"Έλθετε προς εμέ πάντες, οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς"

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης – 8 Ιανουαρίου




Πολύ γνωστό το όνομα του στον χριστιανικό κόσμο. Γνωστό και το μοναστήρι στην Παλαιστίνη που ασκήτεψε.

Βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ.

Στην Αγία Γραφή η τοποθεσία αυτή λέγεται χείμαρρος Χορράθ κι είναι συνδεδεμένη με πολλά ιστορικά γεγονότα.

Σ’ αυτό το μέρος είναι η σπηλιά στην όποια είχε κάποτε κρυβεί ο προφήτης Ηλίας (910 π.Χ.) για να γλιτώσει από την καταδίωξη του ασεβέστατου βασιλιά Αχαάβ και της ειδωλολάτριδας συζύγου του της Ιεζάβελ.

Σ’ αυτή τη σπηλιά ο ζηλωτής προφήτης έμεινε μήνες και τρεφόταν κατά ένα θαυμαστό τρόπο. Μερικά κοράκια του έφερναν πρωί και βράδυ ψωμί και κρέας.

Νερό έπινε από τον χείμαρρο. Όταν όμως κι από εδώ έλειψε το νερό, εξ αιτίας της ανομβρίας, ο προφήτης αναχώρησε κατ’ εντολή του Θεού στα Σάρεπτα της Σιδώνος.

Στη σπηλιά αυτή ύστερα από χρόνια ήρθε και κλείστηκε κι ο θεοπάτορας Ιωακείμ. Σαράντα μερόνυχτα έμεινε εδώ νηστεύοντας και προσευχόμενος να του χαρίσει ο Θεός ένα παιδί, γιατί ήταν άτεκνος. Σ’ αυτό το διάστημα κι η σύζυγος του Άννα είχε παραμείνει στο σπίτι της και προσευχόταν θερμά. Με δάκρυα παρακαλούσε και ζητούσε να της λύσει ο Πανάγαθος Θεός την ατεκνία της.

Πολύ συγκινητική είναι η προσευχή του Ιωακείμ, στη σπηλιά όπως μας την διέσωσε αρχαία παράδοση: «Ου καταβήσομαι», έλεγε μονολογώντας ο ευσεβής Ιωακείμ, «ούτε επί ποτόν, έως ότου επισκέψεταί με Κύριος ο Θεός μου και έσται μου η ευχή βρώμα και πόμα».

Και δεν κινήθηκε απ’ εκεί, παρά μονάχα, όταν ο φιλάνθρωπος Θεός που ακούει πάντα τις προσευχές των ευσεβών παιδιών του, εισήκουσε τη δέηση του και μ’ ένα άγγελο του διεμήνυσε το χαρμόσυνο μήνυμα, πώς θα αποκτούσε παιδί. Και πραγματικά. Την επόμενη χρονιά ο Ιωακείμ και η Άννα αξιωνόντουσαν να αποκτήσουν την κεχαριτωμένη Μαρία, τη Μητέρα του Θεού. Γι’ αυτό και το όνομα Θεοπάτορες, δηλαδή πρόγονοι κατά σάρκα του Σωτήρος μας Χριστού, του Θεού μας.

Από μία τυπική διάταξη της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων μανθάνουμε, πώς ο χείμαρρος ήταν κτήμα του Ιωακείμ, του πατέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εδώ υπήρχε και κήπος του ιδίου κι εδώ αργότερα κτίστηκε και Εκκλησία επ’ ονόματι της Παναγίας στην οποία διάφορες μέρες του χρόνου γινόντουσαν μεγαλόπρεπες πανηγύρεις. Σε τούτο το μέρος κτίστηκε κι η μονή της Παναγίας του Χοζεβά, που θεωρείται μία από τις αρχαιότερες μονές της Παλαιστίνης. Στην ιερά αυτή Μονή έζησαν την αγγελική ζωή της πλήρους αφιερώσεως χιλιάδες ευλαβείς ψυχές. Σ’ αυτή πέρασε κι ο άγιος Γεώργιος από τη νήσο Κύπρο, που είναι γνωστός με το επώνυμο Χοζεβίτης, τα περισσότερα χρόνια της ασκητικής ζωής του.

