Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας


Στις 30 Νοεμβρίου η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του αγίου αποστόλου Ανδρέα του πρωτοκλήτου. Ο άγιος Ανδρέας ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, μια μικρή πόλη στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ. Ήταν γιός του Ιωνά και αδελφός του Σίμωνα, που από τον Ιησού Χριστό μετονομάσθηκε Πέτρος. Υπήρξε πρώτα μαθητής του βαπτιστή Ιωάννη και ονομάζεται πρωτόκλητος, επειδή είναι ο πρώτος, που ο Ιησούς Χριστός κάλεσε στο αποστολικό αξίωμα. Ήταν βέβαια ψαράς μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του. Άκουσε το βαπτιστή Ιωάννη, που είπε κι έδειχνε τον Ιησού Χριστό· «Ίδε ο αμνός του Θεού». Ο Ανδρέας κι ένας άλλος μαθητής πήραν από κοντά τον Ιησού Χριστό. Εκείνος στράφηκε και τους ρώτησε· «Τί ζητείτε;». Και τότε ο Ανδρέας του είπε· «Διδάσκαλε, πού μένεις;».

Φαίνεται πως ο άλλος μαθητής του βαπτιστή μαζί με τον Ανδρέα ήταν ο ύστερα απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης, που το συνηθίζει σε τέτοιες περιπτώσεις να μη λέγει το όνομα του. Στην ερώτηση λοιπόν του Ανδρέα ο Ιησούς Χριστός απάντησε· «Έρχεσθε και ίδετε», ελάτε να δήτε. Και συνεχίζει τη διήγηση ο ευαγγελιστής Ιωάννης με τα εξής αξιομνημόνευτα λόγια· «Ήλθον ουν και είδον που μένει, και παρ’ αύτω έμειναν την ημέραν εκείνην ώρα ην ως δεκάτη», ήλθαν λοιπόν και είδαν που μένει και έμειναν κοντά του εκείνη την ημέρα, ως τις τέσσερις το απόγευμα. Μπορούμε να φαντασθούμε τί θα ήκουσαν από τον θείο Διδάσκαλο οι δυό μαθητές του Ιωάννη μια ήμερα ολόκληρη, που έμειναν μαζί του, και ποιες θα ήσαν οι εντυπώσεις των.

Αλλά την εντύπωση που έκαμε και την επίδραση που είχε η ολοήμερη αναστροφή και ο λόγος του Ιησού Χριστού στους ψαράδες της Γεννησαρέτ, την βλέπομε στη συνέχεια της ευαγγελικής διήγησης. Ο Ανδρέας, λέγει το Ευαγγέλιο, «ευρίσκει πρώτος τον αδελφόν τον ίδιον Σίμωνα και λέγει αυτώ· ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Πρώτος ο Ανδρέας βρίσκει τον αδελφό του το Σίμωνα και του λέγει· «Βρήκαμε το Χριστό!». Η εβραϊκή λέξη Μεσσίας στα ελληνικά θα πει Χριστός, ο απεσταλμένος δηλαδή του Θεού, τον οποίο περίμενε ο λαός. Όλα ήσαν έτοιμα· ο βάπτισης Ιωάννης έδειχνε τον Ιησού και έλεγε· «ίδε ο αμνός του Θεού!». Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μίλησε τώρα στους δύο ψαράδες και τους έπεισε πως αυτός ήταν εκείνος που περίμεναν. Δεν έμενε λοιπόν αμφιβολία, κι ο Ανδρέας γεμάτος χαρά και ιερό ενθουσιασμό έφερε την αγγελία στον αδελφό του.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά το ιερό κείμενο συπληρώνει ότι ο Ανδρέας πήρε τον αδελφό του και τον παρουσίασε στον Ιησού Χριστό· «ήγαγεν αυτόν προς τον Ιησούν». Τότε ο Ιησούς Χριστός κοίταξε το Σίμωνα στα μάτια και του είπε· «Συ ει Σίμων ο υιός Ιωνά, συ κληθήση Κηφάς»· εσύ είσαι ο Σίμωνας ο γιός του Ιωνά, εσύ θα ονομασθείς Κηφάς. Και εξηγεί ο Ευαγγελιστής ότι το Κηφάς στα ελληνικά θα πει Πέτρος. Γιατί ο Ιησούς Χριστός άλλαξε το όνομα του Σίμωνα και τον είπε Κυφό, δηλαδή Πέτρο, μας το λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Ύστερ’ από τη μεγάλη ομολογία του Πέτρου, ο Ιησούς Χριστός μαζί με τα άλλα του είπε· «Συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν…». Η ομολογία του Πέτρου ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του αληθινού Θεού, είναι η πέτρα της πίστεως και το θεμέλιο της Εκκλησίας.

Η πρώτη συνάντηση του Ανδρέα με τον Ιησού Χριστό δεν είναι και η οριστική κλήση του στο έργο του Αποστόλου. Όταν παραδόθηκε ο Ιωάννης ο βαπτιστής, τότε ο Ιησούς Χριστός κάλεσε οριστικά τους μαθητές, που θα γίνονταν Απόστολοι και τότε πρώτον πάλι κάλεσε τον Ανδρέα με τον αδελφό του τον Πέτρο, που τους βρήκε «βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν». Άλλες δυό φορές ύστερα βλέπομε τον απόστολο Ανδρέα στα ιερά Ευαγγέλια. Μια φορά, όταν μαζί με τον Φίλιππο έφεραν στον Ιησού Χριστό κάποιους Έλληνες, που ζήτησαν να τον δουν. Και δεύτερη, όταν ο Ιησούς Χριστός μιλούσε για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ· τότε, μαζί με τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, ο Ανδρέας ρώτησε· «Ειπέ ταύτα πότε έσται;» πες μας πότε θα γίνουν αυτά;

Μετά την Πεντηκοστή δεν ξέρομε πολλά για τη ζωή και το έργο του αποστόλου Ανδρέα. Είναι όμως βέβαιο ότι η ιεραποστολική του δράση συνδέεται με τη δική μας Βυζαντινή και Ελλαδική Εκκλησία. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας στο αρχαίο Βυζάντιο, γι’ αυτό και ο πατριαρχικός ναός σήμερα στην Πόλη τιμάται στο όνομα του. Στην Ελλάδα είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας των Πατρών, όπου και μαρτύρησε, σταυρωμένος ανάποδα. Ο ναός του αγίου Ανδρέου στην Πάτρα είναι από τους μεγαλοπρεπέστερους σήμερα ναούς στην Ελλάδα. Την αγία του κάρα το 1460 ο Θωμάς Παλαιολόγος, φεύγοντας την κατάκτηση των Τούρκων, την πήρε μαζί του από την Πάτρα στη Ρώμη, και πριν από λίγα χρόνια ο Μητροπολίτης Πατρών την ξαναπήρε στην Πάτρα. Μένει πάντα στ’ αυτιά μας ο λόγος του αποστόλου Ανδρέα, από τους πιό αξιομνημόνευτους του Ευαγγελίου· «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Αμήν.


http://vatopaidi.wordpress.com

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου - Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς


«..Εάν το δένδρο αναγνωρίζεται από τον καρπό, και το καλό δένδρο παράγει επίσης καλό καρπό, η μητέρα της αυτοαγαθότητος, η γεννήτρια της αιώνιας καλλονής, πως δεν θα υπερείχε ασύγκριτα κατά την καλοκαγαθία από κάθε αγαθό εγκόσμιο και υπερκόσμιο;Διότι η δύναμη που καλλιέργησε τα πάντα, ο προαιώνιος και υπερούσιος Λόγος, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και ευσπλαχνία για χάρη μας θέλησε να περιβληθεί τη δική μας εικόνα, για να ανακαλέσει τη φύση πού σύρθηκε στον Άδη και να την ανακαινίσει, γιατί είχε παλαιωθεί και να την αναβιβάσει προς το υπερουράνιο ύψος της βασιλείας και θεότητός του.

Και βρίσκει αυτήν την αειπάρθενη η οποία υμνείται από μας σήμερα που γιορτάζουμε την παράδοξη είσοδό της στα άγια των αγίων και την εκλέγει ανάμεσα από όλους ανά τους αιώνες εκλεκτούς και θαυμαστούς και περιβόητους για την ευσέβεια και σύνεση και σε λόγια και σε έργα.

Ήταν αδύνατο η υψίστη και υπεράνω του νου καθαρότης, ο σαρκωθείς Λόγος, να ενωθεί με μολυσμένη φύση, γιατί ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατο στο θεό, το να έλθει σε ένωση με ακάθαρτο, πριν αυτό καθαρισθεί. Γι' αυτό και χρειαζόταν κατ' ανάγκη μια τελείως αμόλυντη και καθαρότατη παρθένο για κυοφορία και γέννηση εκείνου που είναι και εραστής της και δοτήρας της καθαρότητας, η οποία και προορίσθηκε και φανερώθηκε και το σχετικό με αυτήν μυστήριο τελέσθηκε, με πολλά παράδοξα γεγονότα.

Πρώτα η γέννησή της από το ζεύγος που ζητούσε με άσκηση και προσευχή τη λήξη της ατεκνίας τους και έλαβαν την υπόσχεση και συνέλαβαν τη τωρινή Θεομήτωρ. Και επειδή οι πολυάρετοι γονείς της πέτυχαν το ζητούμενο, έσπευσαν να εκπληρώσουν την προς το Θεό υπόσχεσή τους και μετά τον απογαλακτισμό την οδηγούν στο ιερό του Θεού και στον ιεράρχη που ευρίσκετο εκεί, αλλά και αυτή μόνη της με ελεύθερη γνώμη προσήλθε στο Θεό και διέμενε στα άγια των αγίων. Τρεφόταν δε από πάνω με άγγελο με απόρρητη τροφή που δυνάμωνε καλύτερα τη φύση της και τελειοποιούσε τον εαυτό της κατά το σώμα, ώστε το κατάλληλο καιρό να ανοιχθούν οι ουράνιες μονές και να δοθούν για αιώνια κατοίκηση σε όσους πιστεύουν στη παράδοξη γέννα της.

Έχοντας πλέον από τη μητρική ακόμη κοιλιά τέτοια θεία χαρίσματα και φυσικά δώρα, δεν δέχθηκε ούτε καμιά άλλη επίκτητη φύση (διότι έτσι νομίζω ότι πρέπει να ονομάζουμε τα από τους δασκάλους αποκτήματα) να εισφέρει μέσα της φοιτώντας σε δασκάλους. Αντίθετα, αφού παρέδωσε στο Θεό τον ηγεμονικό νου ως υπήκοο σε όλα, εγκατέλειψε δε τελείως τα διδάγματα των ανθρώπων και έτσι δέχθηκε άφθονη την από τα άνω σοφία, στο σημείο της ηλικίας που οι γονείς τοποθετούν τα παιδιά χωρίς τη θέλησή τους ως νήπια κάτω από τη καθοδήγηση νηπιαγωγού και τα παραδίδουν σε γραμματοδιδασκάλους, αυτή παρακάθεται μαζί με το Θεό σε άγια άδυτα σαν θεσπέσια ανάκτορα, ως βασιλικός έμψυχος θρόνος ανώτερος από κάθε έδρα, στολισμένος ολόκληρος με αρετές που πρέπουν σε τέτοιο βασιλέα που κάθεται σε αυτόν.

Μόλις τριών ετών που μόλις είχε αποκοπεί από το θήλασμα και τη δίαιτα της αγκαλιάς δείκνυε το πρέπον σε όσους γνωρίζουν να κρίνουν αλάθευτα. Όταν έφθασε κοντά στα πρόθυρα του ιερού, ενώ νεάνιδες ευγενείς ντυμένες επάξια προς το γένος τους την περιστοίχιζαν κρατώντας λαμπάδες και έτσι με επισημότατη πομπή την προέπεμπαν με ευταξία προς το εσωτερικό, σε αυτό το σημείο φάνηκε ότι αισθανόταν καλύτερα από όλους όσα συμβαίνουν και πρόκειται να της συμβούν. Σεμνή τότε και χαρούμενη και θαυμαστή με το κατάλληλο παράστημα και ήθος και φρόνημα προχωρούσε και έρχεται σε συνάντηση με τον αρχιερέα.

Και αμέσως εγκατέλειψε όλους γονείς, τροφούς, συνομήλικες και αποχωρίσθηκε από τους συναγμένους, μόνη εντελώς, χαρούμενη προχωρεί στον αρχιερέα ο οποίος την εισήγαγε στα άγια των αγίων και έπεισε όλους τους τότε ζώντας να δέχονται το γεγονός αυτό, με τη σύμπραξη και τη συναπόφαση του Θεού. Διότι επρόκειτο να γίνει σκεύος εκλογής, όχι όπως η κιβωτός γεμάτο σκιές και τύπους, αλλά γεμάτο αλήθεια, για να βαστάει κυοφορώντας εκείνον τον ίδιο, του οποίου το όνομα είναι θαυμαστό. Τι σπουδαίο θαύμα;

Ας δούμε λοιπόν, πως τίθεται τέλος στους τύπους, πως πάνω σε εκείνη ακριβώς τη σκιαγραφία τελετουργείται η μορφή της αλήθειας. Εισήλθε στα πρόσκαιρα άγια των αγίων η παντοτινή αγία των αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχη κιβωτός του άρτου της ζωής που αληθινά αποστάλθηκε σε εμάς από τους ουρανούς. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, που δεν δέχθηκε τύπους λόγου, αλλά τον ίδιο το Λόγο του Πατρός απορρήτως. Σε αυτήν την αληθινή κιβωτό παρίστανται όχι οι τύποι των αγγέλων, αλλά οι ίδιοι οι άγγελοι και το σπουδαιότερο είναι ότι δεν επεσκίαζαν απλά, αλλά διακονούσαν και υπηρετούσαν στη διατροφή. Διατροφή που δεν είναι δυνατό να πούμε ούτε τι ήταν, τόσο ξεπερνούσε σε θαυμασμό και το πολυθρύλητο εκείνο μάννα.

Ο διακομιστής ήταν καθαρό σύμβολο της αγγελικής πολιτείας της Παρθένου σε αυτό το στάδιο της ηλικίας την υπηρετούσε συνεχώς και δεν την επεσκίαζε, υποσχόμενος σε αυτήν το μελλοντικό μεγαλείο. Αυτήν άλλωστε πρόκειτο να επισκιάσει, όχι άγγελος ούτε αρχάγγελος ούτε τα ίδια τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, αλλά η ίδια η ενυπόστατη δύναμη του Υψίστου. Τούτο μάλιστα δεν είναι επισκίαση αλλά καθαρά ένωση, όχι μόνο στη γαστέρα αλλά και μόρφωση. Και το μορφωμένο από τα δύο, δηλαδή από τη δύναμη του Υψίστου και στη παναγία και παρθενική εκείνη γαστέρα ήταν ο Λόγος Θεού σαρκωμένος.

Πω πω, σε ποιό βάθος μυστηρίου κατεβάσαμε το λογο! Και έτσι ζούσε λοιπόν σαν στο παράδεισο, βίο απαράσκευο, αφρόντιστο, αμέριμνο, αμέτοχο αγενών παθών, ζώντας μόνο για το Θεό, βλεπόμενη μόνο από το Θεό, τρεφόμενη μόνο από το Θεό και γενικά αφιερωμένη συνεχώς στο Θεό.

Ζούσε την ιερά ησυχία, τη στάση του νου και του κόσμου, τη λησμονιά των κάτω, την μύηση των άνω, την απόθεση των νοημάτων προς το καλύτερο, δια της παιδείας από την ησυχία που θεωρούμε μέσα το Θεό. Αφού λύθηκε από κάθε υλικό δεσμό ανυψώθηκε πάνω και από αυτή τη συμπάθεια προς το σώμα της, σύνηψε το νου της με τη προς τον εαυτό στροφή και προσοχή και με τη αδιάλειπτο θεία προσευχή. Και δι' αυτής ερχόμενη τελείως στον εαυτό της και υπερβαίνοντας το πολύμορφο συρφετό των λογισμών, διέκρινε νέα και απόρρητη οδό στους ουρανούς, που θα την έλεγα νοητή σιγή.

Αφού έτσι μυήθηκε στα ανώτατα μυστήρια με αυτές τις ακρότατες θεωρίες και κατά το τρόπο αυτόν ενώθηκε και αφομοιώθηκε με το Θεό, μόνη αυτή στους αιώνες επετέλεσε αυτή την υπερφυά πρεσβεία για χάρη μας και μόνη της την αποπεράτωσε, πραγματοποιώντας το μέγα και το πάνω από το μέγα κατόρθωμα. Διότι δεν έγινε μόνο καθ' ομοίωση Θεού, αλλά και έκαμε το Θεό καθ' ομοίωση ανθρώπου. Και δεν το έκανε αυτό πείθοντάς τον, αλλά και τον κυοφόρησε ασπόρως και τον γέννησε αφράστως, κατά την χάρη από το Θεό (γι' αυτό και προσαγορεύθηκε από τον αρχάγγελο, κεχαριτωμένη).

Ποιος μπορεί να περιγράψει τα μεγαλεία σου, παρθένε; Έγινες Θεομήτωρ, ένωσες το νου με το Θεό, ένωσες το Θεό με τη σάρκα, έκανες το Θεό υιό ανθρώπου και τον άνθρωπο υιό Θεού, συμφιλίωσες τον κόσμο με τον ποιητή του κόσμου. Μας δίδαξες με έργα ότι το θεωρείν δεν προσγίνεται μόνο με αίσθηση ή και λογισμό στους πραγματικούς ανθρώπους (διότι τότε θα ήσαν λίγο μόνο καλύτεροι από τα άλογα), αλλά πολύ περισσότερο με τη κάθαρση του νου και τη μέθεξη της θείας χάριτος, κατά την οποία εντρυφούμε στα θεοειδή κάλλη όχι με λογισμούς, αλλά με άυλες επαφές. Έκαμες τους ανθρώπους ομοδίαιτους με τους αγγέλους, ή μάλλον αξίωσες και μεγαλύτερων βραβείων, αφού συνέλαβες από το άγιο Πνεύμα θεανδρική μορφή και την γέννησες παράδοξα και κατέστησες την ανθρώπινη φύση απορρήτως συμφυή και, θα λέγαμε, ομόθεη με τη θεία φύση.

Ας φυλάττουμε επομένως τη προς το Θεό και προς αλλήλους ενότητα, που έχει εντυπωθεί σ' εμάς από το Θεό θείως, δια των δεσμών της αγάπης. Ας βλέπουμε πάντοτε προς τον άνω γεννήτορα. Ας υψώσουμε άνω προς αυτόν τη καρδιά μας. Ας παρατηρήσουμε το μέγα τούτο θέαμα, τη φύση μας να συνδιαιωνίζει αύλως με το πυρ της Θεότητος, και, αποβάλλοντας τους δερμάτινους χιτώνες, που έχουμε ενδυθεί από τη παράβαση, ας σταθούμε σε αγία γη, αναδεικνύοντας ο καθένας μας τη δική του γη αγία δια της αρετής και της προς το Θεό σταθερής αφοσιώσεως, να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συνδιαιωνίσουμε σε δόξα της τρισηλίας Θεότητος που πρέπει κάθε δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνηση τώρα και στους ατέλειωτους αιώνες. Γένοιτο...».

Πηγή: απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμος 11ος

http://www.orthodoxfathers.com/logos/Logos-Eisodia-tis-THeotokoy-Agios-Grigorios-Palamas

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Περὶ φιλαργυρίας

Από την Κλίμακα του Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου

ΠΟΛΛΟΙ ΑΠΟ τοὺς σοφοὺς διδασκάλους μετὰ ἀπὸ τὸν προηγούμενο τύραννο συνηθίζουν νὰ τοποθετοῦν τὸν παρόντα μυριοκέφαλο δαίμονα τῆς φιλαργυρίας. Καὶ γιὰ νὰ μὴ μεταβάλωμε τὴν σειρὰ τῶν σοφῶν ἐμεῖς οἱ ἄσοφοι, ἀκολουθήσαμε τὸν ἴδιο κανόνα καὶ τὴν ἴδια ἀπόφασι. Ἔτσι ἀφοῦ ὁμιλήσωμε ὀλίγο μὲ τὴν ἀρρώστεια, θὰ ὁμιλήσωμε ἔπειτα ἐν συντομίᾳ καὶ γιὰ τὴν κατάστασι τῆς ὑγείας.

2. Ἡ φιλαργυρία εἶναι προσκύνησις τῶν εἰδώλων, θυγατέρα τῆς ἀπιστίας, προφασίστρια νόσων, μάντις γηρατειῶν, ὑποβολεὺς ἀνομβρίας, προμηνυτὴς λιμῶν.

3. Φιλάργυρος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ καταφρονεῖ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ τὶς παραβαίνει ἐνσυνείδητα. Ὅποιος ἀπέκτησε ἀγάπη διεσκόρπισε χρήματα. Ὅποιος ὅμως ἰσχυρίζεται πὼς συμβιβάζει στὴν ζωή του καὶ τὰ δυό, αὐτοαπατήθηκε.

4. Ὅποιος πενθεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἀπαρνήθηκε καὶ τὸ σῶμα του. Διότι ὅταν τὸ ἐκάλεσε ἡ περίστασις, οὔτε αὐτὸ τὸ λυπήθηκε.

5. Μὴ ἰσχυρίζεσαι ὅτι μαζεύεις χρήματα γιὰ τοὺς πτωχούς. Διότι δυὸ μόνο λεπτὰ ἀγόρασαν τὴν οὐράνιο βασιλεία (πρβλ. Λουκ. κα´ 2).

6. Ὁ φιλόξενος καὶ ὁ φιλάργυρος συναντήθηκαν. Καὶ ὁ δεύτερος ἀποκαλοῦσε τὸν πρῶτο ἀδιάκριτο καὶ ἀσύνετο.

7. Ὅποιος ἐνίκησε τὸ πάθος αὐτό, ἔπαυσε νὰ ἔχη μέριμνες. Ὅποιος εἶναι δεμένος μαζί του, ποτὲ δὲν θὰ κάνη καθαρὰ προσευχή.

8. Ἀρχὴ τῆς φιλαργυρίας, ἡ πρόφασις τῆς ἐλεημοσύνης. Τέλος δὲ αὐτῆς, τὸ μίσος πρὸς τοὺς πτωχούς. Ἕως ὅτου κάποιος συγκεντρώση τὰ χρήματα, κάνει ἐλεημοσύνες. Ὅταν ὅμως τὰ συγκεντρώση, σφίγγουν τὰ χέρια του.

9. Εἶδα ἀνθρώπους πτωχοὺς ὡς πρὸς τὰ χρήματα, οἱ ὁποῖοι ἐπλούτησαν στὴν ζωὴ τῶν «πτωχῶν τῷ πνεύματι»· δηλαδὴ ἐπλούτησαν στὴν μοναχικὴ ζωή. Καὶ ἔπαυσαν πλέον νὰ ἐνθυμοῦνται τὴν προηγουμένη πτωχεία τους.

10. Ὁ φιλοχρήματος μοναχὸς εἶναι ξένος πρὸς τὴν ἀκηδία(!), ἐνθυμούμενος κάθε ὥρα τὸν ἀποστολικὸ λόγο «Ὁ ἀργὸς μηδὲ ἐσθιέτω» (Β´ Θέσ. γ´ 10), καθὼς καὶ τό: «Αἱ χεῖρες αὗται διηκόνησαν ἐμοὶ καὶ τοῖς σὺν ἐμοί»! (Πράξ. κ´ 34).

* * *

11. Ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς φροντίδες, ἀμεριμνία βίου, ὁδοιπορία ἀνεμπόδιστη, ἀποξένωσις ἀπὸ τὴν λύπη, πίστις στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.

12. Ὁ ἀκτήμων μοναχὸς εἶναι κύριος ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔχει ἀναθέσει στὸν Θεὸν τὴν φροντίδα του, καὶ μὲ τὴν πίστι του αὐτὴ τοὺς ἔχει ὅλους δούλους του. Δὲν θὰ ὁμιλήση σὲ ἄνθρωπο γιὰ ἀνάγκες του. Ὅλα δὲ ὅσα τοῦ προσφέρονται, τὰ δέχεται σὰν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου. Ὁ ἀκτήμων ἐργάτης τῆς ἀρετῆς εἶναι υἱὸς τῆς ἀπροσπαθείας, καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχει θεωρεῖ σὰν νὰ μὴ τὰ ἔχη. Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα τῆς ἀναχωρήσεως γιὰ τὴν ἄσκησι, τὰ ἐθεώρησε ὅλα σὰν σκύβαλα. Ἐὰν ὅμως λυπῆται γιὰ κάποιο πράγμα, σημαίνει ὅτι δὲν ἔγινε ἀκόμα ἀκτήμων. Ὁ ἀκτήμων ἄνθρωπος ἔχει καθαρὰ προσευχή, ἐνῷ ὁ φιλοκτήμων προσεύχεται ἔχοντας τὸν νοῦ του σὲ ὑλικὰ πράγματα.

