὶν μὲ τὴν ἀνόθευτη διακονία καὶ ὑπακοή.

5. Σὲ ὅλους εἶναι δυνατὸν νὰ προσεύχωνται μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἀδελφῶν, σὲ πολλοὺς ὅμως εἶναι πιὸ ταιριαχτὸ μόνο μὲ ἕναν ὁμόψυχο. Ὅταν ὑμνῆς τὸν Θεὸν μὲ τὸ πλῆθος, δὲν μπορεῖς νὰ κάνης ἄϋλη προσευχή. Ἂς ἔχης ὅμως τότε ὡς νοερὰ ἐργασία τὴν θεωρία τῶν ψαλλομένων ἢ πάλι κάποια ὡρισμένη προσευχή, ἕως ὅτου τελειώση ὁ στίχος τοῦ πλησίον σου.

6. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀσκῆς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κάποιο πάρεργο, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ κάτεργο. Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ ἐδίδαξε σαφῶς ὁ Ἄγγελος ποὺ ἐμφανίσθηκε στὸν Μέγαν Ἀντώνιο.

7. Ἡ κάμινος δοκιμάζει τὸν χρυσό· ἡ δὲ παράστασις στὴν προσευχή, τὸν ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη τῶν μοναχῶν πρὸς τὸν Θεόν.

Ἐργασία ἐπαινετή! Ὅποιος τὴν κατέκτησε, καὶ τὸν Θεὸν πλησιάζει καὶ τοὺς δαίμονες ἐκδιώκει.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/climax/

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Δάκρυα

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Μαζί με την ευχούλα -τώρα δεν μπορούμε να πούμε και λεπτομέρειες, αυτό όταν το βρεις μοναχός σου, έχει περισσότερη δύναμη παρά όταν το ακούσεις από τον άλλον- έρχονται τα δάκρυα. Τα οποία δάκρυα λίγο, λίγο, λίγο από εσένα εξαρτάται να τα αυξήσεις.

Πιστεύσατέ με ότι τα δάκρυα δεν είναι τίποτες άλλο, συνήθεια είναι. Αν συνηθίσεις να κλαις, την άλλη μέρα θα κλαις, και την άλλη μέρα θα κλαις, και θα φτάσεις σ' ένα σημείο θα πεις: «Γιατί κλαίω; Κι εγώ δεν ξέρω». Ναι αλλά με τα δάκρυα ξέρεις πόσος καθαρισμός γίνεται μέσα; Πώς πλένεις τη φανέλα σου, το μαντήλι σου με το σαπούνι, έτσι είναι και τα δάκρυα στην προσευχή. Μέσα σου καθαρίζεται, καθαρίζεται, καθαρίζεται κι έρχεται κατόπιν σ' άλλα ανώτερα δάκρυα.

Τα δάκρυα, θα σας πονέσει ο εγκέφαλος μέσα, το μυαλό θα σας πονέσει, διότι είναι τα πρώτα δάκρυα, τα οποία λέγονται "καθαρτικά δάκρυα", καθαρίζουν τα δάκρυα μέσα.

Όταν περάσει ο βαθμός των "καθαρτικών", έρχονται άλλα δάκρυα "χαροποιά". Τα οποία, και το πρόσωπό σας θα γίνει ωραίο, θα ομορφαίνει, και ο άλλος ο συνάνθρωπός σου, ο συνάδερφός σου, ο παράδελφός σου, θα τον βλέπεις σε άλλην ωραιότητα. Πνευματικώς εννοώ.

Κατόπιν είναι άλλα δάκρυα, αλλά αυτά ο καθένας κατά τη βία του που έχει μέσα, κατά τον ζήλο, κατά τη θερμότητα, θα τα συναντήσει.

Να καλλιεργείς τα δάκρυα. Να καλλιεργείς τις εικόνες, τις σκέψεις που φέρνουν δάκρυα. Εγώ καλλιεργούσα την εικόνα του νεκρού σώματος του γερο-Ιωσήφ. Όταν τον φίλησα και τον βάλαμε στο μνήμα. Σκεπτόμουνα, ότι κι εγώ σύντομα έτσι θα γίνω. Σκεπτόμουνα, μήπως ο Θεός δεν με δεχθεί, δεν με συγχωρήσει κ.ο.κ.

Τα δάκρυα είναι μεταξύ εμπαθείας και απαθείας· τα δάκρυα καθαρίζουν. Είναι τα αρχαρίτικα δάκρυα, δηλαδή τα δάκρυα μετανοίας· ήτοι σκέπτεσαι: Εάν κολασθώ; Θα είμαι με τον Χριστόν ή με τον διάβολον; Εάν θα είμαι αιώνια εις την κόλασιν; Τότε τι θα κάνω; κ.ο.κ.

Κατόπιν έρχονται τα δάκρυα της χάριτος. Τα δάκρυα αυτά είναι τόσο γλυκά, ώστε όταν μου ήρχοντο, έλεγα: «Θεέ μου εις τον Παράδεισο τίποτε άλλο δεν θέλω, παρά να κλαίω έτσι». Αυτά τα δάκρυα έρχονται ύστερα..

Τα δάκρυα είναι η τροφή της ψυχής. Όπως όταν το σώμα τρέφεται με καλή τροφή ζωογονείται, έτσι και η ψυχή τρέφεται με τα δάκρυα και ζωογονείται.