Η όλη περιοχή διακρίνεται για την αγριότητα της. Κι αυτή την περιοχή χωρίς άλλο θα είχε υπ’ όψη ο Κύριος, όταν έλεγε την παραβολή του ανθρώπου που περιέπεσε στους ληστές κι είναι γνωστή σαν παραβολή του καλού Σαμαρείτη.

Καθ’ όλη τη διαδρομή του χειμάρρου υπάρχουν πολλά σπήλαια, τα οποία από ενωρίς προσείλκυσαν πολλούς αναχωρητές. Σ’ ένα από αυτά, που βρίσκεται από πάνω από τη Μονή, είχε εγκατασταθεί κάποτε ο άγιος Ιωάννης ο θαυματουργός, που είχε διατελέσει επίσκοπος της Καισαρείας κι ύστερα εγκατέλειψε την επισκοπή κι ήρθε στο μέρος αυτό να μονάσει. Ο μεγάλος αυτός άγιος και θαυματουργός έκτισε την εκκλησία και τη Μονή στο όνομα της Παναγίας και καλλώπισε τον χώρο εκείνο έτσι, που σε λίγο καιρό χιλιάδες φιλέρημες ψυχές ήρθαν να ζήσουν την αγγελική ζωή. Την ακμή της Μονής, στην οποία πολλά θαύματα γινόντουσαν από την Υπεραγία Θεοτόκο, αλλά και των γύρω ασκητηρίων, που στις αρχές του εβδόμου αιώνα φιλοξενούσαν πιο πολλές από πέντε χιλιάδες ψυχές, ανέκοψαν οι περσικές επιδρομές. Σαν καταιγίδα αληθινή είχαν ενσκήψει οι άγριες αυτές ορδές, που έσφαζαν, έκαιαν, ερήμωναν τα πάντα από εκεί που περνούσαν. Αυτή την εποχή καταστράφηκε κι ο άγιος ναός της Αναστάσεως και όλοι οι ναοί και τα μοναστήρια της Παλαιστίνης (614 μ.Χ.)

Οι άγιοι Δομνίκα, Γεώργιος ο Χοζεβίτης και Ελλάδιος (8 Ιανουαρίου).

Αυτό τον καιρό έζησε κι ο όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης που απ’ τον καιρό που ήταν παιδί το όνομα του έγινε συνώνυμο με την αρετή.

Η άγια αυτή μορφή γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Κύπρου μας από πολύ ευσεβείς κι ευκατάστατους γονείς. Τα πολλά αγαθά όμως που η ευσπλαχνία του Θεού τους είχε χαρίσει, δεν τους εμπόδισαν να ζούνε με απόλυτη υποταγή στο θέλημα Του. Με του Χριστού τα λόγια μεγάλωσαν και τα δύο παιδιά τους, τον Ηρακλείδη και τον Γεώργιο. Οι ευλαβείς γονείς απ’ αυτήν ακόμη τη βρεφική ηλικία φρόντισαν να ενσταλάξουν στην ψυχή και των δύο παιδιών τους τον σεβασμό προς το άγιο Όνομα του Θεού, μα και την υπακοή, την τυφλή υπακοή στο θέλημα Του. Κι οι κόποι τους όχι μόνο δεν πήγαν χαμένοι, αλλά και πλούσια ευλογήθηκαν από τον φιλάνθρωπο Πατέρα.

Ο Ηρακλείδης που ήταν κι ο πιο μεγάλος, όταν ενηλικιώθηκε, πήρε την ευχή των γονιών του και πήγε να προσκυνήσει τους τόπους που γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε ο Χριστός μας. Η ευγενική και φιλόθρησκη ψυχή του νέου, σαν έφτασε στην Αγία Γη κι επισκέφθηκε τον Γολγοθά και τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού, τόσο γοητεύθηκε, που πήρε την απόφαση να μείνει πια στα μέρη εκείνα για όλη του τη ζωή. Και πραγματικά.