13. Ὅσοι ζοῦν ὡς ὑποτακτικοί, εἶναι ξένοι πρὸς τὴν φιλαργυρία. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὸ σῶμα ἀκόμη παρέδωσαν, τί κρατοῦν λοιπὸν ὡς ἰδικό τους; Αὐτοὶ σὲ ἕνα μόνο σημεῖο συνήθως ὑστεροῦν: Παρουσιάζονται εὔκολοι καὶ ἕτοιμοι σὲ τοπικὲς μετακινήσεις.

14. Εἶδα ὑλικὴ περιουσία ποὺ ἔκανε μερικοὺς μοναχοὺς νὰ παραμένουν ὑπομονητικὰ στὸν τόπο τους. Ἐγὼ δὲ περισσότερο ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐμακάρισα ἐκείνους ποὺ περιπλανῶνται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου.

15. Ὅποιος ἐγεύθηκε τὰ οὐράνια, εὔκολα καταφρονεῖ τὰ ἐπίγεια. Ὁ ἄγευστος ὅμως ἐκείνων ἀγάλλεται μὲ τὰ γήϊνα ὑπάρχοντά του.

16. Ὅποιος ἀσκεῖ τὴν ἀκτημοσύνη χωρὶς λόγο καὶ πνευματικὴ βάσι, ὑφίσταται δυὸ ἀδικίες: καὶ ἀπὸ τὰ παρόντα ἀπέχει καὶ τὰ μέλλοντα στερεῖται.

Ἂς μὴ φανοῦμε λοιπόν, ὦ μοναχοί, πιὸ ἄπιστοι ἀπὸ τὰ πτηνά, ποὺ οὔτε μεριμνοῦν οὔτε συγκεντρώνουν τροφὲς (πρβλ. Ματθ. ς´ 26).

17. Μέγας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπαρνεῖται κατὰ τρόπον θεάρεστο τὰ χρήματα. Ἅγιος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπαρνεῖται τὸ ἰδικό του θέλημα. Ὁ μὲν πρῶτος θὰ λάβη ἑκατονταπλάσια εἴτε μὲ χρήματα εἴτε μὲ χαρίσματα. Ὁ δὲ δεύτερος θὰ κληρονομήση ζωὴν αἰώνιον.

18. Δὲν θὰ λείψουν τὰ κύματα ἀπὸ τὴν θάλασσα. Οὔτε ἀπὸ τὸν φιλάργυρο ἡ ὀργὴ καὶ ἡ λύπη.

19. Ὅποιος καταφρονεῖ τὰ ὑλικά, ἀπηλλάγη ἀπὸ τὶς δικαιολογίες καὶ τὶς ἀντιλογίες, ἐνῷ ὁ φιλοκτήμων καὶ γιὰ μία βελόνα ἀκόμη ἀγωνίζεται μέχρι θανάτου.

20. Ἡ ἀκλόνητη πίστις θὰ περιορίση τὶς μέριμνες, ἐνῷ μὲ τὴν μνήμη τοῦ θανάτου κατορθώνεται ἀκόμη καὶ ἡ ἀπάρνησις τοῦ σώματος.

21. Στὸν Ἰὼβ δὲν ὑπῆρχε ἴχνος φιλαργυρίας· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν τὰ στερήθηκε ὅλα, ἔμεινε ἀτάραχος.

22. «Ρίζα πάντων τῶν κακῶν, καὶ εἶναι καὶ λέγεται ἡ φιλαργυρία» (Α´ Τιμ. ς´ 10). Διότι αὐτὴ εἶναι ποὺ δημιούργησε μίση καὶ κλοπὲς καὶ φθόνους καὶ χωρισμοὺς καὶ ἔχθρες καὶ ζάλες καὶ μνησικακίες καὶ ἀσπλαγχνίες καὶ φόνους.

23. Μὲ ὀλίγη φωτιὰ μερικοὶ ἔκαψαν μεγάλο δάσος. Ἀντιθέτως μὲ μία ἀρετὴ ἄλλοι ἐσώθηκαν ἀπὸ ὅλα τὰ τωρινὰ καὶ προηγούμενα πάθη. Αὐτὴ ὀνομάζεται ἀπροσπάθεια. Τὴν ἐγέννησε δὲ ἡ πείρα καὶ ἡ γεῦσις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ φροντίδα γιὰ τὴν μεταθανάτιο ἀπολογία.

24. Δὲν ξεχάσθηκε ἀπὸ τὸν πολὺ προσεκτικὸ ἀναγνώστη ὁ λόγος τῆς μητροκάκου, δηλαδὴ τῆς μητέρας ὅλων τῶν κακῶν γαστριμαργίας.

Ἀναφέρει ἡ ἴδια σὰν δεύτερο ἀπόγονό της στὴν κακὴ καὶ ἐπάρατη τεκνογονία της τὸν λίθο τῆς ἀναισθησίας, δηλαδὴ τὴν σκληρότητα τῆς καρδίας. Ἀλλὰ μὲ ἐμπόδισε νὰ τὴν τοποθετήσω (τὴν ἀναισθησία) στὴν θέσι της ὁ πολυκέφαλος ὄφις τῆς εἰδωλολατρείας, (ἡ φιλαργυρία), ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ ξέρω πῶς, ἀριθμεῖται τρίτη στὴν ἁλυσίδα τῶν ὀκτὼ παθῶν ἀπὸ τοὺς διακριτικοὺς Πατέρας.

Ἀφοῦ λοιπὸν χωρὶς πολλὰ λόγια ἐτελειώσαμε τὸν λόγο περὶ φιλαργυρίας, ἐπιθυμοῦμε νὰ ὁμιλήσωμε τώρα περὶ ἀναισθησίας, ἐξετάζοντας τὴν τρίτη στὴν σειρά, ἂν καὶ στὴν τάξι τῆς γεννήσεώς της εἶναι δεύτερη. Ἔπειτα ἀπ᾿ αὐτὴν θὰ εἰποῦμε ὀλίγα λόγια περὶ ὕπνου καὶ ἀγρυπνίας, καθὼς ἐπίσης καὶ περὶ τῆς νηπιώδους καὶ ἀνάνδρου δειλίας. Διότι αὐτὰ τὰ νοσήματα εἶναι τῶν ἀρχαρίων.

Ἕνα βραβεῖο ἀκόμη! Ὅποιος τὸ κατέκτησε προχωρεῖ σὰν ἄϋλος πρὸς τὸν οὐρανό.

Δεκάτη ἕκτη πάλη! Ὅποιος ἐνίκησε σ᾿ αὐτήν, ἢ ἔχει ἀποκτήσει ἀγάπη ἢ ἔπαυσε νὰ ἔχη μέριμνες.

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Οι Λογισμοί


Οι καλοί λογισμοί φέρνουν τήν πνευματική υγεία


- Γέροντα, ποια είναι τά χαρακτηριστικά τού αδύνατου λογισμού;
- Τί εννοείς; Πρώτη φορά το ακούω αυτό.
- Είχατε πει, το να βάλη κανείς αριστερό λογισμό, να παρεξήγηση μια συμπεριφορά…
- Καί το είπα αδύνατο λογισμό αυτό;
- Θυμήθηκα εκείνον πού ήθελε να μείνη κοντά σας ως υποτακτικός καί του είπατε: Δέν
σέ κρατώ, γιατί έχεις αδύνατο λογισμό.
- Όχι, δέν το είπα έτσι. Δέν σέ παίρνω, του είπα, για υποτακτικό, γιατί δέν έχεις υγεία
πνευματική. Τί θά πή υγεία πνευματική;, μέ ρωτάει. Δέν έχεις καλούς λογισμούς, του λέω.
Σάν άνθρωπος θά έχω τά κουσούρια μου, καί σάν καλόγερος τόσα χρόνια θά έχω καί
μερικές αρετές. Αν δέν έχης καλό λογισμό, θά βλάπτεσαι καί από τά κουσούρια μου καί από τις
αρετές μου. Γιά ένα μικρό παιδί μπορεί νά πή κανείς ότι έχει αδύνατο λογισμό, γιατί είναι
ακόμη ανώριμο, όχι όμως γιά έναν μεγάλο.
- Όλοι οί μεγάλοι, Γέροντα, είναι ώριμοι;
- Μερικοί άπό το κεφάλι τους δέν ωριμάζουν. Άλλο, αν δέν τους κόβη. Όταν κάποιος δέν
κινήται απλά, ό λογισμός του πηγαίνει στο κακό καί όλα τά παίρνει στραβά. Αυτός δέν έχει
υγεία πνευματική καί δέν βοηθιέται ούτε άπό το καλό βασανίζεται καί μέ το καλό.
- Αν δούμε, Γέροντα, μιά αταξία, συμφέρει νά ψάξουμε νά βρούμε ποιος την έκανε;
- Ψάξε πρώτα νά δής μήπως την έκανες έσύ. Αυτό είναι πιο καλό!
- Όταν όμως, Γέροντα, μοϋ δίνουν αφορμές οί άλλοι;
- Έσύ πόσες αφορμές έδωσες; Αν το σκεφθής αυτό, θά καταλάβης ότι κάνεις λάθος
αντιμετωπίζοντας έτσι τά πράγματα.
- Καί όταν λέμε: αυτό μάλλον θά το έκανε ή τάδε αδελφή, είναι καί αυτό αριστερός
λογισμός;
- Είσαι σίγουρη πώς το έκανε αυτή ή αδελφή;
- Όχι, αλλά επειδή καί άλλη φορά έκανε κάτι ανάλογο.
- Πάλι αριστερός λογισμός είναι, αφού δεν είσαι σίγουρη. Ύστερα, ακόμη και αν τό
έκανε αύτη ή αδελφή, ποιος ξέρει πώς και γιατί τό έκανε.
- Όταν όμως, Γέροντα, βλέπω λ.χ. ότι μια αδελφή έχει κάποιο πάθος;
- Γερόντισσα είσαι; Ή Γερόντισσα φέρει ευθύνη, γι’ αυτό πρέπει να έξετάζη τα πάθη σας. Έσείς
όμως γιατί να εξετάζετε τά πάθη της άλλης; Ακόμη δέν έχετε μάθει να κάνετε δουλειά στον
εαυτό σας. Αν θέλετε νά κάνετε δουλειά στον εαυτό σας, νά μήν εξετάζετε τί κάνουν οι άλλοι γύρω
σας, άλλα νά φέρνετε καλούς λογισμούς και για τά καλά και για τά άσχημα πού βλέπετε
στους άλλους. Άσχετα με τί σκοπό κάνει κάτι ό άλλος, εσείς βάλτε έναν καλό λογισμό. Ό καλός
λογισμός έχει μέσα αγάπη, αφοπλίζει τόν άλλον και τόν κάνει νά σου φερθή καλά. Θυμάστε
εκείνες τις καλόγριες πού πέρασαν τόν ληστή γιά άββα; Όταν αποκαλύφθηκε, νόμιζαν ότι κάνει τόν
δια Χριστόν σαλό και παριστάνει τόν ληστή και άλλο τόσο τόν είχαν σέ ευλάβεια. Τελικά έσωσαν
και αυτόν καί τους συντρόφους του.
- Όταν, Γέροντα, μια αδελφή μοϋ λέη κάποιο ψέμα…
- Καί άν αναγκάσθηκε εξ αιτίας σου νά πή ένα ψέμα ή αν ξέχασε, καί αυτό πού σοϋ είπε δέν είναι
ψέμα; Ζητάει λ.χ. ή άρχοντάρισσα από την μαγείρισσα σαλάτα και εκείνη της λέει δεν έχω,
ενώ ή άρχοντάρισσα ξέρει ότι έχει. Άν ή άρχοντάρισσα δεν έχη καλούς λογισμούς, θά πη: ¨ψέ-
ματα μου λέει. Άν όμως έχη καλούς λογισμούς, θά πη: ή καημένη, ξέχασε ότι είχε σαλάτα,
γιατί είχε πολλή δουλειά, ή ¨την κράτησε γιά κάποια άλλη περίπτωση. Δεν έχεις
πνευματική υγεία, γι’ αυτό σκέφτεσαι έτσι. Άν είχες πνευματική υγεία, θά έβλεπες και τά
ακάθαρτα καθαρά. Όπως θά έβλεπες τά φρούτα, έτσι θά έβλεπες και τήν κοπριά, γιατί ή
κοπριά βοήθησε νά γίνουν τά φρούτα.
Όποιος έχει καλούς λογισμούς, έχει πνευματική υγεία και το κακό το μετατρέπει σε καλό.
Θυμάμαι στην Κατοχή, όσα παιδιά είχαν γερό οργανισμό, έτρωγαν μέ όρεξη ένα κομμάτι
μπομπότα καί ήταν όλο υγεία. Ένω κάτι πλουσιόπαιδα, παρόλο πού έτρωγαν ψωμί μέ
βούτυρο, επειδή δέν είχαν γερό οργανισμό, ήταν φιλάσθενα. Έτσι και στην πνευματική ζωή. Ένας,
άν έχη καλούς λογισμούς, καί νά τον χτυπήσης άδικα, θά πη: ¨Το επέτρεψε ό Θεός, γιά νά
εξοφλήσω παλιά μου σφάλματα, δόξα τω Θεώ!. Ένω ένας άλλος πού δέν έχει καλούς
λογισμούς, καί νά πάς νά τον χαϊδέψης, θά νομίζη πώς πάς νά τον χτυπήσης. Πάρτε
παράδειγμα άπό έναν μεθυσμένο. Άν είναι κακός, τά σπάζει όλα επάνω στο μεθύσι. Άν είναι
καλός, ή θά κλαίη ή θά συγχωράη. Ένας μεθυσμένος έλεγε: Χαρίζω άπό έναν κουβά λίρες σε
όποιον μέ φθονεί!
http://gerontes.wordpress.com

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Περί των τριών τρόπων της προσευχής

Τρεις είναι οι τρόποι της προσοχής και της προσευχής, με τους οποίους η ψυχή ή υψώνεται ή γκρεμίζεται· υψώνεται όταν τους μεταχειρίζεται σε κατάλληλο καιρό, γκρεμίζεται όταν τους κατέχει παράκαιρα και ανόητα. Η νήψη λοιπόν και η προσευχή είναι δεμένες όπως η ψυχή με το σώμα και η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να σταθεί. Αυτά τα δύο συνδέονται μεταξύ τους με δύο τρόπους. Πρώτα η νήψη αντιστέκεται στην αμαρτία, σαν εμπροσθοφυλακή, και κατόπιν ακολουθεί η προσευχή, η οποία θανατώνει παρευθύς και αφανίζει όλους εκείνους τους αισχρούς λογισμούς που εξουδετέρωσε πρωτύτερα η προσοχή· γιατί αυτή μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Αυτή η δυάδα, δηλαδή η προσοχή και η προσευχή, είναι η πύλη της ζωής και του θανάτου, κι όταν με τη νήψη φυλάγομε καθαρή την προσευχή, βελτιωνόμαστε, ενώ όταν δεν προσέχομε και τη μολύνομε και τη διαφθείρομε, αυξανόμαστε στην κακία. Επειδή λοιπόν, όπως είπαμε, οι τρόποι της προσοχής και προσευχής είναι τρεις, πρέπει να πούμε και τα ιδιώματα του κάθε τρόπου ώστε, όποιος θέλει να βρει τη ζωή και να εργαστεί, να βεβαιωθεί από αυτές τις τρεις ξεχωριστές καταστάσεις και να διαλέξει το καλύτερο, και όχι από άγνοια να κρατήσει το χειρότερο και να διωχθεί έτσι από το καλύτερο.


Περί της πρώτης προσευχής

Της πρώτης προσευχής τα ιδιώματα είναι τα εξής. Όταν κανείς στέκεται σε προσευχή και σηκώνει στον ουρανό τα χέρια και τα μάτια και το νου του και σχηματίζει ο νους του θεία νοήματα και ουράνια κάλλη, ταξιαρχίες Αγγέλων και κατοικητήρια Αγίων και γενικά, όλα όσα άκουσε από τις Γραφές, αυτά στον καιρό της προσευχής τα συναθροίζει στο νου του και παρακινεί την ψυχή του σε θείο πόθο, ατενίζοντας σταθερά στον ουρανό, και μερικές φορές χύνοντας και δάκρυα από τα μάτια του, με αυτό τον τρόπο λίγο-λίγο υπερηφανεύεται η καρδιά του και επαίρεται, και του φαίνεται πως αυτά που γίνονται είναι από χάρη θεϊκή προς παρηγοριά του, κι εύχεται να βρίσκεται πάντοτε σε τέτοια εργασία. Όλα αυτά είναι σημάδια της πλάνης, γιατί το καλό δεν είναι καλό, όταν δε γίνει με τρόπο καλό. Αν λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος αποσυρθεί σε άκρα ησυχία, είναι αδύνατο να μην τρελαθεί· κι αν τύχει να μην πάθει κάτι τέτοιο, όμως είναι αδύνατο να αποκτήσει τις αρετές ή να φτάσει στην απάθεια. Με τούτο τον τρόπο πλανήθηκαν κι εκείνοι που βλέπουν φως αισθητά και νιώθουν κάποιες ευωδίες με την όσφρησή τους κι ακούνε φωνές κι άλλα πολλά παρόμοια. Και άλλοι από αυτούς δαιμονίστηκαν και γυρίζουν έξαλλοι από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα· άλλοι πάλι δεν κατάλαβαν αυτόν που μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός και πλανήθηκαν με το να τον δεχτούν κι έμειναν στο εξής αδιόρθωτοι ως το τέλος, χωρίς να δέχονται καμία συμβουλή από ανθρώπους. Άλλοι από αυτούς παρακινήθηκαν από το διάβολο που τους απάτησε και σκοτώθηκαν μόνοι τους, άλλοι δηλαδή γκρεμίστηκαν κι άλλοι κρεμάστηκαν. Και ποιος μπορεί να διηγηθεί όλες τις διάφορες μορφές της απάτης του διαβόλου; Πλην από αυτά που είπαμε, κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ποιο είναι το κέρδος από τον πρώτο τρόπο της προσοχής. Κι αν τύχει κανείς να μην πάθει αυτά που είπαμε, επειδή βρίσκεται μαζί με άλλους (γιατί αυτά τα παθαίνουν οι αναχωρητές που είναι μόνοι τους), όμως περνά όλη του τη ζωή απρόκοπος.


Περί της δεύτερης προσευχής

Η δεύτερη προσευχή είναι η εξής. Όταν ο νους συνάγει τον εαυτό του από όλα τα αισθητά και φυλάγεται από τις εξωτερικές αισθήσεις και συνάγει όλους τους λογισμούς, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει πορεύεται μάταια· και πότε εξετάζει τους λογισμούς του, πότε προσέχει στα λόγια της ικεσίας που λέει προς το Θεό· κι άλλοτε επαναφέρει στον εαυτό του τους λογισμούς που αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοτε, αφού κυριεύθηκε ο ίδιος από κάποιο πάθος, αρχίζει πάλι με βία να επιστρέφει στον εαυτό του. Έχοντας τούτο τον πόλεμο, δεν είναι δυνατό να ειρηνέψει αυτός ποτέ ή να λάβει το στέφανο της νίκης. Γιατί ο τέτοιος άνθρωπος μοιάζει μ' εκείνον που κάνει πόλεμο μέσα στη νύχτα, ο οποίος ακούει τις φωνές των εχθρών και δέχεται πληγές από αυτούς, μα δεν μπορεί να δει καθαρά ποιοι είναι και από πού ήρθαν και πώς και γιατί τον πληγώνουν, επειδή το σκότος που έχει στο νου του προξενεί αυτή τη ζημία, και δεν είναι δυνατό ποτέ να γλυτώσει όποιος κάνει αυτόν τον πόλεμο από τους νοητούς εχθρούς του που τον συντρίβουν. Και υπομένει τον κόπο, αλλά χάνει το μισθό. Αλλά και εξαπατάται από την κενοδοξία, χωρίς να το καταλαβαίνει, και του φαίνεται πως είναι τάχα προσεκτικός· και καθώς κυριεύεται και εμπαίζεται από αυτή, συχνά καταφρονεί από υπερηφάνεια τους άλλους και τους κατηγορεί ως απρόσεκτους και συστήνει τον εαυτό του ως ποιμένα προβάτων, μοιάζοντας με τυφλό που υπόσχεται να οδηγεί άλλους τυφλούς.

Τούτος είναι ο δεύτερος τρόπος της προσευχής κι από αυτά μπορεί ο φιλόπονος να μάθει τη ζημία που προξενεί. Όμως η δεύτερη προσευχή είναι καλύτερη από την πρώτη, όπως η νύχτα με πανσέληνο από τη νύχτα χωρίς άστρα και φεγγάρι.


Περί της τρίτης προσευχής

Ιδού αρχίζομε να μιλάμε περί της τρίτης προσευχής. Αυτή είναι πράγμα παράδοξο και δυσκολοερμήνευτο· και σ' εκείνους που την αγνοούν, όχι μόνο είναι δυσκολοκατάληπτη, αλλά σχεδόν και απίστευτη, επειδή δεν συναντάται στους πολλούς· και καθώς νομίζω, αυτό το καλό έφυγε από μας μαζί με την υπακοή. Γιατί η υπακοή απαλλάσσει τον εραστή της από τις επιδράσεις του παρόντος πονηρού κόσμου και τον ελευθερώνει από μέριμνες και εμπαθείς προσκολλήσεις και τον κάνει πρόθυμο και άοκνο στον ζητούμενο σκοπό του, αν βέβαια αυτός έχει βρει απλανή οδηγό. Από ποια πρόσκαιρα δηλαδή θα νικηθεί ο νους εκείνου που με την υπακοή νεκρώθηκε για κάθε εμπαθή προσκόλληση στον κόσμο ή το σώμα του; Η, από ποια μέριμνα μπορεί να δεσμευθεί εκείνος που ανέθεσε κάθε μέριμνα της ψυχής και του σώματός του στο Θεό και στον πνευματικό του πατέρα και δε ζει πλέον για τον εαυτό του, ούτε επιθυμεί να είναι αρεστός σε ανθρώπους; Από αυτά, οι νοητές περικυκλώσεις των αποστατών δαιμόνων, οι οποίες σαν σχοινιά σύρουν το νου σε πολλούς και διάφορους λογισμούς, διαλύονται· και τότε ο νους μένει ελεύθερος και πολεμά με εξουσία και ερευνώντας τους λογισμούς των δαιμόνων τους αποδιώχνει με επιτηδειότητα και προσφέρει με καθαρή καρδιά τις προσευχές του στο Θεό. Αυτή είναι η αρχή της μοναχικής πολιτείας, κι όσοι δεν κάνουν τέτοια αρχή μάταια κοπιάζουν.

Η αρχή τώρα της τρίτης προσευχής δεν είναι να κοιτάζει κανείς στον ουρανό και να σηκώνει τα χέρια του και να συνάγει τους λογισμούς και να ζητά βοήθεια από τον ουρανό· αυτά, καθώς είπαμε, είναι ιδιώματα του πρώτου τρόπου της πλάνης. Μήτε πάλι, όπως στη δεύτερη προσευχή, ο νους αρχίζει να φυλάγεται από τις έξω αισθήσεις του και να μη βλέπει τους εσωτερικούς εχθρούς. Γιατί ένας τέτοιος βάλλεται από τους δαίμονες, μα δε βάλλει εναντίον τους· πληγώνεται, και δεν το ξέρει· πιάνεται αιχμάλωτος, και δεν μπορεί να αμυνθεί σ' αυτούς που τον αιχμαλωτίζουν πάντοτε οι αμαρτωλοί (δαίμονες) σχεδιάζουν κακά πίσω από την πλάτη του ή μάλλον μπροστά στα μάτια του και τον κάνουν κενόδοξο και υπερήφανο.