Όταν προσεύχεσαι, να προσπαθείς να έχεις δάκρυα. Γίνεται συνήθεια κατόπιν, και κλαις εις την προσευχή σου. Όταν έχεις δάκρυα εις την προσευχή, οτιδήποτε δάκρυα, πηγαίνεις μπροστά. Όταν σταματήσουν τα δάκρυα, πας οπίσω.

Εγώ παρακάλεσα τον άγιο Εφραίμ: «Άγιε του Θεού, εσύ των δακρύων άνθρωπος είσαι...» -όπως λέει το τροπάριο: "Ταις των δακρύων σου ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησας..."- και μού 'δωσε τόσα πολλά δάκρυα, που δεν μπορούσα, μέρα-νύχτα έκλαιγα. Κι έφτασα στο σημείο να κλαίω όσο θέλω, όποτε θέλω και όπου θέλω.

Αλλά τι; Να, εδώ πάνω τώρα, να πούμε, από πάνω ο Ι., στο δωμάτιο επάνω, δίπλα κάθεται ο Ε. Και καμιά φορά με πιάνουν τα δάκρυα και λέει ο Ι.: «Σ' ακούγαμε τη νύχτα που έκλαιγες». «Ε, καλά, βρε παιδί μου», λέω, «άνθρωπος αμαρτωλός, άμα δεν παρακαλέσω τον Θεό να μ' ελεήσει, αλλά με παίρνουν τα δάκρυα». Και δίπλα ήτανε, δίπλα στο δωμάτιο κάθεται ο Ε. «Σ' ακούγαμε, Γέροντα, που όλη τη νύχτα έκλαιγες», λέει. «Ε, καλά, βρε παιδιά μου, αμαρτωλός είμαι, θα κλαίω».

«Άκουσε», λέω, «δεν γίνεται αυτό. Άμα καταλάβω ότι εσύ μ' ακούς κι ο Ε. μέσα ακούει, κόβεται η παρρησία στην προσευχή. Ναι, γι' αυτό», λέω, «άκουσε θα πάω σε άλλο μέρος, να μη με ακούει κανένας, να κλάψω όσο θέλω»· γιατί μπορεί και να ψάλλω, μπορεί και να... αυτό, πώς θά ρθουν τα δάκρυα;

Άμα φέρεις τέτοιες θεωρίες: Δεύτε τον τελευταίον ασπασμόν δώμεν, αδελφοί, τω θανόντι...», πώς, όσο σκληρή να είναι η ψυχή σου, να θεωρείς τον εαυτό σου ότι είσαι επάνω στο φέρετρο και πάνε να σε θάψουνε, ναι, μπορείς να μην κλάψεις; Μια-δυο, μετά είναι αδύνατο να μην κλάψεις και θα αποκτήσεις συνήθεια να κλαις. Αλλά να παρακαλέσεις και την Παναγία να πούμε.

Και ένας λογισμός μου ήρθε: «Να, βλέπεις που αγωνίζεσαι...» Έφυγαν, έφυγαν αμέσως τα δάκρυα. Επειδή αυτό το χάρισμα που μού δωσε ο άγιος Εφραίμ, το οικειοποιήθηκα, ότι είναι δικός μου κόπος, και έφυγαν τα δάκρυα.


http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/monasticism/efraim_dakrya.htm


Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Περί Αποταγής και Μοναχικής Πολιτείας

Αββά Ισαάκ του Σύρου

1. Ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς εἶναι ὁ φόβος του Θεού. Λέγεται ὃτι γεννιέται ἀπό τήν πίστη. Σπέρνεται στήν καρδιά ὃταν ἀποχωριστεῖ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν περισπασμό καί τίς μέριμνες τοῦ κόσμου. Ἒτσι θά μπορέσει ὁ ἂνθρωπος νά συγκεντρώσει τίς σκέψεις του ἀπό τήν περιπλάνηση ἐδῶ κι ἐκεῖ στή μελέτη τῆς μέλλουσας ἀποκατάστασης.
2. Τό πιό καλό θεμέλιο τῆς ἀρετής δέν εἶναι ἂλλο παρά: α) Τό νά συγκρατήσει κανείς τόν ἑαυτό του (αὐτοκυριαρχία) μέσω τῆς φυγῆς ἀπό τόν κοσμικό περισπασμό καί β) Τό νά παραμείνει μέ ὑπακοή στό νόμο τοῦ φωτός, σ’εκεῖνα τά μονοπάτια τά εὐθέα καί ἃγια τοῦ Θείου νόμου. Αὐτοῦ τοῦ νόμου τόν ὁποίο μέ τήν φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Ψαλμωδός ὀνόμασε λύχνο .

3. Μόλις, καί μέ μεγάλη δυσκολία, βρίσκεται ἓνας ἂνθρωπος πού μπορεῖ νά βαστάξει (χωρίς ψυχική ζημία) τήν τιμήν . Ἲσως μάλιστα καί νά μήν ὑπάρχει τέτοιος ἂνθρωπος, οὒτε ἀκόμη καί ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού ἒγιναν ἰσάγγελοι ὡς πρός τόν τρόπον τῆς ζωῆς τους. (Αὑτό συμβαίνει γιατί ὁ καθένας πολύ εὒκολα καί γρήγορα ἀποδέχεται αὐτήν τήν [κακή] ἀλλοίωση πού τοῦ προξενεῖ ἡ τιμή).