Ο πιστός και φιλόθεος νέος, αφού γύρισε διάφορα μέρη, κατέβηκε και στον Ιορδάνη. Περπάτησε με συνεπαρμένη ψυχή στον τόπο που κατά την παράδοση ο προφήτης της ερήμου βάπτισε τον Κύριο κι από εκεί προχώρησε στη Λαύρα του Καλαμώνας1 όπου και παρέμεινε αγωνιζόμενος τον αγώνα τον καλό, της αρετής τον αγώνα. Ο αδελφός του Γεώργιος, μικρός ακόμη παρέμεινε κοντά στους γονείς του και ξεχώριζε απ’ όλους τους συνομήλικες του στη φρονιμάδα και τη σεμνή ζωή.

Στα χρόνια τα δύσκολα, της εφηβείας τα χρόνια, μεγάλη δοκιμασία κτύπησε το καλό παιδί. Οι γονείς του αρρώστησαν και πέθαναν σε λίγο διάστημα ο ένας μετά τον άλλο. Εκείνος όμως, που βεβαιώνει με το Πανάγιο Πνεύμα του πώς το ορφανό και τη χήρα τα παίρνει πάντα υπό την ιδιαίτερη προστασία του, δεν εγκατέλειψε το πιστό παιδί. Ένας θείος του φρόντισε και πήρε το παιδί κοντά του με όλα τα πράγματα και την κληρονομιά του με σκοπό σαν μεγαλώσει να τον συζεύξει με την επίσης μικρή και μονάκριβη θυγατέρα του. Επειδή όμως ο Γεώργιος απεστρέφετο την κοσμική ζωή κι η ψυχή του λαχταρούσε μια ανώτερη ζωή, την αγγελική ζωή, ένα πρωί έφυγε από το σπίτι καί πήγε σ’ ένα άλλο θείο του, που ήταν ηγούμενος σ’ ένα μοναστήρι. Όταν ο πρώτος θείος έμαθε τι έγινε, πήγε στο μοναστήρι με σκοπό να ξαναπάρει τον Γεώργιο και να τον φέρει πίσω στο χωριό. Στην προσπάθεια του μάλιστα να επιτύχει τον σκοπό του, δεν δυσκολεύθηκε να φιλονεικήσει και με τον αδελφό του τον μοναχό. Αυτός όμως με ηρεμία και πραότητα του απήντησε:

Αδελφέ μου, ούτε έφερα τον νέο εδώ, ούτε και τον διώχνω. Άς απο φασίσει μόνος του, ο ίδιος, ό,τι θέλει. Ηλικίαν έχει…

Όταν ο νέος έμαθε τη φιλονικία των θείων του για το πρόσωπο του, σηκώθηκε κρυφά κι έφυγε από το μοναστήρι κι από την Κύπρο και τράβηξε προς την αγία πόλη, την Ιερουσαλήμ. Εκεί σαν έφτασε, πήγε και γονάτισε και με ευλάβεια προσκύνησε τα πάνσεπτα προσκυνήματα της ευλογημένης πόλεως, κι ύστερα κατέβηκε προς τον Ιορδάνη. Το άδολο γάλα της πίστεως με το οποίο από της βρεφικής ηλικίας τον πότισαν οι ευσεβείς γονείς του, τον σπρώχνει να βρει τον αδελφό του. Η ψυχή του ποθεί τη μακαρία ζωή, την αγγελική ζωή. Οι κίνδυνοι της αμαρτίας που αντίκριζε γύρω του, του έφερναν στ’ αυτιά καθαρά τον απόηχο της φωνής των αγγέλων προς τον Λώτ: «Σώζων σώζε την σ’ εαυτού ψυχήν» (Γεν. ιθ’, 17). Δηλαδή κοίταξε πώς θα σώσεις την ψυχή σου. Η ματαιότητα των φθαρτών αυτού του κόσμου συνετάραττε το είναι του. Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα σκεπτόταν κι επανελάμβανε μόνος του. Οδηγούμενος από το προσκλητήριο διάγγελμα του Κυρίου «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείται μοι» προχώρησε και τράβηξε προς τη Λαύρα του Καλαμώνας στην οποία, όπως είχε μάθει, βρισκόταν ο αδελφός του.