Αλλά αν συ θέλεις να κάνεις αρχή αυτής της φωτογεννήτρας και τερπνής εργασίας, βάλε πρόθυμα αρχή ως εξής. Ύστερα από την τέλεια υπακοή που ο λόγος περιέγραψε πρωτύτερα, χρειάζεται να κάνεις και όλα σου τα έργα με συνείδηση καθαρή, γιατί χωρίς υπακοή ούτε καθαρή συνείδηση υπάρχει. Και τη συνείδησή σου πρέπει να τη φυλάγεις πρώτον απέναντι στο Θεό· δεύτερον, απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα· και τρίτον, απέναντι στους ανθρώπους και τα πράγματα του κόσμου. Απέναντι στο Θεό οφείλεις να φυλάξεις τη συνείδησή σου έτσι ώστε να μην κάνεις εκείνα πού ξέρεις πως δεν αναπαύουν το Θεό, μήτε του αρέσουν. Απέναντι στον πνευματικό σου πατέρα, ώστε να κάνεις όλα εκείνα που σου λέει σύμφωνα με το σκοπό του, χωρίς να προσθέτεις ή να παραλείπεις. Απέναντι στους ανθρώπους πρέπει να φυλάγεις τη συνείδηση ώστε να μην κάνεις στον άλλο εκείνα που εσύ μισείς, και στα πράγματα του κόσμου πάλι οφείλεις να φυλάγεσαι από την μη ορθή χρήση σε κάθε περίπτωση, και στο φαγητό και στο ποτό και στην ενδυμασία· και γενικά, όλα πρέπει να τα κάνεις σαν να ήσουν μπροστά στο Θεό, χωρίς να σε ελέγχει σε κάτι η συνείδησή σου.

Αφού λοιπόν προλειάναμε και προετοιμάσαμε το δρόμο της αληθινής προσοχής, ας πούμε, αν θέλετε, μερικά σύντομα και σαφή περί των ιδιωμάτων της. Η αληθινή και απλανής προσοχή και προσευχή είναι αυτή· να φυλάγει ο νους την καρδιά όταν προσεύχεται και να περιστρέφεται πάντοτε μέσα σ' αυτή και από εκείνο το βάθος να αναπέμπει τις δεήσεις προς τον Κύριο. Και αφού εκεί μέσα γευθεί ότι είναι χρηστός ο Κύριος, δε βγαίνει πλέον από τον τόπο της καρδιάς, γιατί λέει κι αυτός σαν τον Απόστολο: «Είναι ωραία να είμαστε εδώ». Και παρατηρώντας συνεχώς τους εκεί τόπους, χτυπά και διώχνει τα νοήματα που σπέρνει ο εχθρός. Σ' εκείνους όμως που έχουν άγνοια, αυτό το σωτήριο έργο φαίνεται πολύ σκληρό και δύσκολο· και είναι αληθινά εξαντλητικό το πράγμα και επίπονο, όχι μόνο για τους αμύητους, αλλά και για εκείνους που έλαβαν χωρίς πλάνη την πείρα του μα δε δέχτηκαν και δεν έστειλαν την ηδονή του στο βάθος της καρδιάς. Εκείνοι όμως που απόλαυσαν την ηδονή που έχει και γεύθηκαν τη γλυκύτητά της με το φάρυγγα της καρδιάς τους, μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον Παύλο: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; κλπ.». Γιατί οι άγιοι Πατέρες μας, ακούγοντας τον Κύριο πού λέει πως από την καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, και πως αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, και που συμβουλεύει να έχομε καθαρό το εσωτερικό του ποτηριού για να γίνει και το απέξω καθαρό, άφησαν κάθε άλλο τρόπο εργασίας των αρετών και αγωνίστηκαν γι' αυτή τη φύλαξη της καρδιάς, ξέροντας πολύ καλά πως μαζί με αυτή θα μπορέσουν χωρίς κόπο να ασκήσουν και κάθε άλλη πνευματική εργασία, ενώ χωρίς αυτή δεν είναι δυνατό να παραμείνει καμία αρετή. Αυτήν, μερικοί από τους Πατέρες την ονόμασαν καρδιακή ησυχία· άλλοι, προσοχή· άλλοι, φύλαξη της καρδιάς· άλλοι, νήψη και αντίρρηση· άλλοι, έρευνα των λογισμών και φύλαξη του νου· όλοι όμως με αυτή καλλιέργησαν τη γη της καρδιάς τους και με αυτή αξιώθηκαν να τραφούν με το θείο μάννα. Γι' αυτή λέει ο Εκκλησιαστής: «Ευφραίνου, νέε, στη νεότητά σου και περπάτα στους δρόμους της καρδιάς σου άμωμος και διώξε από την καρδιά σου τον παροργισμό. Αν το πνεύμα αυτού που εξουσιάζει έρθει καταπάνω σου, μην αφήσεις τον τόπο σου»· λέγοντας τόπο εννοεί την καρδιά, όπως λέει και ο Κύριος: «Από την καρδιά βγαίνουν πονηροί διαλογισμοί». Λέει ακόμη: «Μη σκορπίζετε το νου σας εδώ κι εκεί», και:«Τί στενή είναι η πύλη και δύσκολη η οδός που οδηγεί στη ζωή!», και πάλι: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», εκείνοι δηλαδή που δεν απέκτησαν μέσα τους καμία έννοια τούτου του κόσμου. Λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι· ο αντίπαλος σας διάβολος περιφέρεται σαν το λιοντάρι που ουρλιάζει ζητώντας ποιον να καταπιεί κλπ.». Και ο Παύλος αναφέρεται ολοφάνερα στη φύλαξη της καρδιάς όταν γράφει προς τους Εφεσίους: «Η πάλη μας δεν είναι εναντίον όντων από αίμα και σάρκα». Και οί θείοι Πατέρες μας έγραψαν πολλά για τη φυλακή της καρδιάς, κι όποιος θέλει ας διαβάσει τα συγγράμματά τους να δει όσα δηλαδή έγραψε ο ασκητής Μάρκος και όσα λέει ο Ιωάννης της Κλίμακας και ο Ησύχιος και ο Φιλόθεος Σιναΐτης και ο Ησαΐας και ο Βαρσανούφιος και το βιβλίο «Παράδεισος Πατέρων» (Γεροντικό). Και τι λέω πολλά; Κανείς δεν μπόρεσε, αν δε φύλαξε το νου του, να φτάσει στην καθαρότητα της καρδιάς, για να γίνει άξιος να δει το Θεό. Γιατί χωρίς την προσοχή κανείς δεν μπορεί να γίνει "πτωχός τω πνεύματι", μήτε μπορεί να πενθήσει ή να πεινάσει και να διψάσει τη δικαιοσύνη, και χωρίς νήψη κανείς δεν μπορεί να είναι αληθινά ελεήμων ή καθαρός στην καρδιά ή ειρηνοποιός ή διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης· και για να πω γενικά, με κανένα τρόπο δεν μπορεί κανείς ν' αποκτήσει όλες τις θεόπνευστες αρετές, παρά με τη νήψη. Για τούτο περισσότερο απ' όλα αυτή πρέπει να επιμεληθείς, για να καταλάβεις με τη δοκιμή τα λεγόμενά μου, που είναι άγνωστα σε όλους τους ανθρώπους. Και αν θέλεις να μάθεις και τον τρόπο της προσευχής, θα σου πω με τη δύναμη του Θεού και περί τούτου όσο μπορώ.

Πριν απ' όλα, τρία πράγματα πρέπει να αποκτήσεις κι έπειτα να κάνεις αρχή στην αναζήτησή σου. Αυτά είναι: αμεριμνία από κάθε πράγμα, είτε παράλογο, είτε εύλογο, δηλαδή νέκρωση απ' όλα· συνείδηση καθαρή, δηλαδή να φυλάγεις τον εαυτό σου ακατηγόρητο από τη συνείδησή σου· και απροσπάθεια, δηλαδή να μην κλίνεις σε κανένα πράγμα του κόσμου τούτου, ούτε αυτού του σώματός σου. Έπειτα κάθισε σε κελί ήσυχο και σε μία μοναχική γωνιά και πρόσεξε να κάνεις ό,τι σου λέω· κλείσε τη θύρα και μάζεψε το νου σου από κάθε μάταιο και πρόσκαιρο πράγμα, και τότε ακούμπησε στο στήθος το πηγούνι σου, στρέφοντας τα αισθητά μάτια μαζί με όλο το νου στο κέντρο της κοιλιάς, δηλαδή στον ομφαλό, και κράτησε και την αναπνοή από τη μύτη για να μην αναπνέεις ανεμπόδιστα, και ερεύνησε νοητά στα έγκατα σου να βρεις τον τόπο της καρδιάς όπου είναι στη φύση τους να συνδιατρίβουν όλες οι ψυχικές δυνάμεις. Στην αρχή έχεις να βρεις σκότος κι ανυποχώρητη σκληρότητα· αν όμως επιμείνεις κι εργαστείς αυτό το έργο νύχτα και μέρα, θα βρεις, ω του θαύματος, ατέλειωτη ευφροσύνη. Γιατί όταν ο νους βρει τον τόπο της καρδιάς, βλέπει παρευθύς εκεί μέσα εκείνα που δεν ήξερε ποτέ του. Βλέπει δηλαδή τον αέρα που βρίσκεται μέσα στην καρδιά και τον εαυτό του φωτεινό και γεμάτο διάκριση. Και στο εξής, από όποιο μέρος εμφανιστεί κανένας λογισμός, πριν ακόμη να σχηματιστεί ή να είδωλοποιηθεί, τον διώχνει και τον αφανίζει με την επίκληση του Ιησού Χριστού. Και από εδώ ό νους, μνησικακώντας κατά των δαιμόνων, σηκώνει καταπάνω τους τη φυσική οργή και κυνηγά και χτυπά τους νοητούς εχθρούς. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις με τη βοήθεια του Θεού μόνος σου, με τη φύλαξη του νου σου και κρατώντας στην καρδιά τον Ιησού· γιατί λέει κάποιος: «Να κάθεσαι στο κελί σου και αυτό θα σε διδάξει τα πάντα».


Ερώτηση - Απόκριση

Ερώτηση: Και γιατί η πρώτη και η δεύτερη φύλαξη δεν μπορούν να οδηγήσουν στην τελείωση τον μοναχό;

Απόκριση: Γιατί δεν τις μεταχειριζόμαστε με τη σειρά που πρέπει. Ο Ιωάννης της Κλίμακος αυτά τα παρομοιάζει με μία κλίμακα, λέγοντας: «Άλλοι περιορίζουν τα πάθη· άλλοι ασχολούνται με την ψαλμωδία και αφιερώνουν σε αυτή τον περισσότερο χρόνο· άλλοι καταγίνονται με τη νοερά προσευχή· και άλλοι ενατενίζουν στη θεωρία και ζούνε στο βυθό. Στο πρόβλημα αυτό ας χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα της κλίμακας.» Όσοι λοιπόν θέλουν να ανεβούν μία κλίμακα, δεν αρχίζουν από επάνω προς τα κάτω, αλλά από κάτω επάνω, και ανεβαίνουν το πρώτο σκαλί κι έπειτα το επόμενο κι όλα τα πιο πάνω· κι έτσι μπορεί κανείς να σηκωθεί από τη γη και ν' ανεβεί στον ουρανό. Αν λοιπόν θέλομε να γίνομε τέλειοι άνδρες με την πληρότητα του Χριστού, ας αρχίσομε σαν βρέφη την κλίμακα που είπαμε, ώστε με τις διάφορες μεθηλικιώσεις να φτάσομε διαδοχικά τα μέτρα του παιδιού, του άνδρα και του πρεσβυτέρου.

Πρώτη ηλικία της μοναχικής ζωής είναι ο περιορισμός των παθών, που είναι έργο των αρχαρίων.

Δεύτερη βαθμίδα και μεθηλικίωση, που από έφηβο τον κάνει νέο πνευματικά, είναι η απασχόληση με την ψαλμωδία. Γιατί μετά τον κατευνασμό και τη μείωση των παθών, η ψαλμωδία προξενεί γλυκύτητα στη γλώσσα και λογίζεται ευάρεστη στο Θεό, αφού δεν είναι δυνατό να ψάλλομε στο Θεό σε γη ξένη, δηλαδή σε εμπαθή καρδιά. Τούτο είναι το σημάδι αυτών που προκόβουν.

Τρίτη βαθμίδα και μεθηλικίωση αυτού που από νέος γίνεται πνευματικά άνδρας, είναι η επιμονή στην προσευχή, που είναι σημάδι αυτών που έχουν προκόψει. Και διαφέρει η προσευχή από την ψαλμωδία όσο ο ώριμος άνδρας από το νέο και από τον έφηβο, ανάλογα με το βαθμό πού έχομε.

Εκτός από αυτές, τέταρτη βαθμίδα και μεθηλικίωση πνευματική είναι του πρεσβυτέρου και ασπρομάλλη· η αταλάντευτη δηλαδή ενατένιση της θεωρίας, η οποία είναι των τελείων. Ιδού, συμπληρώθηκε η οδός και πήρε τέλος η κλίμακα. Αυτά λοιπόν έτσι είναι κι έτσι θεσπίστηκαν από το Πνεύμα, και δεν είναι δυνατό να ανδρωθεί το νήπιο και να γίνει ασπρομάλλης γέροντας, παρά με το να αρχίσει όπως είπαμε από την πρώτη βαθμίδα και περνώντας ορθά από τις τέσσερις ν' ανεβεί στην τελειότητα.

Ξεκίνημα για να έρθει στο φως αυτός που θέλει να αναγεννηθεί πνευματικά, είναι η μείωση των παθών, δηλαδή η φύλαξη της καρδιάς· διαφορετικά είναι αδύνατο να μειωθούν τα πάθη, γιατί από την καρδιά προέρχονται, καθώς λέει ο Σωτήρας, οι πονηροί διαλογισμοί που μολύνουν τον άνθρωπο. Δεύτερη μετά από αυτά είναι η επίταση της ψαλμωδίας. Γιατί αφού κατευναστούν και λιγοστέψουν τα πάθη με την εναντίωση σ' αυτά της καρδιάς, η επιθυμία της συμφιλιώσεως με το Θεό φλογίζει το νου. Και από αυτό δυναμώνει ο νους και χτυπά και διώχνει τους λογισμούς που περιτριγυρίζουν την επιφάνεια της καρδιάς. Και έπειτα πάλι ασχολείται το πιο πολύ με τη δεύτερη προσοχή και προσευχή. Και τότε προβάλλει η αντεπίθεση των πονηρών πνευμάτων και τα πνεύματα των παθών αναταράζουν σφοδρά την άβυσσο της καρδιάς. Όμως με την επίκληση του Κυρίου Ιησού Χριστού αφανίζονται και λιώνουν σαν το κερί. Και πάλι αφού διωχτούν από εκεί, αναταράζουν μέσω των αισθήσεων την επιφάνεια του νου. Και για τούτο γρήγορα αισθάνεται ο νους τη γαλήνη σ' αυτόν, πλην να γλυτώσει τελείως από αυτά και να μην τα πολεμά, είναι αδύνατο. Τούτο έχει δοθεί μόνο σ' εκείνον που έφτασε στη βαθμίδα του τέλειου άνδρα, που έχει αναχωρήσει από όλα τα ορατά και παραμένει συνεχώς στην προσοχή της καρδιάς.

Από αυτά ο προσεκτικός υψώνεται σιγά-σιγά στη σύνεση του ασπρομάλλη γέροντα, δηλαδή στην άνοδο της θεωρίας, πράγμα που είναι των τελείων.

Όποιος λοιπόν τα μεταχειρίζεται αυτά ορθά και στον καιρό του το καθένα, αυτός μπορεί, μετά την αποβολή των παθών από την καρδιά του, και στην ψαλμωδία να επιδοθεί και ν' αντιπολεμήσει τους λογισμούς που ξεσηκώνονται μέσω των αισθήσεων και ταράζουν την επιφάνεια του νου, και στον ουρανό να υψώνει τα αισθητά μαζί με τα νοητά μάτια όταν χρειαστεί, και να προσεύχεται αληθινά και καθαρά· τούτο όμως να το κάνει σπάνια, για το φόβο των δαιμόνων που ενεδρεύουν στον αέρα. Γιατί τούτο μόνο ζητά ο Θεός από μας, να είναι καθαρμένη η καρδιά μας με τη φύλαξη· κι αν η ρίζα είναι αγία, καθώς λέει ο Απόστολος, φανερό είναι πως και οι κλάδοι είναι άγιοι κι ο καρπός. Χωρίς όμως τον τρόπο που είπαμε, όποιος σηκώνει τα μάτια και το νου του στον ουρανό και θέλει να φαντάζεται κάποια νοητά, αυτός σχηματίζει μέσα του είδωλα και όχι την αλήθεια· γιατί με το να είναι ακάθαρτη η καρδιά του δεν προκόβει ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προσοχή. Όταν δηλαδή θέλομε να κτίσομε ένα σπίτι, δε βάζομε πρώτα τη σκεπή κι υστέρα το θεμέλιο, γιατί τούτο είναι αδύνατο· αλλά πρώτα βάζομε το θεμέλιο κι ύστερα κτίζομε το σπίτι και τότε βάζομε και τη σκεπή. Έτσι πρέπει να κάνομε και σ' αυτά που λέμε. Πρώτα να βάλομε πνευματικό θεμέλιο, δηλαδή να φυλάξομε την καρδιά και να λιγοστέψομε σε αυτή τα πάθη· κι ύστερα να κτίσομε τους τοίχους του πνευματικού σπιτιού, δηλαδή να αποκρούομε με τη δεύτερη προσοχή τη θύελλα των πονηρών πνευμάτων που ξεσηκώνουν οι εξωτερικές αισθήσεις και να ξεφεύγομε το γρηγορότερο από αυτόν τον πόλεμο. Και τότε να στήσομε και τη σκεπή με την τέλεια στροφή προς το Θεό και την αναχώρηση, οπότε ολοκληρώνομε το πνευματικό μας σπίτι με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Σέ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Πηγή: http://www.imsamou.gr/articles.php?id=27

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Περὶ ὕπνου καὶ προσευχῆς

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ - ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ

ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ


Ὁ ΥΠΝΟΣ εἶναι σπουδαῖο συστατικὸ τῆς φύσεώς μας, ἀπεικόνισις τοῦ θανάτου, ἀργία τῶν αἰσθήσεων. Εἶναι μὲν ἕνας, ἀλλὰ ὅπως καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἔχει πλεῖστες αἰτίες καὶ ἀφορμές. Δηλαδὴ προέρχεται ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύσι, ἄλλοτε ἀπὸ τὰ φαγητὰ καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Μερικὲς φορὲς ἴσως καὶ ἀπὸ πολὺ ὑπερβολικὴ νηστεία, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξασθενημένη ἡ σάρκα, ζητεῖ νὰ αὐτοπαρηγορηθῆ μὲ τὸν ὕπνο.

2. Ὅπως ἡ πολυποσία ἐξαρτᾶται καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν κακὴ συνήθεια, ἔτσι καὶ ἡ πολυυπνία. Γι᾿ αὐτὸ ἰδιαιτέρως στὶς ἀρχὲς τῆς ἀποταγῆς ἂς ἀγωνισθοῦμε ἐναντίον της. Διότι εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ θεραπεύση κανεὶς μία μακροχρόνια συνήθεια.

3. Ἂς παρακολουθήσωμε καὶ θὰ ἰδοῦμε πὼς ἐνῷ σημαίνει ἡ πνευματικὴ σάλπιγξ, δηλαδὴ τὸ σήμαντρο, ὀρατῶς μὲν συναθροίζονται οἱ ἀδελφοί, ἀοράτως δὲ συνάγονται οἱ ἐχθροί. Ἔτσι ἄλλοι δαίμονες ἔρχονται στὸ κρεββάτι, μόλις σηκωθοῦμε, καὶ μᾶς πιέζουν νὰ ἀνακλιθοῦμε πάλι. «Μεῖνε, μᾶς λέγουν, ἕως ὅτου συμπληρωθοῦν οἱ προοιμιακοὶ ὕμνοι, καὶ ἔπειτα πηγαίνεις στὴν Ἐκκλησία». Ἄλλοι, ἐνῷ παριστάμεθα στὴν προσευχή, ἔρχονται καὶ μᾶς βυθίζουν στὸν ὕπνο. Ἄλλοι προξενοῦν ἔντονη καὶ ἀπροσδόκητη κοιλιακὴ ἐνόχλησι. Ἄλλοι μᾶς προτρέπουν νὰ ἀνοίγωμε συζητήσεις μέσα στὸ Κυριακό. Ἄλλοι παρασύρουν τὸν νοῦ μας σὲ αἰσχροὺς λογισμούς. Ἄλλοι μᾶς κάνουν νὰ ἀκουμποῦμε σὰν κουρασμένοι στὸν τοῖχο. Ἐνίοτε μάλιστα συμβαίνει νὰ μᾶς προκαλοῦν καὶ πάρα πολλὰ χασμουρητά.

Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπροκάλεσαν πολλὲς φορὲς γέλωτα τὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς, ὥστε νὰ κάνουν τὸν Θεὸν νὰ ἀγανακτήση ἐναντίον μας. Ἄλλοι μᾶς βιάζουν νὰ διαβάζωμε γρήγορα τὸ Ψαλτήριο ἀπὸ ρᾳθυμία, καὶ ἄλλοι μᾶς προτρέπουν νὰ ψάλλωμε ἀργὰ ἀπὸ φιληδονία. Μερικὲς μάλιστα φορὲς κάθονται καὶ στὸ στόμα μας καὶ τὸ καθιστοῦν κλειστὸ καὶ δυσκολοάνοικτο.

4. Ἐκεῖνος ποὺ ἀναλογίζεται ὅτι προσευχόμενος ἵσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ αἰσθάνεται αὐτὸ στὴν καρδιά του, θὰ εἶναι στύλος ἀκλόνητος καὶ δὲν θὰ ἐμπαίζεται ἀπὸ κανένα δαίμονα ἀπὸ ὅσους προανέφερα.

Ὁ πραγματικὸς ὑποτακτικός, πολλὲς φορὲς μόλις σταθῆ στὴν προσευχή, γίνεται ὅλος φωτεινὸς καὶ πασίχαρος· διότι εἶναι ὁ πύκτης παρασκευασμένος καὶ φλογισμένος ἀπὸ πρὶν μὲ τὴν ἀνόθευτη διακονία καὶ ὑπακοή.

5. Σὲ ὅλους εἶναι δυνατὸν νὰ προσεύχωνται μαζὶ μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἀδελφῶν, σὲ πολλοὺς ὅμως εἶναι πιὸ ταιριαχτὸ μόνο μὲ ἕναν ὁμόψυχο. Ὅταν ὑμνῆς τὸν Θεὸν μὲ τὸ πλῆθος, δὲν μπορεῖς νὰ κάνης ἄϋλη προσευχή. Ἂς ἔχης ὅμως τότε ὡς νοερὰ ἐργασία τὴν θεωρία τῶν ψαλλομένων ἢ πάλι κάποια ὡρισμένη προσευχή, ἕως ὅτου τελειώση ὁ στίχος τοῦ πλησίον σου.

6. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀσκῆς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κάποιο πάρεργο, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ κάτεργο. Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ ἐδίδαξε σαφῶς ὁ Ἄγγελος ποὺ ἐμφανίσθηκε στὸν Μέγαν Ἀντώνιο.

7. Ἡ κάμινος δοκιμάζει τὸν χρυσό· ἡ δὲ παράστασις στὴν προσευχή, τὸν ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη τῶν μοναχῶν πρὸς τὸν Θεόν.

Ἐργασία ἐπαινετή! Ὅποιος τὴν κατέκτησε, καὶ τὸν Θεὸν πλησιάζει καὶ τοὺς δαίμονες ἐκδιώκει.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/climax/

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

Δάκρυα

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Μαζί με την ευχούλα -τώρα δεν μπορούμε να πούμε και λεπτομέρειες, αυτό όταν το βρεις μοναχός σου, έχει περισσότερη δύναμη παρά όταν το ακούσεις από τον άλλον- έρχονται τα δάκρυα. Τα οποία δάκρυα λίγο, λίγο, λίγο από εσένα εξαρτάται να τα αυξήσεις.

Πιστεύσατέ με ότι τα δάκρυα δεν είναι τίποτες άλλο, συνήθεια είναι. Αν συνηθίσεις να κλαις, την άλλη μέρα θα κλαις, και την άλλη μέρα θα κλαις, και θα φτάσεις σ' ένα σημείο θα πεις: «Γιατί κλαίω; Κι εγώ δεν ξέρω». Ναι αλλά με τα δάκρυα ξέρεις πόσος καθαρισμός γίνεται μέσα; Πώς πλένεις τη φανέλα σου, το μαντήλι σου με το σαπούνι, έτσι είναι και τα δάκρυα στην προσευχή. Μέσα σου καθαρίζεται, καθαρίζεται, καθαρίζεται κι έρχεται κατόπιν σ' άλλα ανώτερα δάκρυα.