4. Ἡ ἀρχή τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς εἶναι νά μελετᾶ συνεχῶς ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί νά ζεῖ (ὁ ἂνθρωπος) μέ φτώχεια. Διότι ὃταν ὁ ἂνθρωπος ποτίζει (τρέφει) τόν ἑαυτό του μέ τό ἓνα (δηλ. μέ τά Θεῖα Λόγια) αὐτό βοηθάει στήν τελειότητα τοῦ ἂλλου (στό νά ζεῖ μέ πτωχεία). Δηλαδή τό νά ποτίζεις τήν ψυχή σου μέ τήν μελέτη τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ σέ βοηθᾶ στό νά ἐπιτύχεις τήν φτώχεια. Ἐνῶ ἐλευθερώνοντας τόν ἑαυτό σου ἀπό τίς κτήσεις βρίσκεις, χωρίς ψυχική ζημία, διαθέσιμο χρόνο γιά νά πετύχεις τήν ἀδιάκοπη μελέτη τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ. Ἡ βοήθεια καί ἀπό τά δύο γρήγορα ἀνεγείρει ὃλο τό οἰκοδόμημα τῶν ἀρετῶν (κάνει τόν ἄνθρωπο ἐνάρετο).

5. Κανένας δέν μπορεί νά πλησιάσει τό Θεό παρά ἐκεῖνος ὁ ἂνθρωπος πού ἀποχωρίστηκε ἀπό τόν κόσμο. Ὁνομάζω ἀποχωρισμό ὂχι τήν ἀναχώρηση τήν σωματική ἀλλά τήν ἀποξένωση ἀπό τίς κοσμικές ὑποθέσεις.

6. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρετή. Τό νά μήν ἀσχολεῖται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν κόσμο. Ἡ καρδιά δέν μπορεῖ νά γαληνέψει καί νά εἶναι χωρίς φαντασίες ὃσο χρόνο οἱ αισθήσεις εἶναι ἐνεργές. Ἒξω ἀπό τήν ἒρημο «καί τόν ἂγριο τόπο», τά σωματικά πάθη δέν κοπάζουν οὒτε οἱ κακές σκέψεις σταματοῦν.

7. Μέχρις ὃτου ἡ ψυχή μεθύσει μέ τήν πίστη στό Θεό, λαμβάνοντας μιά αἲσθηση τῆς δύναμης τῆς πίστης, δέν μπορεῖ νά θεραπεύσει τήν ἀσθένεια τῶν αἰσθήσεων. Οὒτε μπορεί δυναμικά νά καταπατήσει τήν ὁρατή ὓλη, πού εἶναι τό ἐμπόδιο γιά τά ἐσωτερικά καί μή ἀντιληπτά ἀπό τίς αἰσθήσεις πράγματα.

8. Ἡ λογική δύναμη εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλευθερίας . Καρπός καί τῶν δύο εἶναι ἡ παρεκτροπή (δηλ. πρέπει νά συνεργαστεῖ ἡ λογική καί ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία γιά νά ἁμαρτησει ὁ ἄνθρωπος). Χωρίς τήν πρώτη(λογική) δέν ὑπάρχει ἡ δεύτερη (ἐλευθερία) .Ὃπου ὃμως ἡ δεύτερη (ἐλευθερία) λείπει, ἐκεῖ ἡ τρίτη (παρεκτροπη) εἶναι κρατημένη σάν μέ χαλινάρι .

9. Ὃταν ἡ Χάρη εἶναι ἂφθονη στόν ἂνθρωπο, αὐτός εὒκολα περιφρονεῖ τόν φόβο τοῦ θανάτου ἐξ’ αἰτίας τοῦ πόθου του γιά τήν δικαιοσύνη (τήν σύνολη ἀρετή). Αὐτός βρίσκει πολλούς λόγους γιά τήν ἀναγκαιότητα, τοῦ νά ὑποφέρει κανείς δοκιμασίες χάριν τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ. Ὃλα τά πράγματα πού θεωροῦνται βλαπτικά γιά τό σῶμα καί τά ὁποῖα ξαφνικά ἐπιτίθενται στη φύση του και ἀκολούθως τό κάνουν νά ὑποφέρει, στά μάτια του φαίνονται σάν τίποτε, σέ σύγκριση μέ αὐτά πού ἐλπίζονται (ἀπό τούς χριστιανούς) στήν μέλλουσα ζωή. Εἶναι ἀδύνατο νά γνωρίσουμε τήν
ἀλήθεια ἂν δέν παραχωρηθεῖ νά ἒλθουν ἐπάνω μας οἱ πειρασμοί. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου τόν πληροφορεῖμέ ἀκρίβεια γι’αὐτό. Ἀκόμα περισσότερο (τόν πληροφορεί) γιά τό γεγονός ὃτι ὁ Θεός λαμβάνει πολύ μεγάλη πρόνοια γιά τούς ἀνθρώπους καί ὃτι δέν ὑπάρχει καμμία ἀνθρώπινη ὓπαρξη, πού νά μήν εἶναι κάτω ἀπό τήν Πρόνοιά Του. Αὐτό εἰδικά τό βλέπει νά (κατα)δεικνύεται τόσο καθαρά, σάν μέ δάκτυλο, στήν περίπτωση ἐκείνων πού βγῆκαν σέ ἀναζήτησή Του καί ὑπόμειναν θλίψεις γιά χάρη Του.