Η Λαύρα του Καλαμώνας βρισκόταν κοντά στο σημερινό μοναστήρι του Αββά Γερασίμου εκεί στον Ιορδάνη.

Χωρίς κανένα ενδοιασμό σαν τον συνάντησε έπεσε στα πόδια του και του φανέρωσε τον πόθο και την απόφαση του να μείνει κοντά του. Εκείνος παρά τη μυστική χαρά που δοκίμασε για την αγία διάθεση του αδελφού του. βλέποντας τον τόσο νεαρό, φοβήθηκε να τον κρατήσει κοντά του και τον συνώδευσε στη Μονή της Παναγίας του Χοζεβά στον εκεί ηγούμενο, που ήταν και φίλος του και του τον παρέδωσε. Αυτός δε επέστρεψε στο μοναστήρι του.

Ο ηγούμενος από την πρώτη στιγμή εξετίμησε τον ένθεο ζήλο του νεαρού Γεωργίου και τον κατηύθυνε με φόβο Θεού στης ασκητικής ζωής τα σκαλοπάτια. Η βαθιά ταπείνωση του νέου, η υπακοή κι η προθυμία του να εκτελεί πάσαν εργασία της μονής, ενεθάρρυναν τον ηγούμενο, ώστε σε λίγο καιρό να προχωρήσει στην κουρά του νέου σε μοναχό, και να τον αναθέσει σ’ ένα προκομμένο γέροντα σαν συμβοηθό του στο διακόνημα του νεοκηπίου που είχε.

Με αχώριστο σύντροφο τον ενθουσιασμό ο νεαρός μοναχός περνά την καθημερινή ζωή του ανάμεσα σε νηστείες, αγρυπνίες και πολύωρες προσευχές. Εμπνεόμενος από τον φλογερό ζήλο του υποβάλλει τον εαυτό του σε πολλούς κόπους για τελειότερη ζωή. Δυστυχώς ο γέροντας του παρά τις πολλές του αρετές δεν τον βοηθά και πολύ στην ευγενική του προσπάθεια. Ήταν άνθρωπος σκληρός και με το «ψύλλου πήδημα» τον απόπαιρνε σε βαθμό αποκαρδιωτικό.

Κάποια μέρα μάλιστα ο γέροντας έστειλε τον υποτακτικό του στον χείμαρρο να φέρει νερό. Επειδή όμως το νερό ήταν μαζεμένο και τα καλάμια και τα ξύλα που ήσαν μπροστά ήταν πολύ πυκνά κι ο νέος ήταν ντυμένος τα ενδύματα του, δεν μπόρεσε να περάσει με το δοχείο του νερού κι επέστρεψε άπρακτος. Ο γέροντας σαν είδε τον νέο χωρίς το νερό θύμωσε και του είπε να βγάλει το ιμάτιο του, να φορέσει μόνο το επάνω ράσο του και χωρίς να αντείπει υπάκουσε και πήγε. Επειδή όμως αυτός άργησε και στο μεταξύ κτύπησε ο κώδωνας για το τραπέζι, ο γέροντας έκρυψε το ιμάτιο του παιδιού και πήγε στο φαγητό. Όταν ο νέος επέστρεψε και δεν βρήκε ούτε το ιμάτιο του, ούτε τον γέροντα, πήγε στη μονή χωρίς το ζωστικό και κτύπησε την πόρτα. Όταν ο μοναχός που ήρθε να του ανοίξει τον είδε έτσι γυμνό, τον ρώτησε τι του συνέβη. Κι όταν ο νεαρός του εξήγησε, πήγε και του έφερε ένα ιμάτιο, το όποιο φόρεσε και μπήκε στο μοναστήρι. Τη στιγμή που έμπαινε, ο γέροντας που τον είδε εκεί μπροστά από τους τάφους των αγίων πέντε Πατέρων, χωρίς οίκτο και με θυμό αδικαιολόγητο του έδωκε ένα δυνατό ράπισμα λέγοντας του:

- Γιατί άργησες;

Την ίδια στιγμή το χέρι τού γέροντα ξηράνθηκε ολόκληρο και δεν κουνιότανε καθόλου. Συντετριμμένος ο αββάς από την τιμωρία που τον βρήκε, έπεσε μπροστά στα πόδια του νεαρού υποτακτικού του και τον παρακαλούσε λέγοντας:

— Παιδί μου, συγχώρεσε με και μη με φανερώσεις. Έφταιξα. Πολύ έφταιξα. Μη με διαπομπεύσεις, αλλά παρακάλεσε τον Θεό να με συγχωρήσει και να με κάμει καλά.