Τα δάκρυα, θα σας πονέσει ο εγκέφαλος μέσα, το μυαλό θα σας πονέσει, διότι είναι τα πρώτα δάκρυα, τα οποία λέγονται "καθαρτικά δάκρυα", καθαρίζουν τα δάκρυα μέσα.

Όταν περάσει ο βαθμός των "καθαρτικών", έρχονται άλλα δάκρυα "χαροποιά". Τα οποία, και το πρόσωπό σας θα γίνει ωραίο, θα ομορφαίνει, και ο άλλος ο συνάνθρωπός σου, ο συνάδερφός σου, ο παράδελφός σου, θα τον βλέπεις σε άλλην ωραιότητα. Πνευματικώς εννοώ.

Κατόπιν είναι άλλα δάκρυα, αλλά αυτά ο καθένας κατά τη βία του που έχει μέσα, κατά τον ζήλο, κατά τη θερμότητα, θα τα συναντήσει.

Να καλλιεργείς τα δάκρυα. Να καλλιεργείς τις εικόνες, τις σκέψεις που φέρνουν δάκρυα. Εγώ καλλιεργούσα την εικόνα του νεκρού σώματος του γερο-Ιωσήφ. Όταν τον φίλησα και τον βάλαμε στο μνήμα. Σκεπτόμουνα, ότι κι εγώ σύντομα έτσι θα γίνω. Σκεπτόμουνα, μήπως ο Θεός δεν με δεχθεί, δεν με συγχωρήσει κ.ο.κ.

Τα δάκρυα είναι μεταξύ εμπαθείας και απαθείας· τα δάκρυα καθαρίζουν. Είναι τα αρχαρίτικα δάκρυα, δηλαδή τα δάκρυα μετανοίας· ήτοι σκέπτεσαι: Εάν κολασθώ; Θα είμαι με τον Χριστόν ή με τον διάβολον; Εάν θα είμαι αιώνια εις την κόλασιν; Τότε τι θα κάνω; κ.ο.κ.

Κατόπιν έρχονται τα δάκρυα της χάριτος. Τα δάκρυα αυτά είναι τόσο γλυκά, ώστε όταν μου ήρχοντο, έλεγα: «Θεέ μου εις τον Παράδεισο τίποτε άλλο δεν θέλω, παρά να κλαίω έτσι». Αυτά τα δάκρυα έρχονται ύστερα..

Τα δάκρυα είναι η τροφή της ψυχής. Όπως όταν το σώμα τρέφεται με καλή τροφή ζωογονείται, έτσι και η ψυχή τρέφεται με τα δάκρυα και ζωογονείται.

Όταν προσεύχεσαι, να προσπαθείς να έχεις δάκρυα. Γίνεται συνήθεια κατόπιν, και κλαις εις την προσευχή σου. Όταν έχεις δάκρυα εις την προσευχή, οτιδήποτε δάκρυα, πηγαίνεις μπροστά. Όταν σταματήσουν τα δάκρυα, πας οπίσω.

Εγώ παρακάλεσα τον άγιο Εφραίμ: «Άγιε του Θεού, εσύ των δακρύων άνθρωπος είσαι...» -όπως λέει το τροπάριο: "Ταις των δακρύων σου ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησας..."- και μού 'δωσε τόσα πολλά δάκρυα, που δεν μπορούσα, μέρα-νύχτα έκλαιγα. Κι έφτασα στο σημείο να κλαίω όσο θέλω, όποτε θέλω και όπου θέλω.

Αλλά τι; Να, εδώ πάνω τώρα, να πούμε, από πάνω ο Ι., στο δωμάτιο επάνω, δίπλα κάθεται ο Ε. Και καμιά φορά με πιάνουν τα δάκρυα και λέει ο Ι.: «Σ' ακούγαμε τη νύχτα που έκλαιγες». «Ε, καλά, βρε παιδί μου», λέω, «άνθρωπος αμαρτωλός, άμα δεν παρακαλέσω τον Θεό να μ' ελεήσει, αλλά με παίρνουν τα δάκρυα». Και δίπλα ήτανε, δίπλα στο δωμάτιο κάθεται ο Ε. «Σ' ακούγαμε, Γέροντα, που όλη τη νύχτα έκλαιγες», λέει. «Ε, καλά, βρε παιδιά μου, αμαρτωλός είμαι, θα κλαίω».

«Άκουσε», λέω, «δεν γίνεται αυτό. Άμα καταλάβω ότι εσύ μ' ακούς κι ο Ε. μέσα ακούει, κόβεται η παρρησία στην προσευχή. Ναι, γι' αυτό», λέω, «άκουσε θα πάω σε άλλο μέρος, να μη με ακούει κανένας, να κλάψω όσο θέλω»· γιατί μπορεί και να ψάλλω, μπορεί και να... αυτό, πώς θά ρθουν τα δάκρυα;

Άμα φέρεις τέτοιες θεωρίες: Δεύτε τον τελευταίον ασπασμόν δώμεν, αδελφοί, τω θανόντι...», πώς, όσο σκληρή να είναι η ψυχή σου, να θεωρείς τον εαυτό σου ότι είσαι επάνω στο φέρετρο και πάνε να σε θάψουνε, ναι, μπορείς να μην κλάψεις; Μια-δυο, μετά είναι αδύνατο να μην κλάψεις και θα αποκτήσεις συνήθεια να κλαις. Αλλά να παρακαλέσεις και την Παναγία να πούμε.

Και ένας λογισμός μου ήρθε: «Να, βλέπεις που αγωνίζεσαι...» Έφυγαν, έφυγαν αμέσως τα δάκρυα. Επειδή αυτό το χάρισμα που μού δωσε ο άγιος Εφραίμ, το οικειοποιήθηκα, ότι είναι δικός μου κόπος, και έφυγαν τα δάκρυα.


http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/monasticism/efraim_dakrya.htm


Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Περί Αποταγής και Μοναχικής Πολιτείας

Αββά Ισαάκ του Σύρου

1. Ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς εἶναι ὁ φόβος του Θεού. Λέγεται ὃτι γεννιέται ἀπό τήν πίστη. Σπέρνεται στήν καρδιά ὃταν ἀποχωριστεῖ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν περισπασμό καί τίς μέριμνες τοῦ κόσμου. Ἒτσι θά μπορέσει ὁ ἂνθρωπος νά συγκεντρώσει τίς σκέψεις του ἀπό τήν περιπλάνηση ἐδῶ κι ἐκεῖ στή μελέτη τῆς μέλλουσας ἀποκατάστασης.
2. Τό πιό καλό θεμέλιο τῆς ἀρετής δέν εἶναι ἂλλο παρά: α) Τό νά συγκρατήσει κανείς τόν ἑαυτό του (αὐτοκυριαρχία) μέσω τῆς φυγῆς ἀπό τόν κοσμικό περισπασμό καί β) Τό νά παραμείνει μέ ὑπακοή στό νόμο τοῦ φωτός, σ’εκεῖνα τά μονοπάτια τά εὐθέα καί ἃγια τοῦ Θείου νόμου. Αὐτοῦ τοῦ νόμου τόν ὁποίο μέ τήν φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Ψαλμωδός ὀνόμασε λύχνο .

3. Μόλις, καί μέ μεγάλη δυσκολία, βρίσκεται ἓνας ἂνθρωπος πού μπορεῖ νά βαστάξει (χωρίς ψυχική ζημία) τήν τιμήν . Ἲσως μάλιστα καί νά μήν ὑπάρχει τέτοιος ἂνθρωπος, οὒτε ἀκόμη καί ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού ἒγιναν ἰσάγγελοι ὡς πρός τόν τρόπον τῆς ζωῆς τους. (Αὑτό συμβαίνει γιατί ὁ καθένας πολύ εὒκολα καί γρήγορα ἀποδέχεται αὐτήν τήν [κακή] ἀλλοίωση πού τοῦ προξενεῖ ἡ τιμή).

4. Ἡ ἀρχή τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς εἶναι νά μελετᾶ συνεχῶς ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί νά ζεῖ (ὁ ἂνθρωπος) μέ φτώχεια. Διότι ὃταν ὁ ἂνθρωπος ποτίζει (τρέφει) τόν ἑαυτό του μέ τό ἓνα (δηλ. μέ τά Θεῖα Λόγια) αὐτό βοηθάει στήν τελειότητα τοῦ ἂλλου (στό νά ζεῖ μέ πτωχεία). Δηλαδή τό νά ποτίζεις τήν ψυχή σου μέ τήν μελέτη τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ σέ βοηθᾶ στό νά ἐπιτύχεις τήν φτώχεια. Ἐνῶ ἐλευθερώνοντας τόν ἑαυτό σου ἀπό τίς κτήσεις βρίσκεις, χωρίς ψυχική ζημία, διαθέσιμο χρόνο γιά νά πετύχεις τήν ἀδιάκοπη μελέτη τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ. Ἡ βοήθεια καί ἀπό τά δύο γρήγορα ἀνεγείρει ὃλο τό οἰκοδόμημα τῶν ἀρετῶν (κάνει τόν ἄνθρωπο ἐνάρετο).

5. Κανένας δέν μπορεί νά πλησιάσει τό Θεό παρά ἐκεῖνος ὁ ἂνθρωπος πού ἀποχωρίστηκε ἀπό τόν κόσμο. Ὁνομάζω ἀποχωρισμό ὂχι τήν ἀναχώρηση τήν σωματική ἀλλά τήν ἀποξένωση ἀπό τίς κοσμικές ὑποθέσεις.

6. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρετή. Τό νά μήν ἀσχολεῖται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν κόσμο. Ἡ καρδιά δέν μπορεῖ νά γαληνέψει καί νά εἶναι χωρίς φαντασίες ὃσο χρόνο οἱ αισθήσεις εἶναι ἐνεργές. Ἒξω ἀπό τήν ἒρημο «καί τόν ἂγριο τόπο», τά σωματικά πάθη δέν κοπάζουν οὒτε οἱ κακές σκέψεις σταματοῦν.

7. Μέχρις ὃτου ἡ ψυχή μεθύσει μέ τήν πίστη στό Θεό, λαμβάνοντας μιά αἲσθηση τῆς δύναμης τῆς πίστης, δέν μπορεῖ νά θεραπεύσει τήν ἀσθένεια τῶν αἰσθήσεων. Οὒτε μπορεί δυναμικά νά καταπατήσει τήν ὁρατή ὓλη, πού εἶναι τό ἐμπόδιο γιά τά ἐσωτερικά καί μή ἀντιληπτά ἀπό τίς αἰσθήσεις πράγματα.

8. Ἡ λογική δύναμη εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλευθερίας . Καρπός καί τῶν δύο εἶναι ἡ παρεκτροπή (δηλ. πρέπει νά συνεργαστεῖ ἡ λογική καί ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία γιά νά ἁμαρτησει ὁ ἄνθρωπος). Χωρίς τήν πρώτη(λογική) δέν ὑπάρχει ἡ δεύτερη (ἐλευθερία) .Ὃπου ὃμως ἡ δεύτερη (ἐλευθερία) λείπει, ἐκεῖ ἡ τρίτη (παρεκτροπη) εἶναι κρατημένη σάν μέ χαλινάρι .

9. Ὃταν ἡ Χάρη εἶναι ἂφθονη στόν ἂνθρωπο, αὐτός εὒκολα περιφρονεῖ τόν φόβο τοῦ θανάτου ἐξ’ αἰτίας τοῦ πόθου του γιά τήν δικαιοσύνη (τήν σύνολη ἀρετή). Αὐτός βρίσκει πολλούς λόγους γιά τήν ἀναγκαιότητα, τοῦ νά ὑποφέρει κανείς δοκιμασίες χάριν τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ. Ὃλα τά πράγματα πού θεωροῦνται βλαπτικά γιά τό σῶμα καί τά ὁποῖα ξαφνικά ἐπιτίθενται στη φύση του και ἀκολούθως τό κάνουν νά ὑποφέρει, στά μάτια του φαίνονται σάν τίποτε, σέ σύγκριση μέ αὐτά πού ἐλπίζονται (ἀπό τούς χριστιανούς) στήν μέλλουσα ζωή. Εἶναι ἀδύνατο νά γνωρίσουμε τήν
ἀλήθεια ἂν δέν παραχωρηθεῖ νά ἒλθουν ἐπάνω μας οἱ πειρασμοί. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου τόν πληροφορεῖμέ ἀκρίβεια γι’αὐτό. Ἀκόμα περισσότερο (τόν πληροφορεί) γιά τό γεγονός ὃτι ὁ Θεός λαμβάνει πολύ μεγάλη πρόνοια γιά τούς ἀνθρώπους καί ὃτι δέν ὑπάρχει καμμία ἀνθρώπινη ὓπαρξη, πού νά μήν εἶναι κάτω ἀπό τήν Πρόνοιά Του. Αὐτό εἰδικά τό βλέπει νά (κατα)δεικνύεται τόσο καθαρά, σάν μέ δάκτυλο, στήν περίπτωση ἐκείνων πού βγῆκαν σέ ἀναζήτησή Του καί ὑπόμειναν θλίψεις γιά χάρη Του.

Ὃταν ὂμως ἡ Θεία Χάρη ἐλαττωθεῖ πολύ στόν ἂνθρωπο τότε ὃλα τά ἀντίθετα, ἀπό ὃσα εἲπαμε προηγουμένως, εἶναι κοντά (σ’ἓναν τέτοιο ἂνθρωπο). Γι’ αὐτόν ἡ γνώση εἶναι σπουδαιότερη ἀπό τήν πίστη, ἐφόσον βασίζεται στήν ἐξέταση μέ τή λογική (βασίζεται στή λογική του). Ἡ πεποίθηση στό Θεό δέν εἶναι παροῦσα σέ κάθε ἒργο του καί ἡ Θεία Πρόνοια γιά τόν ἂνθρωπο κατανοεῖται διαφορετικά. Ἓνας τέτοιος ἂνθρωπος συνέχεια ἐνεδρεύεται σ΄ αὐτά τά πράγματα ἀπό ἐκείνους πού «σέ μιά ἀσέληνη νύχτα ἐνεδρεύουν γιά νά κατατοξεύσουν μέ τά βέλη τους τόν ἂνθρωπο» .

10. Ἡ ἀρχή τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθώπου εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ’ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν συγκατατίθεται νά κατοικήσει σέ μιά ψυχή πού περισπᾶται σέ ἐξωτερικά πράγματα.

11. Ὑπηρετώντας τίς αἰσθήσεις, ἡ καρδιά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἡδονή τοῦ Θεοῦ. Διότι, λένε, οἱ ἐσωτερικές μας σκέψεις εἶναι δεμένες μέ τά αἰσθητήρια ὀργανα πού τίς ὑπηρετοῦν.

12. Ὁ δισταγμός τῆς καρδιᾶς εἰσάγει δειλία στήν ψυχή. Ἡ πίστη, ὃμως, ἀκόμα καί ὃταν τά μέλη τοῦ σώματος κατακόπτονται, μπορεῖ νά δυναμώσει (ὥστε νά ὁδηγήσει στήν νίκη) τήν βούληση τοῦ ἀνθρώπου . Ὃσο ἡ ἀγάπη γιά τή σάρκα κυριαρχεῖ μέσα σου, ποτέ δέν μπορεῖς νά γίνεις γενναῖος καί ἀτρόμητος, ἐξ’ αἰτίας τῶν πολλῶν ἀντίθετων πραγμάτων τά ὁποῖα παραμένουν κοντά (καί ἀντιτίθενται) σ' Αὐτόν πού ἀγαπᾶς.

13. Ὁ ἂνθρωπος πού λαχταράει τήν τιμή δέν μπορεῖ νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τίς αἰτίες τῆς λύπης.

14. Δέν ὑπάρχει ἂνθρωπος, πού νά μήν ἀλλοιώνεται στήν διάνοιά του ὡς πρός τό πρᾶγμα πού βρίσκεται μπροστά του, ὃταν ἀλλάζουν οἱ (ἐξωτερικές) συνθῆκες.

15. Ἐάν ἡ ἐπιθυμία, ὃπως λένε , εἶναι τό βλάστημα τῶν αἰσθήσεων, τότε ἂς σωπάσουν αὐτοί πού διδάσκουν ὃτι μποροῦν νά φυλάξουν τήν διάνοιά τους εἰρηνική μέσα στούς περισπασμούς .

16. Δέν εἶναι σώφρων ἐκεῖνος, πού λέγει ὃτι σταματοῦν μέσα του οἱ αἰσχροί λογισμοί , πάνω στήν πίεση καί τήν κρίση τῆς μάχης καί τοῦ ἀγώνα, ἀλλά ἐκεῖνος, μᾶλλον, πού μέ τήν ἀκεραιότητα τῆς καρδιᾶς του κάνει τήν θεωρία (ἐσωτερική ὅραση) τῆς διανοίας του τόσο ἁγνή, ὣστε νά μήν μπορεῖ νά ἀτενίσει μέ ἀναίδεια στούς αἰσχρούς λογισμούς. Καί ὃταν τό κοίταγμα τῶν ματιῶν του εἶναι συγκρατημένο, δίνοντας ἒτσι μαρτυρία γιά τήν ἁγιότητα τῆς συνείδησης, τότε ἡ ντροπή εἶναι σάν ἓνα πέπλο, πού κρέμεται μπροστά ἀπό τόν κρυφό χῶρο τῶν λογισμών του και ἡ ἁγνότητά του εἶναι σάν μία σώφρων παρθένος, πού φυλάγεται πιστά γιά τόν Χριστό.

17. Τίποτε δέν εἶναι τόσο ἱκανό γιά νά ἐξορίσει τίς προλήψεις (μνῆμες τῆς πρό Χριστοῦ ζωῆς) τῆς ἀκολασίας ἀπό τήν ψυχή καί νά διώξει μακριά ἐκείνες τίς ἐνεργές μνῆμες πού ἐξεγείρονται στήν σάρκα μας καί παράγουν μιά ταραχώδη φλόγα, ὃσο τό νά βυθιστεῖ κανείς μέσα στή διάπυρη ἀγάπη γιά ἐκπαίδευση (μαθητεία, διδασκαλία, καθοδήγηση) καί τό νά ἐρευνᾶ προσεκτικά μέσα στό βάθος τῶν νοημάτων τῶν Θείων Γραφῶν.

18. Ὃταν οἱ λογισμοί ἑνός ἀνθρώπου καταβυθιστοῦν μέσα στην ἡδονή τῆς καταδίωξης τῆς σοφίας, πού εἶναι ἀποθησαυρισμένη στούς λόγους τῶν Γραφῶν, μέ τήν βοήθεια τῆς (νοητικῆς) ἱκανότητας ἡ ὁποία (δια)φωτίζεται ἀπό Αὐτές (δηλ. τίς Γραφές), τότε αὐτός ὁ ἂνθρωπος ἀφήνει πίσω του τόν κόσμο καί λησμονεῖ κάθε τί σ’αὐτόν. Ἐξαλείφει ἀπό τήν ψυχή του ὃλες τίς μνῆμες πού διαμορφώνουν εἰκόνες (σωματικές-ὑλικές) σωματοποίησης τοῦ κόσμου· συχνά οὒτε κἂν θυμᾶται νά ἀσχοληθεῖ μέ τούς συνηθισμένους λογισμούς πού ἐπισκέπτονται (ἔρχονται) τήν ἀνθρώπινη φύση (λόγῳ τῆς ἀνθρώπινης ὑλικῆς μας φύσης). Ἡ ψυχή του παραμένει σέ ἒκσταση λόγω ἐκεῖνων τῶν νέων ἀπροσδόκητων συναντήσεων (ἀπαντήσεων- καθοδηγητικῶν συμβουλῶν) πού ἀναδύονται ἀπό τήν θάλασσα τῶν μυστηρίων τῶν Γραφῶν.

19. Καί πάλιν, ἐάν ἡ διάνοια κολυμβᾶ στήν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας τῶν Θείων Γραφῶν καί οἱ νοήσεις της δέν μποροῦν νά ἐμβαθύνουν στά μεγάλα βάθη, ἒτσι ὣστε να συλλάβουν ὃλους τούς θησαυρούς (πού ὑπάρχουν) στό βυθό της, ὃμως ἀκόμη καί μόνη της αὐτή ἡ πράξη μέ τήν δύναμη τῆς διάπυρης φλόγας της, ἐπαρκεῖ γιά τήν διάνοια ἀπόλυτα ὣστε νά δέσει σφιχτά ὃλους τούς λογισμούς της μέ ἓναν λογισμό θαυμασμοῦ καί νά ἐμποδίσει αὐτούς να σπεύσουν (νά ἀσχοληθοῦν μέ τήν ὑλική ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου) στή φύση τοῦ σώματος, καθώς εἶπε κάποιος ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες. Καί αὐτό γίνεται γιατί ἡ καρδιά εἶναι χαύνη καί δέν μπορεῖ νά βαστάσει τίς κακίες πού συναντᾶ στούς ἐσωτερικούς καί ἐξωτερικούς πολέμους. Γνωρίζετε ὃτι ἓνας κακός (σωματικός) λογισμός εἶναι καταπιεστικός. Ἐάν ἡ καρδιά δέν ἀπασχοληθεῖ πλήρως μέ τήν μελέτη δέν μπορεῖ νά ὑπομείνει τήν ταραχή τῆς ἐπίθεσης τοῦ σώματος.

20. Ὃπως τό βάρος τῶν σταθμῶν ἐμποδίζει τήν γρήγορη ταλάντωση μιᾶς ζυγαριᾶς σέ μιά ριπή τοῦ ἀνέμου, ἒτσι καί ἡ ἐντροπή καί ὁ φόβος ἐμποδίζουν τήν ἐκτροπή τῆς διάνοιας. Καί ὃσο λείπει ὁ φόβος καί ἡ ἐντροπή τόσο ὁ νοῦς ρεμβάζει καί κατ’ἀναλογία τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ φόβου ταράσσεται ὁ ζυγός τῆς διανοίας καί ταλαντώνεται. Λοιπόν ὃπως ἀκριβῶς οἱ πλάστιγγες τοὺ ζυγοῦ, ἐάν βαρύνουν ἀπό ἓνα πολύ βαρύ σταθμίο δέν σαλεύονται εὒκολα, ὃταν ὁ ἂνεμος πνέει, ἐτσι καί ἡ διάνοια ὃταν βαρύνει μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐντροπή, δέν ἀνατρέπεται εὒκολα ἀπό ἐκεῖνα τά πράγματα, τά ὁποῖα τήν μετακινοῦν· ἐπίσης ὃσο λείπει ὁ φόβος ἀπό τήν διάνοια, τόσο αὐτή κυριεύεται ἀπό τήν τροπή καί τήν ἀλλοίωση.

21. Γίνου σοφός λοιπόν καί βάλε σάν θεμέλιο στό ταξίδι σου τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Σέ λίγες μέρες θά σέ ὁδηγήσει μπροστά στήν πύλη τῆς Βασιλείας χωρίς κύκλους (γυρίσματα περιττά) στό δρόμο.

22. [Μήν περιεργάζεσαι μέ ὑπερβολή, ὃπως οἱ μαθητές, τίς λέξεις (τά λόγια, τίς διδασκαλίες) τῶν δασκάλων, πού γράφτηκαν ἀπό τήν ἐμπειρία (τους), γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς σου καί τά ὁποῖα σέ βοηθοῦν μέ τίς ὑψηλές διεισδύσεις τους νά ὑψωθεῖς (πνευματικά)]

23. Νά διακρίνεις (ἐξιχνιάζεις) τό νόημα ὃλων τῶν παραγράφων πού συναντᾶς στα ἱερά κείμενα, ἒτσι ὣστε νά βυθίζεσαι βαθειά μέσα σ’αὐτό καί νά κατανοεῖς τίς βαθειές ἰδέες πού ὑπάρχουν στά γραπτά κείμενα τῶν φωτισμένων ἀνδρῶν .

24. ‘Εκεῖνοι πού ἐξ αἰτίας τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς τους ὁδηγοῦνται ἀπό τή Θεία Χάρη στό φωτισμό, πάντοτε αἰσθάνονται κάτι σάν νοητή ἀκτίνα νά τρέχει ἀνάμεσα στούς γραμμένους στίχους. Αὐτή (ἡ ἀκτίνα τῆς Θείας Χάρης) δίνει τή δυνατότητα στήν διάνοια νά ξεχωρίζει τίς λέξεις, πού λέγοναι ἁπλᾶ ἀπό ἐκεῖνες πού ἒχουν μεγάλη σημασία γιά τόν φωτισμό τῆς ψυχῆς.