Ὃταν ὂμως ἡ Θεία Χάρη ἐλαττωθεῖ πολύ στόν ἂνθρωπο τότε ὃλα τά ἀντίθετα, ἀπό ὃσα εἲπαμε προηγουμένως, εἶναι κοντά (σ’ἓναν τέτοιο ἂνθρωπο). Γι’ αὐτόν ἡ γνώση εἶναι σπουδαιότερη ἀπό τήν πίστη, ἐφόσον βασίζεται στήν ἐξέταση μέ τή λογική (βασίζεται στή λογική του). Ἡ πεποίθηση στό Θεό δέν εἶναι παροῦσα σέ κάθε ἒργο του καί ἡ Θεία Πρόνοια γιά τόν ἂνθρωπο κατανοεῖται διαφορετικά. Ἓνας τέτοιος ἂνθρωπος συνέχεια ἐνεδρεύεται σ΄ αὐτά τά πράγματα ἀπό ἐκείνους πού «σέ μιά ἀσέληνη νύχτα ἐνεδρεύουν γιά νά κατατοξεύσουν μέ τά βέλη τους τόν ἂνθρωπο» .

10. Ἡ ἀρχή τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθώπου εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ’ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν συγκατατίθεται νά κατοικήσει σέ μιά ψυχή πού περισπᾶται σέ ἐξωτερικά πράγματα.

11. Ὑπηρετώντας τίς αἰσθήσεις, ἡ καρδιά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἡδονή τοῦ Θεοῦ. Διότι, λένε, οἱ ἐσωτερικές μας σκέψεις εἶναι δεμένες μέ τά αἰσθητήρια ὀργανα πού τίς ὑπηρετοῦν.

12. Ὁ δισταγμός τῆς καρδιᾶς εἰσάγει δειλία στήν ψυχή. Ἡ πίστη, ὃμως, ἀκόμα καί ὃταν τά μέλη τοῦ σώματος κατακόπτονται, μπορεῖ νά δυναμώσει (ὥστε νά ὁδηγήσει στήν νίκη) τήν βούληση τοῦ ἀνθρώπου . Ὃσο ἡ ἀγάπη γιά τή σάρκα κυριαρχεῖ μέσα σου, ποτέ δέν μπορεῖς νά γίνεις γενναῖος καί ἀτρόμητος, ἐξ’ αἰτίας τῶν πολλῶν ἀντίθετων πραγμάτων τά ὁποῖα παραμένουν κοντά (καί ἀντιτίθενται) σ' Αὐτόν πού ἀγαπᾶς.

13. Ὁ ἂνθρωπος πού λαχταράει τήν τιμή δέν μπορεῖ νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τίς αἰτίες τῆς λύπης.

14. Δέν ὑπάρχει ἂνθρωπος, πού νά μήν ἀλλοιώνεται στήν διάνοιά του ὡς πρός τό πρᾶγμα πού βρίσκεται μπροστά του, ὃταν ἀλλάζουν οἱ (ἐξωτερικές) συνθῆκες.

15. Ἐάν ἡ ἐπιθυμία, ὃπως λένε , εἶναι τό βλάστημα τῶν αἰσθήσεων, τότε ἂς σωπάσουν αὐτοί πού διδάσκουν ὃτι μποροῦν νά φυλάξουν τήν διάνοιά τους εἰρηνική μέσα στούς περισπασμούς .

16. Δέν εἶναι σώφρων ἐκεῖνος, πού λέγει ὃτι σταματοῦν μέσα του οἱ αἰσχροί λογισμοί , πάνω στήν πίεση καί τήν κρίση τῆς μάχης καί τοῦ ἀγώνα, ἀλλά ἐκεῖνος, μᾶλλον, πού μέ τήν ἀκεραιότητα τῆς καρδιᾶς του κάνει τήν θεωρία (ἐσωτερική ὅραση) τῆς διανοίας του τόσο ἁγνή, ὣστε νά μήν μπορεῖ νά ἀτενίσει μέ ἀναίδεια στούς αἰσχρούς λογισμούς. Καί ὃταν τό κοίταγμα τῶν ματιῶν του εἶναι συγκρατημένο, δίνοντας ἒτσι μαρτυρία γιά τήν ἁγιότητα τῆς συνείδησης, τότε ἡ ντροπή εἶναι σάν ἓνα πέπλο, πού κρέμεται μπροστά ἀπό τόν κρυφό χῶρο τῶν λογισμών του και ἡ ἁγνότητά του εἶναι σάν μία σώφρων παρθένος, πού φυλάγεται πιστά γιά τόν Χριστό.

17. Τίποτε δέν εἶναι τόσο ἱκανό γιά νά ἐξορίσει τίς προλήψεις (μνῆμες τῆς πρό Χριστοῦ ζωῆς) τῆς ἀκολασίας ἀπό τήν ψυχή καί νά διώξει μακριά ἐκείνες τίς ἐνεργές μνῆμες πού ἐξεγείρονται στήν σάρκα μας καί παράγουν μιά ταραχώδη φλόγα, ὃσο τό νά βυθιστεῖ κανείς μέσα στή διάπυρη ἀγάπη γιά ἐκπαίδευση (μαθητεία, διδασκαλία, καθοδήγηση) καί τό νά ἐρευνᾶ προσεκτικά μέσα στό βάθος τῶν νοημάτων τῶν Θείων Γραφῶν.