Ο νεαρός μοναχός βαθιά λυπημένος για το πάθημα του γέροντα, του είπε με ταπείνωση και συντριβή:

— Πήγαινε, πάτερ, εκεί στους τάφους των αγίων Πατέρων, βάλε μετάνοια κι αυτοί θα σε θεραπεύσουν.

Ο γέροντας όμως επέμενε.

Παιδί μου, σε σένα έφταιξα. Συ παρακάλεσε τον Θεό να με σπλαχνιστεί και να με συγχωρήσει.

Τότε ο νεαρός, αφού πήρε από το χέρι τον γέροντα, τον οδήγησε εκεί στους τάφους κι αφού έβαλαν βαθιά μετάνοια, προσευχήθηκαν και το θαύμα έγινε. Το χέρι ξαναγύρισε στη φυσική του κατάσταση. Μα κι η ψυχή του γέροντα μαλάκωσε. Ο θυμός παραμέρισε κι η πραότητα μαζί με τη συγκατάβαση στήσανε στην καρδιά του τον θρόνο τους.

Παρά την αποχώρηση του νεαρού μοναχού από τη σκηνή του θαύματος, τούτο έγινε γρήγορα γνωστό σ’ όλη την αδελφότητα. Από τη στιγμή εκείνη όλοι οι μοναχοί με ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό άρχισαν να περιβάλλουν τον νέο και για το θαύμα του να μιλούν. Κι αυτός από φόβο μήπως πιαστεί στα δίχτυα της υπερηφάνειας, σηκώθηκε μια βραδιά κι εγκατέλειψε το μοναστήρι και τράβηξε στη Λαύρα που βρισκόταν ο αδελφός του. Εκεί με αυστηρή εγκράτεια στόλισε τη ζωή του και με τη νηστεία και τη σκληρή άσκηση νέκρωσε το σώμα του, ώστε οι προσβολές του εχθρού να μη μπορούν να τον επηρεάσουν. Καμιά υστεροβουλία ή ιδιοτέλεια δεν υπεισερχόταν στις σκέψεις του. Το θέλημα τού Κυρίου σαν φωτεινός φάρος πρόβαλλε πάντα μπροστά του και του φώτιζε τον δρόμο του. Ζούσε όμως σαν ουράνιος άνθρωπος, μα και επίγειος άγγελος. Ζωή «πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάννη α’, 14) είχε καταντήσει η ζωή του. Πηγή ακένωτη θαυμάτων. Θαυμάτων που προκαλούν στ’ αλήθεια κατάπληξη.

Ένα τέτοιο θαύμα ήταν και τούτο. Κάποια μέρα ένας γεωργός από την Ιεριχώ, γνωστός και φίλος των δύο ασκητών, ήρθε στη Λαύρα, με ένα ζεμπίλι από διάφορους καρπούς που γεωργούσε και κτύπησε τη θύρα του κελιού τους. Ο Γεώργιος πήγε κι άνοιξε την πόρτα και τον προσκάλεσε να μπει μέσα. Ο επισκέπτης μόλις μπήκε έβαλε μια μετάνοια κι αφού τοποθέτησε το ζεμπίλι με τα δώρα παρακάλεσε θερμά τους αβάδες να ευλογήσουν τους καρπούς οπότε κάτω από αυτούς με μεγάλη έκπληξη τι βλέπουν; Ένα νήπιο νεκρό. Ήταν το νεογέννητο παιδί του επισκέπτη που είχε αποθάνει κι αυτός το έφερε στους αβάδες με τη γλυκιά ελπίδα πώς αυτοί θα μπορούσαν να το αναστήσουν και να του το ξαναδώσουν ζωντανό. Ο αβάς Ηρακλείδης σαν το είδε με τρόμο και ταραχή είπε στον αδελφό του: «Πήγαινε και κάλεσε τον άνθρωπο να ‘ρθει να πάρει το ζεμπίλι με τα πράγματα που έφερε. Μας βάζει, πες του σε μεγάλο πειρασμό, Κύριε, αναφώνησε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς».