25. Ὃταν κάποιος διαβάζει τούς στίχους πού περικλείουν σπουδαῖες ἒννοιες, ὡς κάτι κοινό τότε κάνει καί τήν καρδιά του κοινή καί ἂδεια ἀπό αὐτήν τήν ἁγία δύναμη πού δίνει στήν καρδιά ἐκείνη τήν γλυκύτατη γεύση ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τήν κατανόηση (τῶν Γραφῶν), καί ἡ ὁποία προκαλεῖ θαυμασμό στήν ψυχή.

26. Κάθε τί ἐπιθυμεῖ νά τρέχει πρός τό ὃμοιό του. Καί ἡ ψυχή ἐκείνη πού ἔχει ἐνεργό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὃταν ἀκούσει μία φράση, ἡ ὁποία ἒχει κρυμμένη μέσα της πνευματική δύναμη, μέ θέρμη ἀνασύρει τό βαθύτερο περιεχόμενο τῆς φράσης καί τό κάνει δικό της.

27. Δέν ξυπνάει πνευματικά, τόν κάθε ἄνθρωπο, ἕνας πνευματικός λόγος πού ἔχει κρυμμένη μέσα του μεγάλη πνευματική δύναμη, ἔτσι ὥστε νά τόν ὁδηγήσει στόν θαυμασμό. Ὁ λόγος περί ἀρετῆς χρειάζεται μιά καρδιά πού δέν εἶναι ἀπασχολημένη μέ τή γῆ καί τήν ἐνασχόληση μαζί της. [Δηλ. καί ὁ πιό σοφός καί πνευματικός λόγος δέν βρίσκει ἀνταπόκριση σ' ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶναι κολλημένος στήν γῆ καί τίς ἀπολαύσεις της].

28. Τά πράγματα τῆς ἀρετῆς, τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ διάνοια μοχθεῖ φροντίζοντας γιά πρόσκαιρα πράγματα, δέν τόν ξυπνοῦν, ἔτσι ὥστε γεμάτος λαχτάρα νά τά ποθήσει καί νά τά ἀναζητήσει.

29. Ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τά ὑλικά πράγματα προηγεῖται τῆς σύνδεσης μέ τόν Θεό. Πολλές φορές ὃμως, κατ’ οἰκονομία τῆς Χάρης, σέ μερικούς, τό τελευταῖο προηγεῖται τοῦ πρώτου, ἒτσι ὣστε ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό νά καλύψει (ὑπερνικήσει) τήν ἀγάπη γιά τά ὑλικά πράγματα.[Δηλ. καλλιεργώντας τόν Θεῖο Ἔρωτα ξεπερνᾶμε τήν ἀγάπη πρός τά κτίσματα]. Ἡ τάξη πού συνηθίζει νά ἀκολουθεῖ ἡ (Θεία) Οἰκονομία εἶναι διαφορετική ἀπό τήν τάξη τῆς ἀνθρώπινης κοινότητας. Ἐσύ πάντως φύλαξε τήν συνηθισμένη τάξη. Ἐάν ἒρθει μέσα σου ἡ Θεία Χάρη πρώτη, αὐτό εἶναι δική Της ὑπόθεση (δικό Της δῶρο). Ἐάν ὂχι, ἀνέβα στόν πνευματικό πύργο ἀπό τό συνηθισμένο σέ ὃλους τούς ἀνθρώπους μονοπάτι, τό ὁποῖο βάδισαν ὁ ἓνας μετά τόν ἂλλο.

30. Κάθε τί πού ἐνεργεῖται (ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται) στή Θεία Θεωρία καί ἐκπληρώνεται ἐξ αἰτίας μιᾶς ἀντίστοιχης ἐντολῆς (πού ὑπάρχει) γι' αὐτό, εἶναι ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀόρατο ἀπό τά σωματικά μάτια. Κάθε τί πού γίνεται στήν πράξη (ἐνεργεῖται ἐξωτερικά-ἔμπρακτα) εἶναι σύνθετο. Διότι ἡ μία ἐντολή πού (δέν) εἶναι (ἄλλη παρά) ἡ πράξη, ἀπαιτεῖ καί τά δύο· καί τήν θεωρία καί τήν πράξη, διότι εἴμαστε καί σωματικοί (ἔχουμε τό ὑλικό σῶμα) καί ἀσώματοι (ἔχουμε τήν ἀσώματη ψυχή). Ἡ σύνθεση λοιπόν αὐτῶν τῶν δύο (τῆς πράξης καί τῆς θεωρίας), αὐτό εἶναι τό πλῆρες. [Δηλ. μία ἀρετή γιά νά εἶναι πλήρης καί τελεία, θά πρέπει νά γίνει σωστά τόσο μέ τήν ψυχή ὅσο καί μέ τό σῶμα μας. Κάθε ἐξωτερική ἐνέργεια ὁφείλεται σέ κάποια ἐσωτερική ἐνέργεια. Θά πρέπει καί ἡ ἐσωτερική ἐργασία (θεωρία) ἀλλά καί ἡ ἐξωτερική ἐργασία (πράξη) νά εἶναι ὀρθή, σύμφωνη μέ τό Θεῖο Θέλημα].

{Γι’αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ φωτισμένος (ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα) νοῦς κατανοεῖ (τήν κάθε ἐντολή) ὃπως παλαιότερα (τήν) διατύπωσε ὁ μακάριος Μωῢσῆς, δηλαδή αὐτό πού εἶναι (φαινομενικά) ἁπλό (ἡ ἐξωτερική πράξη), στήν πραγματικότητα εἶναι διπλό (διότι κάθε ἐξωτερική πράξη πηγάζει ἀπό μία ἐσωτερική πράξη-θεωρία)}.

Σημείωση δική μας: Ἡ παραπάνω παράγραφος πού περικλείεται μεταξύ τῶν ἀγκυλῶν {...} ὑπάρχει μόνο στό συριακό χειρόγραφο.

31. Τά ἒργα (ἐνν. τῆς μετανοίας) πού ἒχουν σάν στόχο τήν ἐπίτευξη τῆς καθαρότητας (ἁγιότητας), δέν ἀπαλάσσουν τήν μνήμη ἀπό τήν αἴσθηση παλαιότερων παραπτωμάτων, ἀλλά ἀπομακρύνουν τήν λύπη πού φέρνει ἡ ἀνάμνησή τους στήν διάνοιά μας. Ἀπό δῶ καί στό ἑξῆς ὃταν ἡ μνήμη αὐτή (τῶν παλαιοτέρων ἁμαρτημάτων) διαπερνᾶ τήν διάνοιἀ μας (κατά παραχώρηση Θεοῦ), τό κάνει γιά τήν ὠφέλειά μας.

32. Ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς ἁρπάζει ὡς δικό της τό μερίδιο τῆς ἐπιθυμίας γιά τά ὁρατά πράγματα σάν νά εἶναι δικό της ἄν καί ἀνήκει στό ὁμόζυγο της στό σῶμα.

33. Τό μέτρο κοσμεῖ (ὀμορφαίνει) ὃλα τά πράγματα. Χωρίς μέτρο ἀκόμη καί τά πράγματα πού θεωροῦνται καλά γίνονται βλαπτικά.

34. Θέλεις νά ἐπικοινωνήσεις μέ τόν Θεό στό νοῦ σου λαμβάνοντας μιά αἲσθηση ἐκείνης τῆ ἡδονῆς ἡ ὁποία δέν εἶναι ὑποδουλωμένη στίς αἰσθήσεις; Ἑπιδίωξε τήν ἐλεημοσύνη. Ὅταν κάτι, πού ταιριάζει ἀπόλυτα στόν Θεό, βρεθεῖ σε σένα, τότε ἐκείνη ἡ Ἁγία Ὡραιότητα μέ τήν Ὁποία ἔγινες ὅμοιος, ἀπεικονίζεται σέ σένα. Διότι ἡ περιεκτική ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης [ἡ ἐλεημοσύνη πού ἀγκαλιάζει τά πάντα] ἀμέσως φέρνει τήν ψυχή σέ ἐπικοινωνία μέ τήν ἑνιαία δόξα τῆς θεϊκῆς λαμπρότητας.

35. Ἡ πνευματική ἓνωση εἶναι μιά συνεχής καί ἀσφράγιστη μνήμη ἡ ὁποία ἀδιάκοπα καίει στήν καρδιά μέ θερμό πόθο. Ἡ καρδιά λαμβάνει τήν ἱκανότητα γι’αυτό τόν δεσμό, ὂχι μεταφορικά οὒτε κατά φυσικό τρόπο ἀπό τήν ὑπομονή στίς ἐντολές. Διότι ἐκεῖ (δηλ. στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν) βρίσκει ὑλικό γιά τήν θεία θεωρία τῆς ψυχῆς ἒτσι ὢστε νά συγκρατηθεῖ σ’αὐτήν (τήν ἓνωση) ὑποστατικά. Γι’ αὐτό τό λόγο ἡ καρδιά ἒρχεται σέ κατάπληξη (καί θαυμασμό) καθώς οἱ ὀφθαλμοί τῶν διπλῶν αἰσθήσεων κλείνουν, ἐκεῖνοι (οἱ ὀφθαλμοί) τῆς σάρκας και ἐκεῖνοι τῆς ψυχῆς.

36. Δέν ὑπάρχει ἂλλος δρόμος πρός τήν πνευματική ἀγάπη, ἡ ὁποία διαμορφώνει τήν ἀόρατη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας, παρά πρῶτα νά ἀρχίσει ὁ ἂνθρωπος νά δείχνει συμπάθεια ἀνάλογη μέ τήν τελειότητα τοῦ (Θεοῦ) Πατέρα , ὃπως εἶπε ὁ Κύριός μας. Διότι ἒδωσε ἐντολή, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι Τόν ὑπακούουν νά βάλουν αὐτό σάν τό θεμέλιό τους .

37. Ἂλλο πρᾶγμα εἶναι ὁ λόγος πού πηγάζει ἀπό τήν πράξη (τήν ἐμπειρία ἀπό τήν ἐξάσκηση τῶν πρακτικῶν – σωματικῶν ἀρετῶν τῆς ὑπακοῆς, τῆς νηστείας, τῆς ἀγρυπνείας, τῆς χαμαικοιτίας κ.λ.π.) καί ἂλλο πρᾶγμα ὁ καλός (ὡραῖος) λόγος. Ἀκόμα καί χωρίς ἐμπειρία, ἡ σοφία εἶναι έξυπνη ὣστε νά ὀμορφαίνει τούς λόγους της λέγοντας τήν ἀλήθεια χωρίς ὃμως νά τήν γνωρίζει πραγματικά καί κάνοντας διακηρύξεις περί ἀρετῆς ἐνῶ ὁ ἂνθρωπος αὐτός ποτέ δέν δοκιμάζει νά τήν ἐφαρμόσει στά ἒργα του. Ὁ λόγος πού πηγάζει ἀπό τήν ὀρθή πράξη εἶναι ἓνα θησαυροφυλάκιο ἐλπίδας, ἀλλά ἡ σοφία πού δέν βασίζεται στήν ὀρθή πράξη εἶναι μιά ἐναπόθεση ντροπῆς. Ὃπως ἀκριβῶς ἓνας καλλιτέχνης ζωγραφίζει τό νερό στούς τοίχους καί δέν μπορεῖ νά ἀνακουφίσει τή δίψα του μ’αυτό, ἢ ὃπως κάποιος πού ὀνειρεύεται ὂμορφα ὂνειρα ἒτσι εἶναι καί ὁ λόγος πού δέν βασίζεται στήν ὀρθή πράξη.

38. Ὁ ἂνθρωπος πού μιλάει ἀπό τήν ἐμπειρία τοὺ ἒργου του μεταδίδει ἀρετή στόν ἀκροατή του ὃπως κάποιος πού διανέμει ἀπό τά χρήματα πού κέρδισε στό ἐμπόριό του. Σάν νά εἶναι ἀπό τήν περιουσία του, σπέρνει τήν διδασκαλία του, στά αὐτιά ἐκείνων πού τόν ἀκοῦνε. Ἓνας τέτοιος ἂνθρωπος ἀνοίγει μέ παρρησία τό στόμα του στά πνευματικά του παιδιά ὃπως καί ὁ γέροντας Ἰακώβ εἶπε στόν σώφρωνα Ἰωσήφ : «Νά σοῦ ἒδωσα ἓνα μερίδιο περισσότερο ἀπό τά ἀδέλφια σου πού τό πῆρα ἀπό τούς Ἀμορραίους μέ τό σπαθί μου καί τό τόξο μου»

39. Ἡ πρόσκαιρη αὐτή ζωή εἶναι περιπόθητη σέ κάθε ἂνθρωπο πού ἒχει τρόπο ζωῆς μολυσμένο. Ὃμοια ἀλλά κατά δεύτερο λόγο καί σ’αὐτόν πού εἶναι στερημένος ἀπό τήν γνώση (ἀνόητος) . Καλά εἶπε κάποιος «Ὁ φόβος τοῦ θανάτου θλίβει τόν ἂνθρωπο μέ τήν ἒνοχη συνείδηση.» Ὁ ἂνθρωπος ὃμως πού ἒχει καλή ἐσωτερική μαρτυρία γιά τόν ἑαυτό του ποθεί τόν θάνατο σάν ζωή.

40. Μή θεωρεῖες ἀληθινά σοφό ἐκεῖνον πού ἐξ’ αίτίας τῆς προσωρινῆς ζωῆς ὑποδουλώνει τήν διάνοιά του στή δειλία καί τόν φόβο.

41. Ὃλα τά καλά καί τά κακά πράγματα πού συμβαίνουν στήν σάρκα νά τά λογαριάζεις σάν ὂνειρα. Διότι ὂχι μόνο μέ τό θάνατο θά ἐλευθερωθεῖς ἀπό αὐτά, ἀλλά συχνά πρίν ἀπό τόν θάνατο ἀποχωροῦν καί σέ ἐγκαταλείπουν.

42. Ἀλλ’ ἐάν μερικά ἀπό τά πράγματα πού σοῦ συμβαίνουν ἒχουν σχέση μέ τήν ψυχή σου, τότε νά τά θεωρεῖς σάν τά ἀποκτήματά σου σ’αὐτόν τόν αἰῶνα. Αὐτά ἐπίσης θά ἒλθουν μαζί σου στόν μέλλοντα αἰῶνα. Ἐάν εἶναι καλά, ἒχε εὐφροσύνη καί εὐχαρίστησε τόν Θεό μέσα στή διάνοιά σου. Ἀλλ’ ἐάν εἶναι κακά λυπήσου και στέναξε. Ὃσο ἀκόμα εἶσαι μέσα στό σῶμα προσπάθησε νά ἐλευθερωθείς ἀπό αυτά.

43. Γιά κάθε καλό πού ἐργάστηκες μέσα σου διανοητικά καί μυστικά νά εἶσαι βέβαιος ὃτι τό βάπτισμα καί ἡ πίστη εἶναι οἱ μεσῖτες μέσω τῶν ὁποίων τό ἐλαβες. Διά μέσου αὐτῶν κλήθηκες ἀπό τόν Κύριό Μας Ἰησοῦ Χριστό στά καλά Του ἒργα. Σ’ Αὐτόν καί στόν Πατέρα καί στό Ἃγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ τιμή, ἡ εὐχαριστία καί ἡ προσκύνηση στούς αἰῶνες τῶν αἰῶνων Ἀμήν.

Πηγή:http://anavaseis.blogspot.com/2010/01/blog-post_5422.html

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΚΑΤΑΝΥΞΗ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ KAI ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ. ΠΟΣΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥΣ

Του αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου
Η ΚΑΤΑΝΥΞΗ εμφανίζεται με πολλές μορφές (πνευματικής) ωραιότητας. Γι' αυτό και ο "Ιερεμίας λέει: «Διαμερισμός υδάτων κατήγαγεν ο οφθαλμός μου» (πρβλ. Θρ. Ιερ. 3:47). Δύο πάντως είναι τα σπουδαιότερα είδη της κατανύξεως: "Όταν ή ψυχή διψάσει το Θεό, αισθάνεται κατάνυξη πρώτα από το φόβο κι έπειτα (κατάνυξη) από τον πόθο. Πρώτα δηλαδή λιώνει τον εαυτό της με τα δάκρυα, καθώς θυμάται τις αμαρτίες της, και νιώθει φόβο, μήπως εξαιτίας τους ριχθεί στην αιώνια κόλαση. και αφού ταλαιπωρηθεί πολύ από τη λύπη, τότε ή δειλία παύει, και μέσα στην ψυχή γεννιέται θάρρος και κάποια βεβαιότητα για τη συγχώρηση. Στο έξης ή ψυχή θερμαίνεται από τον πόθο της ουράνιας χαράς και αυτή που πρώτα έκλαιγε από το φόβο της καταδίκης, αρχίζει υστέρα να κλαίει πάλι πικρά, επειδή βρίσκεται ακόμα μακριά από τη βασιλεία (των ουρανών). Γιατί, αφού καθαρθεί ο νους, βλέπει πια καθαρά ποιοι είναι οι χοροί των αγγέλων και ποια ή κοινωνία τους, ποια είναι ή λαμπρότητα και ή μεγαλοσύνη των μακαρίων πνευμάτων και ποια ή θεωρία αυτού του ίδιου του Θεού.

Του αγίου Έφραίμ
Αρχή του πένθους είναι ή αυτογνωσία. και το πένθος μας ας μην είναι ανθρώπινο, ούτε «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις» (Ματθ. 23:5), αλλά όπως το θέλει ο Θεός, πού γνωρίζει τα απόκρυφα της καρδιάς μας, για να μακαριστούμε άπ' Αυτόν. "Ας έχουμε λοιπόν χαρούμενο το πρόσωπο, όταν συναντάμε άλλους ανθρώπους, ως προς το φρόνημα όμως ας κλαίμε και ας πενθούμε. Γιατί το πένθος είναι προϋπόθεση, αλλά και εξασφάλιση της πνευματικής εργασίας· το πένθος ξεπλένει την ψυχή με τα δάκρυα και την αποκαθιστά καθαρή· το πένθος γεννάει τη σωφροσύνη, ξεριζώνει τις ηδονές, κατορθώνει τις αρετές. και τι περισσότερο να πω; Το πένθος από το Θεό μακαρίζεται (βλ. Ματθ. 5:4. Λουκ. 6:21) και από τους αγγέλους επαινείται.

Του αββα Ησαΐα
Τα έργα εκείνων πού αληθινά πενθούν είναι: το ν' απομακρύνουν το νου και τις αισθήσεις από τα γύρω φαινόμενα· το να μην κρίνουν τον πλησίον - γιατί εκείνος πού ασχολείται μόνο με τις δικές του αμαρτίες, αποφεύγει να κρίνει το πλάσμα του Θεού· το να μην εκδικούνται αυτόν πού τους κάνει κακό· το να μη λυπούνται για όσα έγιναν από το συγκάτοικο τους χωρίς τη δική τους γνώμη· το να μην κάνουν το θέλημα τους· το να μη λένε για οποιονδήποτε ότι είναι καλός ή κακός, γιατί το θεωρούν ντροπή τους να μάθουν πώς υπάρχει κάποιος αισχρότερος άπ' αυτούς· το να μη θέλουν να γνωρίζουν πράγματα, πού δεν τους ενδιαφέρουν το να μην αντιδρούν, όταν τους χλευάζουν το να μη λυπούνται, όταν τους παραβλέπουν στη γενική διανομή· το να μην ταράζονται, όταν συκοφαντούνται για πράγμα πού δεν γνωρίζουν, αλλά να λένε αμέσως το "συγχώρησαν"· το να μην αποδέχονται τους επαίνους, πού τυχόν τους λέει κανείς· το να μη συγχύζονται όταν βρίζονται· το να μην κυνηγούν τη φιλία των ισχυρών του κόσμου· το να μη θέλουν να επιβάλουν τη γνώμη τους, ακόμα κι όταν έχουν δίκιο, ούτε να φιλονικήσουν για οτιδήποτε. Αυτά και όσα σχετίζονται μ' αυτά, αν υπάρχουν σ' έναν άνθρωπο, φανερώνουν ότι έχει το αληθινό πένθος, ότι με τα νοερά του μάτια γνώρισε τον εαυτό του και την αδυναμία του, ότι κατάλαβε ποιο είναι το θέλημα του Θεού και ότι συνειδητοποίησε πώς δεν μπορεί ν' αρέσει στο Θεό όπως ο ίδιος νομίζει. Γι' αυτό και αρκείται στη δική του λύπη, κλαίει για τον εαυτό του και δεν ασχολείται με το πλάσμα του Θεού, πού μέλλει εκείνος να κρίνει. Έτσι διατηρεί ακέραιη την (πνευματική) οικοδομή, πού έχτισε μέσα του το πένθος. Γιατί ή κατά Θεό λύπη, πού του κατατρώει την καρδιά, μπορεί να εξουσιάσει τις αισθήσεις- και ακόμη, αν αντιστέκεται με νίψη, τότε διατηρεί σώα και τα αισθητήρια του νου. Δεν μπορεί λοιπόν ο άνθρωπος να είναι αμέριμνος ούτε να εμπιστευθεί τον εαυτό του, πριν βρεθεί μπροστά στο κριτήριο και ακούσει την απόφαση και μάθει που θα τοποθετηθεί (ή ψυχή του). και γι' αυτό, όσο βρίσκεται μέσα στο σώμα, οφείλει να κοπιάζει ακατάπαυστα.

Μακάριοι είναι εκείνοι πού δεν στήριξαν το θάρρος τους στα έργα τους, σαν ευάρεστα τάχα στον Κύριο, και γι' αυτό ντρέπονται να τον αντικρίσουν. Αυτοί πραγματικά θα δρουν ανέκφραστη παρηγοριά, επειδή πενθούν ακατάπαυστα για τους εαυτούς τους, πού δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν στην εντέλεια το θέλημα του Θεού, όπως ακριβώς Εκείνος θέλει. Όταν οι επουράνιες δυνάμεις θα δώσουν τη μαρτυρία τους γι' αυτούς, ότι δηλαδή πέρασαν (νικηφόρα) τους άρχοντες της αριστερής μερίδας, (τα εναέρια τελώνια), τότε πια θα μνημονεύονται κι αυτοί μαζί με τους κατοίκους του ουρανού.

Oσο όμως γίνεται ακόμα πόλεμος, ο άνθρωπος νιώθει φόβο και τρόμο -θα νικήσει ή θα νικηθεί σήμερα; Θα κερδίσει ή θα χάσει αύριο; Γιατί ο αγώνας σφίγγει από παντού την καρδιά. Μόνο ή απάθεια δεν επηρεάζεται από τον πόλεμο, επειδή έχει πάρει το βραβείο (της νίκης) και έχει ησυχάσει, αφού ειρήνευσαν μεταξύ τους κι έγιναν ένα τα τρία χωρισμένα, δηλαδή ή ψυχή, το σώμα και το πνεύμα, σύμφωνα με τον απόστολο (Α' Θεσ. 5:23). και Όταν αυτά τα τρία γίνουν ένα με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν μπορούν πια να χωριστούν, αφού ο Χριστός πέθανε και αναστήθηκε και «ουκέτί αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6:9). Ό θάνατος Του μας εξασφάλισε τη σωτηρία, επειδή ή αμαρτία νεκρώθηκε με το θάνατο, και ή ανάσταση Του εξασφάλισε την αιώνια ζωή σε όλους, όσοι πιστεύουν σ' Αυτόν.

Του αββα Ισαάκ
Υπάρχουν δάκρυα πού μαραίνουν και δάκρυα πού ζωογονούν και τα πρώτα έχουν αιτία το φόβο, ενώ τα δεύτερα την αγάπη. Τα πρώτα λοιπόν, αυτά δηλαδή πού τρέχουν για τις αμαρτίες, αναβλύζουν με πόνο και στεγνώνουν το σώμα και το μαραίνουν. Τα δεύτερα όμως - στα όποια καταλήγει κανείς αφού πρώτα χύσει αρκετά από τα προηγούμενα και μέσω αυτών ξεπλύνει, με το έλεος του Θεού, τις αμαρτίες του - αναβλύζουν αβίαστα και με (πνευματική) ηδονή, επειδή ή ψυχή έχει γευθεί τη θεία χάρη. Τότε ο άνθρωπος χύνει δάκρυα χωρίς να δοκιμάζει (ψυχικό) πόνο, με χαρά και δίψα (θείας) αγάπης. Αυτά και το σώμα ωφελούν και αναζωογονούν, και την όψη του άνθρωπου αλλοιώνουν, σύμφωνα με το γραμμένο: «Καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει, εν δε λύπαις ούσης σκνθρωπάζει» (Παροιμ. 15:13). "Αν λοιπόν ποθούμε να φτάσουμε στα δεύτερα (δάκρυα), ας επιδιώξουμε με ζήλο τα πρώτα, (τα δάκρυα δηλαδή της μετάνοιας), και τότε, με τη χάρη του Θεού, σύντομα θα τ' αποκτήσουμε κι εκείνα.