18. Ὃταν οἱ λογισμοί ἑνός ἀνθρώπου καταβυθιστοῦν μέσα στην ἡδονή τῆς καταδίωξης τῆς σοφίας, πού εἶναι ἀποθησαυρισμένη στούς λόγους τῶν Γραφῶν, μέ τήν βοήθεια τῆς (νοητικῆς) ἱκανότητας ἡ ὁποία (δια)φωτίζεται ἀπό Αὐτές (δηλ. τίς Γραφές), τότε αὐτός ὁ ἂνθρωπος ἀφήνει πίσω του τόν κόσμο καί λησμονεῖ κάθε τί σ’αὐτόν. Ἐξαλείφει ἀπό τήν ψυχή του ὃλες τίς μνῆμες πού διαμορφώνουν εἰκόνες (σωματικές-ὑλικές) σωματοποίησης τοῦ κόσμου· συχνά οὒτε κἂν θυμᾶται νά ἀσχοληθεῖ μέ τούς συνηθισμένους λογισμούς πού ἐπισκέπτονται (ἔρχονται) τήν ἀνθρώπινη φύση (λόγῳ τῆς ἀνθρώπινης ὑλικῆς μας φύσης). Ἡ ψυχή του παραμένει σέ ἒκσταση λόγω ἐκεῖνων τῶν νέων ἀπροσδόκητων συναντήσεων (ἀπαντήσεων- καθοδηγητικῶν συμβουλῶν) πού ἀναδύονται ἀπό τήν θάλασσα τῶν μυστηρίων τῶν Γραφῶν.

19. Καί πάλιν, ἐάν ἡ διάνοια κολυμβᾶ στήν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας τῶν Θείων Γραφῶν καί οἱ νοήσεις της δέν μποροῦν νά ἐμβαθύνουν στά μεγάλα βάθη, ἒτσι ὣστε να συλλάβουν ὃλους τούς θησαυρούς (πού ὑπάρχουν) στό βυθό της, ὃμως ἀκόμη καί μόνη της αὐτή ἡ πράξη μέ τήν δύναμη τῆς διάπυρης φλόγας της, ἐπαρκεῖ γιά τήν διάνοια ἀπόλυτα ὣστε νά δέσει σφιχτά ὃλους τούς λογισμούς της μέ ἓναν λογισμό θαυμασμοῦ καί νά ἐμποδίσει αὐτούς να σπεύσουν (νά ἀσχοληθοῦν μέ τήν ὑλική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου) στή φύση τοῦ σώματος, καθώς εἶπε κάποιος ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες. Καί αὐτό γίνεται γιατί ἡ καρδιά εἶναι χαύνη καί δέν μπορεῖ νά βαστάσει τίς κακίες πού συναντᾶ στούς ἐσωτερικούς καί ἐξωτερικούς πολέμους. Γνωρίζετε ὃτι ἓνας κακός (σωματικός) λογισμός εἶναι καταπιεστικός. Ἐάν ἡ καρδιά δέν ἀπασχοληθεῖ πλήρως μέ τήν μελέτη δέν μπορεῖ νά ὑπομείνει τήν ταραχή τῆς ἐπίθεσης τοῦ σώματος.

20. Ὃπως τό βάρος τῶν σταθμῶν ἐμποδίζει τήν γρήγορη ταλάντωση μιᾶς ζυγαριᾶς σέ μιά ριπή τοῦ ἀνέμου, ἒτσι καί ἡ ἐντροπή καί ὁ φόβος ἐμποδίζουν τήν ἐκτροπή τῆς διάνοιας. Καί ὃσο λείπει ὁ φόβος καί ἡ ἐντροπή τόσο ὁ νοῦς ρεμβάζει καί κατ’ἀναλογία τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ φόβου ταράσσεται ὁ ζυγός τῆς διανοίας καί ταλαντώνεται. Λοιπόν ὃπως ἀκριβῶς οἱ πλάστιγγες τοὺ ζυγοῦ, ἐάν βαρύνουν ἀπό ἓνα πολύ βαρύ σταθμίο δέν σαλεύονται εὒκολα, ὃταν ὁ ἂνεμος πνέει, ἐτσι καί ἡ διάνοια ὃταν βαρύνει μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐντροπή, δέν ἀνατρέπεται εὒκολα ἀπό ἐκεῖνα τά πράγματα, τά ὁποῖα τήν μετακινοῦν· ἐπίσης ὃσο λείπει ὁ φόβος ἀπό τήν διάνοια, τόσο αὐτή κυριεύεται ἀπό τήν τροπή καί τήν ἀλλοίωση.

21. Γίνου σοφός λοιπόν καί βάλε σάν θεμέλιο στό ταξίδι σου τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Σέ λίγες μέρες θά σέ ὁδηγήσει μπροστά στήν πύλη τῆς Βασιλείας χωρίς κύκλους (γυρίσματα περιττά) στό δρόμο.

22. [Μήν περιεργάζεσαι μέ ὑπερβολή, ὃπως οἱ μαθητές, τίς λέξεις (τά λόγια, τίς διδασκαλίες) τῶν δασκάλων, πού γράφτηκαν ἀπό τήν ἐμπειρία (τους), γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς σου καί τά ὁποῖα σέ βοηθοῦν μέ τίς ὑψηλές διεισδύσεις τους νά ὑψωθεῖς (πνευματικά)]

23. Νά διακρίνεις (ἐξιχνιάζεις) τό νόημα ὃλων τῶν παραγράφων πού συναντᾶς στα ἱερά κείμενα, ἒτσι ὣστε νά βυθίζεσαι βαθειά μέσα σ’αὐτό καί νά κατανοεῖς τίς βαθειές ἰδέες πού ὑπάρχουν στά γραπτά κείμενα τῶν φωτισμένων ἀνδρῶν .