Ο αβάς Γεώργιος όμως που ήταν τότε σαράντα περίπου χρόνων, έβαλε στον αδελφό του μετάνοια και με σεβασμό του είπε:

Πάτερ μου, μη στενοχωρείσαι και μη ταράττεσαι. Αλλά έλα να παρακαλέσουμε με πίστη τον Πολυεύσπλαχνο και Πανοικτίρμονα Θεό να κάμει το θαύμα του. Κι αν μας ακούσει η ευσπλαχνία του κι αναστήσει το παιδί, ευλογημένο ας είναι στους αιώνες το Πανάγιο Όνομα Του. Τότε καλούμε τον πατέρα και του δίνουμε το παιδί του, όπως πίστεψε. Αν όμως η αγαθότητα του Θεού δεν θελήσει, για λόγους που γνωρίζει Εκείνος, να γίνει το θαύμα, τότε πάλι καλούμε τον πατέρα και του εξηγούμε, πώς κι εμείς αμαρτωλοί άνθρωποι είμεθα και δεν έχουμε τέτοια παρρησία, ώστε να επιτύχουμε αυτό που ποθεί τόσο εκείνος, όσο κι εμείς. Στα λόγια του Γεωργίου ο αβάς Ηρακλείδης πείσθηκε. Τότε κι οι δύο οι πατέρες αφού γονάτισαν, με δάκρυα στα μάτια και καρδιά ραγισμένη άρχισαν να προσεύχονται… Δεν πέρασε πολλή ώρα και το θαύμα έγινε. Ο φιλάνθρωπος Θεός που ακούει πάντα τις προσευχές των παιδιών του που γίνονται με πίστη, άκουσε και των πιστών αβάδων την παράκληση. Το νεκρό παιδί κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια κι αφήκε ένα ελαφρό κλαψούρισμα. Οι ευλαβείς ασκητές με την ψυχή πλημμυρισμένη από ευγνωμοσύνη άνοιξαν την πόρτα κι κάλεσαν μέσα τον πατέρα του παιδιού και του είπαν:

-Αδελφέ μας, η αγάπη του Θεού, κατά την πίστη που έδειξες σ’ Αυτόν, σου δίνει το παιδί σου πίσω ζωντανό. Πάρε το και δόξαζε τον με όλη σου την ψυχή, αλλά και μην αναφέρεις σε κανένα τίποτα από ότι έγινε.

Ο ευλαβής πατέρας με δάκρυα χαράς πήρε στην αγκαλιά του το αγαπημένο του παιδί και βγήκε δοξολογώντας από τα βάθη της ψυχής του τον φιλάνθρωπο Θεό. Έφυγε κι αφήκε πίσω τους αβάδες να συνεχίζουν τον αγώνα τους. Αγώνα κουραστικής σκληραγωγίας του κορμιού, αγώνα συνεχούς προσευχής.

Έτσι περνούσε κάθε μέρα η ζωή τους με ευλάβεια και ειρήνη και ταπείνωση και ζηλευτή γενικά αρετή. Ποτέ τους δεν καταδέχτηκαν να αντιμιλήσουν ο ένας στον άλλο ή να λυπήσουν κανένα. Ο αβάς Ηρακλείδης είχε πολλή πραότητα κι υπομονή και ταπείνωση. Κι αυτές τις αρετές τις κράτησε με παραδειγματικό ζήλο και προσοχή μέχρι της ημέρας που ο μεγάλος Πατέρας τον κάλεσε να αφήσει τούτο τον κόσμο και να μεταπηδήσει στη χώρα του ουρανού και της αιώνιας ευτυχίας και χαράς. Κοιμήθηκε γύρω στα εβδομήντα του χρόνια και τάφηκε εκεί στους τάφους των οσίων Πατέρων. Στον ουρανό τώρα πρεσβεύει για όλο τον κόσμο κι ιδιαίτερα για την πατρίδα, τη μαρτυρική Κύπρο μας.