Από τον άγιο Βαρσανούφιο
Κάποιος αδελφός ρώτησε τον άββά Ιωάννη:
Πώς μπορώ να κόψω την παρρησία και να συγκρατώ τη γλώσσα μου;
Με το πένθος, αποκρίθηκε ο γέροντας.
Kαι πώς μπορώ να διατηρήσω το πένθος, ξαναρώτησε ο αδελφός, όταν έχω δοσοληψίες με ανθρώπους και μεριμνώ για τις εργασίες των διακονητών; Έπειτα, υπάρχει καρδιακό πένθος χωρίς δάκρυα;
Δεν γεννιέται το πένθος από τα δάκρυα, απάντησε ο γέροντας, αλλά τα δάκρυα γεννιούνται από το πένθος. και εκείνος πού βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους αποκτά το πένθος, αν κόβει το δικό του θέλημα και δεν κοιτάζει τα σφάλματα των άλλων. Γιατί έτσι συμμαζεύονται οι λογισμοί του. Και όταν συμμαζευτούν, γεννούν στην καρδιά την κατά Θεό λύπη. Και ή λύπη φέρνει τα δάκρυα.

Από το Γεροντικό
Σ' όλη του τη ζωή, όποτε καθόταν στο εργόχειρο του, ο αββάς Αρσένιος είχε ένα πανί στον κόρφο του, για (να σκουπίζει) τα δάκρυα πού έτρεχαν συνεχώς από τα μάτια του. Βλέποντας αυτό το πράγμα ο ξακουστός ανάμεσα στους μοναχούς (αββάς) Ποιμήν, του έλεγε:
Είσαι μακάριος, Αρσένιε, γιατί δεν θα έχεις ανάγκη από δάκρυα στην άλλη ζωή, μια και πένθησες για τον εαυτό σου σ' αυτόν τον κόσμο.

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Άμμωνα:
Πες μου ένα λόγο, για το πώς (μπορώ) να σωθώ.
Πήγαινε, απάντησε ο γέροντας, και σκέψου όπως σκέφτονται οι κακοποιοί, πού βρίσκονται στη φυλακή. Εκείνοι δηλαδή ρωτάνε τους ανθρώπους πού τους πλησιάζουν: Που είναι ο δικαστής; και πότε έρχεται;. και με την αναμονή της δίκης και των τιμωριών, κλαίνε. Έτσι κι εσύ, οφείλεις να προσέχεις πάντα την ψυχή σου και να λες: Αλίμονο μου! Πώς θα παρουσιαστώ στο φοβερό βήμα του αδέκαστου Κριτή; και τι θα Του απολογηθώ; Αν σκέφτεσαι έτσι ακατάπαυστα, μπορείς να σωθείς.

Ό αββάς Λογγίνος είπε:
Ή νηστεία ταπεινώνει το σώμα. Ή αγρυπνία καθαρίζει το νου. Ή ησυχία φέρνει το πένθος. και το πένθος βαπτίζει τον άνθρωπο (στα δάκρυα του) και τον κάνει αναμάρτητο.

Ό άββάς Μωυσής είπε:
Νικηθήκαμε σωματικά από κάποιο πάθος; Ας μην παραμελήσουμε τη μετάνοια και το πένθος για τον εαυτό μας, πριν μας προλάβει το πένθος της Κρίσεως.

Ό ίδιος (άββάς) είπε:
Οι αμαρτίες συγχωρούνται με τα δάκρυα. Όταν όμως κλαις, μη στενάξεις δυνατά· και «μη γνώτω ή αριστερά σον», δηλαδή ή κενοδοξία, «τι ποιεί η δεξιά σον» (Ματθ. 6:3).

Ένας αδελφός ρώτησε τον άββά Μωϋσή:
Τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος σε κάθε πειρασμό πού τον βρίσκει ή σε κάθε λογισμό πού του σπέρνει ο εχθρός; Και ο γέροντας αποκρίθηκε:
Πρέπει να κλαίει μπροστά στην αγαθοσύνη του Θεού για να τον βοηθήσει· και αν παρακαλεί με επίγνωση, σύντομα βρίσκει ανάπαυση. Γιατί είναι γραμμένο: «Εγγύς Κύριος πάσι τοις έπικαλουμένοις αυτόν» (Ψαλμ. 144:18) και τα υπόλοιπα.

Ό άββάς Ισαάκ διηγήθηκε:
Κάποτε, Όταν βρισκόμουνα κοντά στον άββά Ποιμένα, τον είδα να πέφτει σε έκσταση και κατάνυξη. Επειδή λοιπόν είχα θάρρος μαζί του, του έβαλα μετάνοια και τον παρακάλεσα: "Πες μου, που ήσουνα;". Κι εκείνος, κάτω από την πίεση μου, μου είπε: "Ό λογισμός μου ήταν εκεί, οπού ή αγία Θεοτόκος Μαρία στάθηκε και έκλαιγε - δίπλα στο Σταυρό του Σωτήρος. Ήθελα κι εγώ πάντα έτσι να κλαίω".

Ό άββάς Θεόδωρος διηγήθηκε:
Στα Κελιά κατοικούσε κάποιος αδελφός, πού είχε αποκτήσει το χάρισμα της κατανύξεως. Τον ρωτήσαμε λοιπόν για τα δάκρυα - γιατί άλλοτε έρχονται μόνα τους και άλλοτε δεν μπορεί κανείς να τα προκαλέσει ούτε με έμπονη προσπάθεια; και ο γέροντας απάντησε: "Τα δάκρυα είναι όπως ή βροχή, και ο άνθρωπος είναι σαν το γεωργό. "Όταν λοιπόν έρχονται (τα δάκρυα), αυτός πού καλλιεργεί την καρδιά του πρέπει ν' αγωνίζεται για να μη χαθεί τίποτε από τη βροχή, αλλά να μαζευτεί όλο το νερό στον κήπο του και να τον ποτίσει. Σας λέω, παιδιά μου, ότι πολλές φορές μια μέρα βροχής είναι αρκετή για όλο το χρόνο και σώζει όλους τους καρπούς. Γι' αυτό πρέπει να προσέχουμε· και όταν καταλάβουμε ότι έρχεται, ας αγωνιστούμε να φυλάξουμε τους εαυτούς μας κι ας αφοσιωθούμε σε επίμονη ικεσία του Θεού. Γιατί δεν ξέρουμε αν θα δρούμε και άλλη μέρα τη βροχή εκείνη".

Τότε τον ξαναρωτήσαμε: και πώς διατηρεί κανείς την κατάνυξη, όταν έρχεται; Και αποκρίθηκε ο γέροντας: Εκείνη την ημέρα ή για όσο διάστημα ενεργεί μέσα του το πένθος, πρέπει να προσέξει τα έξης: Να μην επισκεφθεί άνθρωπο· να φυλαχτεί ακόμη από τη γαστριμαργία και την υψηλοφροσύνη, ώστε να μη φανταστεί καθόλου ότι κλαίει και να μην κατακρίνει κανένα ν' αφοσιωθεί, τέλος, στην προσευχή και τη μελέτη. Πάντως, όταν έρθει το πένθος, αυτό θα μας διδάξει ποια είναι εκείνα πού το ωφελούν και το συντηρούν και ποια (είναι εκείνα πού) το αντικόβουν. Να, ξέρω λ.χ. έναν αδελφό, πού καθόταν στο κελί του και, καθώς έκανε το εργόχειρο του, του ερχόταν το πένθος. Μόλις λοιπόν άρχιζαν να τρέχουν τα δάκρυα, σηκωνόταν να προσευχηθεί μα τότε αμέσως σταματούσαν. Έπιανε πάλι το εργόχειρο, συμμάζευε το νου του, και παρευθύς ξανάρχονταν τα δάκρυα. Το ίδιο (γινόταν) και στη μελέτη: Όταν διάβαζε, έπεφτε σε κατάνυξη· αλλά μόλις σηκωνόταν να προσευχηθεί, δεν είχε (δάκρυα). Μόνο όταν ξανάσκυβε πάνω από το βιβλίο, άρχιζε πάλι να δακρύζει. Τότε λοιπόν κατάλαβε ο αδελφός την αιτία αυτής της διαφοράς, και συλλογίστηκε, ότι καλά είπαν οι Πατέρες, πώς το ίδιο το πένθος είναι δάσκαλος· αυτό δηλαδή διδάσκει τον άνθρωπο όσα τον συμφέρουν. Έχω τη γνώμη, ότι για δύο αιτίες έχανε ο αδελφός το πένθος την ώρα της προσευχής. Ή πρώτη είναι, ότι δεν είχε αποκτήσει ακόμα προσευχή καθαρή, χωρίς περισπασμούς. Ρεμβάζοντας και τρέχοντας με το νου του εδώ κι εκεί, δεν διατηρούσε την αρχική κατάνυξη, αυτή πού γεννιόταν μέσα του στο εργόχειρο και στη μελέτη, επειδή, όταν έκανε τα τελευταία, είχε πιο συγκεντρωμένο το νου του. και ή δεύτερη αιτία είναι τούτη: Για να μη νομίσει, ότι από το δικό του αγώνα και τη δική του προσευχή κατόρθωσε ν' αποκτήσει το πένθος, αλλά να καταλάβει ότι του δόθηκε από το έλεος και τη χάρη του Θεού, έτσι ώστε και σε ευχαριστία του Ευεργέτη του να παρακινηθεί και ταπείνωση μεγαλύτερη ν' αποκτήσει, και να δυναμώσει μ' αυτά περισσότερο το πένθος μέσα του. και σε μας λοιπόν, αν κάποτε συμβεί κάτι τέτοιο, αν μας γεννηθούν δηλαδή κατάνυξη καρδιάς και θερμά δάκρυα, ας τα παραβλέψουμε όλα, ας τρέξουμε στην προσευχή και ας επιμείνουμε καρτερικά σ' αυτήν, ώσπου να νιώσουμε την καρδιακή φωτιά ν' ανάβει μέσα μας. Γιατί ίσως να μην ξαναβρούμε τέτοια ευκαιρία".

Ένας γέροντας είπε:
Όπως κουβαλάμε μαζί μας παντού την κακία μας, δηλαδή τα πάθη και τις αμαρτίες μας, έτσι πρέπει να έχουμε συνεχώς μαζί μας, όπου κι αν βρισκόμαστε, το πένθος και την κατάνυξη.

Άλλος γέροντας είπε:
Όπως κάθε αμαρτία πού θα κάνει ο άνθρωπος βρίσκεται έξω από το σώμα του, ενώ αυτός πού πορνεύει, αμαρτάνει στο ίδιο του το σώμα (Α' Κορ. 6:18), γιατί απ' αυτό βγαίνει ή ακαθαρσία, έτσι και κάθε έργο (αρετής) πού θα κάνει ο άνθρωπος βρίσκεται έξω από το σώμα του εκείνος όμως πού χύνει δάκρυα, καθαρίζει (μ'
αυτά) την ίδια του την ψυχή και (το ίδιο του) το σώμα γιατί τα δάκρυα, καθώς κυλούν από πάνω (προς τα κάτω), πλένουν και αγιάζουν ολόκληρο το σώμα.

Είπε ένας άλλος γέροντας:
Αν δεν έχεις κατάνυξη, μάθε ότι πάσχεις είτε από κενοδοξία είτε από φιληδονία γιατί αυτές είναι πού δεν αφήνουν την ψυχή να νιώσει κατάνυξη.

Είπε πάλι (ο ίδιος γέροντας):
Αν υπάρχουν μνήματα στον τόπο πού κατοικείς, πήγαινε εκεί συχνά και φέρνε στο νου σου όσους είναι θαμμένοι σ' αυτά, προπαντός όταν έχεις σαρκικό πόλεμο. και όταν μάθεις ότι κάποιος αδελφός βρίσκεται στα τελευταία του, πήγαινε και μείνε κοντά του, για να δεις πώς χωρίζεται ή ψυχή από το σώμα· γιατί κι άπ' αυτό αποκτάς κατάνυξη.

Είπε πάλι (ο ίδιος):
Απ' όλα (τα πάθη) περισσότερο ο θυμός εξαφανίζει την κατάνυξη και την ταπείνωση της ψυχής.

http://www.gerontas.com/content/view/470/171/

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Άββας Ισαάκ ο Σύρος

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ - ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ
Τον ταπεινό «υψώνει» και δοξάζει ό Θεός


Όπως ή χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινόφρονα, έτσι στον υπερήφανο έρχονται οδυνηρές περιστάσεις. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στους ταπεινόφρονες, για να τους κάνει να ευφραίνονται στους υπερήφανους όμως εναντιώνεται, για να τους ταπεινώσει. Ό ταπεινός δέχεται συνεχώς το έλεος του Θεού, ενώ ό σκληρόκαρδος και ολιγόπιστος βρίσκει στο δρόμο του συναπαντήματα φοβερά. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για όλες τίς δωρεές πού δέχθηκες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, και θα δοξαστείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Να προλαβαίνεις και να χαιρετάς όλους τους ανθρώπους, και να υποκλίνεσαι μπροστά τους, και έτσι θα τιμηθείς πιο πολύ παρά αυτοί πού προσφέρουν ως δώρο χρυσάφι καθαρό.


Εξευτέλισε τον αμαρτωλό εαυτό σου, και θα δεις μέσα σου τη δόξα του Θεού. Γιατί όπου βλαστάνει ή ταπείνωση, εκεί αφθονεί ή δόξα του Θεού. Εάν αγωνισθείς να εξευτελιστείς φανερά από τους ανθρώπους, για να εξαλείψεις την υπερηφάνεια σου και τον εγωισμό σου, ό Θεός θα σε κάνει να δοξαστείς. Εάν όμως ταπεινώνεσαι μέσα στην καρδιά σου, χωρίς να σε βλέπουν οί άλλοι, τότε ό Θεός φανερώνει τη δόξα του στην καρδιά σου. Όταν έχεις μεγάλα αξιώματα ή χαρίσματα, να γίνεις ευκαταφρόνητος, για να μην υψηλοφρονήσεις και χάσεις τη χάρη του Θεού όταν πάλι βλέπεις ότι είσαι πολύ μικρός και αδύναμος πνευματικά, μη κάνεις τον σπουδαίο. Να δέχεσαι με προθυμία την καταφρόνια των ανθρώπων, και θα γεμίσεις από την τιμή του Θεού. Δε βλέπεις μέσα σου τα πολλαπλά τραύματα της αμαρτίας σου και ζητάς να σε τιμήσουν; Απόφυγε τίς τιμές των ανθρώπων, για να σε τιμήσει ό Θεός, και μην αγαπήσεις τίς τιμές, για να μην ατιμασθείς. Όποιος κυνηγάει την τιμή, αύτη φεύγει από μπροστά του, και όποιος την αποφεύγει, ή τιμή θα τον κυνηγήσει | και θα γίνει κήρυκας της ταπείνωσης του σε όλους τους ανθρώπους. Εάν καταφρονείς τον εαυτό σου ότι τίποτε δεν είσαι χωρίς τη χάρη του Θεού, για να μην τιμηθείς από τους ανθρώπους, θα σε φανερώσει για την ταπείνωση σου. Εάν από αληθινή ταπείνωση κατηγορήσεις τον εαυτό σου, θα επιτρέψει ό Θεός σε όλα τα κτίσματα του να σε επαινέσουν. Και θα ανοίξει μπροστά σου ή πόρτα της δόξας του Πλαστουργού σου, και θα σε επαινέσουν, διότι έγινες στην πραγματικότητα κατ' εικόνα και καθ' όμοίωσιν του Θεού.


Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τίς αρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Πού ή ζωή του να είναι φωτεινή και να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνημα; Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τίς περιστάσεις και μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, πού ταπεινώνει τον εαυτό του και τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Και αν κανείς υπομένει και πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οί Απόστολοι και οί Μάρτυρες, θα τον μεθύσει ό Θεός με τα επουράνια αγαθά του. Και όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ό Θεός με τη στολή της αφθαρσίας και της δόξας. Και όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ό Θεός τον παρηγορεί με τον αληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ό Κύριος και οί Άγιοι, και χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη ή ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, και μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι άμαθης. Και εάν τον αφελή και τον αμαθή ή ταπείνωση του τον υψώνει, πόσης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (ή ταπείνωση) για τους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους;
Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, και θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, και θα θεωρείσαι σπουδαίος. Ή κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε ή υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέληση σου απαρνήθηκες, μοναχέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθηκες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ' αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες και να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.


Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπείνωση, και θα μάθεις και συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον ή διδασκαλία τους.


Να τιμάς τον πλησίον σου
Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια και τα πόδια, και κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή και βάλε τα στα μάτια σου, και παίνεψε τον και γι' αυτά πού δεν έχει. Και όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι' αυτόν ότι καλό και σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρόμοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, και τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Και σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού αποκτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρακτήρας, και αποκτάς πολλή ταπείνωση, και χωρίς κόπο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς εσύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέδωσες.


Ή ταπείνωση είναι στολή της θεότητας
Θέλω ν' ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, και να μιλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης. Όμως φοβάμαι πολύ, όπως φοβάται εκείνος πού πρόκειται να μιλήσει για το Θεό με τους δικούς του συλλογισμούς. Γιατί ή ταπείνωση είναι στολή της Θεότητας. Ό Υιός δηλ. και Λόγος του Θεού, πού έγινε άνθρωπος, την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε, και συναναστράφηκε μαζί μας με αυτήν μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Και οποίος ντυθεί την ταπεινοφροσύνη, πραγματικά γίνεται όμοιος με το Λόγο του Θεού, πού κατέβηκε από το δικό του ύψος και σκέπασε με την ταπεινοφροσύνη τη μεγαλοσύνη και τη δόξα του, για να μην καταφλεχθή ή κτίση, βλέποντας τη θεότητα του. Διότι ή κτίση δεν μπορούσε να τον αντικρίσει, αν δεν έπαιρνε ένα μέρος από αυτήν, δηλ. το ανθρώπινο σώμα, ώστε να επικοινωνήσει μαζί της. Ούτε μπορούσαν οί κτιστές υπάρξεις να ακούσουν τα λόγια του πρόσωπο με πρόσωπο. Διότι ούτε οί Ισραηλίτες μπόρεσαν να ακούσουν τη φωνή του, όταν λάλησε προς αυτούς μέσα από τη νεφέλη. Γι' αυτό είπαν στο Μωϋσή (Εξ. 20, 19): "Ας λαλήσει ό Θεός μαζί σου, και συ πες μας τους λόγους του, και ας μη λαλήσει ό Θεός μαζί μας, για να μην πεθάνουμε.


Τώρα όμως, πού ό Θεός έχυσε τη χάρη του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατέβηκε σε μας με σεισμό και φωτιά, ούτε με φοβερή και δυνατή φωνή, αλλά ήρθε όπως ή βροχή στο κουρεμένο μαλλί του προβάτου και όπως ή σταγόνα πού στάζει στο χώμα απαλά, και συναναστράφηκε μαζί μας με ανθρώπινη μορφή. Σκέπασε δηλ., όπως σκεπάζουμε ένα θησαυρό, με την ανθρώπινη σάρκα τη δόξα του, και επικοινωνούσε μαζί μας με κείνο το σώμα πού κατασκεύασε το θείο του νεύμα από τον κόλπο της παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, ώστε βλέποντας τον ως άνθρωπο να συναναστρέφεται μαζί μας, να μη ταραχθούμε από τη θεωρία του. Γι' αυτό το λόγο, οποίος φορέσει εκείνη τη στολή της ταπεινοφροσύνης, με την οποία τον είδε ή κτίση μέσα στο ανθρώπινο σώμα πού φόρεσε ό κτίστης, τον ίδιο το Χριστό ντύνεται. Και αντί να ντύνεται την κοσμική τιμή και την εξωτερική δόξα, στολίζεται με το εσωτερικό ένδυμα της ταπεινοφροσύνης. Γι' αυτό και τα λογικά κτίσματα, βλέποντας έναν οποιοδήποτε άνθρωπο να φοράει αυτό το ομοίωμα της ταπεινοφροσύνης, ακόμη και με τη σιωπή τους τον προσκυνούν, τιμώντας τον Κύριο τους, πού τον είδαν να τη φοράει και να συναναστρέφεται μαζί τους μέσω αυτής. Ποιο κτίσμα, αλήθεια, δεν ευλαβείται τη θεωρία του ταπεινόφρονα; Όμως μέχρι πού αποκαλύφθηκε σε όλους ή δόξα της ταπεινοφροσύνης, ήταν ευκαταφρόνητη ή θεωρία της, μόλο πού ήταν γεμάτη αγιότητα. Τώρα όμως ανέτειλε σαν τον ήλιο ή δόξα της στα μάτια των ανθρώπων. Και κάθε συνετός άνθρωπος την τιμά, οπού και αν φανεί. Γι' αυτό ούτε οί εξ αγνοίας εχθροί της αλήθειας δεν τη θεωρούν ευκαταφρόνητη, αν και αυτός πού την απέκτησε φαίνεται φτωχότερος άπ' όλα τα κτίσματα. Ωστόσο, όποιος έμαθε την ταπείνωση, τιμάται από τα λογικά κτίσματα σαν να φοράει στεφάνι και βασιλική πορφύρα.


Στο ταπεινόφρονα υποτάσσεται ή λογική και ή άλογη κτίση. Ό αληθινός ταπεινόφρων


Όποιος υποτάξει τον εαυτό του στο Θεό, είναι κοντά στο να υποταγούν σ' αυτόν τα πάντα. Τον καιρό δηλ. πού κυριαρχεί ή ταπείνωση στη διαγωγή σου, υποτάσσεται σε σένα τον ταπεινό ό ψυχικός σου κόσμος, και μαζί μ' αυτόν υποτάσσονται σε σένα τα πάντα. Διότι γεννιέται μέσα στην καρδιά σου ή ειρήνη του Θεού. Και όσο είσαι έξω από την ειρήνη του Θεού, θα καταδιώκεσαι συνεχώς όχι μόνο από τα πάθη σου, αλλά και από διάφορα δυσάρεστα περιστατικά. Αλήθεια, Κύριε, αν δεν ταπεινωθούμε, δεν παύεις συ να μας ταπεινώνεις. Ή αληθινή ταπείνωση γεννιέται από τη γνώση. Και ή αληθινή γνώση γεννιέται από τους πειρασμούς.


Τον ταπεινόφρονα κανένας μυαλωμένος άνθρωπος ποτέ δεν τον μισεί, δεν τον πληγώνει με λόγια, δεν τον καταφρονεί. Όλοι οί καλοί άνθρωποι τον αγαπούν, διότι τον αγαπά ό Κύριος του. Όλους τους αγαπάει και όλοι τον αγαπούν. Όλοι τον θέλουν, και σε κάθε τόπο, όπου πλησιάζει, τον βλέπουν ως άγγελο φωτός και του αποδίδουν ξεχωριστή τιμή. Και όταν μιλήσει, ό σοφός και ό δάσκαλος σιωπούν μπροστά του, διότι δίνουν το λόγο στον ταπεινόφρονα. Τα μάτια όλων προσέχουν στα λόγια του στόματος του. Κάθε άνθρωπος περιμένει τι θα πει, σαν να είναι λόγια Θεού. Τα σύντομα και κοφτά λόγια του είναι σαν τους λόγους των σοφών, πού προσέχουν ένα ένα τα νοήματα τους. Τα λόγια του είναι γλυκά για τους σοφούς πού τα ακούνε, πιο γλυκά από την κηρήθρα στο φάρυγγα. Και όλοι τον λογαριάζουν ότι έχει το Θεό μέσα του, κι ας είναι αμαθής στην έκφραση του, και στη θεωρία ευκαταφρόνητος και ευτελής.


Πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα σαρκοβόρα θηρία και, όταν πέσει το βλέμμα τους επάνω του, γίνεται ήμερη ή αγριότητα τους, και τον πλησιάζουν σαν κύριο τους, και κινούν περιποιητικά τα κεφάλια τους και γλείφουν τα χέρια και τα πόδια του διότι οσφραίνονται σ' αυτόν εκείνη την εύωδία, πού εξέπεμπε ό Αδάμ πριν από την παράβαση, όταν μαζεύτηκαν κοντά του και τα 'δωσε ονόματα στον παράδεισο. Το σώμα πού έλαβε από μας τους ανθρώπους ό Ιησούς το ξανάκτισε και το χάρισε σε μας με την ανθρώπινη παρουσία του. Αυτό είναι πού σκόρπισε την εύωδία του στο ανθρώπινο γένος.