24. ‘Εκεῖνοι πού ἐξ αἰτίας τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς τους ὁδηγοῦνται ἀπό τή Θεία Χάρη στό φωτισμό, πάντοτε αἰσθάνονται κάτι σάν νοητή ἀκτίνα νά τρέχει ἀνάμεσα στούς γραμμένους στίχους. Αὐτή (ἡ ἀκτίνα τῆς Θείας Χάρης) δίνει τή δυνατότητα στήν διάνοια νά ξεχωρίζει τίς λέξεις, πού λέγοναι ἁπλᾶ ἀπό ἐκεῖνες πού ἒχουν μεγάλη σημασία γιά τόν φωτισμό τῆς ψυχῆς.

25. Ὃταν κάποιος διαβάζει τούς στίχους πού περικλείουν σπουδαῖες ἒννοιες, ὡς κάτι κοινό τότε κάνει καί τήν καρδιά του κοινή καί ἂδεια ἀπό αὐτήν τήν ἁγία δύναμη πού δίνει στήν καρδιά ἐκείνη τήν γλυκύτατη γεύση ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τήν κατανόηση (τῶν Γραφῶν), καί ἡ ὁποία προκαλεῖ θαυμασμό στήν ψυχή.

26. Κάθε τί ἐπιθυμεῖ νά τρέχει πρός τό ὃμοιό του. Καί ἡ ψυχή ἐκείνη πού ἔχει ἐνεργό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὃταν ἀκούσει μία φράση, ἡ ὁποία ἒχει κρυμμένη μέσα της πνευματική δύναμη, μέ θέρμη ἀνασύρει τό βαθύτερο περιεχόμενο τῆς φράσης καί τό κάνει δικό της.

27. Δέν ξυπνάει πνευματικά, τόν κάθε ἄνθρωπο, ἕνας πνευματικός λόγος πού ἔχει κρυμμένη μέσα του μεγάλη πνευματική δύναμη, ἔτσι ὥστε νά τόν ὁδηγήσει στόν θαυμασμό. Ὁ λόγος περί ἀρετῆς χρειάζεται μιά καρδιά πού δέν εἶναι ἀπασχολημένη μέ τή γῆ καί τήν ἐνασχόληση μαζί της. [Δηλ. καί ὁ πιό σοφός καί πνευματικός λόγος δέν βρίσκει ἀνταπόκριση σ' ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶναι κολλημένος στήν γῆ καί τίς ἀπολαύσεις της].

28. Τά πράγματα τῆς ἀρετῆς, τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ διάνοια μοχθεῖ φροντίζοντας γιά πρόσκαιρα πράγματα, δέν τόν ξυπνοῦν, ἔτσι ὥστε γεμάτος λαχτάρα νά τά ποθήσει καί νά τά ἀναζητήσει.

29. Ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τά ὑλικά πράγματα προηγεῖται τῆς σύνδεσης μέ τόν Θεό. Πολλές φορές ὃμως, κατ’ οἰκονομία τῆς Χάρης, σέ μερικούς, τό τελευταῖο προηγεῖται τοῦ πρώτου, ἒτσι ὣστε ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό νά καλύψει (ὑπερνικήσει) τήν ἀγάπη γιά τά ὑλικά πράγματα.[Δηλ. καλλιεργώντας τόν Θεῖο Ἔρωτα ξεπερνᾶμε τήν ἀγάπη πρός τά κτίσματα]. Ἡ τάξη πού συνηθίζει νά ἀκολουθεῖ ἡ (Θεία) Οἰκονομία εἶναι διαφορετική ἀπό τήν τάξη τῆς ἀνθρώπινης κοινότητας. Ἐσύ πάντως φύλαξε τήν συνηθισμένη τάξη. Ἐάν ἒρθει μέσα σου ἡ Θεία Χάρη πρώτη, αὐτό εἶναι δική Της ὑπόθεση (δικό Της δῶρο). Ἐάν ὂχι, ἀνέβα στόν πνευματικό πύργο ἀπό τό συνηθισμένο σέ ὃλους τούς ἀνθρώπους μονοπάτι, τό ὁποῖο βάδισαν ὁ ἓνας μετά τόν ἂλλο.

30. Κάθε τί πού ἐνεργεῖται (ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται) στή Θεία Θεωρία καί ἐκπληρώνεται ἐξ αἰτίας μιᾶς ἀντίστοιχης ἐντολῆς (πού ὑπάρχει) γι' αὐτό, εἶναι ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀόρατο ἀπό τά σωματικά μάτια. Κάθε τί πού γίνεται στήν πράξη (ἐνεργεῖται ἐξωτερικά-ἔμπρακτα) εἶναι σύνθετο. Διότι ἡ μία ἐντολή πού (δέν) εἶναι (ἄλλη παρά) ἡ πράξη, ἀπαιτεῖ καί τά δύο· καί τήν θεωρία καί τήν πράξη, διότι εἴμαστε καί σωματικοί (ἔχουμε τό ὑλικό σῶμα) καί ἀσώματοι (ἔχουμε τήν ἀσώματη ψυχή). Ἡ σύνθεση λοιπόν αὐτῶν τῶν δύο (τῆς πράξης καί τῆς θεωρίας), αὐτό εἶναι τό πλῆρες. [Δηλ. μία ἀρετή γιά νά εἶναι πλήρης καί τελεία, θά πρέπει νά γίνει σωστά τόσο μέ τήν ψυχή ὅσο καί μέ τό σῶμα μας. Κάθε ἐξωτερική ἐνέργεια ὁφείλεται σέ κάποια ἐσωτερική ἐνέργεια. Θά πρέπει καί ἡ ἐσωτερική ἐργασία (θεωρία) ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική ἐργασία (πράξη) νά εἶναι ὀρθή, σύμφωνη μέ τό Θεῖο Θέλημα].