Ύστερα από τον θάνατο του αβά Ηρακλείδη, αδελφού ομογάλακτου, συμμοναστού όμως και συναθλητού του αβά Γεωργίου, τότε κι αυτός εγκατέλειψε τη Λαύρα και ξαναγύρισε στο μοναστήρι του Χοζεβά από το οποίο ξεκίνησε. Και στο περιβάλλον αυτό η ζωή του ταπεινού αβά συνεχίζεται σαν την προηγούμενη του ζωή στη Λαύρα. Κι εδώ η αυστηρή νηστεία, μαζί με την υπερβολική αγρυπνία και θερμή προσευχή αποτελούν την καθημερινή του ενασχόληση. Η νηστεία μάλιστα στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό του, όπως μας λέει ο μαθητής του ο όσιος Αντώνιος, αυτός που έγραψε και τη βιογραφία του, είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Αλλά και στη μελέτη και την προσευχή είχε ξεπεράσει όλους εκεί τους συμμοναστές του. Χωρίς καμιά υπερβολή μπορούσε να έλεγε για τη ζωή του. «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός». (Γαλ. β’, 20). Οι άνθρωποι που τον έβλεπαν τον θαύμαζαν. Κι οι δαίμονες τον έτρεμαν για την αυταπάρνηση και την υπομονή του.

Όταν οι Πέρσες έφτασαν στη Δαμασκό, ο όσιος που την ήμερα καθόταν έξω απ’ το κελί του και ζεσταινόταν στον ήλιο, γιατί από την υπερβολική εγκράτεια είχε καταντήσει πολύ αδύνατος, με θείο όραμα προέβλεψε την καταστροφή της χώρας. Οι αμαρτίες των ανθρώπων της εποχής εκείνης που κατοικούσαν στα μέρη εκείνα της Συρίας και της Παλαιστίνης είχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο όριο. Όταν μάλιστα οι Πέρσες είχαν προχωρήσει και περικυκλώσει την αγία πόλη Ιερουσαλήμ, τότε οι αδελφοί του κοινοβίου και πολλοί από αυτούς που έμεναν σε κελιά έφυγαν για την Αραβία ή πήγαν και κρύφτηκαν στα σπήλαια και στον καλαμώνα. Μαζί μ’ αυτούς με την επιμονή των πατέρων πήγε κι ο γέροντας Γεώργιος. Εκεί τον βρήκαν οι Πέρσες και τον πήραν κι αυτόν αιχμάλωτο μαζί με άλλους. Πολλούς απ’ αυτούς κατάσφαξαν. Μεταξύ αυτών κι ένα γέροντα εκατόν περίπου χρόνων με άγια ζωή, τον αβά Στέφανο τον Σύρο. Τον άγιο Γεώργιο τον σεβάστηκαν σαν τον είδαν έτσι αδύνατο και ευλαβή, του έδωκαν μάλιστα κι ένα ζεμπίλι με ψωμιά κι ένα δοχείο με νερό και τον αφήκαν ελεύθερο λέγοντας του: «Όπου θέλεις πήγαινε, γέρο, να σώσεις τον εαυτό σου». Ο άγιος κατέβηκε στον Ιορδάνη τη νύκτα και κρυβόταν εκεί μέχρις ότου έφυγαν οι Πέρσες προς τη Δαμασκό μαζί με τους αιχμαλώτους που πήραν κι από την αγία πόλη των Ιεροσολύμων. Μαζί τους είχαν και τον επίσκοπο Ιεροσολύμων τον Ζαχαρία και τον Τίμιο Σταυρό.