Και πάλι, πλησιάζει ό ταπεινόφρων στα θανατηφόρα ερπετά, και μόλις αισθανθούν επάνω στο σώμα τους το χέρι του, ή οξύτητα και ή σκληρότητα της θανατηφόρας πικρότητάς τους σταματάει, και στα χέρια του τα τρίβει σαν να 'ναι ακρίδες. Έρχεται κοντά στους ανθρώπους και τον προσέχουν όπως τον Κύριο. Και γιατί αναφέρω μόνο τους ανθρώπους; Άλλα και οι δαίμονες με όλη την ορμητικότητα και την πικρία τους και το καυχησιάρικο φρόνημα τους, μόλις πλησιάσουν στον ταπεινόφρονα, γίνονται αδρανείς σαν το χώμα, και μαραίνεται όλη ή κακία τους, και καταστρέφονται οι μηχανορραφίες τους, και μένουν ανενέργητες οί πανουργίες τους.
Όποιος άνθρωπος είναι από τη φύση του επιεικής και ήσυχος, ή συνετός, ή πράος, δε φτάνει μόνο άπ' αυτό στο βαθμό της ταπεινοφροσύνης. Αληθινός ταπεινόφρων είναι αυτός πού έχει ένα κρυφό ταλέντο, πού να τον κάνει να υπερηφανεύεται, αλλά δεν υπερηφανεύεται, παρά συλλογίζεται ότι είναι χωματένιο. Άλλα ούτε κι αυτόν πού, από την ενθύμηση των αμαρτημάτων, συντρίβεται ή καρδιά του, και ταπεινοφρονή και δεν αφήνει στο νου του να περηφανευτεί, ούτε κι αυτόν τον λέμε ταπεινόφρονα, αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο. Διότι ακόμη έχει το λογισμό της υπερηφάνειας, και δεν απέκτησε την αληθινή ταπείνωση, αλλά την προσεγγίζει απλώς με τους παραπάνω τρόπους. Αν και αυτό πού κάνει είναι αξιέπαινο, όπως είπα, όμως ακόμη θέλει την ταπείνωση, γιατί δεν την έχει αποκτήσει. Αληθινός και τέλειος ταπεινόφρων είναι αυτός πού δε χρειάζεται να εφευρίσκει με το νου του διάφορους λόγους, όπως οι αμαρτίες του και ή χοικότητά του, για να ταπεινοφρονή, αλλά απέκτησε την ταπεινοφροσύνη σε υψηλό βαθμό και σαν κάτι το φυσιολογικό, χωρίς ιδιαίτερη εργασία. Σαν να δέχτηκε δηλ. μέσα του ένα μεγάλο χάρισμα, ανώτερο από όλη την κτίση, και, εντούτοις, αυτός θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό και ευτελή και ευκαταφρόνητο.


Αγάπησε τα ταπεινά ενδύματα
Αγάπησε τα πενιχρά ενδύματα, για να σβήσεις τους λογισμούς της υψηλοφροσύνης πού αναδύονται μέσα σου. Γιατί αυτός πού αγαπά την πολυτέλεια και τα λαμπερά ρούχα δεν μπορεί να αποκτήσει ταπεινούς λογισμούς. Διότι ή καρδιά μέσα στον άνθρωπο συμμορφώνεται με τα εξωτερικά σχήματα.


Πώς να προλάβεις την οίηση
Φυλάξου από την οίηση την ώρα των καλών αλλοιώσεων. Άμα αρχίσεις να αισθάνεσαι οίηση και έπαρση, να προσευχηθείς με την καρδιά σου και να παρουσιάσεις στον Κύριο την αδυναμία σου και την αμάθεια σου, για να μη σου συμβεί να πέσεις σε αισχρά αμαρτήματα. Διότι την υπερηφάνεια ακολουθεί ή πορνεία, και την οίηση ή πλάνη.


Χωρίς την ταπείνωση τα ενάρετα έργα γίνονται μάταια
Αν κάνεις ένα καλό έργο αρετής και δεν αισθανθείς τη γεύση ότι σε βοηθάει πνευματικά, μη θαυμάσεις. Γιατί, μέχρι να ταπεινωθεί ό άνθρωπος, δεν απολαμβάνει το μισθό της εργασίας του. Ή αμοιβή, πάλι, δε δίνεται για τον κόπο της εργασίας, αλλά για την ταπείνωση πού συνοδεύει την εργασία. Όποιος περιφρονεί την ταπείνωση χάνει την αμοιβή της εργασίας του. Όποιος προλάβει και πάρει από το Θεό την αμοιβή της ταπεινής του καρδιάς, ή και των ταπεινών του έργων, αυτός είναι ανώτερος από τον εργαζόμενο την απλή αρετή. Την αρετή ακολουθεί ή λύπη και ό κόπος, και από τη λύπη γεννιέται ή ταπείνωση, και στον ταπεινό δίνεται ή χάρη του Θεού. Λοιπόν, ή ανταπόδοση της θείας Χάρης δε δίνεται για την απλή αρετή, ούτε για τον κόπο πού τη συνοδεύει, αλλά για την ταπείνωση πού γεννιέται άπ' αυτά. Και αν λείψει ή ταπείνωση, τα πρώτα, δηλ. τα ενάρετα έργα και ό κόπος τους, γίνονται μάταια.


Ό Κύριος σοφίζει τον ταπεινό
Όποιος εξευτελίζει τον εμπαθή εαυτό του και τον ταπεινώνει, αυτός θα γίνει σοφός από τον Κύριο. Και όποιος έχει την ιδέα ότι είναι σοφός, αυτός θα χάσει τη σοφία του Θεού.


Και μόνο ή ταπείνωση μπορεί να παρασταθεί ενώπιον τον Θεον και να πρεσβεύσει για μας
Ή κατάσταση της ταπείνωσης, και χωρίς να συνοδεύεται από έργα αγαθά, όπως στην περίπτωση του άρρωστου, ή του εγκλείστου μονάχου, πολλά αμαρτήματα συγχωρεί τα έργα όμως, χωρίς την ταπείνωση, όχι μόνο είναι ανωφελή, αλλά και πολλά κακά μας προκαλούν. Λοιπόν, με την ταπείνωση, όπως ανέφερα, να περιμένεις τη συγχώρηση των αμαρτιών σου. Και όπως το αλάτι συντηρεί και νοστιμίζει κάθε τροφή, έτσι είναι και ή ταπείνωση για κάθε αρετή και μπορεί να συντρίψει τη δύναμη πολλών αμαρτημάτων. Γι' αυτή λοιπόν την ταπείνωση είναι ανάγκη να λυπάσαι, αδιαλείπτως, ανάλογα βέβαια με τις δυνάμεις σου, μέχρι να την αποκτήσεις. Και όταν την αποκτήσουμε στο κελί της ησυχίας μας, όπου ζούμε εντελώς απομακρυσμένοι από τον κόσμο, μας κάνει παιδιά του Θεού και χωρίς να μπορούμε να κάνουμε αγαθά έργα, όπως οι άνθρωποι πού έχουν επαφή με τον κόσμο, μας φέρνει στο Θεό. Χωρίς αυτήν όλα τα έργα μας είναι μάταια, και όλες οι αρετές, και όλες οι εργασίες μας.
Λοιπόν, ό Θεός θέλει την αλλοίωση των λογισμών μας διότι με τους καλούς λογισμούς προοδεύουμε, και με τους κακούς λογισμούς εξαχρειωνόμαστε. Μόνη ή ταπείνωση, χωρίς άλλη βοήθεια, είναι ικανή να παρασταθεί ενώπιον του Θεού και να πρεσβεύσει για μας.


Τα μεγάλα μέτρα της ταπεινοφροσύνης
Αυτόν πού έφτασε σε πολύ μεγάλα ύψη ταπεινοφροσύνης, δεν τον πιάνει ταραχή όταν τον αδικούν, ούτε θέλει να απολογηθεί για κείνο το πράγμα, για το όποιο αδικήθηκε. Δέχεται, λοιπόν, τις συκοφαντίες σαν να είναι αλήθεια, και δε φροντίζει να πείσει τους ανθρώπους ότι τον συκοφάντησαν, αλλά ζητάει να τον συγχωρήσουν. Μερικοί μάλιστα, με τη θέληση τους, κατάφεραν να τους ονομάζουν οί άλλοι ακόλαστους, ενώ δεν ήταν άλλοι πάλι δέχτηκαν με υπομονή να τους ονομάζουν μοιχούς, χωρίς να είναι και, δακρύζοντας, φόρτωναν στον εαυτό τους την πικρή ανταμοιβή μιας αμαρτίας πού δε διέπραξαν, και κλαίγοντας ζητούσαν, άπ' αυτούς πού τους είχαν συκοφαντήσει, συγχώρηση για την αμαρτία πού δεν έκαμαν, ενώ ήταν στεφανωμένοι στην ψυχή με το στεφάνι της καθαρότητας και της αγνότητας. Άλλοι πάλι, για να μη δοξαστούν για την κρυμμένη μέσα τους ενάρετη κατάσταση τους, έκαναν τον παλαβό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν σταθερά γαλήνιοι και καρυκευμένοι με το θεϊκό αλάτι, ώστε για την άκρα τελειότητα τους αξιώθηκαν να έχουν τους αγίους Αγγέλους κήρυκες των ανδραγαθημάτων τους.
Σύ λοιπόν νομίζεις πώς έχεις ταπείνωση άλλοι όμως κατηγορούσαν τον εαυτό τους, ενώ εσύ δεν μπορείς να υποφέρεις ούτε όταν οι άλλοι σε κατηγορούν. Ωστόσο σκέφτεσαι ότι είσαι ταπεινόφρων. Εάν πράγματι είσαι ταπεινόφρων, δοκίμασε τον εαυτό σου αν δε σε πιάνει ταραχή όταν σε συκοφαντούν και σε αδικούν.


Ποια είναι τα δείγματα της εξαιρετικής ταπείνωσης των ησυχαστών;

Όπως ή οίηση (ή υψηλοφροσύνη) με τους λογισμούς της αμαρτωλής φαντασίας διασκορπίζει την ψυχή και την κάνει να περιπλανάται σ' όλη την κτίση, έτσι και ή ταπείνωση συμμαζεύει την ψυχή στην ησυχία. Και όπως ή ψυχή δεν είναι γνωστή ούτε ορατή στους σωματικούς οφθαλμούς, έτσι και ό ταπεινόφρων παραμένει άγνωστος κατά την πρόθεση του μεταξύ των ανθρώπων. Και όπως ή ψυχή μέσα στο σώμα είναι κρυμμένη και δεν μπορούν να τη δουν οι άνθρωποι στις μεταξύ τους συναναστροφές, έτσι και ό ταπεινόφρων πού έφτασε σε πολύ μεγάλα μέτρα: όχι μόνο δε θέλει να τον βλέπουν και να τον ξεχωρίζουν οι άνθρωποι επειδή είναι απόμακρος και στερημένος των πάντων, αλλά τούτο κυρίως θέλει αν είναι δηλ. δυνατό, να διεισδύσει μέσα στα μυστικά βάθη της ύπαρξης του και να πάει να κατοικήσει σε ήσυχο τόπο, και να αφήσει όλες τίς παραστάσεις και τίς σκέψεις πού συνδέονται με τίς αισθήσεις της κοσμικής ζωής, και να γίνει σαν να μην υπάρχει και να μη γεννήθηκε για τον κόσμο, και να είναι παντελώς άγνωστος ακόμη και στον εαυτό του. Και όσο αυτός ό άνθρωπος παραμένει στον κόσμο σαν τον κρυμμένο θησαυρό, τόσο και ολόκληρη ή ύπαρξη του πλησιάζει στον Κύριο και Θεό του.


Ό ταπεινόφρων δεν αναπαύεται ποτέ στο να βλέπει μαζεμένους ανθρώπους σ' έναν τόπο ούτε αναπαύεται στην ταραχή του πλήθους, και στις κινήσεις και στις φωνές και στα ξανοίγματα και στις φροντίδες και στην ηδονή, από την οποία προέρχεται ή ασωτία ούτε αναπαύεται στα κοσμικά λόγια και στις συναναστροφές και στο διασκορπισμό των αισθήσεων αλλά μάλλον προτιμά να ζει μόνος του στην ησυχία, και να μη τον λογαριάζουν οί άλλοι. Και πιο πολύ ποθεί τη σμικρότητα, την ακτημοσύνη, την πενία. Και προτιμά πάντοτε να είναι εύκαιρος και αμέριμνος, χωρίς να συγχύζεται ό νους του από τα πράγματα του κόσμου, για να μην περιπλανιούνται οί λογισμοί του εδώ κι εκεί. Διότι έχει πεισθεί ότι, εάν αρχίσει ν' ασχολείται με πολλά πράγματα, δεν μπορεί να ξεφύγει τη σύγχυση των λογισμών διότι τα πολλά πράγματα συνεπάγονται πολλές φροντίδες και ποικίλους και σύνθετους λογισμούς, πού τον απομακρύνουν από την απλότητα. Εάν λοιπόν μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά, θα παύσει να είναι υπεράνω των κοσμικών φροντίδων, θα γίνουν πολλές οί ανάγκες του, θα χάσει την ειρήνη και τη μοναδική απασχόληση του νου του με τους άριστους λογισμούς. Και εάν οί υλικές και σωματικές του ανάγκες τον εμποδίζουν από τους καλούς και σωτήριους λογισμούς, τότε αρχίζει να βλάπτεται ό ίδιος και να βλάπτει τους άλλους. Από δω και πέρα ανοίγει ή πόρτα για να μπαίνουν μέσα του τα πάθη, και φεύγει ή γαλήνη πού φέρνει ή διάκριση, και χάνεται ή ταπείνωση, και κλείνει ή πόρτα της ειρήνης. Επειδή λοιπόν όλα αυτά είναι επικίνδυνα, φυλάγει συνεχώς τον εαυτό του από τις πολλές φροντίδες και ενασχολήσεις και, έτσι, σε κάθε περίσταση βρίσκει τον εαυτό του στη γαλήνη του Θεού, και στην ανάπαυση, και στην ειρήνη, και στην επιείκεια, και στην ευλάβεια.


Στον ταπεινόφρονα δε βλέπεις ποτέ βιασύνη και σύγχυση ή ενέργειες επείγουσας ανάγκης, ούτε θερμούς και κούφιους λογισμούς. Απεναντίας, σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος. Εάν κολλήσει ό ουρανός με τη γη, ό ταπεινόφρων δε θορυβείται. Κάθε ήσυχος και πράος άνθρωπος δεν είναι ταπεινόφρων, όμως κάθε ταπεινόφρων είναι πράος και ήσυχος. Άμα δεν είσαι ταπεινόφρων, δεν μπορείς να είσαι συνεσταλμένος στους τρόπους σου, όμως συνεσταλμένους μη ταπεινόφρονες πολλούς θα συναντήσεις. Αυτό εννοούσε ό Κύριος, ό πράος και ταπεινός, όταν είπε: «Μάθετε άπ' εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και εύρήσετε άνάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11, 21). Ό ταπεινόφρων σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γι' αυτόν πού να κινήσει το νου του στο κακό ή να τον ταράξει. Και όπως δεν μπορεί κανείς να τρομάξει ένα βουνό, έτσι δεν τρομάζει από τίποτε ό νους του. Και αν δεν είναι παράλογο, θα λέγαμε ότι ό ταπεινόφρων δεν ανήκει σ' αυτό τον κόσμο διότι ούτε στα λυπηρά περιστατικά ταράζεται και αλλοιώνεται ή ύπαρξη του, ούτε στα ευχάριστα εκπλήσσεται από θαυμασμό και χαλαρώνει. Όλη ή ευφροσύνη και ή χαρά του ή αληθινή βρίσκεται στην απόλαυση του Κυρίου και Θεού του. Την ταπεινοφροσύνη τη συνοδεύει ή επιείκεια και ή αυτοσυγκέντρωση. Την ταπεινοφροσύνη ακολουθεί: εγκράτεια στις αισθήσεις, φωνή μετρημένη, λίγα λόγια, καταφρόνηση του κοσμικού εαυτού μας, ευτελής ενδυμασία, βάδισμα ταπεινό το να μην αλληθωρίζουμε δεξιά και αριστερά και περισπάται ή προσοχή μας, να ξεχωρίζουμε στην ελεημοσύνη, να έχουμε πολλά δάκρυα. Ακόμη, την ταπεινοφροσύνη συνοδεύει: ψυχή μεμονωμένη από τους περισπασμούς, καρδιά συντετριμμένη, έλλειψη θύμου, αισθήσεις συμμαζεμένες, λίγα και ευτελή πράγματα για τη σωματική μας ανάπαυση, καρτερία στον πόνο, υπομονή, αφοβία, ανδρεία της καρδιάς, πού αποστρέφεται τις απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης ζωής, υπομονή στους πειρασμούς, σοβαροί λογισμοί, σβήσιμο των πονηρών λογισμών, εγκράτεια παθών, συστολή, ευλάβεια. Και πάνω άπ' όλα αυτά, πρέπει να βρίσκεται ό ασκητής σε παντοτινή ησυχία και να μη γνωρίζει τα κοσμικά πράγματα και τα πάθη.


Ό ταπεινόφρων ποτέ δεν αισθάνεται αναγκασμένος να ταραχθεί ή να συγχυσθεί. Και όταν είναι μόνος του, ντρέπεται και ευλαβείται τον εαυτό του ως εικόνα Θεού. Και μου προκαλεί θαυμασμό ότι ένας πραγματικά ταπεινόφρων ασκητής δε θα τολμήσει να προσευχηθεί με δικά του λόγια, όταν αρχίσει την ευχή, ούτε θα θεωρήσει τον εαυτό του άξιο για προσευχή, ούτε θα τολμήσει να ζητήσει τίποτε άλλο εκτός από τη βασιλεία του Θεού ούτε έχει ανθρώπινη συναίσθηση της προσευχής, παρά μονάχα σιωπά ό νους του, και περιμένει το έλεος του Θεού. Και, καθώς κλίνει το πρόσωπο του προς τη γη και ή καρδιά του είναι υψωμένη στην αγιότατη και υψηλή πύλη του ουρανού, περιμένει να ακούσει ποιο είναι γι' αυτόν το θέλημα του ενδόξου και προσκυνητού Θεού του Θεού πού ό θρόνος του είναι στα σύννεφα, πού θαμπώνει τα μάτια των Σεραφείμ, και πού ή δύναμη και ή σοφία και ή αγαθότητα του κάνει να σιωπούν όλα τα αγγελικά τάγματα. Μόνο αυτό τολμά ό ταπεινόφρων να πει και να ζητήσει στην προσευχή του: Ας γίνει, Κύριε, ή ζωή μου κατά το πανάγιο θέλημα σου. Και εμείς την ίδια ευχή να λέμε για τον εαυτό μας. Αμήν.
Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποκτήσει ταπείνωση


Ρωτήσανε οι μοναχοί τον άββά Ισαάκ πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει ταπείνωση και είπε:
Να μην ξεχνάει ότι έκαμε αμαρτίες στη ζωή του και να ελπίζει ότι ό θάνατος είναι κοντά. Τα φορέματα του να είναι ευτελή, και σε κάθε περίσταση να προτιμά τον έσχατο τόπο, και πάντοτε να κάνει πρόθυμα τις παρακατιανές εργασίες. Να έχει υπακοή, να σιωπά, και να μην του αρέσει να τρέχει σε συντροφιές κοσμικού πνεύματος, αλλά να θέλει να παραμένει άγνωστος και ασήμαντος. Να μην έχει στο κελί του πράγματα πού να τα θεωρεί όλα δικά του και να αποφεύγει τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, και να μην αγαπά τα υλικά κέρδη. Και, εκτός άπ' αυτά, να μη μέμφεται στο νου του και να μην κατηγορεί κανέναν άνθρωπο, και να μη ζηλοφθονεί, να μην είναι εριστικός, αλλά να ασχολείται με τον εαυτό του, πώς θα ταπεινωθεί και θα αγαπά τον κόσμο. Με δυο λόγια, να ζει μέσα στον κόσμο πού έπλασε ό Θεός σαν ξένος και φτωχός και απομονωμένος από το κακό. Αυτά γεννούν την ταπείνωση και καθαρίζουν την καρδιά.


Ή ταπείνωση φροντίζει να μη σκανδαλίζει
Πήγα κάποτε σε έναν παλαιό και ενάρετο γέροντα, ό όποιος με αγαπούσε πολύ. Δεν ήξερε να μιλάει όμορφα, όμως είχε φωτεινή γνώση και βαθιά καρδιά, και έλεγε οσα του υπαγόρευε το άγιο Πνεύμα. Δεν έβγαινε συχνά από το κελί του, παρά μόνο έβγαινε για τις άγιες κοινές ακολουθίες. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του και ζούσε στην ησυχία. Του είπα λοιπόν.
-Πάτερ, μου ήρθε ένας λογισμός: να πάω την Κυριακή στο υπόστεγο της εκκλησίας κι εκεί να καθίσω το πρωί και να φάω, για να με δουν αυτοί πού θα μπαίνουν στο ναό και θα βγαίνουν, και να με καταφρονήσουν.


Σ' αυτά μου απάντησε ό γέροντας έτσι: -Είναι γραμμένο ότι οποίος σκανδαλίζει τον κοσμικό αδελφό του, δε θα δει το φως του Θεού. Εσένα λοιπόν, κανένας δε σε ξέρει σ' αυτό το μέρος, ούτε γνωρίζουν το είδος της ζωής σου και, γι' αυτό, θα πουν ότι οί Μοναχοί είναι λαίμαργοι και τρώνε από το πρωί. Μάλιστα εδώ ζούνε και αρχάριοι αδελφοί, πού έχουν ασθενή λογισμό και θα σκανδαλισθούν. Πολλοί άπ' αυτούς σου έχουν εμπιστοσύνη και ωφελούνται από την παρουσία σου και, άμα σε δουν να κάνεις τέτοιο πράγμα, θα βλάφτουν. Οί αρχαίοι πατέρες τα 'καμναν αυτά για να ταπεινωθούν για τις πολλές θαυματουργίες τους και για την τιμή πού απολάμβαναν και για το μεγάλο όνομα πού είχαν αποκτήσει. Και τα 'καμναν αυτά, για να ατιμασθούν, και για να αποκρύψουν τη δόξα της αγίας ζωής τους και για να αποφύγουν τίς αιτίες της υπερηφάνειας. Εσένα όμως, πού δεν έφτασες σε τέτοια μέτρα, τι σε αναγκάζει να κάνεις αυτό πού λες; Δε γνωρίζεις ότι κάθε βαθμίδα πνευματικής ζωής έχει τη δική της τάξη και το δικό της χρονικό στάδιο; Εσύ βέβαια ούτε τέτοια ξεχωριστή πολιτεία έχεις, ούτε τέτοιο μεγάλο όνομα. Γιατί είσαι ένας απλός μοναχός σαν τους άλλους και, άμα κάνεις αυτό πού σκέφτηκες, ούτε τον εαυτό σου θα ωφελήσεις, αλλά και τους άλλους θα βλάψεις. Και πάλι, αυτού του είδους οί υπερβολές δεν είναι για όλους ωφέλιμες, αλλά μόνο στους τέλειους και στους μεγάλους, οί όποιοι έτσι νεκρώνουν τίς αισθήσεις τους. Για τους μεσαίους και τους αρχάριους μια τέτοια πολιτεία είναι επιζήμια, διότι ακόμη χρειάζονται να προσέχουν συνεχώς τον εαυτό τους και να επιβάλλονται στις αισθήσεις τους. Οί γεροντάδες πέρασαν αυτό το στάδιο και, όταν θέλουν, μπορούν από όλα να ωφεληθούν. Όπως συμβαίνει με τους εμπόρους πού, όταν είναι άπειροι και αρχίζουν μεγάλες επιχειρήσεις, προκαλούν μεγάλες ζημίες στους εαυτούς τους όμως στις μικρές επιχειρήσεις γρήγορα πηγαίνουν μπροστά. Και πάλι, όπως είπα, κάθε είδος εργασίας έχει τη δική της τάξη, και κάθε βαθμίδα πολιτείας έχει το δικό της χρονικό στάδιο. Όποιος λοιπόν αρχίζει υπέρμετρη άσκηση πριν να έλθει ό καιρός του, εκτός του ότι δεν κερδίζει τίποτε, διπλασιάζει τη βλάβη για τον εαυτό του. Εάν επιθυμείς την άσκηση πού έχει ό λογισμός σου, να υπομείνεις πρώτα με χαρά την ακούσια ατιμία πού επιτρέπει ή οικονομία του Θεού να σε βρει, και να μην ταραχθείς, μήτε να μισήσεις αυτόν πού σε ατιμάζει. Αυτά με συμβούλεψε αυτός ό σοφός γέροντας.


Ό θεός ταπεινώνει τον υπερήφανο
Μην πιστέψεις στον εαυτό σου ότι είσαι δυνατός στην αρετή, μέχρι να δοκιμασθείς στους πειρασμούς και βεβαιωθείς ότι ή καρδιά σου είναι αμετάθετη. Να αποκτήσεις μέσα σου ορθή και σταθερή πίστη, για να μπορέσεις, με τη δύναμη της, να καταπατήσεις τους εχθρούς σου και να 'χεις το νου σου συμμαζεμένο, και να μην πάρεις θάρρος από τη δύναμη σου, οποία και να 'ναι, για να μην παραχωρήσει ό Θεός και δοκιμάσεις πόσο αδύνατος είσαι από τη φύση σου, και πέσεις στην αμαρτία, και τότε θα μάθεις για τα καλά την αδυναμία σου. Μήτε να πιστέψεις στις γνώσεις σου, για να μην μπει στη μέση ό διάβολος, και σου στήσει παγίδα με την πανουργία του. Ποτέ να μην καυχηθείς για τα έργα πού κατόρθωσες, για να μην καταντροπιαστείς. Γιατί για όποιο πράγμα καυχιέται ό άνθρωπος, σ' αυτό επιτρέπει ό Θεός να αλλάξει ή κατάσταση, για να ταπεινωθεί και να μάθει, έτσι, τι θα πει ταπείνωση. Γι' αυτό πρέπει, όσα συμβαίνουν, να τα αποδίδεις στη θεία πρόνοια, και να μην πιστεύεις ότι σ' αυτή τη ζωή υπάρχει τίποτε πού να μη μεταβάλλεται.


Ό υπερήφανος δεν έχει πνευματική δράση
Ό υπερήφανος δεν καταλαβαίνει ότι βαδίζει στο σκοτάδι και ότι αγνοεί την αληθινή σοφία. Γιατί, πώς μπορεί να το γνωρίζει, ενόσω βρίσκεται στο σκοτάδι και δε βλέπει; Γι' αυτό και υπερηφανεύεται με το σκοτισμένο λογισμό του, ότι είναι ανώτερος όλων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ευτελέστερος και ασθενέστερος των ταπεινών, και δεν μπορεί να μάθει και να βαδίσει τον άγιο δρόμο του Κυρίου. Και ό Κύριος κρύβει από τον υπερήφανο το άγιο θέλημα του, γιατί δε θέλησε να βαδίσει στο δρόμο των ταπεινών.


Ή υψηλοφροσύνη μας απομακρύνει από το Θεό
Να πορεύεσαι στη ζωή σου με απλότητα, και μην κάνεις το σοφό μπροστά στο Θεό. Ή πίστη πηγαίνει οπού υπάρχει απλότητα, ενώ ή υψηλοφροσύνη ακολουθεί τον άνθρωπο, πού κάνει λεπτούς και έξυπνους συλλογισμούς, και παρουσιάζει τα πράγμα τα διαφορετικά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Αυτό όμως τον απομακρύνει από το Θεό.


Τα μεγάλα, αλλά χωρίς ταπείνωση, ασκητικά κατορθώματα συντρίβουν τον αγωνιστή και τον κάνουν καταγέλαστο στους δαίμονες
Το όνομα του ήταν Μαλπάς. Καταγόταν από την Έδεσσα της Μεσοποταμίας και φαινόταν ότι ζούσε σε μεγάλα πνευματικά μέτρα, υπομένοντας σκληραγωγίες και θλίψεις. Αυτός λοιπόν εφεύρε την αίρεση των Ευχιτών. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν μαθητής του μακαρίου Ιουλιανού, πού ονομαζόταν Σαβάς, και για μικρό διάστημα πήγε μαζί του στο Σινά και στην Αίγυπτο και συνάντησε τους μεγάλους πατέρες εκείνου του καιρού. Είδε και το Μέγα Αντώνιο και άκουσε άπ' αυτόν λόγια μυστικής θεολογίας για την καθαρότητα και τη σωτηρία των ψυχών, και τον άκουσε να απαντά σε ερωτήσεις λεπτές για τα πάθη. Ερμήνευσε λοιπόν, με τίς απαντήσεις του, ό Άγιος ότι ό νους, μετά την κάθαρση του, δέχεται θαυμαστό φωτισμό για τα μυστήρια του Πνεύματος, και ότι ή ψυχή μπορεί με τη χάρη του Θεού να αξιωθεί να δεχθεί την απάθεια, όταν βγάλει από πάνω της τα παλιά πάθη με την εργασία των εντολών του Θεού, και επανακτήσει την υγεία της φύσης της, πού είχε κατά τη δημιουργία του κόσμου. Και σαν άκουσε αυτά τα λόγια ό Μαλπάς, στην ακμή της νιότης του, έγινε θερμός σαν τη φωτιά και ήρθε στην πόλη του, οπότε άναψε μέσα του το πάθος της φιλοδοξίας, και βρήκε έναν έρημο και ήσυχο τόπο, όπου αναχώρησε και αφιέρωσε τον εαυτό του σε αγώνες και σε σκληρές δοκιμασίες και σε αδιάλειπτες προσευχές. Και άναψε για τα καλά μέσα του το πάθος της δοξομανίας, ελπίζοντας να φθάσει σε υψηλά μέτρα, για τα όποια είχε ακούσει από τον άγιο Αντώνιο. Όμως δεν έμαθε, δυστυχώς, την τέχνη πώς να πολεμά τους νοητούς εχθρούς της αγιοσύνης, και δεν κατάλαβε τι ενέδρες και δόλους και πανουργίες μετέρχεται ό αντίπαλος, για να εξαπατήσει τους ισχυρούς και να τους φέρει στην απώλεια. Γι' αυτό το λόγο στηρίχθηκε ό ταλαίπωρος μόνο στους αγώνες, και στις στενοχώριες, και στην ακτημοσύνη, και στην άσκηση, και στην εγκράτεια, χωρίς όμως να αποκτήσει την εξουδένωση του εγωισμού του, και την ταπείνωση, και τη συντριβή της καρδιάς (πού είναι όπλα αήττητα στον πόλεμο πού ξεσηκώνει ό πονηρός), και χωρίς να θυμηθεί το λόγο της Γραφής πού λέει: «Όταν κάμετε όλα τα έργα, και φυλάξετε όλες τίς εντολές, και υπομείνετε τίς θλίψεις, να θεωρείτε τους εαυτούς σας ως άχρηστους δούλους» (Λκ. 17, 10). Έτσι λοιπόν, θερμαινόταν με την υψηλοφροσύνη του, πού την έτρεφε ή εργασία των ασκητικών του αγώνων, και φλεγόταν από την επιθυμία να αποκτήσει τα μεγάλα χαρίσματα πού άκουσε. Και υστέρα από πολύ καιρό, σαν τον είδε ό διάβολος κούφιο από ταπείνωση, και ότι το μόνο πού επιθυμούσε ήταν να γνωρίσει τα θαυμάσια μυστήρια του Θεού πού άκουσε, του παρουσιάσθηκε μέσα σε εξαίρετο φως λέγοντας του: Εγώ είμαι ό παράκλητος, και με έστειλε ό πατέρας σε σένα, για να σε αξιώσω επιτέλους να γνωρίσεις τα θαυμάσια του Θεού, πού επιθυμείς ως ανταμοιβή των αγώνων σου, και να σου χαρίσω την απάθεια, και να σε απαλλάξω στο εξής από τον κόπο της άσκησης. Ως αντίβαρο, θα λέγαμε, για όλα αυτά πού του υποσχέθηκε, ζήτησε από κείνων τον δύστυχο να τον προσκυνήσει! Κι εκείνος ό ανόητος, μη κατανοώντας τον πόλεμο πού άρχισε ό διάβολος, αμέσως και μετά χαράς τον δέχθηκε και τον προσκύνησε, και αμέσως πέρασε στη δαιμονική εξουσία. Και αντί της θεωρίας των θαυμάσιων του Θεού, τον γέμισε με δαιμονικές φαντασίες, και τον έκαμε ν' αφήσει την εργασία των αρετών του Θεού, και τον εξύψωσε, και τον χλεύασε για την κούφια ελπίδα της απάθειας, λέγοντας του: Τώρα πια δε χρειάζεσαι τα ασκητικά έργα, και τίς ταπεινώσεις του σώματος, και τον αγώνα ενάντια στα πάθη και τίς κατώτερες επιθυμίες. Στο τέλος τον έκαμε αρχηγό της αίρεσης των Ευχιτών.
----* Οί Ευχίτες, ή Μασσαλιανοί στη συριακή γλώσσα, εμφανίσθηκαν το β' μισό του Δ' αιώνα στη Μεσοποταμία. Ή πλάνη τους έφτασε μέχρι τη Θράκη και την Αίγυπτο. Είχαν μακριά μαλλιά και ζούσαν μαζί άνδρες και γυναίκες. Αποστρέφονταν την εργασία και ζούσαν ζητιανεύοντας. Ή διδασκαλία τους λέει ότι κάθε άνθρωπος κληρονομεί, με τη γέννηση του, και ένα δαίμονα, τον όποιο δεν μπορεί να εκδιώξει το βάπτισμα. Ή εκδίωξη του, και ή εκρίζωση της αμαρτίας, επιτυγχάνονται με επίμονη προσευχή. Γι' αυτό, περιφρονούσαν τα μυστήρια της Εκκλησίας και δέχονταν ότι με τη συνεχή προσευχή έρχεται το άγιο Πνεύμα, πού ή παρουσία του ήταν γι' αυτούς αισθητή και ορατή. Πίστευαν ότι έφταναν στην απάθεια, ότι αποκτούσαν προφητική δύναμη και ότι έβλεπαν με τα σωματικά τους μάτια τον Πατέρα και τίς αόρατες δυνάμεις. Υποστήριζαν ακόμη ότι έβλεπαν την κατάσταση των ψυχών των πεθαμένων, και τους στοχασμούς και τίς διαθέσεις των ανθρώπων. Καταδικάσθηκαν από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο. Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 8, 814π.


Όταν τελείωσε τη δουλειά του ό διάβολος, και φανερώθηκε ή βέβηλη και κάλπικη διδασκαλία του Μαλπά, αυτός και οι οπαδοί του διώχτηκαν από τον επίσκοπο της πόλης.


Ήταν κι ένας άλλος, ονομαζόμενος Άσινάς, πού ζούσε στην ίδια πόλη πού ανέφερα παραπάνω, στην Έδεσσα, και συνέθεσε πολλά τραγουδάκια με τρεις λέξεις στον κάθε στίχο. Αυτός φαινόταν να ζει σε μεγάλα πνευματικά μέτρα και, χωρίς διάκριση, επιδόθηκε σε σκληρότερους ασκητικούς αγώνες, μέχρι να δοξαστεί από τον κόσμο ως άγιος. Αυτόν τον πλάνησε ό διάβολος, και τον έβγαλε από το κελί του, και τον έβαλε να σταθεί όρθιος επάνω σ' ένα βουνό, πού το λέγανε Στόριο, και έκαμε μια φανταστική σύνθεση (όχι πραγματική δηλ.) με άρματα και ιππείς, του τα 'δειξε και του είπε: ό Θεός με έστειλε να σε πάρω, όπως έγινε με τον προφήτη Ηλία. Και καθώς, αυτός ό Άσινάς, απατήθηκε από τον διάβολο εξαιτίας της ανοησίας του, ανέβηκε να καθίσει πάνω στο άρμα, οπότε διαλύθηκε όλο εκείνο το σκηνικό της φαντασίας, και κατέπεσε από μεγάλο ύψος κάτω στα ριζά του βουνού, και πέθανε γελοιοποιημένος.


Αυτά τα παραδείγματα τα ανέφερα όχι χωρίς λόγο, αλλά για να μάθουμε πώς μας εμπαίζουν οι δαίμονες, πού διψούν για την απώλεια των αγωνιστών, και να μην επιθυμήσουμε, προτού να μάθουμε καλά την ταπείνωση, τις υψηλές πνευματικές αναβάσεις, για να μη γίνουμε καταγέλαστοι από τον πονηρό εχθρό μας. Διότι βλέπω, ακόμη και σήμερα, ότι νέοι άνθρωποι, γεμάτοι με τα πάθη τους, φλυαρούν και αποφαίνονται χωρίς κανένα δισταγμό για τα μυστήρια του Θεού! (392-4).


Και οι άγιοι υπόκεινται σε πτώσεις. Να μην υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έχεις από το Θεό. Να ταπεινωθείς μόλις αισθανθείς το άγγιγμα της υψηλοφροσύνης


Ό άγιος Μακάριος έγραψε μια επιστολή με πολλή περίσκεψη και σοβαρότητα, για να την έχουν στη μνήμη τους οι αδελφοί και να διδαχθούν, ώστε να μην πέσουν στην απόγνωση, όταν μεταπίπτουν από την κατάσταση της θείας χάρης στον πνευματικό κίνδυνο και στη σύγχυση. Διότι, όσοι βρίσκονται στην κατάσταση της καθαρότητας, υπόκεινται σε πτώσεις, και μάλιστα ενώ δε ζουν σε αμέλεια και δε βρίσκονται σε πνευματική παραλυσία. Όπως δηλ. συμβαίνει και με τον καιρό, όπου το ψύχος διαδέχεται τη ζέστη. Ενώ λοιπόν πορεύονται σύμφωνα με τον μοναχικό τους κανόνα, συμβαίνουν σ' αυτούς πτώσεις, πού είναι βέβαια αντίθετες προς τη βούληση τους. Άλλα και ό άγιος Μάρκος, έχοντας, όπως και ό άγιος Μακάριος, ακριβή πείρα του πράγματος, μας δίνει τη δική του μαρτυρία γι' αυτό το θέμα, σε επιστολές πού έγραψε. Έχοντας, τώρα πια, δύο μάρτυρες, θα μπορεί ό άνθρωπος, όταν βρεθεί στην ανάγκη, να δεχθεί την παρηγοριά του χωρίς κανένα δισταγμό. τι λέγει λοιπόν ό άγιος Μάρκος; «Αλλοιώσεις, λέει, γίνονται στον καθένα, όπως συμβαίνει με τίς τέσσερις εποχές». Πρόσεξε εκείνη τη λέξη, «στον καθένα», πού σημαίνει ότι ή ανθρώπινη φύση είναι μία και, επομένως, όλοι υποκείμεθα σε μεταβολές. Μη νομίσεις δηλ. ότι ό άγιος είχε στο νου του μόνο τους αρχάριους και τους ελάχιστους, και ότι οι τέλειοι και προχωρημένοι δεν υπόκεινται τάχα σε πνευματικές μεταβολές, και ότι βρίσκονται πάντα, χωρίς να παρεκκλίνουν, σε μια ανώτερη κατάσταση, χωρίς εμπαθείς λογισμούς. Αυτά τα λένε, δυστυχώς, οι Ευχίτες. Γι' αυτό λοιπόν ανέφερε στο κείμενο του «στον καθένα».


Λέει ό άγιος Μακάριος: Τώρα έχουμε ψύχος, και μετά, ακολουθεί καύσωνας, και ίσως χαλάζι, φουρτούνα, και καλοσύνη. Έτσι γίνεται, λέει, και με την άσκηση μας. Πόλεμος από τον πονηρό, και βοήθεια από τη θεία χάρη. Καμιά φορά γίνεται στην ψυχή τρικυμία, και την προσβάλλουν κύματα δυνατά. Και πάλι, υστέρα, έχουμε την καλή αλλοίωση, καθώς επισκέπτεται την καρδιά ή θεία χάρη, και την γεμίζει με θεϊκή χαρά και ειρήνη, και με λογισμούς σώφρονες και ειρηνικούς.
Αναφέροντας ό άγ. Μακάριος, εδώ, τους «σώφρονες λογισμούς», υπονοεί ότι οι προηγούμενοι ήταν κτηνώδεις και ακάθαρτοι. Συνεχίζει λοιπόν και συμβουλεύει: Εάν μετά άπ' αυτούς τους λογισμούς, τους σώφρονες και τους επιεικείς, ακολουθούν πονηροί λογισμοί, να μη λυπηθούμε και φτάσουμε στην απόγνωση κι όταν βρισκόμαστε στην ανάπαυση πού δίνει ή θεία χάρη, να μην καυχηθούμε, παρά, ενώ χαιρόμαστε, να περιμένουμε τη θλίψη. Όμως μας συμβουλεύει να μην αφήνουμε και κάνει κατοχή στην καρδιά μας ή λύπη, όταν ακολουθήσουν πτώσεις


Και ενώ οι πτώσεις στρέφονται εναντίον μας, όμως εμείς να τίς δεχόμαστε με χαρά, λέει, ως κάτι το φυσικό και ανθρώπινο. Και να μην απελπιστούμε σαν εκείνον πού περιμένει τέλεια και αναλλοίωτη ανάπαυση, και δεν μπορεί να δεχθεί ότι και πάλι θα αγωνισθεί, και θα λυπηθεί στη ζωή του, και ότι θα του συμβούν ανεπιθύμητα και ενάντια στο θέλημα του Θεού πράγματα. Και αυτό πού είπαμε, το οικονόμησε ό Θεός, για να μη μείνουμε τελείως άνεργοι -εννοώ σε ασκητικούς αγώνες- και αποχαυνωθούμε και πέσουμε στην απόγνωση, και μείνουμε ακίνητοι στο δρόμο της αρετής. Και συμπληρώνει ό άγιος: Να ξέρεις ότι όλοι οι άγιοι καταπιάνονταν με τους συνεχείς ασκητικούς αγώνες. Όσο είμαστε σ' αυτό τον κόσμο, ή μεγάλη παρηγοριά μας από τα λυπηρά έρχεται μέσα μας με τρόπο μυστικό. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ό Θεός ζητάει να δοκιμάσει την προς αυτόν αγάπη μας με την πάλη και τον αγώνα μας κατά των πειρασμών. Να μη μας καταβάλλει ή λύπη, θα πει να μην παραμελούμε τον αγώνα μας. Έτσι προκόβουμε, ό κάθε μοναχός, στο δρόμο της αρετής. Όποιος θέλει να ξεφύγει από τούτο τον αγώνα και να παρεκκλίνει, αυτός είναι σαν τους λύκους. Και με αύτη τη σύντομη και θαυμαστή παρομοίωση θέλει να πει ότι, όπως ό λύκος δε θέλει να βαδίζει στον κανονικό δρόμο, έτσι και ό μοναχός πού δε θέλει να αγωνίζεται, θέλει να βαδίζει στο δικό του μονοπάτι, πού δεν περπατήθηκε από τους αγίους πατέρες. Γι' αυτό χρειάζεται οι θλίψεις να διαδέχονται τη χαρά. Όμως μετά τίς θλίψεις, με την ενέργεια της χάρης του Θεού έρχονται μέσα μας καλοί λογισμοί και εκπλήξεις θαυμαστές, πού υπερβαίνουν την ανθρώπινη φύση μας, όπως είπε ό άγιος Μάρκος. Όταν οί άγιοι Άγγελοι μας πλησιάσουν, γεμίζουμε με πνευματική κατάσταση, οπότε όλα τα λυπηρά και τα ενάντια αναχωρούν, και γίνεται ειρήνη και άρρητη γαλήνη, για όσο καιρό ζει κανείς σ' αυτή την κατάσταση. Όταν λοιπόν σε επισκιάσει ή χάρη του Θεού, και έρθουν κοντά σου και σε περιτειχίσουν οί άγιοι Άγγελοι, και απομακρυνθούν όλοι οί πειρασμοί, τότε να μη σε πιάσει ή έπαρση και βάλεις ιδέα ότι έφτασες στο λιμάνι, οπού δεν πιάνει πια τρικυμία, και ότι ό αέρας πού σε περιβάλλει είναι αμετάβλητος, και ότι μια για πάντα γλίτωσες από την ταραχώδη θάλασσα και τους άνεμους της, και ότι δε θα σε βρει ξανά ό εχθρός και το κακό. Διότι πολλοί, όπως είπε και ό μακάριος άββάς Νείλος, έκαναν τέτοιες σκέψεις, και έπεσαν σε κινδύνους. Η, πάλι, μην ξεχαστείς και βάλεις στο νου σου, ότι τάχα έγινες ανώτερος από τους άλλους, τους πολλούς, και ότι σε σένα αρμόζει να είσαι μόνιμα σε τέτοια χαρισματική κατάσταση, και όχι σε άλλους, επειδή τάχα ή πολιτεία τους είναι κατώτερη, και ή γνώση τους είναι ελλιπής. Μην υποβαθμίζεις λοιπόν τους άλλους και λες ότι «εγώ έπρεπε και έφθασα στην τελειότητα της αγιότητας, και σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, και στη χαρά την αμετάβλητη», διότι όλα αυτά είναι υπερήφανοι στοχασμοί. Αντί γι' αυτά, να καθίσεις και να συλλογισθείς τους ακάθαρτους λογισμούς σου, και τίς απρεπείς φαντασίες πού μπήχτηκαν στο μυαλό σου τον καιρό της πνευματικής σου τρικυμίας και της ταραχής και της αταξίας των λογισμών σου, πού πριν από λίγο, ενώ ήσουν σκοτισμένος, επαναστάτησαν εναντίον σου να συλλογισθείς δηλ. πώς τόσο γρήγορα έκλινες τότε προς τα πάθη, και έζησες μαζί τους με το σκοτεινό νου σου, και δεν ντράπηκες, ούτε σ' έπιασε δέος για τη θεϊκή δράση πού είχες, και για τα χαρίσματα πού είχες δεχθεί πρωτύτερα. Και να ξέρεις ότι όλα αυτά -την ταραχή, την αταξία των λογισμών κ.τ.λ.- ή πρόνοια του Θεού τα έφερε σε μας για να ταπεινωθούμε, γιατί ό Θεός μας νοιάζεται και οικονομεί στον καθένα μας ξεχωριστά τι πρέπει να πάθει, για να βάλει μυαλό. Εάν λοιπόν υπερηφανευθείς για τα χαρίσματα πού έλαβες, και δεν είναι δικά σου, σε αφήνει και πέφτεις τότε σ' εκείνα τα αμαρτήματα, για τα όποια είχες μόνο λογισμούς και πειρασμούς.


Μάθε λοιπόν, ότι το να στέκεσαι όρθιος και να μην πέφτεις στα πάθη, δεν οφείλεται στη δική σου αρετή, αλλά στη χάρη του Θεού, πού σε βαστάζει στα χέρια του, για να μη φοβηθείς. Αυτά να σκέφτεσαι τον καιρό της πνευματικής χαράς σου, και όταν αρχίζεις να υψηλοφρονείς, είπε ό άγιος αυτός πατέρας μας, κλάψε και δάκρυσε και να θυμάσαι συνεχώς τα πρότερα παραπτώματα σου, στα όποια έπεσες με την παραχώρηση του Θεού. Κάνε έτσι, για να αποκτήσεις ταπείνωση και να γλιτώσεις από την πτώση. Όμως και πάνω στις πτώσεις σου, μην απελπισθείς, αλλά με ταπεινούς λογισμούς εξιλέωσε το Θεό και άφησε τον να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σου.


Από τους λογισμούς της υπερηφάνειας έρχεται ό πειρασμός της πορνείας
Όταν το σώμα σου ημερέψει με την εγκράτεια, με την αγρυπνία και με την προσοχή της καρδιάς, πού ευνοείται από την ησυχία των αισθήσεων, και εντούτοις αρχίζεις και αισθάνεσαι στο σώμα σου την οξύτητα του πάθους της πορνείας, το όποιο δεν προέρχεται από τη φυσική λειτουργία του οργανισμού, να ξέρεις ότι δέχθηκες λογισμούς υπερηφάνειας και γι' αυτό σε πειράζει ό δαίμονας. Σ' αυτή την περίπτωση ταπείνωσε πολύ την τροφή σου και το στομάχι σου, και ψάξε να βρεις τι λογισμούς δέχθηκες, και μάθε ότι αλλοιώθηκε ή φύση σου και ότι τα έργα της είναι έξω από τη φυσική τους τάξη, και τότε, αν ή μετάνοια σου είναι αληθινή, θα σε ελεήσει ό Θεός και θα σε φωτίσει να μάθεις την ταπείνωση, για να μην αυξηθεί ή υπερηφάνεια σου. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν να αγωνιζόμαστε πρόθυμα, μέχρις ότου δούμε μέσα μας τη μετάνοια, και βρούμε την ταπείνωση, και αναπαυθεί ή καρδιά μας εν τω Θεώ.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ

Αναζήτηση