{Γι’αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ φωτισμένος (ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα) νοῦς κατανοεῖ (τήν κάθε ἐντολή) ὃπως παλαιότερα (τήν) διατύπωσε ὁ μακάριος Μωῢσῆς, δηλαδή αὐτό πού εἶναι (φαινομενικά) ἁπλό (ἡ ἐξωτερική πράξη), στήν πραγματικότητα εἶναι διπλό (διότι κάθε ἐξωτερική πράξη πηγάζει ἀπό μία ἐσωτερική πράξη-θεωρία)}.

Σημείωση δική μας: Ἡ παραπάνω παράγραφος πού περικλείεται μεταξύ τῶν ἀγκυλῶν {...} ὑπάρχει μόνο στό συριακό χειρόγραφο.

31. Τά ἒργα (ἐνν. τῆς μετανοίας) πού ἒχουν σάν στόχο τήν ἐπίτευξη τῆς καθαρότητας (ἁγιότητας), δέν ἀπαλάσσουν τήν μνήμη ἀπό τήν αἴσθηση παλαιότερων παραπτωμάτων, ἀλλά ἀπομακρύνουν τήν λύπη πού φέρνει ἡ ἀνάμνησή τους στήν διάνοιά μας. Ἀπό δῶ καί στό ἑξῆς ὃταν ἡ μνήμη αὐτή (τῶν παλαιοτέρων ἁμαρτημάτων) διαπερνᾶ τήν διάνοιἀ μας (κατά παραχώρηση Θεοῦ), τό κάνει γιά τήν ὠφέλειά μας.

32. Ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς ἁρπάζει ὡς δικό της τό μερίδιο τῆς ἐπιθυμίας γιά τά ὁρατά πράγματα σάν νά εἶναι δικό της ἄν καί ἀνήκει στό ὁμόζυγο της στό σῶμα.

33. Τό μέτρο κοσμεῖ (ὀμορφαίνει) ὃλα τά πράγματα. Χωρίς μέτρο ἀκόμη καί τά πράγματα πού θεωροῦνται καλά γίνονται βλαπτικά.

34. Θέλεις νά ἐπικοινωνήσεις μέ τόν Θεό στό νοῦ σου λαμβάνοντας μιά αἲσθηση ἐκείνης τῆ ἡδονῆς ἡ ὁποία δέν εἶναι ὑποδουλωμένη στίς αἰσθήσεις; Ἑπιδίωξε τήν ἐλεημοσύνη. Ὅταν κάτι, πού ταιριάζει ἀπόλυτα στόν Θεό, βρεθεῖ σε σένα, τότε ἐκείνη ἡ Ἁγία Ὡραιότητα μέ τήν Ὁποία ἔγινες ὅμοιος, ἀπεικονίζεται σέ σένα. Διότι ἡ περιεκτική ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης [ἡ ἐλεημοσύνη πού ἀγκαλιάζει τά πάντα] ἀμέσως φέρνει τήν ψυχή σέ ἐπικοινωνία μέ τήν ἑνιαία δόξα τῆς θεϊκῆς λαμπρότητας.

35. Ἡ πνευματική ἓνωση εἶναι μιά συνεχής καί ἀσφράγιστη μνήμη ἡ ὁποία ἀδιάκοπα καίει στήν καρδιά μέ θερμό πόθο. Ἡ καρδιά λαμβάνει τήν ἱκανότητα γι’αυτό τόν δεσμό, ὂχι μεταφορικά οὒτε κατά φυσικό τρόπο ἀπό τήν ὑπομονή στίς ἐντολές. Διότι ἐκεῖ (δηλ. στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν) βρίσκει ὑλικό γιά τήν θεία θεωρία τῆς ψυχῆς ἒτσι ὢστε νά συγκρατηθεῖ σ’αὐτήν (τήν ἓνωση) ὑποστατικά. Γι’ αὐτό τό λόγο ἡ καρδιά ἒρχεται σέ κατάπληξη (καί θαυμασμό) καθώς οἱ ὀφθαλμοί τῶν διπλῶν αἰσθήσεων κλείνουν, ἐκεῖνοι (οἱ ὀφθαλμοί) τῆς σάρκας και ἐκεῖνοι τῆς ψυχῆς.

36. Δέν ὑπάρχει ἂλλος δρόμος πρός τήν πνευματική ἀγάπη, ἡ ὁποία διαμορφώνει τήν ἀόρατη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας, παρά πρῶτα νά ἀρχίσει ὁ ἂνθρωπος νά δείχνει συμπάθεια ἀνάλογη μέ τήν τελειότητα τοῦ (Θεοῦ) Πατέρα , ὃπως εἶπε ὁ Κύριός μας. Διότι ἒδωσε ἐντολή, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι Τόν ὑπακούουν νά βάλουν αὐτό σάν τό θεμέλιό τους .

37. Ἂλλο πρᾶγμα εἶναι ὁ λόγος πού πηγάζει ἀπό τήν πράξη (τήν ἐμπειρία ἀπό τήν ἐξάσκηση τῶν πρακτικῶν – σωματικῶν ἀρετῶν τῆς ὑπακοῆς, τῆς νηστείας, τῆς ἀγρυπνείας, τῆς χαμαικοιτίας κ.λ.π.) καί ἂλλο πρᾶγμα ὁ καλός (ὡραῖος) λόγος. Ἀκόμα καί χωρίς ἐμπειρία, ἡ σοφία εἶναι έξυπνη ὣστε νά ὀμορφαίνει τούς λόγους της λέγοντας τήν ἀλήθεια χωρίς ὃμως νά τήν γνωρίζει πραγματικά καί κάνοντας διακηρύξεις περί ἀρετῆς ἐνῶ ὁ ἂνθρωπος αὐτός ποτέ δέν δοκιμάζει νά τήν ἐφαρμόσει στά ἒργα του. Ὁ λόγος πού πηγάζει ἀπό τήν ὀρθή πράξη εἶναι ἓνα θησαυροφυλάκιο ἐλπίδας, ἀλλά ἡ σοφία πού δέν βασίζεται στήν ὀρθή πράξη εἶναι μιά ἐναπόθεση ντροπῆς. Ὃπως ἀκριβῶς ἓνας καλλιτέχνης ζωγραφίζει τό νερό στούς τοίχους καί δέν μπορεῖ νά ἀνακουφίσει τή δίψα του μ’αυτό, ἢ ὃπως κάποιος πού ὀνειρεύεται ὂμορφα ὂνειρα ἒτσι εἶναι καί ὁ λόγος πού δέν βασίζεται στήν ὀρθή πράξη.

38. Ὁ ἂνθρωπος πού μιλάει ἀπό τήν ἐμπειρία τοὺ ἒργου του μεταδίδει ἀρετή στόν ἀκροατή του ὃπως κάποιος πού διανέμει ἀπό τά χρήματα πού κέρδισε στό ἐμπόριό του. Σάν νά εἶναι ἀπό τήν περιουσία του, σπέρνει τήν διδασκαλία του, στά αὐτιά ἐκείνων πού τόν ἀκοῦνε. Ἓνας τέτοιος ἂνθρωπος ἀνοίγει μέ παρρησία τό στόμα του στά πνευματικά του παιδιά ὃπως καί ὁ γέροντας Ἰακώβ εἶπε στόν σώφρωνα Ἰωσήφ : «Νά σοῦ ἒδωσα ἓνα μερίδιο περισσότερο ἀπό τά ἀδέλφια σου πού τό πῆρα ἀπό τούς Ἀμορραίους μέ τό σπαθί μου καί τό τόξο μου»

39. Ἡ πρόσκαιρη αὐτή ζωή εἶναι περιπόθητη σέ κάθε ἂνθρωπο πού ἒχει τρόπο ζωῆς μολυσμένο. Ὃμοια ἀλλά κατά δεύτερο λόγο καί σ’αὐτόν πού εἶναι στερημένος ἀπό τήν γνώση (ἀνόητος) . Καλά εἶπε κάποιος «Ὁ φόβος τοῦ θανάτου θλίβει τόν ἂνθρωπο μέ τήν ἒνοχη συνείδηση.» Ὁ ἂνθρωπος ὃμως πού ἒχει καλή ἐσωτερική μαρτυρία γιά τόν ἑαυτό του ποθεί τόν θάνατο σάν ζωή.

40. Μή θεωρεῖες ἀληθινά σοφό ἐκεῖνον πού ἐξ’ αίτίας τῆς προσωρινῆς ζωῆς ὑποδουλώνει τήν διάνοιά του στή δειλία καί τόν φόβο.

41. Ὃλα τά καλά καί τά κακά πράγματα πού συμβαίνουν στήν σάρκα νά τά λογαριάζεις σάν ὂνειρα. Διότι ὂχι μόνο μέ τό θάνατο θά ἐλευθερωθεῖς ἀπό αὐτά, ἀλλά συχνά πρίν ἀπό τόν θάνατο ἀποχωροῦν καί σέ ἐγκαταλείπουν.

42. Ἀλλ’ ἐάν μερικά ἀπό τά πράγματα πού σοῦ συμβαίνουν ἒχουν σχέση μέ τήν ψυχή σου, τότε νά τά θεωρεῖς σάν τά ἀποκτήματά σου σ’αὐτόν τόν αἰῶνα. Αὐτά ἐπίσης θά ἒλθουν μαζί σου στόν μέλλοντα αἰῶνα. Ἐάν εἶναι καλά, ἒχε εὐφροσύνη καί εὐχαρίστησε τόν Θεό μέσα στή διάνοιά σου. Ἀλλ’ ἐάν εἶναι κακά λυπήσου και στέναξε. Ὃσο ἀκόμα εἶσαι μέσα στό σῶμα προσπάθησε νά ἐλευθερωθείς ἀπό αυτά.

43. Γιά κάθε καλό πού ἐργάστηκες μέσα σου διανοητικά καί μυστικά νά εἶσαι βέβαιος ὃτι τό βάπτισμα καί ἡ πίστη εἶναι οἱ μεσῖτες μέσω τῶν ὁποίων τό ἐλαβες. Διά μέσου αὐτῶν κλήθηκες ἀπό τόν Κύριό Μας Ἰησοῦ Χριστό στά καλά Του ἒργα. Σ’ Αὐτόν καί στόν Πατέρα καί στό Ἃγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ τιμή, ἡ εὐχαριστία καί ἡ προσκύνηση στούς αἰῶνες τῶν αἰῶνων Ἀμήν.

Πηγή:http://anavaseis.blogspot.com/2010/01/blog-post_5422.html

Αναζήτηση