Ο γέροντας αφού περιπλανήθηκε ένα διάστημα σε διάφορα μέρη, στο τέλος γύρισε στο μοναστήρι του Χοζεβά όπου παρέμεινε μέχρι του θανάτου του. Αυτή την περίοδο ο όσιος παρά την ηλικία του ανέπτυξε μεγάλη ιεραποστολική δράση. Το «παρακαλείτε, παρακαλείτε τον λαό μου» το έκαμε βίωμα του και σύνθημα ζωής. Καθημερινά έβγαινε από το κελί του και δίδασκε και στήριζε τους αδελφούς και τους πολλούς επισκέπτες. Μαζί με τη διδασκαλία του ο όσιος πρόσφερε και τα πολλά θαύματα του. Πολύ τον χαρίτωσε ο Κύριος τούτο τον καιρό. Πηγή χαριτόβρυτη κι ανεξάντλητη θαυμάτων έμεινε μέχρι της ημέρας που κοιμήθηκε.

Ειρηνικά και ήσυχα ένα πρωινό ο άγιος μας αφήκε το πνεύμα του να πετάξει κοντά στον Κύριο που αγάπησε με όλη την ψυχή του κι έζησε για τη δόξα του. «Δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού και ου μη άψηται αυτών βάσανος». Ποικίλες θεραπείες προσφέρει ο όσιος μας και μετά την κοίμηση του σ’ εκείνους που με ευλάβεια και πίστη στον Θεό ζητούν τη μεσιτεία του. Η μνήμη του αθάνατη θα μένει στους αιώνες και το παράδειγμα του ζωντανό θα καλεί τις γενεές των ανθρώπων και μάλιστα της Νήσου των Αγίων, της Κύπρου μας στην αγάπη του Χριστού. Ναι! στην αγάπη του Χριστού, γιατί μόνο η αγάπη του Χριστού κι η προσήλωση μας στο θέλημα του ομορφαίνει τη ζωή μας και της δίνει νόημα και ασφάλεια κι αξία.

Είναι καιρός, όλοι όσοι κατοικούμε τούτο τον τόπο να συνειδητοποιήσουμε πώς το όνομα «χριστιανός» δεν είναι ένα κενό όνομα κι ένας κληρονομικός τίτλος χωρίς ευθύνη. Το όνομα, το τιμημένο όνομα χριστιανός, είναι περισσότερο τρόπος σκέψεως κι ένας κανόνας ζωής. Είναι «αίρεσις βίου». Καθένας από μας είναι υποχρεωμένος την κάθε μέρα να δίνει «την μαρτυρία Ιησού Χριστού». Κι αυτή η μαρτυρία δεν είναι μία πράξη ανώδυνη. Σε πολλές περιστάσεις η μαρτυρία Ιησού Χριστού καταντά διωγμός «ένεκεν δικαιοσύνης». Κι ακόμη μαρτύριο και θάνατος για χάρη του Χριστού και του Ευαγγελίου του. Σήμερα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά ο κάθε πιστός πρέπει να είναι αθλητής της πίστεως. Της πίστεως, την οποία πρέπει να είναι έτοιμος να ομολογήσει και να βεβαιώσει με την πολιτεία του. Να βεβαιώσει δηλαδή ότι καμιά δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Μαζί με τον θείο Απόστολο Παύλο καθένας από μας πρέπει να είναι έτοιμος να επαναλάβει το «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα»; Και με πεποίθηση ακλόνητη στη δύναμη που χαρίζει ο Χριστός, σ’ εκείνους που με αληθινή πίστη τον επικαλούνται, να δίνει και την απάντηση, όπως την έδινε η φάλαγγα των αγίων, οσίων, πατέρων και μαρτύρων της εκκλησίας μας, όπως την έδινε ο μεγάλος άγιος μας Γεώργιος ο Χοζεβίτης με τα λόγια και πάλιν του θείου Παύλου:

«Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. η’, 25, 38, 39).

Άγιε Γεώργιε του Χοζεβά, αγλάϊσμα των Πατέρων, δόξα των οσίων, τρανό υπόδειγμα βαθιάς πίστεως και ευσέβειας, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών. Πρέσβευε, άγιε Πάτερ, και εύχου η πατρίδα σου Κύπρος και πατρίδα μας. να ιδεί μια ώρα γρηγορότερα την ποθητή ελευθερία και τη λύτρωση από τα ανήκουστα δεινά που περνά. Αμήν.


http://www.synaxaristis.googlepages.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζήτηση